Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ Μάχη Στάλινγκραντ β’

Η μεγαλύτερη και πλέον καθοριστική σύγκρουση στην ιστορία των παγκοσμίων πολέμων

Μέρος 2

Όσο όμως περνούσε ο καιρός τόσο δυσκολότερη γινόταν η κατάσταση και στα δύο στρατόπεδα : Περί τα μέσα Οκτωβρίου ο ανεφοδιασμός των Σοβιετικών από τον Βόλγα γινόταν υπό τα συνεχή ραγδαία πυρά των γερμανικών όπλων. Μέσα στην πόλη κάθε οικοδομικό τετράγωνο, κάθε σπίτι και δρόμος είχαν μετατραπεί σε οχυρά, ενώ τα γερμανικά άρματά παγιδεύονταν εύκολα μέσα στους στενούς δρόμους. Οι Σοβιετικοί παρατήρησαν ότι το πυροβόλο των γερμανικών αρμάτων είχε περιορισμένη «έγκλιση» : Δεν μπορούσε να βάλλει ούτε πολύ ψηλά, ούτε πολύ χαμηλά, οπότε αυτοί κρύβονταν στα υπόγεια ή στα ψηλότερα πατώματα των κτιρίων, απ’όπου τα «κοκτέιλ Μολότωφ» …. μεγαλουργούσαν ανενόχλητα και οι ελεύθεροι σκοπευτές κτυπούσαν επιλεκτικά τους Γερμανούς αξιωματικούς. Αυτοί οι ελεύθεροι σκοπευτές, μαθητές του περίφημου Ιβάν Μιχαήλοβιτς Σιντορένκο, «θέριζαν» τους αντιπάλους τους. (Πρωταθλητής των Σοβιετικών στον μακάβριο κατάλογο των σκοπευτών – εκτελεστών στο Στάλινγκραντ αναδείχθηκε ο Βασίλι Γκρηγκόριεβιτς Ζάϊτσεφ που σκότωσε επιβεβαιωμένα 225 Γερμανούς).

Τον Νοέμβριο του 1942 το 90% του Στάλινγκραντ ήταν κυριολεκτικά ένας σωρός ερειπίων, υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Τα μόνα κτήρια που απέμεναν όρθια ήσαν κάποια εργοστάσια που τα κρατούσαν οι αμυνόμενοι «με νύχια και δόντια» για τις ανάγκες του ανεφοδιασμού τους. Ο παραλογισμός της ανηλεούς μάχης μέσα στα ερείπια συνεχιζόταν, με τις απώλειες να αυξάνουν δραματικά. Ο Πάουλους εκλιπαρούσε τον Ριχτόφεν για περισσότερη αεροπορική υποστήριξη. «Μα πώς να σας καλύψω αφού πολεμάτε σώμα με σώμα;», του απάντησε εκείνος. «Κάνω ό,τι μπορώ για να σας ενισχύσω, αλλά είστε κολλημένοι στις θέσεις σας. Εχω την εντύπωση ότι χάνω αεροπλάνα και πληρώματα για το τίποτα!».

Ο «αστραπιαίος πόλεμος» είχε χάσει πλέον τα δύο κυριότερα όπλα του στο πεδίο μάχης του Στάλινγκραντ : Τα άρματα μάχης και την αεροπορία. Οι Γερμανοί στρατιώτες ήσαν εξουθενωμένοι από τις φθοροποιές οδομαχίες, καθώς προσπαθούσαν να καταλάβουν τα επιβλητικά κτίρια τριών μεγάλων εργοστασίων τα οποία θεωρούντο στρατηγικά σημεία, σε έναν αγώνα στον οποίον η μονάδα μέτρησης δεν ήταν πλέον το χιλιόμετρο, αλλά το μέτρο. Οι μάχες είχαν μεταφερθεί ακόμη και μέσα στους υπονόμους, τους οποίους οι Σοβιετικοί γνώριζαν άριστα : Σέρνονταν μέσα στις σήραγγες, ενέδρευαν και αφουγκράζονταν. Ξαφνικά σήκωναν το κάλυμμα και «γάζωναν» όσους Γερμανούς βρίσκονταν κοντά. Το κάλυμμα έκλεινε και ο Ρώσοι εξαφανίζονταν. Η όλη διαδικασία δεν κρατούσε ούτε πέντε δευτερόλεπτα…

Και ο δαιμόνιος Στάλιν ; …. Δεν είχε πει την τελευταία του λέξη ! : Στις 19 Νοεμβρίου ξεκίνησε η σοβιετική αντεπίθεση με την κωδική ονομασία Επιχείρηση «Ουρανός» (Операция «Уран»). Το σχέδιο των στρατηγών Γκιόργκι Ζούκοφ, Αλεξάντρ Βασιλιέφσκι και Νικολάϊ Βορονόφ ήταν να χτυπηθούν αιφνιδιαστικά και μαζικά οι εφεδρικές πλευρικές δυνάμεις της 6ης Στρατιάς, που περιελάμβαναν στρατιώτες από συμμαχικές του Άξονα χώρες, με ελλιπή εκπαίδευση και κατώτερης ποιότητας υλικό. Επρόκειτο για μιαν αντεπίθεση μεγάλης κλίμακας με δύο αιχμές, 80 χιλιόμετρα βόρεια και νότια της γερμανικής επίθεσης, η αιχμή της οποίας ήταν στο Στάλινγκραντ. Η αντεπίθεση αιφνιδίασε τους Γερμανούς, οι οποίοι δεν θεωρούσαν ότι ο Ερυθρός Στρατός ήταν πλέον σε θέση να πραγματοποιήσει ανάλογη αντεπιθετική ενέργεια.

Διενεργήθηκε ένας ευρύς ελιγμός βαθιάς διείσδυσης, αποφεύγοντας την κύρια γερμανική δύναμη που έδινε τη μάχη του Στάλινγκραντ (250.000 άνδρες της 6ης Στρατιάς και της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς) και πλήττοντας τις αδύναμες πτέρυγες, εκτεθειμένες στην ανοικτή στέπα (προσφερόμενη για κινήσεις μεγάλων τεθωρακισμένων και μηχανοκίνητων σχηματισμών). Τις πτέρυγες αυτές τις υπερασπίζονταν ρουμανικές, ουγγρικές και ιταλικές μονάδες, κατά πολύ κατώτερες σε σχέση με τις γερμανικές δυνάμεις που έδιναν την κύρια μάχη.

Η δεξιά και η αριστερή πτέρυγα του στρατεύματος του Πάουλους καλύπτονταν αντίστοιχα από την 4η και την 3η Ρουμανική Στρατιά, ενώ βορειότερα ακόμη βρίσκονταν η 8η Ιταλική και η 2α Ουγγρική Στρατιά, οι οποίες αποτελούσαν το αριστερό πλευρό του νοτίου μετώπου. Η συμμετοχή αυτών των συμμαχικών στρατευμάτων στην επιχείρηση ήταν περισσότερο μία πολιτική κίνηση φιλοφρόνησης του Χίτλερ προς τους συμμάχους του, παρά μία πραγματική του επιθυμία. Ο Ρουμάνος Στρατάρχης Αντωνέσκου και ο Μουσολίνι ένιωθαν ήδη την ευφορία της επερχόμενης γερμανικής νίκης να τους αγγίζει και είχαν ζητήσει προσωπικά από τον Χίτλερ την συμμετοχή στρατευμάτων τους στη νέα μεγάλη επίθεση, για λόγους εθνικού γοήτρου, αλλά και εθνικού συμφέροντος. Ο Χίτλερ δέχθηκε, όχι γιατί εμπιστευόταν τις μαχητικές ικανότητες ή τον απαρχαιωμένο οπλισμό των συμμάχων του, αλλά επειδή είχε απόλυτη ανάγκη το ανθρώπινο δυναμικό τους. Όμως για τους άνδρες στο πεδίο της μάχης αυτά δεν σήμαιναν τίποτα. Εξάλλου η εικόνα που παρουσίαζαν τα ρουμανικά στρατεύματα, μιλούσε από μόνη της : Οι άνδρες ήσαν ανεκπαίδευτοι και απειροπόλεμοι, τα άρματά τους ακινητοποιημένα από την ελλιπή συντήρηση, ενώ …. οι αρουραίοι έτρωγαν τις καλωδιώσεις τους για βραδυνό.

Η σοβιετική αντεπίθεση εκδηλώθηκε με τρεις στρατιές υπό τον στρατηγό Νικολάι Βατούτιν και σημείωσε απόλυτη επιτυχία : Στις 23 Νοεμβρίου οι δύο άκρες της σοβιετικής «λαβίδας» έκλεισαν στο Καλάτς, 100 χιλιόμετρα δυτικά του Στάλινγκραντ, ολοκληρώνοντας την κύκλωση των γερμανικών δυνάμεων στην πόλη. Η γερμανική «Ανώτατη Διοίκηση Ενόπλων Δυνάμεων» ζήτησε τότε από τον Χίτλερ να επιτρέψει στον Πάουλους και στις δυνάμεις του να προσπαθήσουν να διαρρήξουν τον σοβιετικό κλοιό και να υποχωρήσουν από την πόλη, συνδεόμενες με τα γερμανικά στρατεύματα στα δυτικά, αλλά ο ηγέτης του Ράιχ αρνήθηκε και να διανοηθεί κάτι τέτοιο, διατάζοντας τον Πάουλους να παραμείνει εκεί που ήταν και να πολεμήσει.

Η έλευση του σφοδρού χειμώνα επιδείνωσε την καλπάζουσα δραματική κατάσταση για τους Γερμανούς, καθώς μειώνονταν κατακόρυφα οι προμήθειές τους σε τρόφιμα και σε φαρμακευτικό υλικό. Οι Γερμανοί βρέθηκαν εγκλωβισμένοι μέσα σε μια περιοχή λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων, περικυκλωμένοι από 250.000 ερυθρούς στρατιώτες. Η εντολή του Βερολίνου ήταν «μάχη μέχρις εσχάτων», οπότε απορρίφθηκε αυτομάτως η σοβιετική πρόταση για παράδοση με ευνοϊκούς όρους.

Κρίσιμη καμπή του αγώνα ήταν η παταγώδης αποτυχία της αερογέφυρας που στήθηκε για τον ανεφοδιασμό των εγκλωβισμένων γερμανικών δυνάμεων. Η πολύ ενισχυμένη πλέον σοβιετική αντιαεροπορική άμυνα κατέρριψε 490 αεροπλάνα της Λουφτβάφε.

Στα μέσα του Δεκεμβρίου ο Χίτλερ διέταξε έναν από τους κορυφαίους διοικητές του, τον Στρατάρχη Έριχ φον Μανστάιν, να δημιουργήσει έναν ειδικό σχηματισμό για να διασώσει τις δυνάμεις του Πάουλους, προωθούμενος προς ανατολάς (επιχείρηση «Χειμερινή Θύελλα» – Unternehmen Wintergewitter), αλλά παράλληλα δεν επέτρεψε στον Πάουλους να επιτεθεί κινούμενος δυτικά ώστε να πλησιάσει τον Μάνσταϊν. Επρόκειτο για μια παράλογη απόφαση, που καταδίκασε οριστικά τις δυνάμεις του Πάουλους, καθώς τα στρατεύματα του Μάνσταϊν δεν είχαν τις εφεδρείες που ήσαν απαραίτητες για να σπάσουν τον σοβιετικό κλοιό από μόνα τους.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1942 οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν και νέα επίθεση με την κωδική ονομασία «Κρόνος», με στόχο να εγκλωβίσουν και την γερμανική ομάδα που είχε σταθεροποιήσει τις θέσεις της στον Καύκασο. Δεν τα κατάφεραν, καθώς η χαλύβδινη αντίσταση της εγκλωβισμένης 6ης Στρατιάς στο Στάλινγκραντ έδωσε την ευκαιρία στον Πάουλ φον Κλάιστ να διενεργήσει μιαν αριστοτεχνική συντεταγμένη υποχώρηση από τον Καύκασο.

Στις 30 Ιανουαρίου του 1943 ο Στρατάρχης και Υπουργός της Αεροπορίας Χέρμαν Γκέρινγκ, ως εκπρόσωπος των Ενόπλων Δυνάμεων, σε μια επετειακή ομιλία του («Κλήση στις Ένοπλες Δυνάμεις») για την δεκαετία από την «Κατάληψη της Εξουσίας (1933), που μεταδόθηκε ραδιοφωνικά στο Ράϊχ, συνέκρινε τον παθιασμένο αγώνα της 6ης Στρατιάς με την αντίσταση των 300 Σπαρτιατών κατά των συντριπτικά υπερπολλαπλασίων Περσών ( ήταν και πάλι «Η Ασιατική Ανατολή ενάντια στην Ευρώπη») στο στενό των Θερμοπυλών, υπό την ηγεσία του ανυπέρβλητου ήρωα, βασιλιά Λεωνίδα. Ο Στρατάρχης ευχήθηκε να υπάρξει ένα μέλλον όπου θα γραφόταν ένα νέο ταφικό επίγραμμα για τον Γερμανό στρατιώτη ανάλογο με το «Ω ξειν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις» του Σιμωνίδη, που το απήγγειλε στην μετάφραση του μεγάλου Φρειδερίκου Σίλερ (1795). Από τότε η γερμανική προπαγάνδα τόνιζε εμφατικά την υπεράσπιση του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού από τις «βάρβαρες ορδές των μπολσεβίκων».
Όσο η 6η Στρατιά έδινε την σκληρή μάχη της, ο επικεφαλής της Φρήντριχ Πάουλους προβιβάστηκε στο βαθμό του Στρατάρχη με ραδιοφωνικό μήνυμα από το αρχηγείο του Φύρερ, «για τον ηρωισμό και την αυταπάρνησή του». Ουσιαστικά επρόκειτο για μια συμβολική κίνηση, ώστε να αναγκαστεί … να αυτοκτονήσει, καθώς ουδέποτε είχε παραδοθεί ένας Γερμανός Στρατάρχης στο πεδίο της μάχης.

Αντ’ αυτού, στις 2 Φεβρουαρίου 1943, ο Πάουλους παραδόθηκε στον Ερυθρό Στρατό ….ανερυθρίαστος (είναι ο πλέον υψηλόβαθμος Γερμανός αξιωματικός που έχει ποτέ παραδοθεί σε όλη την ιστορία του γερμανικού στρατού). Από τους εναπομείναντες 91.000 Γερμανούς στρατιώτες, επέζησαν από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας μόλις 5.000 και επέστρεψαν στη Γερμανία αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η παράδοση και ο ευτελισμός του Στρατάρχη Πάουλους υπήρξε ένα ισχυρότατο πλήγμα στην ναζιστική προπαγάνδα. Για να αποκρύψει το καταθλιπτικό και ντροπιαστικό γεγονός των χιλιάδων Γερμανών αιχμαλώτων, η προπαγανδιστική μηχανή του Γκαίμπελς διέδωσε ότι η 6η Στρατιά «εξοντώθηκε ολοσχερώς». Μάλιστα, κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος και κάθε δημόσια ή ιδιωτική εκδήλωση ματαιώθηκε. Ακόμη και τα εστιατόρια έκλεισαν.

Είναι βεβαίως ιδιαίτερα ενδιαφέρον πως μεταπολεμικά ο Φρήντριχ Πάουλους κατέθεσε ως …. μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη της Νυρεμβέργης και δίσασκε στην Σχολή Πολέμου της κομμουνιστικής Λαοκρατικής Γερμανικής Δημοκρατίας ! Η τιμή και η Παράδοση των γερμανικών όπλων διασώθηκε από την ηρωική μάχη των Στρατηγών, Αλεξάντερ φον Χάρτμαν (Διοικητής της 71ης Μεραρχίας Πεζικού), που έπεσε μαχόμενος, Ρίχαρντ Στέμπελ (Διοικητής της 371ης Μεραρχίας Πεζικού) και Γκύντερ Άνγκερν (Διοικητής της 16ης Μεραρχίας Αρμάτων), οι οποίοι αυτοκτόνησαν για να μη συλληφθούν αιχμάλωτοι και ατιμασθούν, καθώς και του αμετανόητου πατριώτη Στρατηγού Πυροβολικού Μαξ Πφέφφερ (Διοικητής στο 4ο Σώμα Στρατού), που πέθανε κρατούμενος ως εγκληματίας πολέμου στην ΕΣΣΔ (Στρατόπεδο 5110/48-Βόλκοβο).

H Μάχη του Στάλινγκραντ αποτέλεσε το κρισιμότερο σημείο στην γιγάντια πολεμική αναμέτρηση μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης. Εξολόθρευσε πολύτιμες στρατιωτικές δυνάμεις για τον Χίτλερ, ταπείνωσε τη γερμανική πολεμική μηχανή και άνοιξε τον δρόμο για την αντεπίθεση του Ερυθρού Στρατού σε όλα τα μέτωπα.

Όσον αφορά στις απώλειες, οι εκτιμήσεις ποικίλλουν, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις είναι τεράστιες: Για τον Άξονα υπολογίζονται σε 850.000 (νεκροί, αγνοούμενοι, τραυματίες, αιχμάλωτοι), με 900 αεροσκάφη, 500 άρματα μάχης, 6.000 πυροβόλα. Για τους Σοβιετικούς οι απώλειες θεωρείται πως ανήλθαν σε 1.129.619, με 4.341 άρματα μάχης, 15.728 πυροβόλα και 2.769 αεροσκάφη. Οι νεκροί άμαχοι θεωρείται ότι ήσαν δεκάδες χιλιάδες, χωρίς όμως να υπάρχει πλήρης και ακριβής απολογισμός τους. Συνολικά, οι απώλειες της ΕΣΣΔ και του Άξονα ανήλθαν σε 2 εκατομμύρια ανθρώπων.

Στην σοβιετική και ρωσική ιστορία η μάχη του Στάλινγκραντ έμεινε ως «οι σύγχρονες Κάννες» (ευθεία αναφορά στον θρίαμβο του Αννίβα εναντίον των Ρωμαίων, όταν ο Καρχηδόνιος Στρατηγός ακολούθησε παρόμοια κυκλωτική τακτική «διπλής ενθυλάκωσης», για να συντρίψει τις λεγεώνες του Υπάτου Αιμιλίου Παύλου), ενώ οι Γερμανοί την χαρακτήρισαν «Πόλεμο των Αρουραίων» («Rattenkrieg»).

Πέραν όμως του καθαρά στρατιωτικού επιπέδου, η μάχη αποτέλεσε μεγάλη προσωπική ταπείνωση για τον Χίτλερ, ο οποίος απώλεσε ακόμα περισσότερο την εμπιστοσύνη του προς τους στρατηγούς του, την ίδια στιγμή που ο Στάλιν απέκτησε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον νικητή πλέον Ερυθρό Στρατό.

Μέσα σε διάστημα ελάχιστα μεγαλύτερο των έξι μηνών, από τον Ιούλιο του 1942 έως τον Φεβρουάριο του 1943, στο Στάλινγκραντ άλλαξε η ιστορία της Ευρώπης και ολόκληρου του Κόσμου, χάρη στο αποφασιστικό πλήγμα που επέφερε ο Ερυθρός Στρατός στην πανίσχυρη πολεμική μηχανή του Τρίτου Ράιχ. Από το Στάλινγκραντ άρχισε η καθολική αντεπίθεση (στρατιωτική, πολιτική και ιδεολογική) κατά της χιτλερικής Γερμανίας, κατάληξη της οποίας αποτέλεσε η κατάληψη του Βερολίνου και ό,τι ακολούθησε στον μεταπολεμικό κόσμο.

Το 1944 ο διαβόητος Γάλλος Στρατηγός Ντε Γκωλ επισκέφθηκε τα ερείπια του Στάλινγκραντ και ένας Άγγλος δημοσιογράφος, ο Alexander Werth, ανταποκριτής του BBC, τον ρώτησε για την εντύπωση που απεκόμισε. Εκείνος απάντησε με τα απίστευτα για εκείνη την εποχή λόγια: «Αχ, το Στάλινγκραντ. Παρόλα αυτά είναι ένας πραγματικά μεγάλος λαός!». «Α, ναι, βέβαια οι Ρώσοι…», συμπλήρωσε ο δημοσιογράφος. Αλλά ο Ντε Γκωλ τον διέκοψε έντονα: «Μα όχι! Δεν μιλάω για τους Ρώσους, για τους Γερμανούς λέω. Παρόλα αυτά, κατάφεραν να φθάσουν μέχρι εδώ!».

Γιάννης Ηλιού. 

Please follow and like us: