Η Δύση ονειρεύεται τον εαυτό της μέσα σε φωτιά, πάντα με φωτιά και ονομάζει τη φλόγα πρόοδο. Δεν περπατάει. Κυμαίνεται. Ο σφυγμός της είναι Προμηθεϊκός, το αίμα της είναι γεμάτο αρχαία στάχτη. Γράφει μανιφέστα με τα οστά του Εφέσιου Ηράκλειτου και παραθέτει τον «Απωλεσθέντα Παράδεισο» του Τζων Μίλτον με σοβαρό ατάραχο πρόσωπο, ακόμα και ….όταν κατασκευάζει iPhone από εργασία οικονομικών δούλων και κοσμική μοναξιά. Αυτός είναι ο Φάουστ, αλλά με Wi-Fi. Αυτός είναι ο Δον Κιχώτης, εκτός από το ότι οι ανεμόμυλοι που μάχεται είναι πυρηνικοί αντιδραστήρες κι η κονταρομαχία του είναι αλγοριθμική. Η Δύση κοιτάζει στον καθρέφτη και βλέπει τον Νάρκισσο και τον Ίκαρο …. να φιλιούνται στα ερείπια της Καρχηδόνας με τα νηπιοβόρα θυσιαστήρια τοφέθ για τον αχόρταγο Μολώχ. Ο Νίτσε παρακολουθεί αυτό το δράμα από τις φτηνές καρέκλες της αιωνιότητας, με τα σημειώματα στο χέρι, μουρμουρίζοντας στη σύγχρονη κερδομανή και έκφυλη Δύση: «Πήρες το σφυρί μου με το οποίο φιλοσοφούσα θραύοντας τα ψεύδη, και έχτισες έναν καθεδρικό ναό. Υποτίθεται ότι θα συντρίβατε τα είδωλα, όχι ότι θα τα γυαλίζατε».
Ο φαουστικός νους είναι μια μηχανή που στοιχειώνεται από την ποίηση. Δεν μπορεί να αγαπήσει χωρίς κατάκτηση. Ακόμα και η τρυφερότητα πρέπει να χαρτογραφηθεί, να αναλυθεί, να αναχθεί, να μειωθεί σε γραφήματα και σε θεωρίες. Τραγουδάει, αλλά το τραγούδι γίνεται αρχιτεκτονική και η αρχιτεκτονική τελικά γίνεται πόλεμος. Δεν υπάρχει ανάπαυση – μόνον έργα ! Κάθε ιδέα είναι μια εκστρατεία. Κάθε όραμα είναι ένα πεδίο μάχης. Ο Σπένγκλερ το είδε αυτό, το ονόμασε «πολιτισμική μορφολογία», αλλά είναι παλαιότερο από αυτόν: είναι ο Σουμέριος πολεμιστής ήρωας Γκιλγκαμές που αρνείται τη θνητότητα, είναι ο Δανός πρίγκηπας Άμλετ που πείθει τον εαυτό του να τρελαθεί, είναι ο Γιβελλίνος, Ιταλός Φλωρεντινός φιλόσοφος Δάντης που μετά το ταξίδι του στο Επέκεινα , βγαίνει από την Κόλαση, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι την έφερε μαζί του. Ο Νίτσε σκύβει πάνω από τον ώμο μας και γρυλίζει μνησίκακα: «Έχτισες έναν παράδεισο διανοίας, αλλά οι θεοί που έδιωξες επέστρεψαν από την πίσω πόρτα. Δύστυχε ! Είσαι κυριευμένος από αυτό που προσπάθησες να σκοτώσεις !».
Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός σε αυτό το θέατρο – διαγράφει κύκλους, φτύνει, γδέρνει και χλευάζει. Η Δύση προσπαθεί να τον μετρήσει με ρολόγια και ημερολόγια, αλλά ο χρόνος μόνον γελάει, φορώντας μια μάσκα του Απόλλωνα. Ο Φάουστ προσπαθεί να ξεφύγει από το ανελέητο κοσμικό ρολόι, οπότε εφευρίσκει μηχανές για να το κάνουν για αυτόν, ξεχνώντας ότι κάθε μηχανισμός είναι επίσης μια φυλακή. Ο Γκαίτε το ήξερε αυτό – ο δόκτωρ Φάουστ του δεν ήταν ήρωας, ήταν απλώς μια επίμονη αντανάκλαση σε σπασμένο γυαλί. Ο Χόρχε Λούις Μπόρχες προσπάθησε να μας προειδοποιήσει με την άπειρη βιβλιοθήκη του, όπου όλα τα βιβλία υπάρχουν αλλά κανένα δεν είναι …. Ευανάγνωστο ! Ο μέγας Νίτσε γράφει στα περιθώρια: «Η θέληση για δύναμη δεν είναι προορισμός. Είναι η ανία, η πλήξη του Γίγνεσθαι. Σταμάτα να ρωτάς πού πηγαίνεις. Έχεις ήδη φύγει».
Ο Δυτικός μύθος είναι ένα ένα συγκόλημμα από θραύσματα κερματισμένων θεών και μισομνημονευμένων επών. Συνδέει τον Οδυσσέα και τον Φάουστ, τον Ρασκόλνικοφ και τον Φρανκενστάιν, ένα αποτρόπαιο και φρικτό πάνθεον αγώνα και αποτυχίας. Τραγουδάει τον αξεπέραστο λυρικό Οράτιο σε δυαδικό κώδικα και απαγγέλλει τον εμπνευσμένο μυστικιστή Ουίλιαμ Μπλέικ ενώ …. ταυτόχρονα προγραμματίζει επιθετικά drones. Ο Φάουστ καθίσταται κοινός άνθρωπος, ενώ ο κοινός «μέσος» άνθρωπος γίνεται ….. ξεπερασμένος κι άχρηστος ! Η πείνα επιμένει ! Για να κτίσει το νέο, η Δύση κανιβαλίζει το δικό της παρελθόν – η Ρώμη ξαναγεννιέται στο Χόλιγουντ, η Ιερουσαλήμ πουλιέται στη Γουόλ Στρητ ! Ο Νίτσε, φορώντας τη μάσκα του Τειρεσία, μας φωνάζει από τον περιφερειακό δρόμο της μοναχικής τραχιάς αναζήτησής του : «Έχεις γίνει ο δικός σου Μινώταυρος. Έφτιαξες τον λαβύρινθο, απλώς για να έχεις κάτι από το οποίο να ξεφύγεις !»
Δεν υπάρχει κέντρο. Το κέντρο δεν μπορεί να αντέξει ! Ο καθεδρικός ναός έχει καταρρεύσει, αλλά η σκαλωσιά γύρω του παραμένει, ένα ιερό σε ημιτελή όνειρα. Τα αστέρια δεν είναι πλέον θεϊκά. Είναι προορισμοί. Τα τηλεσκόπια αντικαθιστούν τους προφήτες. Το διάστημα γίνεται προϊόν. Ο Άρης είναι η νέα Εδέμ, εκτός από το ότι εδώ το φίδι είναι δισεκατομμυριούχος επενδυτής και το μήλο είναι μια οθόνη αφής. Η δυτική ψυχή κρατάει γερά τη μυθολογία της ακόμα και όταν την επαναχρησιμοποιεί εκσυγχρονίζοντας την εικόνα της : ο βασιλιάς Αρθούρος φορώντας άψογο επαγγελματικό κοστούμι, ο ευλογημένος εκλεκτός ιππότης Πάρσιφαλ χρησιμοποιώντας δορυφορική σύνδεση. Ο τεράστιος Άγγλος νομπελίστας ποιητής Τόμας Στερνς Έλιοτ ονόμασε αυτό το ηγετικό σύνολο «οι κούφιοι άνθρωποι» και είχε δίκιο – αλλά ακόμη και τα κούφια πράγματα αντηχούν. Ο Νίτσε, που τρεμοπαίζει σαν κακή μετάδοση στο «Κοσμικό Ραδιοπρόγραμμα», μουρμουρίζει: «Ναι ! Σκότωσες τον Θεό, αλλά τώρα στοιχειώνεις τον εαυτό σου. Η άβυσσος είναι μέσα σου και συνεχίζει να μιλάει στη φωνή σου!».
Η επιθυμία είναι η κινητήρια μηχανή. Επιθυμία που ξεπερνά τον εαυτό της, που δεν μπορεί να σβήσει. Η Δύση θέλει τα πάντα και τα θέλει τώρα – ζητεί την αιωνιότητα σε πραγματικό χρόνο. Δεν πιστεύει στον παράδεισο, μόνο στην επέκταση. Αυτή δεν είναι η Εδέμ. Είναι …. ένας τερματικός σταθμός αεροδρομίου. Κι όμως, μέσα στο τσιμέντο και το χρώμιο, ένα φάντασμα ξυπνάει: Η ρομαντική λαχτάρα για το υπέροχο, για την κοινωνία με κάτι παλαιότερο από τη γλώσσα. Η ρέμβη του αισθαντικού Σέλλεϋ συντρίβεται προσκρούοντας σε έναν ουρανοξύστη. Η μαγευτική τρέλα του Χέλντερλιν γίνεται …. λογιστικό επιχειρηματικό σχέδιο. Η Δύση, μεθυσμένη από αλγόριθμους, εξακολουθεί να προσπαθεί να γράψει ποίηση – αλλά οι στίχοι της είναι αλλοιωμένοι, διακόπτονται από ηλεκτρονικά δεδομένα. Ο Νίτσε γνέφει λυπημένα: «Λαχταράς τον Διόνυσο αλλά συνεχίζεις να προσκαλείς τον Απόλλωνα στον εορτασμό. Δεν είναι διόλου περίεργο που αυτές οι συναντήσεις καταλήγουν με αίμα».
Εδώ, η τραγωδία είναι η πραγματική μορφή τέχνης – όχι κωμωδία, όχι έπος, αλλά η τραγωδία. Η Δύση σκηνοθετεί την παρακμή της σαν όπερα, με πλήρη ενορχήστρωση και με συχνές αλλαγές κοστουμιών. Οι αυτοκρατορίες πέφτουν σε αργή κίνηση, ….. με διαλείμματα διαφημίσεων. Ο πολιτισμός είναι ένα θέαμα, και κάθε θεατής έχει την δική του οθόνη ! Αλλά κάτω από τον θόρυβο υπάρχει μια παγερή σιωπή που τρομάζει. Είναι η σιωπή του μεταφυσικού ρήγματος – η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει κανένα κέντρο που να συγκρατεί, και ποτέ δεν υπήρξε. Ο Σοφοκλής το εγνώριζε αυτό. Το ίδιο και ο Μπέκετ. Το να περιμένεις ….. τον υπαρξιστικό ανηλεή σωτήρα του, τον Γκοντό, είναι η δυτική συνθήκη. Ο Νίτσε, στέκοντας δίπλα στο δέντρο όπου περιμένουν ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν, οι δυό κουρελήδες ζητιάνοι ήρωες του γαλλόφωνου μπεκετικού έργου έργου λέει: «Η απουσία που νιώθεις δεν είναι θεϊκή εγκατάλειψη. Είναι ελευθερία. Και σε τρομοκρατεί !».
Η τεχνολογία είναι ο νέος καθεδρικός ναός. Αλλά σε αντίθεση με τους παλαιούς, αυτός ο καθεδρικός κινείται. Ενημερώνεται. Σβήνει τα δικά του ιερά κείμενα και τα αντικαθιστά με συμφωνίες χρήστη. Η Δύση κατασκεύασε αυτή τη μηχανή για να ξεφύγει από τον εαυτό της, αλλά παγίδευσε μόνο την ψυχή της μέσα σε έναν λαβύρινθο οθονών. Οι νέοι ιερείς φορούν ακουστικά. Τα νέα μυστήρια είναι τα «likes» και τα «shares». Οι γευστικώτατες λατρεμένες «μαντλέν» του Προυστ, παραδοσιακό μικρό κέικ της περιοχής της Λωρραίνης, είναι πλέον μόνον εικονικές και η μνήμη είναι ένα «σύννεφο» που ανήκει απόλυτα σε εταιρείες.
Αλλά ο πόνος της φαουστικής ψυχής ακόμα παραμένει – ο πόνος για το άπειρο, το απρόσιτο, το θεϊκό. Ο Νίτσε τρεμοπαίζει σε μια ψηφιακή πινακίδα, με το πρόσωπό του σε pixel: «Ψηφιοποιήσατε τα όνειρά σας. Αλλά τα όνειρα δεν συναινούν να αρχειοθετηθούν !».
Ο Δυτικός άνθρωπος είναι δύο όντα με ένα δέρμα. Το ένα ψιθυρίζει για τη σκόνη, την βαρύτητα, την άνεση των ορίων. Το άλλο φωνάζει για τον ουρανό, την υπέρβαση και την αδύνατη πτήση. Αυτό το ρήγμα ορίζει τον μύθο: Ο Αχιλλέας κλαίει δίπλα στο δικό του πτώμα, ο Ζαρατούστρας χορεύει πάνω στο πτώμα του Θεού. Το σώμα μένει, αλλά το πνεύμα τρέχει μπροστά, μανιακό, πεινασμένο και ποτέ ικανοποιημένο. Οι ποιητές προσπαθούν να το τραγουδήσουν — ο Ιρλανδός Γέιτς, ο Γερμανός Ρίλκε, ο Pουμανοεβραίος Τσέλαν — αλλά οι φωνές τους σπάνε κάτω από την πίεση. Ο Νίτσε (πάντα στη μέση της μεταμόρφωσής του) γελάει, αιμορραγεί και προφητεύει: «Είσαι η πληγή που ανοίγει ξανά και ξανά. Αυτό δεν είναι το ελάττωμά σου. Αυτή είναι η υπογραφή σου !».
Ναι ! Η Δύση θα τελειώσει, αλλά όχι ήσυχα ! Θα τελειώσει σε μουσική και ερείπια, σε ηχώ και εικόνα. Τα μνημεία της θα καταρρεύσουν, αλλά ο μύθος της θα επιβιώσει — με τον τρόπο που επιβιώνει η ελληνική τραγωδία, με τον τρόπο που επιβιώνει η Βαβυλώνα, με τον τρόπο που επιβιώνει ο Φάουστ.
Η ίδια η προσπάθεια γίνεται γραφή. Η τρέλα γίνεται μνήμη. Ακόμα και στην κατάρρευση, η Δύση θα διδάσκει : «Ποτέ μην σταματάς να ψάχνεις!»
Ο Νίτσε, καθισμένος δίπλα σε ένα σπασμένο άγαλμα, γράφει στο χώμα: «Κάηκες για τους σωστούς λόγους. Αυτό ήταν πάντα αρκετό».
Philip Jakob Hanke
