Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ – ΓΑΛΛΟΒΙΕΤΝΑΜΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣTΗΝ ΙΝΔΟΚΙΝΑ / 1
Η ένταξη της ευμεγέθους και επιμήκους χερσονήσου της Ινδοκίνας στο γαλλικό αυτοκρατορικό οικοδόμημα άρχισε το 1858 και ολοκληρώθηκε κατά την δεκαετία του 1930. Το 1887 συστάθηκε η επονομαζόμενη «Ινδοκινεζική Ενωση», η οποία περιελάμβανε γεωγραφικά την Καμπότζη, το Λάος, την Κοχινκίνα, το Τονκίν και το Ανάμ (που αντιστοιχούν στα τωρινά κράτη της Καμπότζης, του Λάος και στο νότιο, βόρειο και κεντρικό τμήμα του Βιετνάμ). Επρόκειτο για ένα ιδιόμορφο, διοικητικά ποικιλόμορφο κρατικό σύστημα αποτελούμενο από προτεκτοράτα (Ανάμ, Καμπότζη και ένα τμήμα του Λάος), αποικίες (Κοχινκίνα), καθώς και περιφέρειες άμεσα διοικούμενες από την ευρωπαϊκή μητρόπολη. Η γέννηση των πρώτων τοπικών εθνικών – εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων χρονολογείται από την δεκαετία του 1920.
Ωστόσον, ήταν ο Β΄ Μεγάλος Πόλεμος που έδρασε καθοριστικά, τόσο στην εδραίωση του βιετναμικού εθνικισμού όσο και στην εξασθένηση της διεθνούς θέσης της Γαλλίας, λόγω της ήττας της χώρας στον γαλλογερμανικό πόλεμο και της συνακόλουθης γερμανικής κατοχής της. Τυπικά, η Ινδοκίνα παρέμεινε υπό τη δικαιοδοσία της γαλλικής κυβερνήσεως του Βισύ (υπό τον στρατάρχη Φιλίπ Πεταίν), συμμάχου του Άξονος, ουσιαστικά όμως ήταν υπό τον έλεγχο της Ιαπωνίας, η οποία είχε καταλάβει το Τονκίνο που της εκχωρήθηκε από το Βισύ και, (λίγο πριν από την τελική ήττα της το 1945), και το Ανόι.
Με την ιαπωνική ενθάρρυνση, οι ηγεμόνες του Λάος και της Καμπότζης ανεκήρυξαν την ανεξαρτησία τους, όπως και ο Αυτοκράτωρ του Ανάμ, Μπάο Ντάι, για το σύνολο του Βιετνάμ. Ωστόσο το ίδιο έκανε και ο κομμουνιστής ηγέτης Χο Τσι Μινχ (πασίγνωστο επαναστατικό ψευδώνυμο του Νγκουέν Σιν Κουνγκ) τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, (ταυτόχρονα με την ιαπωνική συνθηκολόγηση) που ανακήρυξε τη «Λαοκρατική Δημοκρατία του Βιετνάμ», -την οποίαν οι Γάλλοι αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν- για λογαριασμό του κομμουνιστικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος «Βιέτ Μινχ» (σύντμηση της ονομασίας «Βιέτ Ναμ Ντοκ λαπ Ντονγκ μινχ» – «Οργάνωση γιά την Ανεξαρτησία του Βιετνάμ»), το οποίο ιδρύθηκε το 1941 από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδοκίνας.
Μετά από τη συνθηκολόγηση της συντετριμμένης Ιαπωνίας, η Ινδοκίνα διετέλεσε υπό κινεζική κατοχή στον Βορρά και υπό βρετανική στον Νότο, πριν επανέλθει εκ νέου υπό γαλλική κυριαρχία. Ο επονομαζόμενος «πόλεμος της Ινδοκίνας», ένας σφοδρός, σκληρός και εξαιρετικά αιματηρός πόλεμος αποικιακού χαρακτήρα που διεξήχθη ανάμεσα στη Γαλλία και στο Βιέτ Μινχ, το οποίο είχε θέσει υπό τον έλεγχό του το βόρειο τμήμα της χώρας, ουσιαστικά άρχισε στα τέλη του 1946, μετά τον βομβαρδισμό της πόλης Χαϊφόνγκ από τους Γάλλους και δύο επιθέσεις του Βιέτ Μινχ στο Ανάμ και στο Τονκίνο.
Το απόλυτο και μοναδικό διακύβευμα για το Βιέτ Μινχ ήταν η υπό τον έλεγχό του πλήρης ανεξαρτησία του Βιετνάμ, ενώ αντίστοιχα για τη Γαλλία το ζητούμενο ήταν μια ελεγχόμενη από τη μητρόπολη σταδιακή αποαποικιοποίηση, στο πλαίσιο της «Γαλλικής Ενώσεως», δηλαδή της επίσημης πρότασης της νεοσύστατης Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατίας για το αποικιακό οικοδόμημα της χώρας, γιά την μεταπολεμική «συγκαλυμμένη» νέα γαλλική αυτοκρατορία. Το 1949, το Βιετνάμ του Μπάο Ντάι και το Λάος εισήλθαν στην «Γαλλική Ενωση» ως «Συνδεόμενα κράτη». Η περαιτέρω τύχη της Γαλλικής Ινδοκίνας κρίθηκε από την έκβαση του πολέμου των δυνάμεών της με τις δυνάμεις του Βιέτ Μινχ.
Στις 30 Ιανουαρίου 1950, η ΕΣΣΔ ανεγνώρισε επίσημα την κυβέρνηση του Χο Τσι Μινχ, γεγονός που ώθησε αντανακλαστικά τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο να αναγνωρίσουν με τη σειρά τους, στις 7 Φεβρουαρίου, τα συνδεόμενα κράτη της Καμπότζης, του Βιετνάμ και του Λάος ως μέλη της «Γαλλικής Ενώσεως». Οι επίσημες διακρατικές αναγνωρίσεις συνεχίσθηκαν από τις μικρότερες χώρες αναλόγως του ιδεολογικού τους προσανατολισμού.
Το 1950 η κατάσταση στην Ινδοκίνα άρχισε να εκτραχύνεται. Ο καταξιωμένος Γάλλος στρατηγός Ζαν Ζοζέφ Μαρί Γκαμπριέλ ντε Λατρ ντε Τασινύ (Jean Joseph Marie Gabriel de Lattre de Tassigny), από μιαν οικογένεια μικροευγενών της Βανδέας, βετεράνος των δύο Μεγάλων Πολέμων, γενναίος, καλλιεργημένος, υπερπατριώτης και «αστραφτερός», για εχθρούς και φίλους, δέχεται να αναλάβει τη θέση του Ανώτατου Επιθεωρητή των εκεί γαλλικών δυνάμεων. Ο ντε Λατρ είναι ευπαρουσίαστος, ικανότατος, χειμαρώδης και μεγαλόστομος ρήτωρ, οραματιστής μιας ανανεωμένης γαλλικής αυτοκρατορίας, ένα βελτιωμένο είδος «Γάλλου Μακάρθουρ», πιο ανυποχώρητου και πιο καλλιεργημένου.
Δύο ημέρες ταξιδιού με το αεροπλάνο χωρίζουν την Γαλλία από την Ινδοκίνα κι η αγωνία ανάμεικτη με έξαψη έχουν φουντώσει στην καρδιά του ντε Λατρ, καθώς κατευθύνεται στο Τονκίνο, στο βόρειο τμήμα του Βιετνάμ. Επάνω από το Σιάμ, δηλαδή την τωρινή Ταϊλάνδη, διατάζει να τον οδηγήσουν κατ’ ευθείαν στο Ανόι. Ο επισμηναγός κυβερνήτης του ειδικού για την μετακίνηση τετρακινητηρίου, αρνείται λέγοντας ότι μ’ αυτές τις ατμοσφαιρικές συνθηκες η πτήση επάνω από την «ανναμιτική κορδιλλιέρα» είναι πολύ επικίνδυνη. Ο στρατηγός επιμένει, αλλά ο πιλότος, κυρίαρχος πάνω στό σκάφος του για ζητήματα ασφαλείας πτήσεων, δεν υποχωρεί. Ο ντε Λατρ αναγκάζεται συνεπώς να κατέβει στη Σαϊγκόν, απ’ όπου ένα Douglas DC-3 τον μεταφέρει αμέσως στο Τονκίνο.
Η επίθεση που είχε εξαπολύσει ο σπουδαίος Βιετναμέζος αρχιστράτηγος Βο Νγκουέν Γκιάπ (καθηγητής ιστορίας στην προεπαναστατική του ζωή) προς την Χαϊφόνγκ (σπουδαιότερο λιμάνι της Ινδοκίνας και κέντρο του Δέλτα του Κόκκινου ποταμού – Χονγκ) αναπτύσσεται προς τα δυτικά, κατα μήκος της Επαρχιακής Οδού 18. Απειλεί τούς κόμβους επικοινωνιων του Δέλτα, τις ιστορικά και θρησκευτικά σημαίνουσες βουδικές Επτά Παγόδες της μείζονος περιοχής, και την πόλη Χάι Ντουόνγκ («Ήλιος του ωκεανού»). Είναι απαραίτητο να ανασχεθεί η επίθεση όπως εξελίσσεται στον στενόν διάδρομο, ανάμεσα στους βάλτους του ποταμού Σονγκ Ντα Μπαχ και στην οροσειρά Ντονγκ Τριέου.
Οι …. ραψωδοί του «έπους» του ντε Λατρ εξιστόρησαν με ποιητικόν οίστρο τίς συνθήκες υπό τις οποίες ο ανίκητος ιππότης τους συνέλαβε τον «εμπνευσμένο ελιγμό του» που θα απέτρεπε τον ερυθρό κίνδυνο. « Ο “Βασιλεύς Ιωάννης” (Le roi Jean, όπως του απέδιδαν σκωπτικά-χαϊδευτικά το προσωνύμιο), άκουσε τους προβληματισμένους συνταγματάρχες και τους στρατηγούς του με βλέμμα απλανές και απαθές, με πρόσωπο πρησμένο από τη γρίππη που τον τυραννούσε…. Κατόπιν πηγαίνει να. κατακλιθεί….. Υψηλός πυρετός και ύπνος ταραγμένος… Στη μία η ώρα το πρωί, ξυπνά, αναπηδα και φωνάζει: “Μάο Χέ !” Το βρήκε. Το είδε στο όνειρό του..». (βλέπε Jean Chaigne, «Jean de Lattre de Tassigny, maréchal de France», εκδόσεις Fernand Lanure, Παρίσι, 1952 και Guy Salisbury – Jones «So full a glory. A biography of Marshal de Lattre de Tassigny», εκδόσεις Weidenfeld & Nicholson, Λονδίνο, 1954)
Η νηφάλια ιστορία αποδίδει, σχεδόν ευθυμογραφικά, στο στρατιωτικό ταλέντο του «σαγηνευτικού μισανθρώπου» στρατηγού ντέ Λατρ μονάχα ό,τι πράγματι του ανήκει αδιαμφισβήτητα.Επιβεβαιώνει γι’ αυτόν ότι στην καινούργια του θέση στην Ινδοκίνα, έσπευσε να επανορθώσει το παλαιότερο σφάλμα του, στο οποίο τον οδηγούσε πολύ συχνά η αριστοκρατική και τελειοθηρική περιφρόνησή του προς τους ανθρώπους, κάθε τάξεως και μορφωτικού επιπέδου, πολίτες και ιδίως στρατιωτικούς. Ωριμάζοντας προσπαθούσε να είναι ηπιότερος.
Βεβαίως οι κατ΄αυτόν «ηλίθιοι» ανώτεροι αξιωματικοί, τους οποίους κακώς «επώασαν και άφησαν πίσω τους», ο στρατηγός Ραούλ Αλμπίν Λουί Σαλάν και ακόμη παλαιότερα ο Ζαν Λουί Αλμπέρ Λινάρ, εαν δεν συμφωνούσε δέν είχαν δικαίωμα να κινησουν ούτε ένα τάγμα ως … ανίκανοι. Ο ίδιος άνθρωπος, μεσα στην καρδιά της νύκτας, ο πατρίκιος ντε Λατρ εμπιστεύεται τρία τάγματα (!) στον συνταγματάρχη Σιζαίρ, και του αναθέτει την ανάσχεση της επιθέσεως των Βιέτ στην τελευταία στενωπό, ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα.
Ενω ο Σιζαίρ σπεύδει προς τα εκεί, οι Βιετμίνχ χτυπούν ανηλεώς τΙς τρεις θέσεις που αποτελούν τις «δικλείδες ασφαλείας» του Μάο Χε. Το ανθρακωρυχείο που είχε ανοίξει στην πλαγιά του Ντονγκ Τριέου έχει εγκαταλειφθεί, αλλά μένουν οι ορθάνοιχτες στοές και ένα πικνό δίκτυο «ντεκωβίλ» (τύπος σιδηροδρόμου με φορητά στοιχεία, λυόμενου, μεταφερόμενου και επανασυναρμολογούμενου, που χρησιμοποιείται σε ορυχεία και βιομηχανίες) που περιζώνει ολόγυρα το βουνό. Την υψηλότερη θέση, το Μάο Χε Μιν, την υπερασπίζουν 120 επικουρικοί αντικομμουνιστές αντάρτες της ταϊλανδικής φυλής Νουνγκ, με επικεφαλής τους έναν «δικό τους άνθρωπο», τον Ανθυπολοχαγό Ξουάν Τοάνγκ, απόφοιτο της στρατιωτικής ακαδημίας του Σαιν Συρ και δύο Γάλλους υπαξιωματικούς.
Χαμηλά, στην Επαρχιακή Οδό 18, ο ναός του Μάο Χε έχει μετατραπεί σε οχυρό από ένα λόχο Σενεγαλέζων ακροβολιστών και ορεσιβίων Ταϊλανδών του 30ου Συνθέτου Τάγματος. Μιάν ίλη τεθωρακισμενων αυτοκινήτων του μαροκινού αποικιακού συντάγματος πεζικού την κρατούν ως εφεδρεία στο χωριό, 800 μετρα μακριά από τον ναό. Η συνολική δύναμη και των τριων θέσεων είναι περίπου 400 μαχητές.
Οι ατρόμητοι Νουνγκ, εξωτικές … σουρεαλιστικές φιγούρες, ανάμεσα σε όλα τα άλλα απάρτια που αποτελούν την εξάρτυσή τους, έχουν παγίως και μιάν ομπρέλα από ….. λαδόχαρτο, για προστατευτικούς χρηστικούς λόγους και μαγικοθρησκευτικόύς λόγους ! Πολεμούν …. οικογενειακώς, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, αλλά αγωνίζονται σαν άνθρωποι που δεν έχουν να περιμενουν κανένα έλεος. Οι πολεμιστές του Μάο Χε Μίν, που δέχθηκαν μιάν ισχυρή λυσσαλέα επίθεση, αντιστέκονται όσο χρεάζεται γιά να δώσουν καιρό στο 6ο τάγμα άλεξιπτωτιστών του αποικιακού στρατού, που αποτελεί την εμπροσθοφυλακή της φάλαγγος του Σιζαίρ, να επέμβει στη μάχη.
Ενώ οι Λεγεωνάριοι λαμβάνουν θέσεις μεσα στο χωριό, o Ανθυπολοχαγός Τοάνγκ οδηγεί όσους άνδρες του απέμειναν, «σύν γυναιξί και τέκνοις», στον ναό του Μάο Χε, όπου η μάχη συνεχίζεται. Ο Βιετναμέζος καθολικός ιερέας, με κράνος στο κεφάλι του, κρατεί ένα αυτόματο ενώ ψέλλει τον αρχαίον παρακλητικόν ύμνο «Χαίρε Βασίλισσα» – «Salve Regina», του βενεδικτίνου μοναχού Χέρμαν του Ραϊχενάου, από τον 11ον αιώνα. Η προώθηση των στρατευμάτων του Σιζαίρ είναι εξαιρετικά δύσκολη. Το πορθμείο του Ντάν Θούι δέν μεταφέρει παρά μόνον ένα όχημα κάθε φορά !
Ο ποταμός Σονγκ Ντα Μπαχ κατεβάζει τόση ποσότητα ιλύος, ώστε τά LST (landing ship, tank, αρματαγωγά αποβατικά σκάφη χωρίς καρίνα), σωστές σχεδίες, κολλούν. Το έδαφος είναι πλημμυρισμενο στη λάσπη, όπως και ο «μολυβένιος» ουρανός ψεκάζει ασταμάτητα ψιχάλες. Αλλά οι οβίδες του δραστήριου Σιζαίρ τα υπερβαίνουν όλα αυτά. Παρατεταγμένα στο χωριό του Ντονγκ Τριέου τα είκοσι πυροβόλα του των 105mm, προσθέτουν την σεβαστή ισχύ πυρός τους στα βλήματα των σκαφών του πολεμικού ναυτικού που έχουν λάβει θέση μάχης στον Σονγκ Ντα Μπαχ και στις τρομερές ναπάλμ των «Χέλκατς», των «Κολασμενων Γάτων».
Όταν το 1ο τάγμα αλεξιπτωτιστών της Λεγεώνος των Ξένων συναντά το 6ο τάγμα αλεξιπτωτιστών του αποικιακού στρατου μέσα στο φλεγόμενο Μάο Χε, ο εχθρός απαγκιστρώνεται. Οι Λεγεωνάριοι και οι αποικιακοί ξαναπαίρνουν το ορυχείο, συντρίβοντας τους Βιέτ που καταφεύγουν μέσα στις στοές.Οι παράτολμοι και γενναίοι κομμουνιστές μαχητές έχουν περίπου 3.000 απώλειες.
Έξη ημέρες αργότερα, στις 5 Απριλίου, ο Γκιάπ επαναλαμβάνει την επίθεση. Προβλέποντας τη νέα αυτήν προσπάθεια, ο ντε Λατρ είχε αφήσει στη θέτη τους τις δυνάμεις αμέσου επεμβάσεως. Ο Γκιάπ δέν επιμένει άλλο και ξαναγυρίζει στα ασφαλή βουνά του.
Ισίδωρος Ιγνατιάδης
