(ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ -2)
ΚΛΙΜΑΚΟΥΜΕΝΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ – ΑΝΑΚΑΤΑΚΤΗΣΗ (1050-1212)
Το 1064 τα προσφάτως ηνωμένα βασίλεια της Αραγωνίας και της Καταλωνίας με αφετηρίαν την πόλη Παμπλόνα και υπό την ηγεσία του κόμη Μπερενγκέρ Α’, κατέλαβαν την συνοριακή πόλη Μπαρμπάστρο στην βόρειον Ισπανία, με την βοήθειαν Φράγκων μισθοφόρων. Ταυτοχρόνως στη Δύση οι πορτογαλικές δυνάμεις εκυρίευσαν την Κοΐμπρα.
Η προέλαση των χριστιανικών βασιλείων εγνώρισεν το αποκορύφωμά της το 1085, όταν οι καστιλλιανικές δυνάμεις του ηνωμένου βασιλείου της Καστίλλης και της Λεόν, υπό τον Αλφόνσο ΣΤ’, εκατόρθωσαν να προσαρτήσουν το περιβόητο μουσουλμανικό Τολέδο, αναγκάζουσες τον εμίρη Αλ-Μουταμίδ να ζητήσει εσπευσμένα στρατιωτική ενίσχυση από τους Βερβέρους. Η ανταπόκριση ήταν άμεση, καθώς την ίδια χρονιά ο Γιουσούφ ιμπν Τασουφίν, ηγέτης των Βερβέρων της δυναστείας των Αλμοραβιδών, διέσχισεν τα στενά του Γιβραλτάρ και σκορπίζοντας κύματα ενθουσιασμού στο αραβικό στρατόπεδο κατάφερε να νικήσει τους Καστιλλιάνους το 1086 στη μάχη του Σαγκράθας. Η αντεπίθεση των μουσουλμάνων ήταν τόσον ορμητική, ώστε τα αραβικά στρατεύματα μέχρι το 1091 είχαν αναπτυχθεί ως την πόλη της Βαλένθια, στην ανατολικήν Ισπανία, η οποία έκτοτε απετέλεσε το επίκεντρον ακαταπαύστων συγκρούσεων μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων
Ανάμεσα στους πολλούς ισχυρούς περιφερειακούς άρχοντες της Καστίλλης διασημότερος υπήρξεν ο βησιγοτθικής καταγωγής Ροντρίγκο (Ρόντεριχ) Ντιάζ ντε Βιβάρ ο επονομαζόμενος στην αραβική γλώσσα «Ελ Σιντ», δηλαδή ο άρχων. Εκτός από τους υπέροχους μύθους περί του θεόπνευστου ιδεαλισμού του και των διαβόητων κατορθωμάτων του ο Σιντ ήταν ένας ατρόμητος και επιθετικός «κοντοτιέρος», ένας μεσαιωνικός μισθοφόρος πολεμιστής-τέκνο της συγκεκριμένης εποχής. Παρέχων τις υπηρεσίες του σε χριστιανούς και μουσουλμάνους ηγεμόνες, πολεμούσε κυρίως για προσωπικόν του όφελος, με επιστέγασμα αυτής της δράσεώς του την επιτυχή κατάληψη της πόλεως Βαλένθια το 1094.
Η ανθηρή πόλη Βαλένθια αποτελούσε απώτερον στόχο των αραγωνικών στρατευμάτων από το 1086 μέχρι το 1089, οπότε την επολιόρκησαν συστηματικά εμποδιζόμενοι κυρίως από τις δυνάμεις του Σιντ. Αντίστοιχα ο βασιλεύς της Καστίλλης Αλφόνσος επεχείρησε να καταλάβει την πόλη αρχικώς με ναυτικόν αποκλεισμό, με την συνδρομή συμμαχικού ιταλικού στόλου. Ο ανεξάρτητος Σιντ επετέθη κατά του Αλφόνσου και εμποδίζων την απόπειρα θαλασσίου αποκλεισμού εκατάφερε να μείνει ο μοναδικός ισχυρός διεκδικητής, πολιορκητής και κατακτητής της Βαλένθια.
Πριν από τον θάνατό του, το 1099, ο Σιντ εκυρίευσε μια σειρά από κάστρα και πόλεις της ανατολικής Ισπανίας αυξάνων την προσωπική του περιφερειακή δύναμη, καθώς κατόρθωνε με ιδιαιτέραν επιτυχία να αλλάζει διαρκώς συμμάχους και στρατόπεδα. Η απώλεια της ηγετικής αυτής φυσιογνωμίας είχεν ως αποτέλεσμα την ανακατάληψη της Βαλένθια από τις ενισχυμένες μαυριτανικές δυνάμεις του Γιουσούφ το 1102. Τέσσερα χρόνια αργότερον ο Γιουσούφ απεβίωσε έχων κατορθώσει να αναστείλει την επέκταση των χριστιανικών βασιλείων νοτίως του ποταμού Τάγου, ο οποίος απετέλεσε πλέον το νέο φυσικό σύνορο μεταξύ του χριστιανικού Βορρά και του μουσουλμανικού Νότου, κατά μήκος της κεντρικής Ισπανίας.
Ο καινούργιος κύκλος συρράξεων εξεδηλώθη κυρίως βορειοανατολικώς, στην κοιλάδα του ποταμού Εβρου, η οποία απετέλεσεν πεδίον συγκρούσεων για αρκετά χρόνια. Νέος στόχος των χριστιανικών δυνάμεων ήταν πλέον η ισχυρά πόλη της Σαραγόσας, η επιχείρηση ανακτήσεως της οποίας το 1118 εξελίχθηκε σε διεθνή σταυροφορία. Μεγάλος αριθμός ιπποτών από την νότιον Γαλλία συμμετείχε στην πολιορκία της πόλεως, μεταλαμπαδεύων στους Ισπανούς συμμάχους την εμπειρία, το θρησκευτικόν μένος κατά των «απίστων» και ις πολύτιμες γνώσεις που απέκτησαν από τις συγκρούσεις τους με μουσουλμανικούς στρατούς στην Παλαιστίνη. Ενας βετεράνος της πολιορκίας της Ιερουσαλήμ, ο Γκαστόν ντε Μπέρν διορίσθηκε υπεύθυνος για την κατασκευήν πολιορκητικών μηχανών και πυροβολικού. Ως ανταμοιβή ο βασιλεύς της Αραγωνίας Αλφόνσος Α’ ο επονομαζόμενος Μαχητής, του παρεχώρησε την πόλη όταν οι Ισπανοί σταυροφόροι την εκυρίευσαν. Η γενοκτονική αιματοχυσία που επηκολούθησε ήταν αναμενομένη για τέτοιου είδους πολιορκίες, ιδιαιτέρως στο πλαίσιον ενός «ιερού» θρησκευτικού πολέμου διεξαγομένου και από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις.
Ο νικητής αραγωνικός στρατός συνεχίζων την θυελλώδη προέλασή του κατέκτησεν τις πόλεις Τουδέλα και Ταραζόνα το έτος 1119, ενώ το επόμενον έτος ήταν η σειρά της Καλαταγιούδ να υποκύψει στη σταυροφορικήν πολεμική μηχανή. Η απρόσμενη ήττα των χριστιανών το 1134 στην πόλη Φράγα και ο θάνατος του Αλφόνσου εκλόνισαν το ηθικό της χριστιανικής παρατάξεως, η οποία ουσιαστικώς έμενε «ακέφαλη». Ο κόμης της Βαρκελώνης Ραμόν Μπερενγκέρ Δ΄ δεν έχασε τη μεγάλη ευκαιρία που του παρουσιάσθηκε και αναλαμβάνων την γενική διοίκηση των ισπανικών στρατευμάτων εσυνέχισε με επιτυχίαν την επιχείρηση απελευθερώσεως των πόλεων Τορτόζα (το 1148) και Λερίντα (το 1149). Λόγω της σημαντικής συμβολής τους στην πολιορκία της Τορτόζα ο Μπερενγκέρ εδώρισε στους Ιωαννίτες ιππότες το προκεχωρημένο κάστρο της Αμπόστα.
Συμφώνως προς τους κανόνες της εποχής σε κάθε νέα περιοχή που κατακτούσαν οι χριστιανικοί στρατοί εδημιουργούσαν νέες πόλεις και επισκοπές. Από τον 11ον αιώνα οι Καστιλλιάνοι άρχοντες και η καθολική εκκλησία ανέθεταν την προστασία των συνοριακών γραμμών σε ιπποτικά τάγματα ή σε υποτελείς τοπάρχες – «βασσάλους», που αναλόγως προς την φήμη, την κοινωνικήν θέση, τον εξοπλισμόν και την πολεμική δράση τους επεχορηγούντο με αντίστοιχα κονδύλια για τις επιχειρήσεις τους κατά των «απίστων». Με την πάροδον του χρόνου εύπορες ομάδες πολεμιστών που δεν ετύγχαναν ευγενικής καταγωγής ανελάμβαναν την προάσπιση εδαφών με αντάλλαγμα την φορολογικήν απαλλαγή τους έναντι του επικυριάρχου τους.

Στα μέσα του 12ου αιώνα η στρατιωτικώς εξασθενημένη δυναστεία των Αλμοραβιδών αντεκαταστάθη από μια ισχυρότερη αφρικανική δυναστεία, τους Αλμοχαβίδες. Οι σκληροτράχηλοι και φιλοπόλεμοι Αλμοχαβίδες (με τα χαρακτηριστικά ξυρισμένα κρανία) διέσχισαν εκ νέου τα στενά του Γιβραλτάρ και κατέλαβαν τη Σεβίλλη το 1147. Τον ίδιο χρόνο οι ενωμένες σταυροφορικές δυνάμεις Αγγλων, Φλαμανδών και Γερμανών αποβιβάστηκαν στην περιοχή της Λισσαβώνας και μετά από μια ιστορική πολιορκία ελευθέρωσαν το σπουδαίο αυτό λιμάνι του Ατλαντικού. Για τα επόμενα πενήντα χρόνια είχε επιτευχθεί στρατιωτική ισορροπία μεταξύ των δύο στρατοπέδων.
Οι χριστιανοί βασιλείς αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο που διέτρεχαν από τους νέους εισθολείς άλλαξαν πολιτική και στρατηγική, ευνοώντας την ύπαρξη και την ανάπτυξη μικρότερων αραβικών ηγεμονιών ανάμεσα στα εδάφη τους και στο βασίλειο των ισχυρών Αλμοχαβιδών. Στο πλαίσιο αυτής της «νέας τάξης πραγμάτων» αναδείχθηκαν ανεξάρτητοι ηγεμόνες της μουσουλμανικής Ανδαλουσίας όπως ο Ιμπντ Μαρντανίς, ο επονομαζόμενος «βασιλιάς Λύκος». Αν και μουσουλμανικής καταγωγής, ο Μαρντανίς έτρεφε μεγάλο μίσος κατά των Αλμοχαβιδών. Χρησιμοποιώντας χριστιανικά στρατεύματα και τακτικές εγκατέστησε την εξουσία του στη Σαραγόσα και στη Μούρθια, πολεμώντας με πάθος τους Βερβέρους. Το 1172, οπότε απεβίωσε εγκαταλελειμμένος από τους χριστιανούς συμμάχους του, ο Μαρντανίς είχε κατορθώσει να ισχυροποιήσει τη θέση του στην κεντρική Ισπανία υπό την ανοχή των χριστιανών του Βορρά.
Το 1190 οι νέες επιδρομές των καστιλλιανικών στρατευμάτων σε αραβικά εδάφη, κατά παράβαση των διμερών συμφωνιών ειρήνης, ώθησαν τον χαλίφη Αλ-Μανσούρ να μεταφέρει ένα ισχυρό εκστρατευτικόν σώμα από την Αφρική στην Κόρδοβα. Ταυτοχρόνως οι χριστιανικές δυνάμεις υπό τον Αλφόνσο Η’ της Καστίλλης συγκεντρώνονταν στο Τολέδο με αντικειμενικό σκοπό να προωθηθούν νοτίως κατά των αραβικών θέσεων. Το θέρος του ιδίου έτους η εμπροσθοφυλακή των Καστιλλιανών συνετρίβη κατά τη μάχη της Σαλβατιέρα, ενώ με μια σειρά διαδοχικών επιτυχών τακτικών ελιγμών ο αραβικός στρατός υπερκέρασε τις χριστιανικές δυνάμεις και τελικά τις κατατρόπωσε το 1195 στη μάχη της Αλάρκος. Χιλιάδες Καστιλλιάνοι και μέλη του ιπποτικού τάγματος της Καλατράβα εσκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίσθηκαν
Η καταστροφή των χριστιανικών δυνάμεων είχεν ως αποτέλεσμα την απώλεια των οχυρών θέσεων του τάγματος της Καλατράβα και πληθώρας περιφερειακών φρουρίων. Ο Αλφόνσος ταπεινωμένος εσυνθηκολόγησε με τους μουσουλμάνους, όμως ο μεγάλος μάγιστρος των ιπποτών της Καλατράβα (αγνοών επιδεικτικώς την συνθήκην ειρήνης και θέλων να εκδικηθεί την δεινήν ήττα τους) κατέλαβε το 1196 το προκεχωρημένο κάστρο της Σαλβατιέρα και εγκατέστησεν εκεί την νέα βάση τους, δημιουργών ένα σημαντικό ρήγμα και μια μόνιμη απειλή στα μετόπισθεν των Αράβων. Αν και σε δεινή θέση οι τολμηροί υπερασπιστές του φρουρίου, μετονομασμένοι πλέον σε ιππότες του τάγματος της Σαλβατιέρα, άντεξαν με πείσμα την αραβική πίεση. Στα βορειοανατολικά η αντεπίθεση των αραγωνικών στρατευμάτων στην κοιλάδα του Εθρου, υπό την ηγεσία του Πέτρου Β’ της Αραγωνίας, ανάγκασε τους Αλμοχαθίδες να ανασυγκροτηθούν μειώνοντας τη σφοδρότητα και τη συχνότητα των επιθέσεών τους κατά των ιπποτών.
Το 1210 η εκεχειρία μεταξύ Καστίλλης και μουσουλμάνων έλαβεν τέλος. Εναν χρόνο αργότερον ο Αλφόνσος επανέλαβεν τις επιθέσεις του. Ο χαλίφης Αλ Ναζίρ αντέδρασεν αστραπιαίως συγκεντρώσας στην Κόρδοβα ένα νέο εκστρατευτικό σώμα που προώθησεν γοργά προς την περιοχή της Σαλβατιέρα. Οι ιππότες δεν ημπόρεσαν να αναχαιτίσουν τις υπέρτερες αραβικές δυνάμεις και περιορίστηκαν στην ασφάλεια των τειχών τους ελπίζοντες ότι οι χριστιανικές ενισχύσεις θα κατέφθαναν σύντομα. Η επάρκεια σε τρόφιμα και τα ισχυρά τείχη εστήριζαν το ηθικόν των πολιορκουμένων, οι οποίοι αν και εδέχοντο σφοδρά πίεση κατόρθωσαν να αντέξουν αρκετούς μήνες, μέχρι που το περιβόητο οχυρό εκυριεύθη τον Σεπτέμβριο του 1211. Η πτώση της Σαλβατιέρα είχε συμβολικόν χαρακτήρα για τον χριστιανικόν αγώνα, όμως ουσιαστικώς έδωσε την ευκαίριαν μεθοδικής αναδιοργανώσεως στους χριστιανούς.
Η ΑΝΑΚΑΤΑΚΤΗΣΗ (1212-1492)
Η πτώση της αλμοχαβιδικής δυναστείας σηματοδότησε την έναρξη εμφύλιων συγκρούσεων μεταξύ των μουσουλμανικών ηγεμονιών και την ανάδειξη νέων περιφερειακών ανδαλουσιανών δυνάμεων. Οι νικηφόροι χριστιανικοί στρατοί μη συναντώντας αξιόλογη και συντονισμένη αντίσταση προέλαυ- ναν ανενόχλητοι στην καρδιά της μουσουλμανικής Ανδαλουσίας, η οποία παρουσίαζε εικόνα ερήμωσης και φτώχειας. Μοναδικές εστίες αντίστασης ήταν πλέον μεμονωμένες φρουρές, που αποκλεισμένες σε ανίσχυρα κάστρα παραδίδονταν μετά από σύντομες διαπραγματεύσεις στους χριστιανούς βασιλείς. Μέχρι το 1324 τα ισπανικά στρατεύματα είχαν καταλάβει την ξακουστή Σεβίλλη, τη Σικελία, τη Σαρδηνία, τις Κανάριες νήσους και τη Μαγιόρκα.
Μέσα στη γενική αναταραχή μόνον το βασίλειον της Γρανάδας στη νοτιοανατολική Ιβηρική παρέμενε ισχυρό και παρουσιαζόταν ως η τελευταία εστία αντίστασης και μοναδική ασφαλής περιοχή για τους εναπομείναντες αραβικούς πληθυσμούς της Ισπανίας. Σύντομα εκεί κατέφυγαν η αραβική αριστοκρατία, γεγονός που οδήγησεν τούς βασιλείς της Ισπανίας, στα ιπποτικά τάγματα και σε μια πληθώρα δυτικών σταυροφορικών στρατευμάτων, ώστε εν τέλει να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους στο Τολέδο ανενόχλητες, υπό τις ευλογίες του πάπα Ιννοκέντιου Γ’.
Στις 20 Ιουνίου 1212 οι σταυροφόροι, υπερβαίνοντες τις προσωπικές διαμάχες τους, αναχαίτισαν τις αραβικές δυνάμεις σε διαδοχικές συγκρούσεις στη Μαλαγάνα και στην Καλατράβα. Σε αυτό το κρίσιμο σημείον οι Γάλλοι σταυροφόροι απεσύρθηκαν από την κοινή εκστρατεία ισχυριζόμενοι πως τα λάφυρα που τους διενεμήθησαν ήσαν ελάχιστα σε σχέση με αυτά που τους αναλογούσαν. Η διασπαστική κίνηση των Γάλλων δεν εμείωσεν την επιθετικήν ορμή των χριστιανών, οι οποίοι τελικώς συνήντησαν τον κύριον όγκον του στρατού των Βερβέρων στις 13 Ιουλίου στη θέση Λας Νάβας ντε Τολόθα. Η σύγκρουση που επηκολούθησε έμεινε ιστορική για τη σφοδρότητά της. Οι μουσουλμανικές δυνάμεις ηττήθησαν κατά κράτος και έκτοτε ο «ιερός» αγών των Αράβων στην Ιβηρικήν έλαβε καθαρώς αμυντικόν χαρακτήρα, ενώ η δυναστεία των Αλμοχαβιδών κατέρρευσεν ολοκληρωτικώς.
Πολυάριθμοι ένθερμοι μουσουλμάνοι πολεμιστές, φανατικοί οπαδοί του Ισλάμ και εξισλαμισμένοι Ισπανοί αγρότες, ήσαν όλοι έτοιμοι να συνεχίσουν τον ιερό πόλεμο. Η πυκνοκατοικημένη και ορεινή περιοχή της Γρανάδας έφθασε να αριθμεί τον 15ον αιώνα ένα εκατομμύριο κατοίκους, που ημπορούσαν να παρέχουν στα αραβικά στρατεύματα πλεόνασμα ικανών και μαχίμων ανδρών. Εφαρμόζοντες αμυντικνή τακτική και στηριζόμενοι σε ένα σύμπλεγμα φρουρίων σε όλη την επικράτεια, οι εμίρηδες της Γρανάδας κατόρθωσαν να αποτρέψουν τις ασυντόνιστες χριστιανικές απόπειρες εισβολής.
Στην βόρειον Αφρική το 1250 η νεοϊδρυθείσα μαροκινή δυναστεία των Βερβέρων Μαρινιδών απετέλεσεν τον φυσικνό διάδοχο των Αλμοχαβιδών, τους οποίους εξόντωσε μέχρι το 1269. Οι Μαρινίδες εκμεταλλευόμενοι το στρατηγικής σημασίας λιμάνι της Θέουτα, απέναντι από το Γιβραλτάρ, εστήριξαν την Γρανάδα ως το 1340 ενισχύοντες το θησαυροφυλάκιόν της με μεγάλες ποσότητες χρυσού και μεταφέροντες με τα πλοία τους άφθονο έμψυχο υλικό για την επάνδρωση του στρατού της. Οταν η Θέουτα κατελήφθη από τους Πορτογάλους, το 1415, η αφρικανική ενίσχυση για τους Μαυριτανούς τερματίστηκε.
Το 1340 ο σουλτάνος του Μαρόκου Αμπούλ Χασάν εκστράτευσε εναντίον των Ισπανών επικεφαλής 200 πολεμικών πλοίων και αφού συνέτριψε τον καστιλλιανικό στόλο στα ανοικτά του Γιβραλτάρ, απεβίβασεν τον στρατόν του στην πόλη Αλγκεκίρας στη νότια Ισπανία. Τα ισχυρά μαροκινά στρατεύματα ενισχυμένα από τον βασιλέα Γιουσούφ Α’ της Γρανάδας συνέθεταν μια επιβλητική δύναμη, ο πρώτος στόχος της οποίας ήταν η πολιορκία της πόλης Ταρίφα. Απέναντι στους σχεδόν τετραπλάσιους Βερβέρους ο Αλφόνσος ΙΑ’ της Καστίλλης κατόρθωσε με επίπονες προσπάθειες να αντιτάξει 12.000 πεζούς και 8.000 ιππείς, ενώ προς βοήθειά του προσέτρεξαν 1.000 ιππότες από την Πορτογαλία υπό τον βασιλέα Αλφόνσο Δ’, καθώς και αποσπάσματα από τα τρία σημαντικότερα ιπποτικά τάγματα (της Αλκαντάρα, της Καλατράβα και του Σαντιάγκο). Η συμμαχική στρατιά παρετάχθη κατά μήκος της όχθης του ποταμού Σαλάντο, με τους Καστιλλιάνους απέναντι στους Βερβέρους και τους Πορτογάλους αντίκρυ στους Γρεναδίνους.

Η σύγκρουση που ηκολούθησε χαρακτηρίσθηκε από ιδιαίτερη σφοδρότητα, καθώς όλοι εγνώριζαν πως από το αποτέλεσμά της θα εκρίνετο η έκβαση του μακροχρόνιου πολέμου. Στο αποκορύφωμα της συμπλοκής η φρουρά της πολιορκουμένης πόλεως με μιαν αιφνιδιαστική και προσχεδιασμένη έξοδο έπληξε την αφύλακτο και ανυπεράσπιστη πλευρά της μουσουλμανικής παράταξης, προκαλούσε τρομερά σύγχυση στις γραμμές των Βερβέρων. Η απρόσμενη επίθεση έκαμψε το ηθικό των τελευταίων χαρίζοντας στους Καστιλλιάνους μια περίλαμπρη και ανέλπιστη νίκη. Η μανία των Ισπανών ήταν τέτοια ώστε κατά τη διάρκεια της καταδίωξης των υποχωρούντων Βερβέρων χιλιάδες από αυτούς σφαγιάσθηκαν και ελάχιστοι αιχμάλωτοι επέζησαν. Η Γρανάδα έμεινε πλέον αβοήθητη, καθώς η αφρικανική δυναστεία των Μαρινιδών δεν ημπόρεσε ποτέ πάλιν να φανεί απειλητική για την Ιβηρική.
Η αυλαία του δράματος θα έπεφτε έναν αιώνα αργότερα στην καρδία του απομονωμένου βασιλείου της Γρανάδας. Το 1479 τα ενοποιημένα βασίλεια της Καστίλλης και της Αραγωνίας αναζητούσαν μιαν ηθικήν αφορμή για να εισβάλουν στην αραβοκρατούμενη Γρανάδα. Η κατάληψη της στρατηγικής σημασίας πόλεως της Αλχάμα από τον μαρκήσιο του Κάδιξ Ροντρίγκο Πονσέ της Λεόν, προεκάλεσε την βίαιη αντίδραση του εμίρη της Γρανάδας Αμπού Χασάν, ο οποίος έσπευσε να «τιμωρήσει τον θρασύτατον εισβολέα».
Ο «κύβος είχε ριφθεί» και το νεοπαγές βασιλικό ζεύγος Φερδινάνδου-Ισαβέλλας με την ευλογία του πάπα Σίξτου Δ’ οργάνωσε μια γιγαντιαία σταυροφορική εκστρατεία για να τιμωρήσει τον Χασάν. Συγκεντρώνοντας ένα στράτευμα αποτελούμενο από ιππότες, πυροβολικό, μηχανικούς ειδικευμένους σε πολιορκίες πόλεων, οπλουργούς, επαγγελματίες μισθοφόρους, Ελβετούς και Γερμανούς σαρισσοφόρους, Γάλλους και Αγγλους τυχοδιώκτες και εθελοντές ο ισπανικός στρατός άρχισε τις απαραίτητες προετοιμασίες. Ο ρόλος της Ισαβέλλας στην οργάνωση και στον συντονισμόν του νέου στρατεύματος ήταν καθοριστικός. Επιβλέπουσα προσωπικώς τις προετοιμασίες των στρατιωτών η βασίλισσα εισήγαγε πρωτοποριακές μεθόδους για την εποχήν της, συμβάλλουσα στην δημιουργία ενός νέου ιατρικού σώματος το οποίο ακολουθούσε κατά πόδας το στράτευμα στα πολεμικά πεδία. Επίσης διέταξε την συγκρότηση ενός ειδικού αποσπάσματος αγγελιοφόρων που θα εξησφάλιζε την απρόσκοπτον ροή μηνυμάτων κατά τη διάρκειαν των επιχειρήσεων.
Ο ισπανικός στρατός που συγκεντρώθηκε στην Κόρδοβα από την ξηρά, σε συνδυασμόν με τη δράση του κασπλλιάνικου στόλου που εμπόδιζε τον ανεφοδιασμόν των Μαυριτανών από τις αφρικανικές ακτές, κατάφεραν (δύσκολα αλλά προοδευτικά) να κάμψουν τελικώς την θαρραλέαν αντίσταση των Γρεναδίνων μαχητών. Οσες πόλεις και κάστρα συνθηκολογούσαν με τον στρατό του Φερδινάνδου κατόρθωναν να παραμείνουν ανέπαφα, ενώ όσα αντεστέκοντο μετετρέποντο σε χαλάσματα και σι κάτοικοί τους εξανδραποδίζοντο. Το 1487 η Μάλαγα υπέκυπτε στον σταυροφορικό χείμαρρο και στις 2 Ιανουάριου 1492 η χιλιοτραγουδισμένη Γρανάδα παρεδίδετο ταπεινωμένη στους Ισπανούς βασιλείς Φερδινάνδο και Ισαβέλλα. «Κλάψε σαν γυναίκα για ό,τι δεν ημπόρεσες να υπερασπισθείς ως άνδρας», φέρεται πως είπε στον γιο της τον Μποαμπντίλ η φημισμένη Φατιμά, μητέρα του τελευταίου μουσουλμάνου ηγεμόνος της Γρανάδας, καθώς αυτός αποχωρούσε ηττημένος από την πόλη του.
Το δάκρυ του Ισλάμ για τα χαμένα εδάφη εσηματοδότησε την ανατολή της νέας ευρωπαϊκής υπερδυνάμεως, του ενιαίου καθολικού κράτους της Ισπανίας, το οποίον αντακατέστησε τις ανταγωνιστικές Καστίλλη και Αραγωνία. Το ίδιον έτος τα ισπανικά στρατεύματα θα κατακτούσαν στο όνομα του βασιλέως Φερδινάνδου και τον «Νέον Κόσμο», την μακρινήν αμερικανικήν ήπειρο, ανοίγοντα μια νέα σελίδα στην ευρωπαϊκή και στην παγκόσμιον ιστορία της Λευκής Φυλής.
