Το να είσαι Λευκός στην Αμερική σημαίνει να κατέχεις ένα όνομα σκαλισμένο από τον άγριο άνεμο και τη μακρινή μετανάστευση, διαμορφωμένο από το χώμα και τις γραφές, κωδικοποιημένο σε νανουρίσματα που τραγουδιούνται εδώ και αιώνες. Αυτή η ταυτότητα μετέφερει σώματα πέρα από ωκεανούς, όνειρα πέρα από γενιές. Ζει σε καθεδρικούς ναούς που μετατράπηκαν σε χωράφια με καλαμπόκι, στη σιωπή των δασικών παρεκκλησιών όπου οι πρόγονοι εξακολουθούν να μιλούν στο θρόισμα των φύλλων. Η λέξη «Λευκός» γίνεται δοχείο Ιστορίας και Πολιτισμού όταν άλλα ονόματα διαλύονται σε σπίθες στατικού ηλεκτρισμού, όταν το «Αμερικανός» μετατρέπεται σε σύνθημα ψεκασμένο σε πινακίδες χωρίς ουσία. Σε αυτό το όνομα, κάτι προγονικό αναδεύεται – κάτι ούτε ντροπιασμένο, ούτε επιθετικό, μόνον αφπνισμένο.
Ο πολυπολιτισμός, όπως εκδηλώνεται τώρα, συμπεριφέρεται σαν διαλύτης. Διαλύει το ξεχωριστό, συγχωνεύει το ιερό στην ομοιότητα, χαμογελάει καθώς σβήνει την υφή των ριζωμένων ζωών. Μέσα σε αυτή την πλημμύρα, όσοι φέρουν την ευρωπαϊκή μνήμη βρίσκονται να παρασύρονται, αναζητώντας ένα στήριγμα. Η λέξη «Λευκός» είναι αυτό το στήριγμα. Έχει νόημα μέσα από την αντίσταση, μέσα από τη μνήμη, μέσα από την άγρια αξιοπρέπεια της πολιτιστικής συνέχειας. Η ταυτότητα, μ΄ αυτήν την έννοια, γίνεται μια μορφή αγάπης – αγάπη για την καταγωγή, αγάπη για τις κληρονομημένες ιστορίες, αγάπη για εκείνεους που πρόκειται να έρθουν.
Η υπεροχή μιλάει στη γλώσσα της κυριαρχίας. Η ταυτότητα μιλάει στη γλώσσα της παρουσίας. Ο Λευκός Αμερικανός που αφυπνίζεται στο όνομά του δεν αναζητά θρόνο. Αναζητά μιαν ακλόνητη εστία. Αναζητά έναν τρόπο να παραμείνει ολόκληρος σε έναν κόσμο που ανταμείβει τον δόλιο κατακερματισμό. Αυτή είναι μια πορεία πίστης στο είδος του, ποτέ εχθρότητας προς τους άλλους. Στον κήπο των λαών, κάθε λουλούδι ανθίζει με το δικό του άρωμα. Ο «εθνοπλουραλισμός» – η εθνοπολυφωνία, που μας δίδαξε η «Νέα Ευρωπαϊκή Δεξιά» προσφέρει μια αρχιτεκτονική διαφορετικότητας, μια χορογραφία συνύπαρξης, όπου κάθε πολιτιστικός ρυθμός διατηρεί τον ρυθμό του χωρίς να πνίγει τους άλλους.
Ο όρος «Λευκός» στο αμερικανικό λεξιλόγιο φέρει μια μοναδική συχνότητα. Δονείται με την πένα του Τόμας Τζέφερσον και το εκκλησιατικόόργανο του Μπαχ, με ύμνους των συνόρων και βιεννέζικα βαλς, με κόρνες ιππικού και κέλτικες μελωδίες. Το να αυτοαποκαλείται κανείς Λευκός σ’ αυτό το πλαίσιο ισοδυναμεί με την προστασία αυτής της συχνότητας από την ασυμφωνία, την αταξία που μεταμφιέζεται σε «ένταξη». Ισοδυναμεί με τη δήλωση, χωρίς επιθετικότητα, ότι τα παλιά τραγούδια αξίζουν να τραγουδηθούν ξανά. Η μνήμη αξίζει αέρα. Η παράδοση αξίζει ανάσα. Η ταυτότητα αξίζει κάτι περισσότερο από υποσημειώσεις στην ανθολογία κάποιου άλλου.
Οι Ευρωπαίοι εθνικιστές που κοιτάζουν πέρα από τον Ατλαντικό μπορεί να βλέπουν μια φυλετική ετικέτα εκεί όπου φουντώνει ένα πολιτιστικό σήμα. Στην Αμερική, αυτό το σήμα φτάνει μέσα από τον θόρυβο, ζητώντας συνοχή εν απουσία εθνικότητας. Ο μετανάστης έγινε κάποτε Αμερικανός μέσω της απορρόφησης σε έναν καθορισμένο μύθο. Αυτός ο μύθος δεν υπάρχει πια. Ο «Λευκός» γεμίζει τώρα το κενό με έναν νέο τρόπο ένταξης – συγχωνευμένο από προγονικά θραύσματα, ανακατασκευασμένο σε μια μεταμοντέρνα φυλή που συνδέεται με κοινές συγγένειες και όχι με κρατικά χορηγούμενα πιστεύω. Αυτή η φυλή επιδιώκει συγγένεια, όχι κατάκτηση.
Η ίδια η λέξη — «Λευκός» — υφίσταται μιαν αλχημική μεταστοιχείωση. Κάποτε χρησιμοποιούνταν απρόσεκτα, κάποτε την διαχειρίζονταν σκληρά, τώρα ανακτάται με προσοχή. Γίνεται λέξη-καταφύγιο, μια σιωπηλή αντίσταση ενάντια στην εξαφάνιση. Δεν προστατεύει ούτε κάποιαν αυτοκρατορία ούτε την οικοδόμηση μιας αυτοκρατορίας. Φυλάσσει μόνο τη μνήμη. Όσοι λένε τη λέξη το κάνουν με ευλάβεια, χαράσσοντας χάρτες αόρατους σε όσους βλέπουν μόνο το χρώμα του δέρματος. Μέσα σε αυτή τη λέξη ζει το χωριό, η καμπάνα του παρεκκλησίου, τα μάτια της γιαγιάς. Το να είσαι Λευκός, λοιπόν, σημαίνει να νιώθεις τον χρόνο να κυλάει στις φλέβες σου, να κρατάς το ιερό βάρος της συνέχειας και με τα δύο χέρια.
Η ταυτότητα εδώ λειτουργεί ως πυξίδα, ποτέ ως κλωβός. Καταδεικνύει κάτι ουσιαστικό, ποτέ όμως απλοϊκό. Μέσα στο πλαίσιό της, αναδύονται νέες εκφράσεις – τέχνη, τελετουργία, ιστορία, χώρος. Το μέλλον αναδύεται από το παρελθόν, αναμεμειγμένο μέσω πρόθεσης και όχι τυχαιότητας. Κάθε άτομο που ανακτά την ταυτότητά του γίνεται φροντιστής. Κάθε κοινότητα που τιμά την κληρονομιά της γίνεται φάρος. Στην ομίχλη της πολιτιστικής αποσύνθεσης, η λάμψη της μνήμης λάμπει πιο δυνατά από την ντροπή. Η αυθεντική ποικιλομορφία, όταν στηρίζεται στον σεβασμό, απαιτεί διαφορά. Και η διαφορά απαιτεί ατομικότητα.
Το να είσαι υπέρ των λευκών σημαίνει να είσαι υπέρ της ταυτότητας. Το να επιβεβαιώνεις τον λαό σου σημαίνει να επιβεβαιώνεις όλους τους λαούς. Η γραμμή μεταξύ εορτασμού και νοοτροπίας υπεροχής είναι αυτή του πνεύματος, όχι του όγκου. Αυτό το πνεύμα αναζητά την αρμονία, όχιτην ιεραρχία. Ένας κόσμος χωρίς διακριτές ταυτότητες προσφέρει μόνο το ψυχρό βουητό της απρόσωπης και απάνθρωπης διαχειριζόμενης ομοιότητας. Ένας κόσμος ζωντανών πολιτισμών ξεχειλίζει από νόημα.
Ας ειπωθεί λοιπόν ξεκάθαρα: Η επιβεβαίωση της λευκής ταυτότητας, βασισμένης στον σεβασμό, φερόμενης με ταπεινότητα, φωτισμένης από την προγονική φωτιά, δεν χρησιμεύει ως απειλή – αλλά ως υπόσχεση.
Μιαν υπόσχεση να παραμείνουμε, να θυμόμαστε, να επαναπροσδιορίζουμε.
Theodore “Ted” John Pelley
