Η απόκοσμη Σιβαϊτική Παρακμή της Δύσης

Ο Καταστροφέας ινδικός θεός  Σίβα εικονιζόμενος ως  «Ναταράτζα» που κυριολεκτικά σημαίνει στα σανσκριτικά «Ο Άρχοντας του Χορού» και αντιπροσωπεύει τον κοσμικό χορό του . Ο Σίβα εκτελεί αυτόν τον χορό για να καταστρέψει ένα ήδη κουρασμένο σύμπαν και να το προετοιμάσει για τον Δημιουργό Θεό Μπράχμα, ώστε  να ξεκινήσει η διαδικασία της αναδημιουργίας. (Ο Σίβα είναι μέρος της Θείας Τριάδος του Ινδουισμού, μαζί με τον Δημιουργό – Μπράχμα  και τον Προστάτη – Συντηρητή Βισνού).

Πίσω από τη σύλληψη της ιδέας του Σίβα ως Nαταράτζα βρίσκεται ένας ενδιαφέρον και γλαφυρός μύθος: Μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος στη Νότια Ινδία κατοικούσαν πλήθη από αιρετικούς σοφούς – μάγους. Προς τα εκεί προχώρησε ο Σίβα για να τους   αντικρούσει, συνοδευόμενος από τον Βισνού (θεό προστάτη των Πολεμιστών – Αρχόντων Ξατρίγιας) μεταμφιεσμένο σε μια πολύ όμορφη γυναίκα. Οι σοφοί άρχισαν να διαφωνούν βιαίως μεταξύ τους, αλλά σύντομα ο θυμός τους στράφηκε προς τον Σίβα και προσπάθησαν να τον καταστρέψουν με διάφορα ξόρκια. Μια τρομακτική τίγρης δημιουργήθηκε μέσα από τις φλόγες της θυσιαστηρίου πυράς και όρμησε εναντίον του, αλλά αυτός, χαμογελώντας ευγενικά, την έπιασε και με το νύχι του μικρού του δαχτύλου έγδαρε το δέρμα της και το τύλιξε επάνω του σαν ένα  μεταξωτό ρούχο! Χωρίς να αποθαρρυνθούν οι σοφοί, ανανέωσαν τις προσφορές τους και δημιούργησαν ένα τερατώδες ερπετό, το οποίο ο Σίβα επίσης έπιασε και το τύλιξε στο λαιμό του σα γιρλάντα. Τότε, άρχισε να χορεύει, οπότε, εξαπέλυσαν εναντίον του ένα ακόμη τέρας με τη μορφή μοχθηρού νάνου. Τότε, ο θεός πάτησε με το πόδι του πάνω του και έσπασε την πλάτη του θλιβερού πλάσματος, κάνοντας το να σπαρταράει στο έδαφος κι έτσι, με τον τελευταίο του αντίπαλο στο έδαφος, ο Σίβα συνέχισε να χορεύει.

Ο Ναταράτζα  χορεύει με τέσσερα χέρια, περίκλειστος μέσα σε έναν κύκλο φλόγας. Με το ένα δεξί του χέρι σηκωμένο, παίζει τύμπανο, που αντιπροσωπεύει την αρχική δημιουργική δύναμη, πάνω στην οποία παράγει τους κραδασμούς απ΄όπου εκπηγάζουν οι ρυθμοί και οι κύκλοι της δημιουργίας. Το άλλο δεξί του χέρι βρίσκεται στη θέση  «στάση της αφοβίας»  («αμπάχαγια μουντρά») με την οποία προσφέρει προστασία στους πιστούς. Στο ένα από τα αριστερά του χέρια κρατά την ιερή φλόγα της θυσιαστικής φωτιάς και καταστροφής της άγνοιας. Το άλλο αριστερό χέρι είναι στη στάση «στάση του ραβδιού» («ντάντα μουντρά») παράλληλο με το ανασηκωμένο αριστερό πόδι, σχηματίζοντας  ένα ευλογημένο καταφύγιο για όσους αναζητούν την χάρη του. Το δεξί πόδι βρίσκεται επάνω στον δαιμονικό, οκνηρό, αμνήμονα και πλανημένο, φρενοβλαβή νάνο «Απασμάρα», σύμβολο της ανθρώπινης κακίας και άγνοιας. Η έκφραση της ειρήνης και αταραξίας στο πρόσωπό του Θεού και το χαμόγελό του με τα λαμπερά μάτια εκπέμπουν δύναμη και καλοσύνη.

Τα φίδια που περιβάλλουν τα χέρια του υποδηλώνουν ότι ο Σίβα είναι πέρα από το θάνατο και τα δηλητήρια. Η φιγούρα του Ναταράτζα δείχνει τον Σίβα ως την πηγή τξς αέναης κίνησης μέσα στον κόσμο, που αντιπροσωπεύεται από τον κύκλο των φλογών. Σκοπός του χορού είναι να απαλλάξει τον άνθρωπο από την ψευδαίσθηση. Το μέρος όπου εκτελείται αυτός ο χορός πιστεύεται ότι είναι ταυτόχρονα το κέντρο του σύμπαντος αλλά και μέσα στην ανθρώπινη καρδιά. Το χαμόγελό του υποδηλώνει μιαν αδιατάρακτη υπέρβαση. Στον ατέρμονα χορό του Θεού κρύβεται μια βαθιά κατανόηση και κυριαρχία του σύμπαντος μας.

Ο Ναταράτζα είναι ο Σίβα με τη μορφή του Άρχοντα του Χορού. Αντιπροσωπεύει τη συνδυασμένη δύναμη της δυναμικής παγκόσμιας ενέργειας και του αφυπνισμένου Δημιουργού Μπράχμα. Είναι η πηγή όλης της ζωής, της δραστηριότητας και της δόνησης. Ο χορός του, (ο Ταντάβα), είναι ο χορός της δημιουργίας. Ο κύκλος της φωτιάς που τον περιβάλλει είναι η πρωταρχική του ενέργεια που ρέει έξω από αυτόν και ξανά μέσα του. Ο χορός του είναι ρυθμικός, τακτικός και τέλειος. Είναι ο Rtam (ρυθμός) της θεϊκής τελειότητας, της Αρμονίας που κρύβεται σε ολόκληρο το σύμπαν ως λεπτή δόνηση ή υποκείμενο ζείδωρο ρεύμα. Εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε πολλά πράγματα, στην κανονικότητα των εποχών, στην κίνηση των πλανητών, στην κυκλική φύση της δημιουργίας κα της κατασροφής, στους φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς νόμους του σύμπαντος μας, στους βιορυθμούς του σώματός μας και στην ίδια τη  σύσταση των κυττάρων μας. Οτιδήποτε μπορεί να μας φαίνεται ως χωριστά μέρη μιας εικόνας δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση που προκύπτει λόγω της ατελούς εμπειρίας μας. Η ενέργεια («Σάκτι») που εκδηλώνεται έξω από αυτόν ως δακτύλιος φωτιάς δεν είναι ξεχωριστή από αυτόν, καθώς δεν μπορεί να συγκρατηθεί ή να επιβιώσει χωρίς αυτόν. Το ίδιο και o Aπασμάρα κάτω από τα πόδια του. Το κατώτερο δαιμονικό ον δεν είναι ξεχωριστό από τον Σίβα. Συνδέεται με αυτόν καθώς και με την υπόλοιπη δημιουργία.

Η ιδέα ότι υποφέρει όταν συνθλίβεται από τα πόδια του Σίβα είναι μια ψευδαίσθηση του μυαλού μας, μια προβολή της σκέψης μας και μια ιδέα που υπάρχει στο μυαλό μας γιατί όταν κοιτάμε την εικόνα του Ναταράτζα, ως περιορισμένα όντα, αυτοπροσδιοριζόμαστε με τον Aπασμάρα που βρίσκεται στα πόδια του, αλλά όχι με τον Σίβα, τον χορευτή. Ο κύκλος της ενέργειάς του ξεκινά από εκεί και επίσης τελειώνει εκεί. Εκεί κρύβεται το μείζον μυστήριο. Το σύνολο της εικόνας είναι μια διαβεβαίωση για εμάς ότι η Δημιουργία δεν αποτελεί ένα χαοτικό και τυχαίο φαινόμενο, αλλά μια καθοδηγούμενη και ρυθμική κίνηση, υπό την κυριαρχία και τον έλεγχο του Αιώνιου Θεϊκού Εαυτού, όπως μπορούμε εμείς να γίνουμε κύριοι των κινήσεων και της δράσης μας, απελευθερώνοντας τον εαυτό μας από τους περιορισμούς της μικρότητας και της πλάνης.

Η εικόνα του Nαταράτζα δε συμβολίζει απλά κάποιο επεισόδιο στη μυθική ζωή μιας τοπικής θεότητας, αλλά μια παγκόσμια θεώρηση μέσα από την οποίαν οι δυνάμεις της φύσης και οι προσδοκίες και περιορισμοί του ανθρώπου αντιπαρατίθενται και αναμειγνύονται μεταξύ τους.Τα κτυπήματα των τυμπάνων του χρόνου ηχούν ασταμάτητα για τη Δύση, αυτόν τον κάποτε δυναμικό γίγαντα που τώρα είναι τυλιγμένος σε έναν μανδύα παρακμής. Ένα βαθύτατα αποκαλυπτικό και ποιητικό  έργο, μια ελεγεία σε πεζό λόγο, γραμμένο από τον φωτισμένο σοφό Όσβαλντ Σπένγκλερ, η ξακουστή «Παρακμή της Δύσης» φωνάζει από την απεραντοσύνη του παρελθόντος, και σκοπός μου είναι να αποκαλύψω το φάντασμά της που μας στοιχειώνει την μακριά νύχτα μας. «Όλα όσα βλέπουμε ή μας φαίνονται, δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σε ένα όνειρο», έγραψε κάποτε ο Αμερικανός συγγραφέας του φανταστικού Έντγκαρ Άλαν Πόε, απεικονίζοντας το εφήμερο μεγαλείο της Δύσης μέσα στο ατελείωτο όνειρο του χρόνου.

Στις κάποτε λαμπρές αίθουσες του Δυτικού πολιτισμού, τώρα βασιλεύει μια καταθλιπτική  σιωπή. Οι αντηχήσεις του παρελθόντος – οι μεγάλες φιλοσοφίες, η τέχνη, οι δόξες της Αθήνας και της Ρώμης – είναι απλώς ξεψυχισμένοι ψίθυροι που πνίγονται από την θορυβώδη ορμή του χρόνου και την αναπόφευκτη πτώση των πολιτισμών. Όπως παρατηρεί με οξυδέρκεια ο Σπένγκλερ, υπάρχει στον κόσμο ένας αναπόφευκτος ρυθμός, παρόμοιος με την άμπωτη και την πλημμυρίδα των παλιρροιών του ωκεανού. Όλοι οι πολιτισμοί, σαν να συμβαδίζουν με κάποιον παντοδύναμο ουράνιο αγωγό, ανεβαίνουν, κορυφώνονται και στη συνέχεια καταρρέουν στις ακτές του σκοταδιού. Έτσι, χαράσσεται η τροχιά της Δύσης. «Βαθιά μέσα σε αυτό το σκοτάδι που κοιτούσα προσεκτικά, στάθηκα εκεί αμφιβάλλοντας για πολύ καιρό, αναρωτώμενος, φοβούμενος, ονειρευόμενος όνειρα που κανένας θνητός δεν τόλμησε ποτέ να ονειρευτεί», συλλογίζεται ο Πόε στο «Το Κοράκι», ίσως μια εύστοχη αντανάκλαση του πολιτιστικού τερματισμού της ημέρας που υποδεικνύει ο Σπένγκλερ.

Ένας τέτοιος πολιτισμός γεννιέται από τη μήτρα ενός μοναδικού τοπίου, ενός μοναδικού περιβάλλοντος. Η βρεφική του ηλικία είναι μια εποχή μυστικισμού και εγγύτητας με το έδαφος. Η εξέλιξη του χρόνου μαρτυρά την ωρίμανση αυτού του όντος σε έναν πολιτισμό. Όπως αναπτύσσεται το ανθρώπινο σώμα, το ίδιο συμβαίνει και με τις πνευματικές ικανότητες. Η θρησκεία εξελίσσεται σε φιλοσοφία, η τέχνη γίνεται ο καθρέφτης της ψυχής. Η εποχή των ηρώων αντικαθίσταται από αυτήν της λογικής. Σαν την άνθιση ενός εύοσμου πανέμορφου τριαντάφυλλου, αυτό σηματοδοτεί την κορύφωση της πολιτιστικής ανάπτυξης.

Ωστόσο, όπως κάθε τριαντάφυλλο είναι καταδικασμένο να μαραθεί, έτσι είναι και κάθε πολιτισμός. Η φθορά του χρόνου είναι τόσο πραγματικότητα όσο και η μεταφυσική αντίληψη της ίδιας της ύπαρξης. Έτσι, εισάγουμε στην έννοια του πολιτισμού την παρακμή του, ένα στάδιο που αντιπροσωπεύει τη γήρανση, το μαρασμό ενός πολιτισμού. Εδώ, το τριαντάφυλλο αρχίζει να χάνει την άνθιση του. Το μυαλό και η ψυχή, που κάποτε άνθισαν τόσο μεγαλοπρεπώς, αρχίζουν να μαραίνονται. Το πνεύμα της Δύσης, που κάποτε προσωποποιούνταν από τη ζωντάνια της τέχνης της, το βάθος της σκέψης της και τη δύναμη των ηρώων της, αρχίζει να ξεθωριάζει στα χρονικά της ιστορίας. «Τα όρια που χωρίζουν τη Ζωή από τον Θάνατο είναι στην καλύτερη περίπτωση σκιώδη και ασαφή. Ποιος θα πει πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο;» Τα λόγια του Πόε στο πεζό του ποίημά «Εύρηκα» περικλείουν το εσπέρας των πολιτισμών όπως ευστοχώτατα παρατηρήθηκε από τον Σπένγκλερ.

Μέσα από το μυστηριώδες πέπλο του «Εύρηκα», ο Πόε ξεδιπλώνει το δικό του κοσμολογικό όραμα, ένα αλχημικό μείγμα επιστήμης, φιλοσοφίας και μεταφυσικής. Στον στοχασμό του, συλλογίζεται την ασταμάτητη ροή του κόσμου, έναν ατελείωτο χορό δημιουργίας, γένεσης, καταστροφής και λήθης, ανακαλώντας εικόνες που θυμίζουν την κυκλική εξέλιξη της ζωής και του θανάτου, της άνθισης και της φθοράς. Αυτός ο στοχασμός, ερμηνευμένος υπό το ατμοσφαιρικό φως των κεριών της λογοτεχνικής μεταφοράς, ευθυγραμμίζεται έντονα με την έννοια της μετενσάρκωσης – τη γέννηση, τον θάνατο και την αναγέννηση της ψυχής στον ατελείωτο κύκλιο χορό της ύπαρξης.

Καθώς ο πολιτισμός γερνάει, η πόλη κατακλύζει την ύπαιθρο. Ψυχές που κάποτε ήσαν ελεύθερες και ανοιχτές όπως οι κυματιστές πεδιάδες, τώρα περιορίζονται μέσα σε τοίχους από πέτρα και χάλυβα. Ο υλισμός σφετερίζεται το πνευματικό και ο δυναμισμός της κοινωνίας φθίνει. Ο πλούτος και η δύναμη γίνονται οι μόνες αναζητήσεις, αντικαθιστώντας τις διανοητικές και πνευματικές αναζητήσεις. Εδώ ξεδιπλώνεται η τραγωδία της Δύσης, σε έναν πίνακα τόσο ζοφερό όσο αυτός που ζωγραφίστηκε από το μακάβριο χέρι του ίδιου του θανάτου. «Τρελάθηκα, με μεγάλα μεσοδιαστήματα φρικτής λογικής», έγραψε ο Πόε, συμβολίζοντας την πολιτιστική απογοήτευση που σηματοδοτεί την έναρξη της παρακμής.

Ωστόσο, σε αυτή τη θλιβερή αφήγηση, η απελπισία δεν είναι απόλυτη. Γιατί όπως έχει γράψει ο ίδιος ο Πόε, «δεν υπάρχει εξαιρετική ομορφιά χωρίς κάποια παραδοξότητα στην αναλογία». Η Παρακμή της Δύσης, ενώ είναι μια ιστορία ανησυχίας και απελπισίας, είναι επίσης μια ιστορία αναπόφευκτου και μετάβασης, ένας κυκλικός χορός του θεού Σίβα στον μελωδικό ρυθμό της ίδιας της ύπαρξης. Γιατί από τις στάχτες του παλαιού, θα αναδυθεί το νέο και το τραγούδι της ζωής θα συνεχίσει να ακούγεται, ατελείωτο και αιώνιο. «Αυτή η ηδονή που είναι ταυτόχρονα η πιο αγνή, η πιο αναβαθμιστική και η πιο έντονη, υποστηρίζω πως προέρχεται από την ενατένιση του ωραίου», μας υπενθυμίζει ο Πόε, προτρέποντάς μας να βρούμε ομορφιά ακόμη και στα ετοιμόρροπα οικοδομήματα των κάποτε μεγαλοπρεπών τοπίων.

Μέσα στην φασματική χορογραφία του Σίβα, του σεβαστού «Άρχοντα του Χορού», ξεδιπλώνεται ένα φαντασμαγορικό πανόραμα του αδιάκοπου κυματισμού του σύμπαντος. Αυτή η παράσταση είναι ένας γοτθικός πίνακας, που απεικονίζει τη δημιουργία μέσα από ένα συμβολικό τύμπανο, την προστασία μέσω μιας γαλήνιας στάσης και την καταστροφή που απεικονίζεται από μια καυτή φλόγα. Ταυτόχρονα, ένα πόδι που υψώνεται σηματοδοτεί απελευθέρωση, ενώ ένας συντετριμμένος νάνος αποτελεί παράδειγμα της θνητής ανοησίας. Ενσωματωμένος μέσα σε ένα φλογερό φωτοστέφανο, αυτός ο παλλόμενος χορός αντικατοπτρίζει τον ατελείωτο ρυθμό της ύπαρξης. Έτσι, ο Χορός του Σίβα, βυθισμένος στη μελαγχολική ομορφιά, είναι μια διαχρονική συμφωνία γέννησης, ζωής, θανάτου και αναγέννησης, μια ζωντανή αντανάκλαση του ρυθμού του σύμπαντος κόσμου.

Το κάποτε λαμπρό τριαντάφυλλο της Δύσης, όπως φαίνεται, είναι τώρα μόνο μια σκιά του παλιού του εαυτού. Τα πέταλά του, κάποτε λαμπερά και γεμάτα μικροσκοπική ζωή, είναι τώρα ζαρωμένα κι άψυχα, μια απόδειξη της παροδικότητας όλων των πραγμάτων. Ωστόσο, αυτό δεν εμπνέει απελπισία, αλλά μάλλον μιαν ορθολογική αποδοχή. Ο ρυθμός που διευθύνει το παιχνίδι των πολιτισμών είναι πέρα ​​από την εμβέλεια των θνητών χεριών. Η Δύση είναι απλώς ένας παίκτης σε αυτό το μεγάλο μελόδραμα της ιστορίας και πρέπει να υποχωρήσει όταν ολοκληρωθεί ο ρόλος της. «Ακόμα και στον τάφο, δεν έχουν χαθεί όλα», είπε κάποτε ο Πόε, υποδεικνύοντας ότι ακόμη και στην πτώση της, το πνεύμα της Δύσης παραμένει.

Στη μεγάλη παράσταση της ιστορίας, ο Σπένγκλερ υποστηρίζει ότι η Δύση βρίσκεται τώρα στο λυκόφως της. Καθώς ο ήλιος δύει, κανείς δεν μπορεί παρά να θρηνήσει το πέρασμα της ημέρας. Ωστόσο, σ’ αυτό το πένθος, υπάρχει επίσης μια επιδοκιμαστική παραίτηση, ένας σεβασμός για το μεγαλείο που υπήρξε και για την ειρήνη που θα ακολουθήσει. «Όσοι ονειρεύονται την ημέρα γνωρίζουν πολλά πράγματα που διαφεύγουν από εκείνους που ονειρεύονται μόνο τη νύχτα», έγραψε ο Πόε, αναλογιζόμενος την παραπαίουσα χόβολη του Δυτικού πολιτισμού.

Τελικά, η ιστορία που λέγεται δεν αφορά στην πτώση της Δύσης, αλλά στην τροχιά της μέσα στο χρόνο – ένα ταξίδι που μοιράζονται όλοι οι πολιτισμοί οι οποίοι  έχουν κοσμήσει αυτή τη Γη. Στις διαφαινόμενες σκιές της αποδόμησης, υπάρχει μια μελαγχολική ομορφιά, μια ζοφερή θυσία για την καταστροφική θεά Κάλι. Μια θυσία διενεργούμενη στη μελωδία του επίμονου τυμπανοκρουστικού ρυθμού του χρόνου. Η ορχήστρα της ιστορίας είναι αδιάκοπη στον ρυθμό της, οπότε πρέπει να καλωσορίσουμε αυτήν την αλήθεια. «Έτσι, όντας νέος και βουτηγμένος στην τρέλα, ερωτεύτηκα τη μελαγχολία», έγραψε ο Πόε, με μιαν εύστοχη αντανάκλαση της ποιητικής μελαγχολίας την οποίαν εμπνέει η πραγματεία του Σπένγκλερ.

Στο μεγάλο κοσμικό θέατρο, ο χορός της Κάλι εμφανίζεται ως προέκταση του ρυθμικού στροβιλισμού του Σίβα. Συχνά επενδυόμενος με τον μανδύα της καταστροφής, ο ρόλος της Κάλι είναι ωστόσο πιο λεπτός. Ο χορός της, αν και άγριος, δεν αντηχεί απλώς τον «χορό της κοσμικής διάλυσης» του Σίβα. Αντίθετα, ενσωματώνει επίσης τις γενεσιουργές και θρεπτικές πτυχές του θείου. Ως Σάκτι,  πρωταρχική ενέργεια του χρόνου και του μετασχηματισμού, ο χορός της Κάλι μπορεί να θεωρηθεί ως ο μαέστρος που κατευθύνει τις μεταμορφώσεις του σύμπαντος μέσω των κυκλικών του διαδικασιών. Στην ουσία, ο θυελλώδης χορός της εκπληρώνει το δυναμικό που γεννήθηκε από τον χορό του άρχοντα Σίβα, οδηγώντας το σε μια γόνιμη ωρίμανση.

Η ζωή, όπως μας διδάσκει ο Σπένγκλερ, είναι ένας ατέρμων υπαρξιακός κύκλος – ένα αιώνιο τραγούδι, και μέσα σε κάθε νότα της μελωδίας του, ένας πολιτισμός γεννιέται, ανθίζει και σαπίζει. Ωστόσο, αυτή η ίδια η αποσύνθεση τροφοδοτεί τη γέννηση μιας νέας ζωής, νέων ηθικοπνευματικών και υλικοτεχνικών πολιτισμών. Όπως ακριβώς το σούρουπο ανοίγει το δρόμο για την άφιξη μιας νέας αυγής, έτσι και ο θάνατος ενός πολιτισμού προαναγγέλλει την άνοδο ενός άλλου. Ο κύκλος της γέννησης, της άνθισης, της παρακμής και του θανάτου είναι τόσο μέρος των πολιτισμών όσο και των ζωντανών οργανισμών. «Δεν είναι καθόλου παράλογη φαντασίωση ότι, σε μια μελλοντική ύπαρξη, θα βλέπουμε ως όνειρο αυτό που νομίζουμε ότι είναι η τωρινή μας ύπαρξη», συλλογίστηκε κάποτε ο Πόε, υπονοώντας την κυκλική φύση της ύπαρξης και τη σχέση της με τους πολιτισμούς.

Η ψυχή του λαού, κάποτε γεμάτη πνεύμα, με μιαν αρχέγονη σύνδεση με τη φύση και το θείο, εξελίσσεται και μεταμορφώνεται στη μηχανική μονοτονία της αστικής ύπαρξης. Ο υλισμός, η επιδίωξη της δύναμης, του πλούτου και της κυριαρχίας γίνονται το επίκεντρο, επισκιάζοντας τις πνευματικές και διανοητικές αναζητήσεις ενός πολιτισμού στην ακμή του. Οι πόλεις αναδύονται,  σαν μια απτή μαρτυρία της αλαζονικής κατάκτησης της γης από την ανθρωπότητα, καθώς η φύση υποχωρεί.

Ωστόσο, κάτω από αυτόν τον θρίαμβο βρίσκεται η τραγωδία της απώλειας – μια απώλεια σύνδεσης, μια απώλεια πνεύματος, μια απώλεια ψυχής. «Αγαπήσαμε με μιαν αγάπη που ήταν κάτι περισσότερο από αγάπη», ο αξέχαστος στίχος του Πόε φαίνεται να αντηχεί την χαμένη αγάπη για τη φύση και την πνευματικότητα.

Σε αυτή τη μακάβρια αλλά εμπνευσμένη ιστορία, ο Σπένγκλερ, σαν ένας μορφωμένος μαθητής του ήρεμου Φωτισμένου και Φωτιστή Ξατρίγια Πρίγκηπα Σιντάρτα, του Βούδα, αποκαλύπτει την αλήθεια του πεπρωμένου της Δύσης. Το λαμπρό κρεσέντο της προόδου, της φιλοσοφίας και της τέχνης έχει αρχίσει να κλονίζεται, βυθιζόμενο σε μιαν ελάσσονα κλίμακα. Το υπέροχο μεγάλο σονέτο της Δύσης εισέρχεται τώρα στις τελευταίες του στροφές. Όμως, υπάρχει μια αναγνώριση των ρυθμών και των κύκλων του κόσμου, μια κατανόηση της αιώνιας επανάληψης όλων των πραγμάτων. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη φιλοσοφία του Φρίντριχ Νίτσε, αυτό που επανέρχεται θα παίρνει πάντα μια διαφορετική μορφή και δεν θα είναι ποτέ το ίδιο δύο φορές.

Φανταστείτε ένα αδιάκοπο παιχνίδι, όπου κάποιος συνεχώς διασχίζει αμφίδρομα τον θρίαμβο και την ήττα, αντικατοπτρίζοντας την ιδέα του Νίτσε για την «αιώνια επιστροφή», την κοσμική επανάληψη – έναν ατελείωτο βρόχο των υψηλών και χαμηλών στιγμών της ζωής. Ωστόσο, αυτή η θεωρία, όσο απόκοσμη κι αν είναι, μπορεί να μην αποτυπώνει την αληθινή ουσία της ύπαρξης. Γιατί στην ανθρώπινη ζωή και στους πολιτισμούς, ενώ η ψυχή, ο αθάνατος πυρήνας, επιμένει, οι εκδηλώσεις της διαφέρουν με κάθε επανάληψη, όπως ένας ηθοποιός που ενσαρκώνει διάφορους ρόλους, με την ουσία σταθερή αλλά τον χαρακτήρα μεταβλητό.

Ο Νίτσε μας θέτει ένα ερώτημα: «Θα ενέπνεε τρόμο ή χαρά η αιώνια επανάληψη της ζωής σας;» Μια απάντηση φόβου, υποστηρίζει, θα απαιτούσε μιαν αλλαγή μέχρις ότου να γίνει επιθυμητή η σκέψη της ατελείωτης επανάληψης. Ωστόσο, αυτό παραβλέπει ότι παρά τη σταθερότητα της ψυχής, κάθε κύκλος ζωής, η αναγέννηση κάθε πολιτισμού, δεν είναι μια μονότονη επανάληψη αλλά ένα φρέσκο ​​θέαμα, ένας νέος χορός στο ρυθμό της ζωής. Ο θριαμβευτής Σίβα χαμογελάει αιώνια !

Έτσι, στεκόμαστε στο χείλος του γκρεμού, μάρτυρες του τελικού σταδίου της Δύσης. Είναι ένα θλιβερό θέαμα, αυτός ο γίγαντας που καταρρέει, που κάποτε ήταν τόσο ζωντανός, τόσο γεμάτος ζωή. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη θλίψη, υπάρχει η αληθινή κατανόηση ! Είναι ο τρόπος όλων των πολιτισμών,  να ανεβαίνουν και να πέφτουν. Καθώς το σκοτάδι τυλίγει τη Δύση, στεκόμαστε με σιωπηλό σεβασμό, τιμώντας αυτό που υπήρξε, θρηνώντας αυτό που χάθηκε και προσδοκώντας αυτό που πρόκειται να έρθει. «Μια φορά κι έναν καιρό, κάποια μελαγχολικά μεσάνυχτα, ενώ συλλογιζόμουν, αδύναμος και κουρασμένος», ο στίχος του Πόε αντηχεί στη συλλογική συνείδηση, ενσαρκώνοντας τη συλλογική ενδοσκόπηση που απαιτεί από εμάς  η επερχόμενη εξαφάνιση της Δύσης.

Έτσι γίνεται κατανοητή «Η Παρακμή της Δύσης», αυτό το ρέκβιεμ του πολιτισμού μας. Οι θλιβερές αντηχήσεις της στους διαδρόμους του χρόνου συνιστούν μιαν επίμονη  μελωδία που ψιθυρίζει την πραγματικότητα της ύπαρξής μας. Η Δύση, μοιάζει σαν ένα κερί με το φυτίλι του στο τέλος και τρεμοπαίζει λαμπρά πριν υποκύψει στο ήσυχο σκοτάδι. Ωστόσο, μέσα σε αυτό το σκοτάδι, υπάρχει η υπόσχεση μιας νέας αυγής, ενός νέου πολιτισμού που θα αναδυθεί από τις στάχτες και τ’ αποκαΐδια, συνεχίζοντας τον κύκλο, την αιώνια πομπή της ζωής. Ακούγεται ο αυξομειούμενος βόμβος της αποδομητικής και αποκαλυπτικής απόκοσμης μελωδίας των Νέων Καιρών.

«Είναι ο χτύπος της αποτρόπαιας καρδιάς του!», όπως αναφέρεται στο διήγημα «Μαρτυριάρα Καρδιά» («The Tell-Tale Heart») του Πόε, είναι μια μεταφορά για τον επίμονο, ασταμάτητο παλμό του πολιτισμού εν μέσω της παρακμής του, μια απόδειξη της επίμονης τάσης της ζωής για ανανέωση και συνέχεια. Μία Σφραγίδα Μνήμης

[Η «Μαρτυριάρα Καρδιά» είναι μια διάσημη ιστορία τρόμου του Πόε, η οποία επικεντρώνεται σ΄ έναν αφηγητή που ομολογεί ένα φρικτό έγκλημα, καθώς πιστεύει ότι ακούει τον χτύπο της καρδιάς του κατατεμαχισμένου θύματός του να αντηχεί κάτω από τα πατώματα όπου είναι θαμμένο, ένα σύμπτωμα της ενοχής και της τρέλας του.]

Michael William Brooke

Please follow and like us: