Ιταλο-τουρκικός Πόλεμος του 1911

Η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην  Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Ιταλοτουρκικός πόλεμος πόλεμος του 1911, γνωστός ως Λιβυκός Πόλεμος (Guerra di Libia) στην Ιταλία και ως Πόλεμος της Τριπολίτιδας (Trablusgarp Savaşı) στην Τουρκία, που θα διαρκέσει ένα χρόνο και είκοσι μέρες, είχε σαν αιτία υου την ιταλική βούληση για αποικιακή εξάπλωση στη βόρειο Αφρική. Με το μεγαλύτερο μέρος της μαύρης ηπείρου να έχει μοιραστεί ήδη μεταξύ των παλαιών αποικιακών δυνάμεων από τον 18ο αιώνα, η νεαρή Ιταλία προσπάθησε από το 1880 να θέσει πόδι στην αντίπερα αφρικανική ακτή, σε ορισμένες φτωχότερες επικράτειες της, χωρίς όμως σημαντική επιτυχία.

Για την Ιταλία η απόκτηση αποικιών ήταν κρίσιμο ζήτημα πολιτικής ωρίμανσης και συνάμα οικονομικής ανάπτυξης. Έχοντας κατορθώσει την πολιτική της διεύρυνση και εθνική κρατική ολοκλήρωση πολύ πρόσφατα, (το 1870), η χώρα πιεζόταν από πολιτικές δυνάμεις στο εσωτερικό να καταλάβει μία θέση μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης, με την απόκτηση αποικιών. Αυτές θα εξασφάλιζαν στη χώρα μια σταθερή πηγή επαρκών πρώτων υλών και σπανίων προϊόντων και χώρο για την απασχόληση του αυξανόμενου πληθυσμού της

Η πρόσφορη επεκτατική «Ιδέα» της Τριπολίτιδας.

Γεωστρατηγικά, η κυριαρχία στην περιοχή της Τριπολίτιδας [παραλιακή περιοχή της σημερινής Λιβύης (το 1934 οι Ιταλοί μετονόμασαν την Τριπολίτιδα και Κυρηναϊκή σε Λιβύη, λέξη την οποία χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες  για να περιγράψουν την περιοχή) και της Κυρηναϊκής φαινόταν ιδιαίτερα προσιτή και κατάλληλη για τον εκεί έλεγχο του περάσματος της Μεσογείου, ενώ υποστηριζόταν θερμά από τους εθνικιστικούς κύκλους εντός της Ιταλίας. Το μόνο που αναχαίτιζε αυτές τις προθέσεις ήταν η πολιτική δέσμευση της Ιταλίας και των άλλων Δυνάμεων στην υπεράσπιση της ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Όμως, το 1902, η Γαλλία και η Βρετανία είχαν ήδη εκχωρήσει  με μυστικές συμφωνίες το «ελεύθερο» στην Ιταλία να προχωρήσει σε διείσδυση και δυνητικά απόσπαση αφρικανικών οθωμανικών επαρχιών, παραμερίζοντας τις δικές τους διεκδικήσεις. Αιτία ήταν πως η Ιταλία είχε ενταχθεί στην «Τριπλή Συμμαχία» με τη Γερμανία και την Αυστρο-Ουγγαρία, οπότε με τον ανταγωνισμό των δυνάμεων αυτών με τους Αγγλο-Γάλλους να κορυφώνεται, το Παρίσι και το Λονδίνο ήθελαν να αποσπάσουν τη Ρώμη από τον θερμό «τευτονικό εναγκαλισμό». Παρόλα αυτά, η ιταλική κυβέρνηση εξακολούθησε να απορρίπτει προτροπές της αντιπολίτευσης και του Τύπου για εκστρατευτικές περιπέτειες.

Τελικά, την 29η Σεπτεμβρίου 1911, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας με πρόσχημα την προστασία του εμπορίου της στην Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή Η πραγματική αιτία του πολέμου αφορούσε στην οικειοποίηση της τελευταίας επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Βόρειο Αφρική. Οι θιασώτες της αποικιακής επεκτάσεως της Ιταλίας την εποφθαλμιούσαν επί αρκετό καιρό, πιστεύοντας πως η κατάληψή της από στρατιωτικής απόψεως θα ήταν ένα εύκολο επιχείρημα. Από τις αρχές του 19ου αιώνος είχε καταστεί ολοφάνερη η αδυναμία των Σουλτάνων να σταματήσουν την παρακμή του άλλοτε κραταιού βασιλείου τους. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιλαμβανόμενες την εξαιρετική λεία, επέπεσαν ως αρπακτικά σε τραυματισμένο θήραμα. Από το 1878 κατά το Συνέδριο του Βερολίνου, είχαν αρχίσει οι συνεννοήσεις για την «μοιρασιά».

Το Ηνωμένο Βασίλειο που κηδεμόνευε την Αίγυπτο και η Γαλλία που κατέλαβε την Τυνησία και την Αλγερία, θεώρησαν «εύλογες» τις ιταλικές διεκδικήσεις για την Λιβύη. Η Γερμανία, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία, παρότι δεν επιθυμούσαν τον γρήγορο διαμελισμό της Τουρκίας, «ανεχθήκαν» για λόγους ισορροπιών ισχύος την τολμηρή ιταλική ενέργεια. Η ανάδειξη του Βασιλείου της Ιταλίας σε πραγματική δύναμη στην Ευρώπη, περνούσε από την απόκτηση κτήσεων όχι μόνο στις Αφρικανικές ακτές της Μεσογείου, αλλά και γενικότερα σε ολόκληρη την «Μαύρη Ήπειρο» (Ερυθραία, Σομαλία, Αιθιοπία). Το σημαντικό κίνητρο για αυτό το πόλεμο αφορούσε την «Στρατηγική Ασφάλεια της Ιταλίας στην Μεσόγειο», άμεση απόρροια της γεωγραφικής της θέσεως σύμφωνα με τις γεωπολιτικές αντιλήψεις της εποχής.

Η αποβατική εισβολή

Η Κρίση του Αγκαντίρ την Άνοιξη του 1911, μια τοπική εξέγερση στο Μαρόκο που έφερε τις Μεγάλες Δυνάμεις σε αντιπαράθεση και λίγο έλειψε να τις οδήγησει σε ανοιχτή σύγκρουση, υπήρξε κυριολεκτικά καταλυτική στην αλλαγή της ιταλικής στάσης. Η κρίση αυτή, που κατέληξε στην ανακήρυξη του Μαρόκου σε γαλλικό προτεκτοράτο, έπεισε την διστακτική και ορθολογική Ιταλία πως ο χρόνος για τον διαμοιρασμό των αφρικανικών κτήσεων μεταξύ των Ευρωπαίων τελείωνε οριστικά. Παρά το γεγονός ότι ο ιταλικός στρατός δεν ήταν απόλυτα έτοιμος να αναλάβει εκστρατείες τέτοιας κλίμακας, ο ιταλικός στόλος εμφανίστηκε στις 28 Σεπτεμβρίου έξω από το λιμάνι της Τρίπολης παρουσιάζοντας τελεσίγραφο στην Οθωμανική κυβέρνηση, η οποία τρομαγμένη προσπάθησε να εκχωρήσει αρχικά μια μορφή κυριαρχίας στην Ιταλία αποφεύγοντας την ένοπλη σύγκρουση.

Η «Λιβυική Επιχείρηση», όπως ονομάστηκε αυτή η αναμέτρηση από τους Ιταλούς, έδωσε το έναυσμα για οπερέτες, τραγούδια και επιθεωρήσεις, καθώς ήταν μια νίκη που το νεαρό βασίλειο ανέμενε επί μακρόν, μετά την ταπείνωση που υπέστη στην Αντόβα της Αιθιοπίας το 1896.

Η Ιταλία υπερέχοντας συντριπτικά της Τουρκίας σε πολεμικά πλοία, σε πρώτη φάση αποβίβασε 20.000 στρατιώτες και κατέλαβε τις παραλιακές πόλεις Τρίπολη, Βεγγάζη, Ντέρνα και Τομπρούκ, αφού ο στόλος της κονιορτοποίησε τα παρωχημένα και τρωτά παράκτια τουρκικά φρούρια, που ανάγονταν σε άλλες εποχές. Οι τουρκικές δυνάμεις υποχώρησαν στην ενδοχώρα, χωρίς όμως να παραδοθούν. Η κατοχή των παραλίων ήταν απλή υπόθεση για τους μαχητικούς Ιταλούς, αλλά η εκστρατεία περιπλέχτηκε σοβαρά με την προέλαση στην ενδοχώρα.  

Από κακή εκτίμηση και άστοχους χειρισμούς οι Ιταλοί απέτυχαν να πείσουν τις σκληροτράχηλες πολεμικές αραβικές φυλές να συμμαχήσουν μαζί τους. Οι Τούρκοι αν και δεν ήταν αγαπητοί ως επικυρίαρχοι, χειριζόμενοι του ντόπιους ως «αδελφούς στο Ισλάμ» κατόρθωσαν να εμπνεύσουν αίσθημα αντίστασης και να πυκνώσουν τις τάξεις τους, οπλίζοντας πολεμιστές από τοπικές φυλές σε μια σύγκρουση φθοράς που έφερε τους Ιταλούς σε πολύ δυσκολη θέση.

Οι μεικτές αραβοτουρκικές δυνάμεις που ανέρχονταν σε 40.000 άνδρες νίκησαν κατ’ επανάληψη τις δυνάμεις του ιταλικού εκστρατευτικού σώματος, το οποίο ενισχύθηκε προοδευτικά με άλλους 100.000 άνδρες. Ο τότε Λοχαγός Μουσταφά Κεμάλ, μετέπειτα «Ατατούρκ» (Πατέρας των Τούρκων), διακρίθηκε στις επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών. Επίσης, για πρώτη φορά παγκοσμίως οι Ιταλοί πραγματοποίησαν αναγνώριση και βομβαρδισμό με αεροσκάφος, το οποίο στην συνέχεια κατέρριψαν οι Τούρκοι.

Η Ανταποδοτική Κατάληψη των Δωδεκανήσων

Η παράταση του πολέμου και η άρνηση της Τουρκίας να συνθηκολογήσει, ανάγκασαν την Ιταλία να μεταφέρει τον πόλεμο σε άλλα μέτωπα. Το ιταλικό ναυτικό εισήλθε στα στενά των Δαρδανελίων κανονιοβολώντας σφοδρά τα τουρκικά οχυρά, ενώ ο ιταλικός στρατός κατέλαβε τα Δωδεκάνησα, υπό τους ξέφρενους πανηγυρισμούς των Ελλήνων κατοίκων τους. Η Ιταλία καθησύχασε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις ότι πρόκειται για προσωρινή ενέργεια, προκειμένου να πιέσει την Τουρκία για την υπογραφή συνθήκης ειρήνης.

Οι Διαπραγματεύσεις της Ειρήνης

Η νέα κατάσταση σε συνδυασμό με τις ιταλικές νίκες στην Ντέρνα και το Σίντι Μπιλάλ, αλλά κυρίως η έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου την 5η Οκτ. 1912, άλλαξαν τα δεδομένα υπέρ των Ιταλών. Η Τουρκία εκείνη την εποχή είχε συνειδητοποιήσει, ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει το πόλεμο, αλλά δεν ήταν έτοιμη να αποδεχθεί την ιταλική κυριαρχία. Η «Υψηλή Πύλη» προσήλθε για την διαπραγμάτευση της ειρήνης στην Λωζάννη, με στόχο να παραμείνει η Λιβύη υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου.

[Ο όρος «Υψηλή Πύλη» αρχικά σήμαινε την πύλη σκηνής του Σουλτάνου, η οποία ήταν η μεγαλύτερη απ΄ όλες τις άλλες. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως ονομάστηκε έτσι το Σουλτανικό Ανάκτορο. Αργότερα η Υψηλή Πύλη περιορίστηκε μόνο για το τμήμα εκείνο του Ανακτόρου, όπου στέγαζε το γραφείο του Μεγάλου Βεζίρη και των υπηρεσιών του, αναφερόμενο πλέον στην κυβέρνηση του Οθωμανικού κράτους]

Η έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου την 5η Οκτωβρίου 1912 και η απειλή καταλήψεως της Κωνσταντινουπόλεως από τον ορμητικό βουλγαρικό στρατό, την ανάγκασαν να υπογράψει μετά δεκαήμερο συνθήκη, με την οποία αναγνώρισε την ιταλική κατοχή της Λιβύης. Την 15η Οκτ . 1912, η Υψηλή Πύλη υποχρεώθηκε να υπογράψει τη συνθήκη, στο κάστρο του Ουσύ (Ouchy) της Λωζάννης, με την οποία αναγνώρισε την ιταλική κατοχή της Λιβύης. Οι Ιταλοί μέτρησαν 6.000 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι αντίπαλοι τους 24.000.

Η ιταλική κατοχή των Δωδεκανήσων αναγνωρίσθηκε από την Τουρκία με την μετέπειτα συνθήκη της Λωζάννης (23 Ιουλ. 1923).

Η Ελλάς περί του Ιταλοτουρκικού Πολέμου

Ο Ιταλο-τουρκικός πόλεμος επηρέασε βαθύτατα τις εξελίξεις στην χώρα μας και στα Βαλκάνια, επισπεύδοντας την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος επιθυμώντας να επωφεληθεί της συρράξεως, πρότεινε στον Ιταλό πρωθυπουργό Τζιοβάνι Τζιολίτι [1], να αποστείλει 150.000 στρατιώτες στην Θεσσαλία, προκειμένου να επιτεθούν μαζί με τον ελληνικό στρατό εναντίον των τουρκικών δυνάμεων. Ο Τζιολίτι απέκρουσε την τολμηρή πρόταση του Βενιζέλου και του συνέστησε αυτοσυγκράτηση και σύνεση.

 Ο Ιωάννης Μεταξάς, υπασπιστής του Ελευθερίου Βενιζέλου και μετέπειτα Εθνικός Κυβερνήτης, αναφέρει στο ημερολόγιο του ότι, η κατάληψη των Δωδεκανήσων από την Ιταλία ήταν ιδέα του Έλληνα πρωθυπουργού, την οποία μετέφερε στον Ιταλό ομόλογό του. Πρότεινε επιπροσθέτως, μετά το κλείσιμο της ειρήνης, να μην αποδώσουν τα νησιά στην Τουρκία, αλλά να τα κηρύξουν αυτόνομα, υπό την προστασία της Ιταλίας ή της Ευρώπης.

Οι ακόλουθες «Συνθήκες Ειρήνης»

Η πραγματικότητα απέδειξε περίτρανα ότι η Ιταλία, αλλά και οι άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις ενδιαφέρονταν αποκλειστικά για τα συμφέροντα τους. Η είσοδος της Ιταλίας στην «Εγκάρδια Συνεννόηση» (Αντάντ) εναντίον των Κεντρικών δυνάμεων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε αποτέλεσμα των συνθηκών του Λονδίνου (1915) και της μυστικής συμφωνίας του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης (1917). Οι σύμμαχοι συμφώνησαν να δοθεί η Σμύρνη στους Ιταλούς και να αναγνωρίσουν την προσάρτηση των Δωδεκάνησων. Συνεπώς υπήρξε ευτύχημα η μη εμπλοκή της Ελλάδος στον Ιταλο-τουρκικό πόλεμο.

Η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε βοήθησε την σύμπραξη της Ελλάδος με την Σερβία, την Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο. Η συμμαχία αυτή οδήγησε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου από τους Τούρκους και ολοκληρώθηκε με τη νίκη επί της Βουλγαρίας, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Μετά την ανόητη (;) ιταλική επίθεση εναντίον μας το 1940 η επιλογή της Ελλάδος να ταχθεί τελικά με την πλευρά των Συμμάχων κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ως τελικό αποτέλεσμα τα ελληνικότατα Δωδεκάνησα να επανέλθουν στην αγκαλιά  της μητέρας πατρίδος, μετά την υπογραφή της «Συνθήκης των Παρισίων», το 1947.

Συμπεράσματα και Διαπιστώσεις

Μολονότι ο πόλεμος αυτός δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικός, αποτέλεσε προάγγελο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς ευνόησε τον φλογερό εθνικισμό των Βαλκανικών λαών. Οι Βαλκάνιοι βλέποντας πόσο εύκολα οι Ιταλοί νίκησαν την άλλοτε ισχυρή Οθωμανική Αυτοκρατορία, κήρυξαν τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο πριν ακόμα τελειώσει η ιταλοτουρκική σύρραξη.

Η Ανατολική Μεσόγειος από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε περιοχή πολεμικών συγκρούσεων. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα του περιέγραψε την εκστρατεία των ενωμένων Ελλήνων  με σκοπό να αποκτήσουν τον έλεγχο των στενών των Δαρδανελίων.  

Ο ιστορικός ρεαλισμός έχει καταδείξει ότι παράλληλα με την αύξηση της ισχύος των κρατών, αυξάνεται η επιθυμία για την επέκταση της κυριαρχίας τους. Η δικαιοσύνη είναι ασύμβατη με την ισχύ. Τα κράτη που θέλουν να είναι ισχυρά δεν δύνανται εξ αντικειμένου  να είναι δίκαια.

Η διπλωματία δεν συνιστά μιαν αφελή καλόκαρδη πράξη φιλανθρωπίας. Όταν επικαλούμαστε την βοήθεια άλλου κράτους, πρέπει να έχουμε την ικανότητα να το πείθουμε για το κέρδος που θα αποκομίσει από την υποστήριξη την οποία θα μας παράσχει.

Ο ασφαλέστερος τρόπος υπερασπίσεως της εδαφικής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας επιτυγχάνεται δια της στρατιωτικής ισχύος, η οποία αποτελεί το τελευταίο, αλλά σαφέστατα το πειστικότερο όλων των επιχειρημάτων κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Στέργιος Απρίλης – Σαμαρινιώτης

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο Τζοβάννι Τζολίττι (Giovanni Giolitti, 1842-1928), υπήρξε αρχηγός του Ιταλικού Φιλελευθέρου Κόμματος, και από τους διαπρεπέστερους Ιταλούς πολιτικούς. Διετέλεσε υπουργός Οικονομικών, Εσωτερικών και πέντε φορές Πρωθυπουργός μέσα σε μια δύσκολη εικοσαετία, εξεγέρσεων και απεργιακών κινητοποιήσεων, μέχρι την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Θεωρείται ο μακροβιότερος πρωθυπουργός της Ιταλίας, μετά τον  Μπενίτο Μουσολίνι. Υπήρξε υποστηρικτής του φιλελευθερισμού και σημαντικός κοινωνικός μεταρρυθμιστής. Η εποχή του, η αρχή του 20ου  αιώνα, φέρεται με τ΄ όνομά του “Τζολιττιανή περίοδος” ή “Τζολιττιανή εποχή”, η δε πολιτική του “Τζολιττισμός”.

Please follow and like us: