ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Στην τελική φάση της εκστρατείας, η προσπάθεια της SADF επικεντρώθηκε στην ίδια την πόλη, δεδομένου ότι οι Νοτιοαφρικανοί συνέχισαν να επιδιώκουν τον γενικό αντικειμενικό σκοπό τους, δηλαδή την απώθηση των δυνάμεων των FAPLA δυτικά του ποταμού Κίτο (επιχείρηση «Packer»), Οι Νοτιοαφρικανοί βομβάρδισαν ανηλεώς τις δυνάμεις των FAPLA
με πυροβολικό που βρισκόταν στους περιβάλλοντος υψηλούς λόφους των υψωμάτων Τσαμπίνγκα. Το 1988 ο υπουργός Αμυνας και άλλοι επίσημοι της Ανγκόλας, καθώς και ποικίλες κουβανικές πηγές, υποστήριξαν ότι ….. μια τεράστια νοτιοαφρικανική δύναμη από 9.000 άνδρες, με 500 άρματα μάχης, 600 πυροβόλα και τεράστιο αριθμό αεροσκαφών είχε επιτεθεί στο Κίτο Κουαναβάλε!
Σύμφωνα με την εκδοχή τους, η επίθεση είχε αποτύχει (!) χάρη «…στη γενναία αμυντική προσπάθεια που κατέβαλαν τα κουβανικά στρατεύματα και τα στρατεύματα της Ανγκόλας», ενώ οι Νοτιοαφρικανοί είχαν χάσει 50 αεροσκάφη, 47 άρματα μάχης και πολλές εκατοντάδες ανδρών. Τότε η προπαγανδιστική κουβανική εκδοχή αυτής της «ηρωικής μάχης» έγινε ευρέως πιστευτή στη μωρόπιστη Δύση, ενώ τα πραγματικά γεγονότα έγιναν γνωστά μετά την λήξη του πολέμου.
Εξετάζοντας απροκατάληπτα την τελική έκβαση της μάχης, αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αμφιλεγόμενη, ενώ αποτελεί ένα πολυσυζητημένο αντικείμενο στρατιωτικής κριτικής. Μάλιστα, οι εκάστοτε διαπιστώσεις των δύο πλευρών επηρεάζονται από ιδεολογικές εμμονές, έντονη συναισθηματική φόρτιση και την εύλογη ψυχολογική αντανάκλαση που επιφέρει η «μυθολογία» των πολεμικών συγκρούσεων (και δη εκείνων που παρέμειναν πρακτικά αμφίσημες).
Ωστόσο, μέχρι το τέλος του 1987, όταν υποτίθεται ότι οι Κουβανοί και οι Ανγκολέζοι είχαν επιτύχει τη μεγάλη νίκη τους, έκαναν ήδη λόγο για ειρήνη στην Ανγκόλα, με τα σοβιετικά στηρίγματά τους να δηλώνουν ανοικτά ότι ο πόλεμος δεν θα μπορούσε να κερδηθεί.
Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, ένας από τους όρους των Κουβανών ήταν να τους επιτραπεί να προβούν σε «μια αξιότιμη απόσυρση από τον πόλεμο», ασυνήθιστη πράγματι απαίτηση, τουλάχιστον για τον «ηρωικό» νικητή μιας αναμέτρησης.
Βέβαιο γεγονός είναι πως οι Κουβανοί γνώριζαν ότι έχαναν τον πόλεμο, αλλά δεν θέλησαν να αποσυρθούν από την Ανγκόλα βυθισμένοι στην ντροπή. Οι Νοτιοαφρικανοί, που ήσαν
οι πραγματικοί νικητές στην εκστρατεία του Κίτο, συνειδητοποίησαν ότι η γνωστοποίηση των πραγματικών γεγονότων σε εκείνο το λεπτό στάδιο των διαπραγματεύσεων ειρήνης
θα ταπείνωνε τους Κουβανούς και τα σοβιετικά στηρίγματά τους, με αποτέλεσμα ενδεχομένως να αποστείλουν ακόμα
περισσότερα στρατεύματα στην Ανγκόλα σε μιαν ύστατη προσπάθεια διάσωσης της φήμης τους. Η κατάδειξη των Κουβανών ως φανφαρόνων και ψευδολόγων μπολσεβίκων δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν ουσιώδη στρατηγικό σκοπό της Πραιτώρια.
Οι δυνάμεις των Νοτιοαφρικανών και της UNITA καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου
ποτέ δεν κατέλαβαν το Κίτο Κουαναβάλε, αλλά επέμειναν εμφατικά ότι δεν υπήρξε ποτέ πρόθεσή τους να κάνουν κάτι τέτοιο. Αντίθετα, υποστήριξαν ότι επέφεραν τεράστιες και δυσβάστακτες απώλειες στους Κουβανούς και στις FAPLA, καθώς και ότι ολοκλήρωσαν τον αντικειμενικό τους σκοπό, δηλαδή να αποκρούσουν την επίθεση ενάντια στα ερείσματα της UNITA στη νοτιοανατολική Ανγκόλα.
Ωστόσο, από την πλευρά τους οι Κουβανοί και οι FAPLA προσμετρούν ως δική τους νίκη την αποτυχία των Νοτιοαφρικανών να καταλάβουν την πόλη, αλλά και ως θρίαμβο την πράγματι αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα των στρατευμάτων τους στον αδιάκοπο σφοδρό νοτιοαφρικανικό βομβαρδισμό. Καθ’ όλη την εκστρατεία, οι Νοτιοαφρικανοί ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί, αφού είχαν εμπλακεί σε έναν ακήρυκτο πόλεμο και μάλιστα χωρίς συμμάχους στη Δύση, με αποτέλεσμα να αποφεύγουν συστηματικά από κάθε είδους δημόσιες δηλώσεις κατά την εξέλιξη του πολέμου.
Το γεγονός αυτό έδωσε στους Κουβανούς και στους Ανγκολέζους ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα στον πόλεμο της προπαγάνδας. Η SADF δεν μπορούσε να αποκαλύψει ότι είχε διαθέσει μόνο μια μικρή μάχιμη δύναμη με λιγότερους από 4.000 ελαφρά. εξοπλισμένους άνδρες στην Ανγκόλα, αφού κάτι τέτοιο θα αποκάλυπτε τις αδυναμίες της στον εχθρό.
Η ανώτερη εκπαίδευση και η τακτική ικανότητα της SADF είχαν πείσει Κουβανούς και Ανγκολέζους ότι αντιμετώπιζαν μια μεγάλη και βαρύτατα εξοπλισμένη δύναμη. Ετσι, εύλογα η όποια δημοσιοποίηση των γεγονότων εκ μέρους της Νότιας Αφρικής είχε έμμεσο και περιορισμένο χαρακτήρα .
[«Εάν για τη Νότια Αφρική σήμαινε ήττα η απώλεια 31 ανδρών, τριών αρμάτων μάχης, πέντε τεθωρακισμένων οχημάτων και τριών αεροσκαφών, τότε χάσαμε! Εάν για τις FAPLA και τους Κουβανούς σήμαινε νίκη η απώλεια 4.600 ανδρών, 94 αρμάτων μάχης, 100 τεθωρακισμένων οχημάτων, 9 αεροσκαφών και άλλου σοβιετικού εξοπλισμού, η αξία του οποίου εκτιμήθηκε περισσότερη του ενός δισεκατομμυρίου ραντ, τότε κέρδισαν εκείνοι!»- Συνταγματάρχης Ντην Φερέιρα, διοικητής των δυνάμεων της SADF στην Ανγκόλα (επίσημο περιοδικό της SADF «Paratus», τεύχος Μαρτίου 1989, σελίδα 14).]
Οπως κατέγραψε αργότερα με σαφήνεια ο άμεσα εμπλακείς Αμερικανός Υφυπουργός Εξωτερικών για τις Αφρικανικές Υποθέσεις Τσέστερ Άρθουρ Κρόκερ: «…στις αρχές του Οκτωβρίου η επίθεση των Σοβιετικών και των FAPLA συνετρίβη στον ποταμό Λάμπα κοντά στη Μαβίνγκα. Μετατράπηκε σε μια απερίσκεπτη υποχώρηση πέρα από 120 μίλια, πίσω στο αρχικό σημείο προώθησης, στο Κίτο Κουαναβάλε. Σε μερικές από τις πιο αιματηρές μάχες ολόκληρου του εμφυλίου πολέμου, μια συνδυασμένη δύναμη περίπου 8.000 μαχητών της UNITA και 4.000 ανδρών της SADF κατέστρεψε μια ταξιαρχία των FAPLA και πολλές άλλες μικρότερες μονάδες και υπομονάδες των FAPLA, από μια συνολική δύναμη περίπου 18.000 που συμμετείχαν στην τριαξονική επίθεση. Οι εκτιμήσεις των απωλειών των FAPLA κυμαίνονται σε περισσότερους από 4.000 νεκρούς και τραυματίες. Αυτή η επίθεση υπήρξε από την έναρξη έως το τέλος της μια καθαρά σοβιετική επιχιρησιακή σύλληψη.
Ανώτατοι και ανώτεροι Σοβιετικοί αξιωματικοί διεδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στη σχεδίαση και διενέργειά της. Περισσότεροι από χίλιοι Σοβιετικοί σύμβουλοι διατέθηκαν στην Ανγκόλα το 1987 προκειμένου να βοηθήσουν στον πόλεμο, ταυτόχρονα με τη μεγαλύτερη εφοδιαστική προσπάθεια της Μόσχας μέχρι σήμερα στην χώρα αυτή :
Παραδόθηκε υπεράφθονο στρατιωτικό υλικό με κόστος κατά προσέγγιση 1,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οταν οι FAPLA κατέρρευσαν και οδηγήθηκαν σε μια φρενήρη και αποδιοργανωμένη υποχώρηση, τεράστιες ποσότητες σοβιετικού εξοπλισμού καταστράφηκαν ή περιήλθαν στα χέρια της UNITA και της SADF. Η στρατιωτική εκστρατεία του 1987 αντιπροσωπεύει επίσης μια ιλιγγιώδη ταπείνωση για τη Σοβιετική Ενωση, για τα όπλα της και τη στρατηγική της.
Οι FAPLA χρειάστηκαν ένα έως δύο χρόνια προκειμένου να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους και να ανασυγκροτηθούν. Επιπλέον, η στρατιωτική καταστροφή της Ανγκόλας απείλησε την ίδια την κρατική της υπόσταση και την ύπαρξή της. Από τα μέσα Νοεμβρίου, οι δυνάμεις της UNITA και της SADF είχαν καταστρέψει το αεροδρόμιο του Κίτο Κουαναβάλε και είχαν καθηλώσει με τα πυρά τους χιλιάδες μαχητές των μονάδων των FAPLA, οι οποίες έμειναν προσκολλημένες στις αμυντικές περιμέτρους της πόλης».
Η συμβολή της Κούβας ήταν αναμφίβολα ιδιαίτερα κρίσιμη, δεδομένου ότι παρείχε στο MPLA όλες τις απαιτούμενες ουσιαστικές ενισχύσεις, πόσης φύσεως στρατιωτικό υλικό, αλλά και τη σχεδίαση, τη διοίκηση και τον έλεγχο τον επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, τομείς στους οποίους η γνώση και η εμπειρία του MPLA ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι για μια σχετικά μικρή χώρα όπως η Κούβα, η ανάπτυξη 50.000 ανδρών είναι το αντίστοιχο της ανάπτυξης εκ μέρους των ΗΠΑ μιας δύναμης 1.250.000 ανδρών.
Η κουβανική κυβέρνηση παρουσίασε την υπεράσπιση του Κίτο Κουαναβάλε ως επιτακτικό καθήκον του «αντιιμπεριαλιστικού και αντιρατσιστικού αγώνα». Κατά τους Κουβανούς «…μια ενδεχόμενη ολοκληρωτική νοτιοαφρικανική νίκη θα είχε σημάνει όχι μόνο τη συνακόλουθη κατάληψη της πόλης, αλλά και την καταστροφή των καλύτερων στρατιωτικών σχηματισμών της Ανγκόλας, ίσως και το τέλος της ύπαρξής της ως ανεξάρτητης χώρας».
Ασχέτως από το ποια πλευρά υπήρξε εν τέλει ο γνήσιος τακτικός ή στρατηγικός νικητής, η μάχη σηματοδότησε μια κρίσιμη καμπή στον ρου των γεγονότων στη νότια Αφρική.
Το 1988, μετά από τη μάχη του Κίτο Κουαναβάλε, η Νότια Αφρική και η Κούβα συμφώνησαν για την απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Ανγκόλα. Επίσης, το 1990,
η Ναμίμπια κέρδισε την ανεξαρτησία της από τη Νότια Αφρική. Ετσι, μερικοί αναλυτές ισχυρίζονται πως η μάχη φαίνεται ότι συνέτεινε στην επιτάχυνση της πτώσης της λευκής κυβέρνησης του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, μάλιστα δε έχει επανειλημμένα χαιρετηθεί ως το «Αφρικανικό Στάλινγκραντ του Απαρτχάιντ».
Σε ομιλία του στην Αβάνα τον Ιούλιο του 1991, ο Νέλσον Μαντέλα δήλωσε: «Ο κουβανικός λαός κατέχει μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές των ανθρώπων της Αφρικής.
Οι Κουβανοί διεθνιστές έχουν τεράστια συμβολή στην αφρικανική ανεξαρτησία, η αγάπη τους για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη είναι ασύγκριτες και διαθέτουν τον πιο ανιδιοτελή χαρακτήρα. Εμείς στην Αφρική χρησιμοποιούμαστε πάντοτε ως θύματα των χωρών που θέλουν να διαμοιράσουν το έδαφος μας ή να υπονομεύσουν την κυριαρχία μας.
Είναι μοναδικό γεγονός στην αφρικανική ιστορία η ύπαρξη ενός άλλου λαού που ξεσηκώνεται για να υπερασπίσει έναν από εμάς. Η ήττα του στρατού του Απαρτχάιντ ήταν μια έμπνευση για τον αγωνιζόμενο λαό στη Νότια Αφρική! Χωρίς την ήττα στο Κίτο Κουαναβάλε, οι οργανώσεις μας θα είχαν απαγορευθεί. Η ήττα του ρατσιστικού στρατού στο Κίτο Κουαναβάλε κατέστησε δυνατό το να είμαι εδώ σήμερα!
Το Κίτο Κουαναβάλε ήταν ένα ορόσημο στην ιστορία του αγώνα για τη νοτιοαφρικανική απελευθέρωση!».
Εκτός από τις προπαγανδιστικές μεγαλοστομίες και τη διεξαγωγή ευρείας κλίμακας ψυχολογικών επιχειρήσεων, υπάρχουν μετρήσιμα στρατιωτικά δεδομένα τα οποία δεν επιδέχονται εξωραϊσμό: κατά την εξέλιξη του αγώνα, οι FAPLA υπέστησαν μια από τις χειρότερες ήττες που έχουν συμβεί σε έναν στρατό μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η παρέμβαση της SADF (επιχείρηση «Modular») άρχισε συγκρατημένα (δεδομένου ότι η UNITA προσπάθησε να επιτείνει την αντίστασή της ενάντια στους εισβολείς στο Κουάντο Κουμπάνγκο, τον Αύγουστο), αλλά συνεχίστηκε μεθοδικά, κλιμακούμενη τον Σεπτέμβριο, καθώς το νοτιοαφρικανικό πυροβολικό απέκρουσε δύο προσπάθειες διάβασης του ποταμού Λόμπα εκ μέρους των FAPLA. Τέλος, οι νοτιοαφρικανικές μηχανοκίνητες δυνάμεις επενέβησαν για να εκμηδενίσουν μία από τις δυνάμεις εκστρατείας των FAPLA κατά τις μάχες στις 3-4 Οκτωβρίου.
Αυτή η ήττα ακολουθήθηκε από την απόσυρση των FAPLA προς το Κίτο Κουαναβάλε,
το οποίο τέθηκε σε πολιορκία από τη UNITA και βομβαρδίστηκε από τους Νοτιοαφρικανούς στις επιχειρήσεις «Hooper» και «Packer». Συγχρόνως, η UNITA είχε σημαντικά κέρδη στην ευρύτερη περιοχή του κεντρικού οροπεδίου και του «Σιδηροδρόμου της Μπενγκουέλα»,
το μεγαλύτερο μέρος της οποίας επανακτήθηκε πολύ αργότερα από τις FAPLA και με μεγάλο κόστος. Ματαιώνοντας κάθε προσπάθεια να διορθώσουν την κατάσταση στο κέντρο και στην ανατολή, οι FAPLA και οι Κουβανοί ανακατένειμαν τις δυνάμεις τους στη νοτιοδυτική Ανγκόλα, στα σύνορα με τη Ναμίμπια, όπου συνέχισαν να εμπλέκονται με τη SADF μέχρις ότου καμφθούν αποφασιστικά στις 26-27 Ιουνίου 1988, στην Τετσίπα της επαρχίας Κουνένε.
Μετά από αυτή τη μάχη, οι Κουβανοί πείστηκαν πλέον ότι κάθε περαιτέρω στρατιωτική αντιπαράθεση με τη SADF ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, οπότε προώθησαν μια συστηματική προπαγάνδα και μια εκτεταμένη διπλωματική εκστρατεία για να καλύψουν τις οπισθοδρομήσεις και τις απώλειές τους. Επίσης, αποφάσισαν προφανώς να αφήσουν στην τύχη του το MPLA, αποδεχόμενοι, αμέσως μετά τη συνεννόηση με τις ΗΠΑ, την πρόταση η οποία και οδήγησε στην ανεξαρτησία της Ναμίμπια, με αντάλλαγμα την απόσυρση και των κουβανικών στρατευμάτων από την Ανγκόλα.
Σύμφωνα με τους μαρξιστές ή και σοβιετόφιλους αναλυτές, η μάχη του Κίτο Κουαναβάλε έχει δήθεν «περιθωριοποιηθεί « στην επικρατούσα (πλέον) δυτική στρατιωτική βιβλιογραφία, όπου συχνά αγνοείται, σχεδόν σαν να μην είχε συμβεί ποτέ. Εντούτοις,
η βαρύνουσα σημασία της μάχης δεν μπορεί να διαγράφει από την όποια σοβαρή ιστορική προσέγγιση, καθώς σηματοδοτεί αδιαμφισβήτητα μια κρίσιμη καμπή στην προσπάθεια ενάντια στο Απαρτχάιντ.
Στην υποσαχάρια Μαύρη Αφρική -ιδιαίτερα στη σημερινή Νότια Αφρική- η μάχη κατέχει θρυλική θέση. Θεωρείται η επισφράγιση της καταστροφής του Απαρτχάιντ,
η «κατατρόπωση» της SADF που άλλαξε οριστικά την ισορροπία ισχύος στην περιοχή και οριοθέτησε την πτώση της λευκής διακυβέρνησης στη Νότια Αφρική. Για τον λόγο αυτόν,
η μάχη συνεχίζει να αναφέρεται συχνά σε διάφορα επίσημα αφρικανικά κρατικά μέσα ως το «Αφρικανικό Στάλινγκραντ», ως το πλέον αποφασιστικό γεγονός που εξοβέλισε τον στόχο της Πραιτώριας για περιφερειακή ηγεμονία (μια στρατηγική ζωτικής σημασίας για την υπεράσπιση και τη συντήρηση του Απαρτχάιντ) αλλά και οδήγησε άμεσα στην ανεξαρτησία της Ναμίμπιας.
Παρά ταύτα, σε μια «έκρηξη» ειλικρίνειας, ο έγκριτος Σοβιετικός στρατιωτικός αναλυτής Μιχαήλ Πονομόρωφ έγραψε στο επίσημο έντυπο του Ερυθρού Στρατού «Ερυθρός Αστέρας»: «Οι λαϊκές απελευθερωτικές ένοπλες δυνάμεις της Ανγκόλας δεν ήταν σε θέση να νικήσουν αποφασιστικά τον εχθρό και να τον οδηγήσουν εκτός του εδάφους της χώρας, ούτε ακόμη και με τη βοήθεια των Κουβανών. Το αποτέλεσμα ήταν ειλικρινά ένα αδιέξοδο» (τεύχος 20ής Μαϊου 1988).
Η μετρήσιμη και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα είναι απόλυτα σαφής: Ύστερα από ιδιαίτερα ισχυρή στρατιωτική παρουσία 13 ετών στην Ανγκόλα, οι Κουβανοί δεν είχαν επιτύχει τον στόχο τους να συντρίψουν τη UNITA και να εισέλθουν στη Ναμίμπια ως «απελευθερωτές από τον ρατσιστικό ζυγό». Είχαν υποτιμήσει υπερβολικά τους Νοτιοαφρικανούς, ανακαλύπτοντας εκ των υστέρων με τεράστιο κόστος σε έμψυχο και άψυχο υλικό ότι οι αντίπαλοί τους δεν ήταν «παρακμασμένοι ρατσιστές πλουτοκράτες», αλλά καλά εκπαιδευμένοι και εξοπλισμένοι στρατιώτες, με ακλόνητο ηθικό και σφοδρή μαχητικότητα.
Εάν είχαν μπει στον κόπο να μελετήσουν τη στρατιωτική ιστορία της Νότιας Αφρικής,
ίσως να είχαν διαπιστώσει ότι οι πρόγονοι αυτών των μαχητών, οι Μπόερς, είχαν αντισταθεί λυσσαλέα στο σύνολο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Μπόερς, αφού χρειάστηκαν 450.000 Βρετανοί στρατιώτες, επί τρία έτη, προκειμένου να καταβάλουν μιαν ακατάβλητη δύναμη περίπου 20.000 ατρόμητων Μπόερς.
