ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΣΤΙΣ ΦΙΛΙΠΠΙΝΕΣ ΠΕΡΙ ΤΟ 1900
Από το 1899 έως το 1916 ένας μεγάλος αριθμός κανονικών και εθελοντικών αμερικανικών στρατευμάτων υπηρέτησε εκ επιτροπής στις περιοχές όπου κατοικούσαν οι Μόρος. Εμείς δεν θα απαριθμήσουμε το σύνολο των μονάδων που έδωσαν το «παρών» στις Φιλιππίνες, ωστόσο θα αναφερθούμε σε μερικές από αυτές, σε σχέση με τα περιγραφόμενα γεγονότα. Στο τέλος του 19ου αιώνα ένα κανονικό σύνταγμα αμερικανικού πεζικού αποτελείτο από οκτώ λόχους, ονοματισμένους αλφαβητικά και εξοπλισμένους με τυφέκια άκαπνης πυρίτιδος Krag-Jorgensen διαμετρήματος 0,30 in. Οι εθελοντές ήταν συνήθως εξοπλισμένοι με το παλαιότερο μονόβολο τυφέκιο μαύρης πυρίτιδας Springfield, με διαμέτρημα 0,45 in/70. Ενα σύνταγμα ιππικού αποτελείτο από δέκα ημιλαρχίες, ενώ κάθε σύνταγμα πυροβολικού είχε 12 πυροβολαρχίες. Η πυροβολαρχία ήταν η βασική τακτική μονάδα για το Πυροβολικό. Τα αμερικανικά βαρέα όπλα πεδίου ήσαν τα ταχυβόλα οπισθογεμή πυροβόλα των 3,2 in και τα ορειβατικά οβιδοβόλα των 3 in. Πολυβόλα Hotchkiss, βελτιωμένα πολυβόλα Gatling και διάφοροι άλλοι τύποι ταχυβόλων όπλων ήταν σε χρήση από τα συντάγματα πεζικού.

Καθώς ο 20ός αιώνας προχωρούσεστην πρώτη δεκαετία του, αυτός ο εξοπλισμός και η οργάνωση μετεξελίχθηκαν. Μια από τις κύριες αλλαγές στον εξοπλισμό αφορούσε την αντικατάσταση του περιστρόφου διαμετρήματος 0,38 in με το ημιαυτόματο πιστόλι διαμετρήματος 0,45 in. Το 0,38 in δεν θα μπορούσε να σταματήσει έναν αποφασισμένο πολεμιστή Μόρο, ώστε να τον αποτρέψει εγκαίρως από το να προκαλέσει τον όλεθρο πριν πέσει νεκρός. Η αλλαγή στο πιστόλι των 0,45 in ήταν ένα άμεσο αποτέλεσμα του πολέμου των Μόρος. To Colt των 0,45 in έβαλλε βολίδα που …. θα σταματούσε ένα καλπάζον άλογο και βέβαια θα μπορούσε να ανακόψει οριστικά έναν «χουραμεντάδο».
Οι Φιλιππινέζοι Ανιχνευτές ιδρύθηκαν στις αρχές του αιώνα και αναγνωρίστηκαν επίσημα ως αυτοτελές στρατιωτικό σώμα το 1901. Από το 1904 έφεραν την τυπική ενδυμασία του Στρατού των ΗΠΑ, με ένα ορειχάλκινο «Ρ» στο εμπρόσθιο μέρος των πλατύγυρων καπέλων τους. Ησαν εξοπλισμένοι με την αραβίδα Springfield. Μερικοί Μόρος υπηρέτησαν στους Ανιχνευτές. Συνολικά συγκροτήθηκαν πάνω από 30 λόχοι Ανιχνευτών. Ο τότε λοχαγός Πέρσινγκ ξεκίνησε την ταχύτατη ανέλιξή του στο αμερικανικό στράτευμα ενώ υπηρετούσε με τους Φιλιππινέζους Ανιχνευτές. Ακόμα διασημότερη από τους Ανιχνευτές ήταν ίσως η Φιλιππινέζικη Χωροφυλακή (γνωστή με το προσωνύμιο «Ταξιαρχία μπαμπού»), η οποία συγκροτήθηκε επίσημα στα τέλη του 1901. Επρόκειτο για μια πολιτική αστυνομική δύναμη που αρχικά διοικήθηκε από Αμερικανούς και Ευρωπαίους τυχοδιώκτες. Στην πραγματικότητα ήταν μια σκληρή μαχητική δύναμη κρούσης, αριθμώντας περίπου 7.000 άνδρες.
Διασκορπισμένη σε μονάδες μεγέθους λόχου ή μικρότερες ομάδες, υπήρξε συχνά η αιχμή της επιθετικής λόγχης της κυβέρνησης. Το συμβολικό ρητό της Φιλιππινέζικης Χωροφυλακής «Πάντα λιγότεροι – ποτέ νικημένοι!», επιβεβαιώθηκε σε ολόκληρη την ιστορική τροχιά της με το αίμα των γενναίων και επίμονων μαχητών της. Οι περισσότερες από 1.000 απώλειες μάχης κατά τα πρώτα πέντε χρόνια της ύπαρξής της, καταδεικνύουν εμφατικά τη σπουδαία συνεισφορά της. Μαζί με τους παγανιστές άνδρες διαφόρων φυλών, συνυπηρέτησαν στη Φιλιππινέζικη Χωροφυλακή και λίγοι Μόρος. Υπό τη στρατιωτική διοίκηση των ΗΠΑ οι «πατρίδες» των Μόρος, δηλαδή τα νησιά Μιντανάο και Μπαζιλάν και το αρχιπέλαγος Σούλου, συγχωνεύθηκαν διοικητικά στην «Επαρχία των Μόρος». Αυτή περιελάμβανε 103.600 τετραγωνικά χιλιόμετρα αφιλόξενης και συχνά αδιάβατης ζούγκλας, χώρο τεράστιο και προβληματικό για περιήγηση, πόσο δε μάλλον ως θέατρο επιχειρήσεων εναντίον ενός γηγενούς και πωρωμένου εχθρού.
ΤΑ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΑ ΚΡΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΤΥΦΕΚΙΩΝ KRAG – JORGENSEN
Οι δύο τρομεροί αντίπαλοι, ο νέος και πρόσφατα επεκταθείς αμερικανικός αποικιακός στρατός και οι αλαζονικά υπερήφανοι και αρειμάνιοι Μόρος, ήταν αναγκασμένοι από τις ιστορικές και πολιτιστικές περιστάσεις να συγκρουσθούν, με δραματικά αποτελέσματα. Στις 20 Μαϊου 1899 ο λοχαγός Πρατ, διοικητής δύο ταγμάτων του 23ου Συντάγματος Πεζικού, δέχθηκε την ειρηνική παράδοση της ισπανικής φρουράς του Σούλου στο όνομα του Στρατού των ΗΠΑ. Ακολούθως οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέλαβαν θεωρητικά τον έλεγχο του αρχιπελάγους Σούλου, που ήταν η «καρδιά» της επικράτειας των Μόρος.
Εκεί οι Ισπανοί δεν είχαν υπάρξει ποτέ η πραγματική δύναμη. Εξουσία και κράτος ήταν, αντ’ αυτών, μια – δύο δωδεκάδες τοπικών Μόρος ντάτου και ο κατ’ όνομα γενικός κυβερνήτης τους, ο σουλτάνος του Σούλου. Μέσω της θρησκευτικής και φεουδαρχικής επιρροής του και των 10.000 οπλισμένων ανδρών που μπορούσε να κατευθύνει, ο σουλτάνος ήταν μια παράμετρος η οποία λαμβανόταν αναγκαστικά υπόψη από οποιονδήποτε επικυρίαρχο. Ηταν ιδιαίτερα ανήσυχος γι’ αυτούς τους νέους ξένους, ήθελε όμως να διεξαγάγει αγώνα εναντίον τους μόνον με τους δικούς του όρους. Ετσι, αρχικά ήταν πολύ προσεκτικός στις δηλώσεις και στις ενέργειές του. Πάντως κατά την πρώτη συνάντησή του με τον λοχαγό Πρατ υπέβαλε μερικές διευκρινιστικές ερωτήσεις: «Γιατί έρχεστε εδώ; Για έδαφος; Εχετε αφθονία στην πατρίδα σας. Για χρήματα; Είστε πλούσιοι και είμαι φτωχός. Τότε γιατί είστε εδώ;». Οι απαντήσεις του λοχαγού στον Ασιάτη ηγεμονίσκο μπορεί να ήσαν λίγο ασαφείς.
Οι διαπραγματεύσεις παρέπαιαν, μέχρι τον Αύγουστο του 1899, οπότε ο στρατηγός Τζων Μπέιτς και ο σουλτάνος συμφώνησαν τελικά σχετικά με μια «συνθήκη». Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, τα αμερικανικά στρατεύματα εγκατέστησαν φρουρές σε μερικές παράκτιες πόλεις και χωριά κι επιτηρούσαν το εσωτερικό κατά έναν περιορισμένο τρόπο, συνήθως με περιπολούσες ποτάμιες κανονιοφόρους. Οι Ισπανοί είχαν χρησιμοποιήσει ως κανονιοφόρους διάφορα ειδικά διασκευασμένα σκάφη που επιτηρούσαν τη λίμνη Λανάο, στη νήσο Μιντανάο. Αυτά βυθίστηκαν εκουσίως από τα πληρώματά τους από πικρία και απογοήτευση μετά την εξευτελιστική ισπανική παράδοση. Τα αμερικανικά σκάφη ήταν πολύ πιο «αυτοσχεδιαστικά». Μια συνήθης χαρακτηριστική αμερικανική «κανονιοφόρος» συνίστατο σε ένα ανενεργό ισπανικό εμπορικό πλοίο, ίσιος ένα παλαιό ατμόπλοιο με πλευρική τροχοκίνηση, μικρότερο από 30 μέτρα σε μήκος, με μέγιστο πλάτος 10-15 μέτρα και πολύ μικρό βύθισμα. Οι Αμερικανοί ενίσχυαν τη γέφυρα με βαριά ξυλεία και προσέθεταν έναν ή δύο πυργίσκους από χάλυβα και ελαφρά θωράκιση από χάλυβα στο ανώτερο τμήμα των γεφυρών. Ναυτικά πυροβόλα των 3 in ή ταχυβόλα Hotchkiss των 1,65 in βρίσκονταν μέσα στους πυργίσκους, με μερικές επιπλέον «πυροβολαρχίες» πολυβόλων Gatling ή Colt, στηριγμένων σε τρίποδες, τα οποία προέβαλλαν από τις πλευρές των ιδιότυπων αυτών «θωρηκτών του ποταμού». Αυτά τα σκάφη είχαν πλήρωμα περί τους 35 άνδρες. Η επιχειρησιακή δραστηριότητα του Αμερικανικού Ναυτικού σταδιακά αυξήθηκε και αυτό συνεπιχειρούσε συχνά με τον Στρατό. Παρά το ότι ονομάστηκαν ειρωνικά «στόλος των κουνουπιών», περί το 1910 τα αμερικανικά πλοία περιπολούσαν πλέον σε τακτική βάση σε ολόκληρο το αρχιπέλαγος Σούλου.
Από την πρώτη τους εμφάνιση στη μείζονα περιοχή, είχε περιορισθεί στο ελάχιστο η πειρατεία. Αποθαρρυμένος ίσως από τις κανονιοφόρους που περιπολούσαν στην καρδιά της επικράτειας του, ο σουλτάνος σουλτάνος προειδοποίησε τους υποτελείς του να παραμείνουν «ειρηνικοί «, τουλάχιστον όπως οι Μόρος κατανοούσαν την έννοια αυτή.Εγκληματίες οι οποίοι εκατηγορούντο για τα εγκλήματα που δεν διαπράττονταν από Μόρος εναντίον Μόρος, παραδίδονταν στην αμερικανική δικαιοσύνη. Ο σουλτάνος από την πλευρά του έπρεπε να παραμείνει αμέτοχος και γαλήνιος. Οι Αμερικανοί έπρεπε να αφήσουν τον σουλτάνο, τους υποτελείς του και τις παραδόσεις τους ανενόχλητα. Η συμβιβαστική αυτή λύση λειτούργησε αποτελεσματικά επί τρία χρόνια. Οι δυνάμεις των ΗΠΑ κατά το διάστημα αυτό βρέθηκαν εν μέσω εσωτερικών αγώνων Μόρος εναντίον Μόρος, οπότε Αμερικανοί στρατιώτες και πολεμιστές Μόρος αψιμαχούσαν
περιστασιακά σε κάποια μακρινή ζούγκλα ή στις όχθες ενός από τις εκατοντάδες ποταμίσκους.
Για τους Μόρος αυτές οι αντιπαραθέσεις ήταν απόλυτα φυσιολογικές. Μόνο μερικά διάσπαρτα αιματηρά γεγονότα προμήνυαν την επερχόμενη ρήξη. Ωστόσο τα στρατεύματα των ΗΠΑ στις λίγες παράκτιες πόλεις των νήσων των Μόρος ζούσαν γενικά μια ήρεμη, αν και επιφυλακτική, ζωή συνοριακών φρουρών. Δέκα φυλάκια έδρευαν στο Μιντανάο και τρία στο αρχιπέλαγος Σούλου. Από τα μέσα του 1902 η αμοιβαία προσποίηση περί «καλοπροαίρετης ειρήνης» είχε τελειώσει. Οποιος γνώριζε τους Μόρος, δεν θα μπορούσε να περιμένει τίποτε άλλο. Η δουλοκτησία ήταν μία σημαντική διαδικασία στον πολιτισμό τους και οι σκλάβοι ήταν κύρια πηγή πλούτου. Οποιαδήποτε δύναμη υπεστήριζε ότι απαγορεύει το δουλεμπόριο, «κτυπούσε στη ρίζα» τους πολεμιστές Μόρος και την αρπακτική κοινωνία τους.
Ξαφνικά οι Μόρος ανέκαμψαν με εκδικητικότητα στις παλαιές συνήθειες της ενέδρας, της πειρατείας και των επιδρομών. Οι αμερικανικές περίπολοι δέχονταν πολύ συχνά επιθέσεις και διάφορα γεγονότα με «χουραμεντάδος» αυξήθηκαν. Ετσι η «παραβατική προδοσία» κατά των ΗΠΑ έπρεπε να τιμωρηθεί αυστηρά. Ξεκίνησαν λοιπόν πυρετώδεις προετοιμασίες για εκστρατεία σωφρονισμού και καταστολής των Μόρος.
Η πρώτη σημαντική αμερικανική αποστολή εναντίον των Μόρος εκδηλώθηκε στο Μιντανάο το 1902. Ο συνταγματάρχης Φρανκ Μπώλντουιν διοικούσε μια δύναμη 1.500 ανδρών, αποτελούμενη από το 27ο Σύνταγμα Πεζικού και μια προσκολλημένη σε αυτό ορειβατική πυροβολαρχία. Μερικές μαρτυρίες δείχνουν ότι τη δύναμη συνόδευε ένα μικρό απόσπασμα ιππικού (πράγμα μάλλον σύνηθες για τέτοιες αποστολές). Αντικειμενικός σκοπός του Μπώλντουιν ήταν η καταστροφή αρκετών κόττας στην περιοχή της λίμνης Λανάο, «φυτωρίου» της επίμονης ανυπακοής των Μόρος υπό την άγρια ηγεσία του σουλτάνου του Μπαγιάνγκ και του ντάτου του Μπινταγιάν. Αυτοί οι δύο ήταν ιδιαίτερα τραχείς αντίπαλοι, σε ένα γεωτοπογραφικά πολύ δύσκολο τμήμα της χώρας.
Η λίμνη Λανάο, μέγιστης διαμέτρου 35 χιλιομέτρων, βρίσκεται σε απόσταση περί τα 25 χιλιόμετρα από τη βόρεια ακτή της νήσου Μιντανάο. Το 1902 οι όχθες της ήταν γεμάτες από πολυάριθμα χωριά Μόρος, πληθυσμού περίπου 100.000 κατοίκων. Η περιοχή αποτελούσε έναν συνδυασμό βλάστησης και ελών, χωρίς υποφερτούς καρόδρομους ή κατάλληλες διαδρομές. Ακόμη και οι Ισπανοί, οι οποίοι υποτίθεται ότι κυριαρχούσαν στην περιοχή επί αιώνες, κατόρθωσαν να την ειρηνεύσουν το 1891, μάλιστα με διαρκή εντόπια παραμονή 4.000 ανδρών του τακτικού ισπανικού στρατού και χρήση κανονιοφόρων. Η περιοχή η οποία «ειρηνεύθηκε» από τους Ισπανούς, αφορούσε βεβαίως την έκταση που ήλεγχαν με το εκάστοτε δραστικό βεληνεκές των πυροβόλων τους.
Προκειμένου να φθάσει στη λίμνη Λανάο η δύναμη του Μπώλντουιν, έπρεπε να ανοίξει δρόμο ξυλοκοπώντας σε ένα «τείχος» από πυκνοπλεγμένα χαμόκλαδα σε απόσταση 40 χιλιομέτρων. Τελικά έφθασε στην επικράτεια του σουλτάνου του Μπαγιάνγκ και του ντάτου του Μπινταγιάν, όπου απέμεινε να κοιτά ξαφνιασμένη τις οχυρώσεις τους, οι οποίες θύμιζαν μεσαιωνικά καστροτειχίσματα. Αυτά τα δύο κόττας των τοπικών αρχόντων, περιβάλλονταν από μια γραμμή αμυντικών τάφρων και διέθεταν φρουρά αρκετών ανδρών, οπλισμένων με τυφέκια. Οι τοίχοι των κόττας ήταν τρία μέτρα ψηλοί, είχαν πάχος αρκετών μέτρων και ήταν καλυμμένοι από πυκνή ακανθώδη βλάστηση, τόσο τραχιά ώστε ήταν αδύνατο να αναρριχηθεί κάποιος χωρίς κλίμακες. Η δύναμη του Μπώλντουιν, όμως, δεν διέθετε κλίμακες. Στις πολεμίστρες των οχυρών τους οι Μόρος είχαν εγκαταστήσει τα ορειχάλκινα πρωτόγονα πυροβόλα λαντάκας, τα οποία γνώριζαν να χρησιμοποιούν με μεγάλη ακρίβεια και εκπληκτική αποτελεσματικότητα.
Μετά τα αποδεδειγμένα ανεπαρκή πυρά των αμερικανικών ορειβατικών οβιδοβόλων των 3 in εναντίον των αρκούντως ισχυρών τοίχων των κόττας, ο Μπώλντουιν εξαπέλυσε επίθεση με το πεζικό του. Το 27ο συνάντησε έναν καταιγισμό πυρών τυφεκίων και πυροβόλων. Παρά τις απώλειες και υπερβαίνοντας τη γραμμή των χαρακωμάτων, κατόρθωσε να φθάσει στη βάση του τείχους. Εκεί, χωρίς κλίμακες για αναρρίχηση, ήταν ανίκανος να προχωρήσει περισσότερο. Οι σαλπιγκτές σήμαναν υποχώρηση και η δύναμη αποσύρθηκε υπό τη χλεύη και τη βουερή λοιδωρία των Μόρος. Ο Μπώλντουιν έπρεπε να αρκεσθεί στην περικύκλωση των κόττας και να περιμένει την κατασκευή κλιμάκων κατά τη διάρκεια της νύκτας, ώστε να επαναληφθεί η επίθεση την επομένη. Εκείνη η νύκτα ήταν φρικτή για τους Αμερικανούς, καθώς στάθηκε αδύνατο να μετακινήσουν ασφαλώς τους τραυματίες τους επειδή οι προσεγγίζοντες νοσοκόμοι βάλλονταν ανηλεώς υπό τους καγχασμούς των Μόρος.
Τη χαραυγή, ενώ το στράτευμα προετοίμαζε νέα αιματηρή μετωπική επίθεση εναντίον των κόττας, ο Μπώλντουιν αποσβολώθηκε βλέποντας λευκές σημαίες να κυματίζουν πάνω από τους τοίχους του περικυκλωμένου φρουρίου. Ο σουλτάνος και ο ντάτου αντιλήφθηκαν ότι ήταν μια ανώφελη πάλη. Ετσι, μετά από συνοπτικές διαπραγματεύσεις και υποσχέσεις να επιστρέφουν σε μια ειρηνική ζωή, οι Μόρος παραδόθηκαν. Πολλοί ντάτους της παραλίμνιας περιοχής ακολούθησαν την ίδια τακτική της παροδικής ειρηνικής συνύπαρξης. Εξάλλου μπορούσαν να επανέλθουν στα παλαιά ήθη όταν οι Αμερικανοί θα έφευγαν, όπως οι Ισπανοί. Λίγοι ντάτους παρέμειναν εμπόλεμοι στην περιοχή. Κατά τους τέσσερις μήνες μετά την αποστολή του Μπώλντουιν, η εγκατεστημένη κοντά στη λίμνη αμερικανική φρουρά δέχθηκε επίθεση δώδεκα φορές. Επίσης ουδέποτε έπαψαν οι επιδρομές, οι ληστείες και οι κλοπές.
Οι Μόρος θαύμαζαν έναν «καλό κλέφτη», όμως ένας λήσταρχος ήταν σεβαστός σχεδόν σαν πρίγκηπας. Ενας από τους μεγαλύτερους Μόρος ληστάρχους υπήρξε ο Τζικίρι, ο θρύλος του οποίου διαποτίζει τους Μόρος έως τις ημέρες μας. Ο Τζικίρι προμήθευε με κάρυα μπετέλ [Τα «κάρυα» είναι οι σπόροι του φοινικόμορφου μανολιόφυτου αρέκα, ιδιαίτερα διαδεδομένου στη ΝΑ Ασία. Περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις ψυχοδραστικών και αφροδισιακών αλκαλοειδών ] τον σουλτάνο του Σούλου (εθισμένο στη χρήση τους όπως πολλοί Ασιάτες, λόγω της ευφορικής και θυμοαναληπτικής δράσης τους).
Σύμφωνα με τους τοπικούς θρύλους, διώχθηκε από την υπηρεσία του σουλτάνου από τους σωματοφύλακές του, λόγω της ιδιαίτερης και κωμικοτραγικής δυσμορφίας του – μεταξύ άλλων, το ένα μάτι του ήταν τεράστιο και εξώφθαλμο, πιθανότατα προϊόν κάποιας διαπλαστικής διαμαρτίας. Ετσι, εξωθημένος στη ζωή ενός περιθωριακού, τύλιξε το πρόσωπό του με μία λευκή ταινία (πιθανώς για να αποκρύψει εκείνο το μάτι) και ξεκίνησε τη νέα «σταδιοδρομία» του.
Ο τερατόμορφος πειρατής έκανε το «ντεμπούτο» του τον Νοέμβριο του 1907, όταν συνέλαβε ένα κινεζικό εμπορικό σκάφος κοντά στη νήσο Τζόλο. Κατέσφαξε το πλήρωμα, από το οποίο διεσώθη μόνον ένας που πρόλαβε να πηδήξει στη θάλασσα και να απομακρυνθεί.Στις 24 Δεκεμβρίου, με μια συμμορία επτά ανδρών υπό τις διαταγές του, κομμάτιασε δύο Αμερικανούς ξυλοκόπους και μία από τις συζύγους τους, πολύ κοντά στην αμερικανική βάση της Ζαμποάνγκα. Τον Ιανουάριο του 1908, ήδη καταζητούμενος από τις Αρχές, απέφυγε τη Χωροφυλακή και 200 Αμερικανούς στρατιώτες που τον κατεδίωκαν και εξαφανίστηκε στο έλος του Λουμαπίτ στο Τζόλο.
Δεδομένου ότι οι σπουδαίες ειδήσεις διαδίδονται γρήγορα, τόσο οι οπαδοί όσο και το θράσος του Τζικίρι αυξήθηκαν. Ο τελευταίος συχνά έστελνε απειλητικά γράμματα στον κυβερνήτη λέγοντας πως θα «σφάξει 100 άνδρες, όπως υποσχέθηκε», θα «γίνει χουραμεντάδο στους δρόμους του Τζόλο εξοντώνοντας τους σιχαμερούς αμάχους των απίστων» και θα «κτυπήσει χωρίς προειδοποίηση». Η ακολουθία του περιελάμβανε πλέον περισσότερους από εκατό καλά οπλισμένους πολεμιστές Μόρος. Ηταν μια τρομερή σπείρα ληστανταρτών.
Ο Τζικίρι συνέχισε τις λεηλασίες του ρημάζοντας χωριά, κόβοντας τελετουργικά έναν Αγγλο καλλιεργητή σε 32 κομμάτια, επιτιθέμενος σε εμπορικά πλοία κοντά στις ακτές και γενικά σκορπώντας τον όλεθρο. Το αμερικανικό ιππικό και η φιλιππινέζικη Χωροφυλακή ήταν πάλι στα ίχνη του, ενώ ο σουλτάνος του Σούλου, ταραγμένος από την αυξημένη παρουσία αμερικανικών δυνάμεων που αναζητούσαν τον Τζικίρι (με δύο κανονιοφόρους του Ναυτικού, τρεις ακάτους του Στρατού και ένα ναυλωμένο ευμεγέθες μεταφορικό έμφορτο με στρατεύματα, τα οποία κύκλωσαν τη νήσο Τζόλο ασφυκτικά), αποφάσισε να αφήσει εκτεθειμένο τον τέως προμηθευτή και προστατευόμενό του. Την 1η Ιουλίου 1909 ο Τζικίρι εντοπίσθηκε και καθηλώθηκε, μαζί με τα υπολείμματα της άλλοτε κραταιάς συμμορίας του (όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, επτά άνδρες, τέσσερις γυναίκες και ένα παιδί), σε μια σπηλιά, μέσα σε έναν κρατήρα ανενεργού ηφαιστείου στο Πατιάν.
Ο λοχαγός Τζωρτζ Μπάιραμ οδήγησε τις Ιλες A, Β και D του 6ου Συντάγματος Ιππικού, μια μοίρα ορειβατικού πυροβολικού και ένα ναυτικό απόσπασμα με δύο ταχυβόλα της 1 pdr και δύο πολυβόλα Colt, εναντίον του παγιδευμένου αρχιληστή. Με την εμπειρία των προηγουμένων ατελειών και των σφαλμάτων κατά τις επιχειρήσεις εναντίον των Μόρος, ένας βομβαρδισμός από το πυροβολικό και ένας καταιγισμός πυρών από αυτόματα όπλα κρίθηκαν επιβεβλημένοι. Η είσοδος της σπηλιάς κονιορτοποιήθηκε. Πανύψηλα δένδρα, με κορμούς διαμέτρου 20 εκατοστών, κόπηκαν από τα συνεχή θεριστικά πυρά των πολυβόλων. Επειτα οι στρατιώτες πλησίασαν στην είσοδο της σπηλιάς για να ελέγξουν για πιθανούς επιζώντες. Τότε δέχθηκαν απρόσμενη επίθεση από τον Τζικίρι και τους επτά οπαδούς του, που κράδαιναν στα χέρια τους τα φονικά μπαρόνγκ. Σε λιγότερο από 10 δευτερόλεπτα 15 Αμερικανοί ήταν τραυματίες και ένας νεκρός, πριν εξοντωθούν ο Τζικίρι και οι άνδρες του ! Ο λοχαγός Μπάιραμ επιπλήχθηκε για την κακή διεξαγωγή της επιχείρησης και τρία Μετάλλια της Τιμής απονεμήθηκαν στους γενναιότερους των ανδρών. Ενας από τους αποτελεσματικότερους Αμερικανούς ηγέτες ήταν ο υποστράτηγος Λέοναρντ Γούντ. Από τις 12 Νοεμβρίου μέχρι τις 21 Νοεμβρίου 1903 οδήγησε μια εκστρατευτική αποστολή που έπληξε τους Μόρος υπό τον «στρατηγό» τους (πανγκλίμα) Χασάν και τον ντάτου Αντούνγκ, δύο πασίγνωστουςγια την αγριότητά τους και ισχυρούς φυλάρχους στη νήσο Τζόλο.
[Ο στρατηγός Λέοναρντ Γούντ (9 Οκτωβρίου 1860 – 7 Αυγούστου 1927) ήταν ένας ιατρός που υπηρέτησε και ως αρχηγός του αμερικανικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, κυβερνήτης της Κούβας και γενικός κυβερνήτης των Φιλιππινών. Πολύ νωρίς στη στρατιωτική του σταδιοδρομία έλαβε το Μετάλλιο της Τιμής. Το 1902 τοποθετήθηκε στις Φιλιππίνες, όπου αρχικά υπηρέτησε με την ιδιότητα του διοικητή του Στρατιωτικού Διαμερίσματος των Φιλιππινών και αργότερα ως διοικητής της Περιφέρειας της Ανατολής. Προήχθη σε υποστράτηγο το 1903 και υπηρέτησε ως κυβερνήτης της Επαρχίας των Μόρος το διάστημα 1903-1906. Εκείνη την περίοδο ήταν υπεύθυνος για διάφορες αιματηρές εκστρατείες εναντίον των μουσουλμάνων ανταρτών. Ονομάστηκε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού το 1910 από τον πρόεδρο Ταφτ, τον οποίον είχε συναντήσει στις Φιλιππίνες. Παραμένει ο μόνος αξιωματικός του Υγειονομικού που ανέλαβε τέτοια καθήκοντα.]
Οι αμερικανικές δυνάμεις συνίσταντο στο 28ο Σύνταγμα Πεζικού, ένα τάγμα του 23ου Συντάγματος Πεζικού, δύο ίλες από το 14ο Σύνταγμα Ιππικού, μια πυροβολαρχία ορειβατικών πυροβόλων και μια εφοδιοπομπή. Διενεργήθηκε μία έφοδος σε ένα δυσπρόσιτο κόττα κτισμένο μέσα σε ένα έλος, αποκρούσθηκε μια φρενήρης έφοδος 40 χουραμεντάδος σε μια ίλη ιππικού (!) αφήνοντας 27 από τους φανατικούς Μόρος νεκρούς και στο τέλος εξαπολύθηκε μια εκτεταμένη έφοδος εναντίον μιας αλυσίδας οκτώ βαριά οχυρωμένων ορεινών κόττας. Πεντακόσιοι Μόρος φονεύθηκαν κατά τον αγώνα αλλά ο πανγκλίμα Χασάν διέφυγε πάλι από τους «άπιστους» διώκτες, για να επαναλάβει τις επιθέσεις του σε σύντομο χρόνο.
Το 1904 ο Γούντ οδήγησε μια άλλη εκστρατευτική δύναμη στην περιοχή των Μόρος, αυτή τη φορά κατά του ντάτου Αλί και του σουλτάνου της Ταράκα, στη νήσο Μιντανάο. Η δύναμη, κινούμενη στον ποταμό Ταράκα με μια ομάδα από πλεούμενα, αποτελείτο από το 23ο Σύνταγμα Πεζικού, έναν λόχο του 17ου Συντάγματος Πεζικού, μία ίλη 14ου Συντάγματος Ιππικού πεζή, ένα πυροβόλο και ένα απόσπασμα ναυτών και πεζοναυτών. Εκατόν τριάντα οχυρά των Μόρος στις όχθες του ποταμού καταστράφηκαν εκ θεμελίων με σύντονες και τολμηρές επιθέσεις.
Επειτα από επανειλημμένες αψιμαχίες με τους Μόρος, η δύναμη έφθασε στο οχυρό του ντάτου Αλί κοντά στη Σερενάγια, στην κοιλάδα Κοταμπάτο. Το φρούριο του φυλάρχου ήταν μια ιδιόμορφη τεκτονική δομή μήκους 900 μέτρων, συνεχόμενη με μια ομάδα συνδεδεμένων κόττας και κατάφορτο με λαντάκας και ένα παλαιό ισπανικό πυροβόλο. Ο Γούντ αργότερα, περιγράφοντας τα έλη της κοιλάδας, έγραψε: «Δεν θυμάμαι πουθενά στον κόσμο να έχω δει ποτέ μου κουνούπια τόσο μεγάλα όσο ήταν σε αυτή τη θέση. Επίσης οι άνθρωποι ήταν όλοι σχεδόν τρελοί !».
Το μεταφερόμενο πυροβόλο του Γούντ, βοηθούμενο από μερικά πυροβόλα των 3,2 in, τα οποία αφαίρεσαν προσωρινά από τις ποτάμιες κανονιοφόρους, βομβάρδισε το φρούριο έως το σούρουπο, μέχρις ότου το παλαιό πυροβόλο των Μόρος σίγησε. Το επόμενο ξημέρωμα απεκάλυψε στους εμβρόντητους Αμερικανούς μια λευκή σημαία επάνω από το οχυρό και έναν τραυματία Μόρο στο εσωτερικό του! Το φρούριο ήταν άδειο. Οι ένοικοί του, πέντε χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά, είχαν δραπετεύσει αθόρυβα μέσα στη νύκτα. Ο Αλί είχε δεσμευτεί: «Θα προσπαθήσω να σκοτώσω όλους τους ανθρώπους που είναι φίλοι των Αμερικανών !».
Ο Γούντ του απάντησε επικήρύσσοντάς τον έναντι 500 δολαρίων, νεκρό ή ζωντανό. Επρόκειτο για σπουδαίο ποσό για τον χρόνο και τον τόπο και βοήθησε ιδιαίτερα στο ανθρωποκυνηγητό. Τον Οκτώβριο του 1905 ο λοχαγός Φρανκ Μακ Κόυ, διοικώντας έναν λόχο του 22ου Συντάγματος Πεζικού, εξόντωσε αρκετές εκατοντάδες ανδρών του Αλί στην αιματοβαμμένη κοιλάδα Κοταμπάτο, κατά τη μάχη του ποταμού Μαλαλάγκ. Ο Αλί και οι τρεις γιοί του σκοτώθηκαν αργότερα. Ο Μακ Κόυ, απεικονίζοντας την κατάσταση, έγραψε αργότερα: «…εδώ ζούμε στη μέση της φεουδαρχίας και της σκλαβιάς, με πειρατές και αιματηρές δολοφονίες».
Η ανηλεής καταδίωξη των αντιπάλων από τον Γούντ, κλιμακώθηκε στη μεγαλύτερη μάχη του πολέμου των Μόρος, τον Μάρτιο του 1906, στο Μπούντ Ντάτζο, ένα ανενεργό ηφαίστειο στο Τζόλο, όπου ήταν εγκατεστημένοι 1.000 περίπου Μόρος. Σχεδόν 800 Αμερικανοί στρατιώτες (μόνον οι μισοί των οποίων συμμετείχαν πραγματικά) και 50 χωροφύλακες, αντιμετώπισαν αυτό το φυσικό οχυρό. Οπλισμένοι Μόρος, άνδρες και γυναίκες, που χρησιμοποιούσαν τα παιδιά τους σαν ασπίδες (!), διενήργησαν πολλαπλές αντεπιθέσεις.Οταν η μάχη τελείωσε, είχαν χαθεί 600-1.000 Μόρος. Οι αμερικανικές απώλειες ήταν σχετικά μεγάλες: 15 νεκροί και 52 πληγωμένοι. Το απόσπασμα της Χωροφυλακής είχε έξι νεκρούς και 21 τραυματίες. Στο Μπούντ Ντάτζο απονεμήθηκαν τρία Μετάλλια της Τιμής. Με τέτοια διαλείποντα, επισφαλή και κυμαινόμενα αποτελέσματα, μετά από 11 χρόνια αδιάκοπου αγώνα φθοράς, η αμερικανική απογοήτευση κορυφώθηκε, οδηγώντας σε μεγαλύτερη ένταση και απάνθρωπη βιαιότητα στις μάχες. Στο Μπούντ Ντάτζο και στο Μπούντ Μπαγκσάκ, περιοχές ιδιαίτερα μεγάλης δύναμης των Μόρος, στη νήσο Τζόλο, επαναλήφθηκαν οι επιχειρήσεις.
Ισχυρές δυνάμεις (1.200 άνδρες) που περιελάμβαναν Φιλιππινέζους ανιχνευτές και χωροφύλακες, καθοδηγούμενες από τον ταξίαρχο (πλέον) Τζων Πέρσινγκ, μετά από μεθοδική επιχείρηση «αναζήτησης και καταστροφής» παγίδευσαν εκατοντάδες πολεμιστών Μόρος και τις οικογένειές τους, στα μέσα του 1913. Χρειάστηκαν τέσσερις ημέρες αιματηρού αγώνα για την εκπόρθηση και των πέντε οχυρών του ηφαιστειακού κρατήρα. Με την κραυγή «μακ σαμπίλ» (=στο ξίφος) εκείνοι που ήταν προετοιμασμένοι να πεθάνουν επιτέθηκαν στις αμερικανικές γραμμές επανειλημμένα, δίχως βεβαίως κάποιος να τις προσεγγίσει. Περισσότεροι από 500 Μόρος πέθαναν υπερασπίζοντας το ηφαιστειακό «φρούριο».
Σε μια ιδιωτική του επιστολή ο Πέρσινγκ ομολόγησε: «Η μάχη ήταν η αγριότερη που έχω δει ποτέ μου. Οι Μόρος είναι απόλυτα άφοβοι και αν αποφασίσουν να πολεμήσουν, αντιμετωπίζουν τον θάνατο ως απλό συμβάν με ανυπέρβλητο θάρρος και έξοχη γενναιότητα». Επειτα από αρκετές ημέρες με σφοδρά πυρά πυροβολικού κατά των ηφαιστειακών κρατήρων που κάλυπταν τους Μόρος, οι επιζώντες (πάνοπλοι και επικίνδυνοι) εξοντώθηκαν με έφοδο με τη λόγχη.
Η εκμηδένιση πολυάριθμων κόττας εξάλειψε την οργανωμένη, μεγάλης κλίμακας, αντίσταση των Μόρος. Εως το 1916 ο πόλεμος σταμάτησε. Ομως ο οποιοσδήποτε Μόρο παρέμενε ένας τρομερός και απρόβλεπτος εχθρός. Περιοδικά κάποιος ντάτου προκαλούσε τις αμερικανικές αρχές με τη δράση του και εξαπολυόταν μια περιορισμένη τιμωρητική αποστολή σε βάρος του. Αναφορές για επιθέσεις σε κόττας από στρατεύματα των ΗΠΑ και των Φιλιππινών καταγράφονται σποραδικά ολόκληρη τη δεκαετία του 1920, ενώ μια εκστρατευτική αποστολή εμφανίζεται το 1936! Ο πόλεμος των Μόρος κατά των απίστων φαίνεται πως δεν τελείωσε. Σταδιακά υποβαθμίστηκε από τους Αμερικανούς για ποικίλους λόγους και αγνοήθηκε από τον υπόλοιπο κόσμο.
του Γιάννη Ηλιού
