Αναγκαία πολυπολική αλληλεγγύη
Το πολυπολικό κίνημα της εποχής μας περιγράφεται συχνά ως μία βαθιά πολύπλευρη και πολυσύνθετη αντίδραση ενάντια στην αμερικανική ηγεμονία, ωστόσον οι ρίζες του βρίσκονται πολύ βαθύτερα στην ευρωπαϊκή πνευματική ιστορία. Πολύ πριν τελειώσει ο Ψυχρός Πόλεμος και επινοηθεί ο όρος «μονοπολική στιγμή» στην Ουάσιγκτον, οι στοχαστές της Γερμανικής Συντηρητικής Επανάστασης στη δεκαετία του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930 φανταζόντουσαν ήδη ένα κόσμο πέραν από τον έλεγχο των Ατλαντιστών Επικυριάρχων.
Έβλεπαν την κυριαρχία της (τότε) Μεγάλης Βρετανίας και αργότερα των Ηνωμένων Πολιτειών ως μιαν εξοντωτική «δύναμη ασφυξίας», που αποστραγγίζει την Ευρώπη από την ανεξαρτησία της και επιβάλλει ένα ρηχό, εμπορικό-πλουτοκρατικό πνεύμα στη θέση των ριζωμένων, πανάρχαιων ευρωπαϊκών παραδόσεων. Για αυτούς, η μοίρα της Ευρώπης δεν μπορούσε να διασφαλιστεί μέσω της ευθυγράμμισης με το Λονδίνο ή την Ουάσιγκτον, γιατί αυτή η πορεία θα σήμαινε απορρόφηση σε ένα «Δυτικό μπλοκ», που ορίζεται από τον υλισμό και την φιλελεύθερη ιδεολογία. Αντ’ αυτού, αυτοί οι στοχαστές εκείνοι επίστευαν ότι η Ευρώπη πρέπει να στραφεί προς την Ανατολή της, προς τη Ρωσία, αλλά και προς τον αποικιοκρατούμενο Νότο, όπου οι λαοί αγωνίζονταν ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Η διορατικότητά τους προέβλεπε τον σημερινό σχηματισμό των BRICS, στον οποίον τα έθνη της Ευρασίας και του Παγκόσμιου Νότου αναζητούν κοινό έδαφος για να αντισταθούν στο μονοπολικό σχέδιο και να δημιουργήσουν έναν κόσμο όπου καμία ενιαία δύναμη δεν υπαγορεύει τη μοίρα όλων.
Για τον Έρνστ Νίκιτςτον «εθνικομπολσεβίκο» δάσκαλο από το Τρέμπνιτς της Σιλεσίας (τώρα Τρέμπνιτσα της Πολωνίας) και τους άλλους σημαίνοντες εθνικομπολσεβίκους, η Δύση ήταν συνώνυμη με την παρακμή, την πλουτοκρατία και τις κενές υποσχέσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Υποστήριζε αντ’ αυτού ότι το πεπρωμένο της Γερμανίας βρισκόταν σε συμμαχία με τη Σοβιετική Ρωσία, της οποίας η επαναστατική ενέργεια προσέφερε το μόνο πραγματικό αντίβαρο στην οικονομική και βιομηχανική κυριαρχία της Βρετανίας και της Αμερικής. Η Γερμανία θα εντασσόταν στη μεγάλη ευρασιατική γη σε ένα κοινό μέτωπο λαών που θα ξεσηκώνονταν ενάντια στον ατλαντικό καπιταλισμό. [«Σκέψεις για την γερμανική πολιτική» («Gedanken über deutsche Politik»),1929]
Πέραν από αυτό, ο Νίκις επέκτεινε το όραμά του στον ευρύτερο κόσμο, ζητώντας αλληλεγγύη με την Ασία και την Αφρική, όπου οι λαοί υπό αποικιακή κυριαρχία άρχιζαν να αφυπνίζονται και να απαιτούν ελευθερία. Η υπεράσπιση του «Εθνικού Μπολσεβικισμού» δεν ήταν απλώς μια εκκεντρική απόκλιση από την συμβατική αστική πολιτική, αλλά μια τολμηρή έκφραση πολυπολικής σκέψης. [Η γέννηση της θεωρίας του εθνικού μπολσεβικισμού ανάγεται στη Γερμανία της δεκαετίας του 1920, ως παράλληλο εναλλακτικό κίνημα με τον ρωσικό ευρασιανισμό. Ο γερμανικός εθνικομπολσεβικισμός είχε δεδομένες τοποθετήσεις και δομή, που αφορούσαν στις συνθήκες και στις ανάγκες της εποχής κατά την οποίαν έδρασε. Από αυτόν ξεπήδησε και ο ρωσικός εθνικομπολσεβικισμός, με κύριο θεωρητικό του τον «εκκαθαρισθέντα» στις σταλινικές εκκαθαρίσεις Νικολάι Ουστριαλόφ (1890–1937)]. Κατά τον Νίκις και τους λοιπούς εθνικομπολσεβίκους θεωρητικούς [Γιόζεφ Ντρέξελ (Joseph Drexel) και Καρλ Τρέγκερ (Karl Tröger)] η Γερμανία θα έπρεπε να σπάσει τις αλυσίδες της συνδυάζοντας τις δικές της εθνικιστικές παραδόσεις με την αντιιμπεριαλιστική δύναμη της Σοβιετικής Ένωσης και, κατ’ επέκταση, με τις εξεγέρσεις του αποικιοκρατικά καταπιεσμένου Νότου. Ο Νίκις προέβλεψε ότι η παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων θα άλλαζε μόνον όταν οι αποικιοκρατούμενοι λαοί έδιναν τα χέρια και συντάσσονταν με τη μεγάλη ευρασιατική γη.
Ο φαουστικός πομαντικός Ερνστ Γύνγκερ, κλασικό σύμβολο για ό,τι πρωτοποριακό, ζωντανό και αντικομφορμιστικό υπάρχει στην ευρωπαϊκή κουλτούρα του εικοστού αιώνα, προσέφερε μια παράλληλη αλλά ξεχωριστή συμβολή σε αυτή την επαναστατική παράδοση. Στο βιβλίο του «Ο Εργάτης: Κανόνας και Μορφή» («Der Arbeiter : Herrschaft und Gestalt», 1932), περιέγραψε την άνοδο ενός νέου τύπου ανθρώπου που ενσάρκωνε την πειθαρχία, την ενέργεια και την τεχνολογική κυριαρχία της σύγχρονης εποχής. Για τον Γύνγκερ, ο Εργάτης δεν ήταν ένας απλός εργάτης, αλλά ένα σύμβολο της μεταμόρφωσης της ανθρωπότητας σε μια φιγούρα ικανή να αναδιαμορφώσει τη γη. Αυτή η έννοια ερχόταν σε αντίθεση με τις αστικές αξίες της άνεσης και του εμπορίου που κυριαρχούσαν στη Δύση. Στον «Εργάτη» του αναλύει τις απόψεις του για μια πλήρως κινητοποιημένη, αναζωογονημένη κοινωνία που θα καθοδηγείται από πολεμιστές-εργάτες-διανοούμενους. Ο «Εργάτης» αντιπροσωπεύεται από τους ανθρώπους των χαρακωμάτων και των εργοστασίων, από τους «νομάδες της ασφάλτου», στερημένους από κάθε κληρονομιά του τεχνοκρατικού πολιτισμού, οι οποίοι ανταποκρίνονται στο κάλεσμα μιας απλωμένης πραγματικότητας και συσσωρεύουν στην ψυχή τους ειδικές ενέργειες που θα επιτρέψουν την μεγάλη εξέγερση – αυτή η εξέγερση θα είναι τόσο σκληρή και αντικειμενική όσο και η επιθετικότητα που επιφυλάσσει το αστικοβιομηχανικό περιβάλλον.
Μετά τον πόλεμο ο πολεμιστής δημιουργός αντιμετωπίστηκε με νοσηρή καχυποψία λόγω του εθνικιστικού του παρελθόντος και έζησε απομονωμένος στη Νότια Γερμανία, ενώ για τέσσερα χρόνια του απαγορεύτηκε να δημοσιεύει από τις Βρετανικές Δυνάμεις Κατοχής. Αντιμετώπισε επίσης, την σφοδρή εχθρότητα των «δημοκρατικών» Γερμανών διανοουμένων λόγω της εθνικιστικής του σκέψης και δράσης, καθώς θεωρήθηκε …. «αντιδραστικός» και μιλιταριστής.
Τη δεκαετία του 1950, αποκαταστάθηκε η φήμη του και έγινε αποδεκτός από τη γερμανική και την παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα. Στα μάτια της εμμονοϊδεακής ψυχοπαθητικής μαρξιστικής αριστεράς παρέμεινε ως το τέλος του «αμφιλεγόμενη προσωπικότητα», για το εθνικιστικό του παρελθόν, αλλά και για τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε στη συνέχεια ως συντηρητικός φιλόσοφος.
Μεταπολεμικά, σε έργα όπως το «Στο τείχος του χρόνου» («An der Zeitmauer», 1959), ο Γύνγκερ αναλογίστηκε την εξάντληση του δυτικού φιλελευθερισμού και την ζωτική ανάγκη η Ευρώπη να βρει νέες πηγές δύναμης. Ήταν λιγότερο άμεσα πολιτικός από τον Νίκις, αλλά η αίσθηση της παρακμής της Δύσης και η έκκλησή του για βαθύτερες, πιο στοιχειώδεις μορφές ανανέωσης αντανακλούσαν το ίδιο θέμα: το μέλλον δεν θα βρισκόταν στη μίμηση του αγγλοαμερικανικού φιλελευθερισμού, αλλά στην ανακάλυψη νέων μορφών τάξης που θα προέκυπταν από την τεχνολογία, τον μύθο και το πεπρωμένο.
Μια άλλη σημαντική φωνή της Συντηρητικής Επανάστασης ήταν ο ευρύτερα άγνωστος Φρήντριχ Χίλσερ, του οποίου οι σκέψεις για τον φεντεραλισμό εκφράστηκαν με τον πιο σαφή τρόπο στο βιβλίο του «Η Αυτοκρατορία» (1932). O Γερμανός «εθνικοεπαναστάτης», εσωτεριστής και μετέπιτα νεοπαγανιστής διανοούμενος, συμμετείχε στο Συντηρητικό Επαναστατικό κίνημα κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και κατόπιν, κατά τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου, στην «ηπια» γερμανική αντίσταση. Ο Χίλσερ φανταζόταν μιαν ιερή Αυτοκρατορία όπου οι πολλοί λαοί της Ευρώπης θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις δικές τους παραδόσεις ενώ παράλληλα θα ενώνονταν υπό μια ανώτερη αρχή. Σε αντίθεση με την ομογενοποιητική τάση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ο φεντεραλισμός του Χίλσερ επιβεβαίωνε την ποικιλομορφία μέσα στην ενότητα.
Για τον Χίλσερ, η Αυτοκρατορία ήταν κάτι περισσότερο από ένα πολιτικό σχέδιο. Ήταν μια θρησκευτική επιφοίτηση ιεραρχίας και νοήματος. Την φανταζόταν ως μια δομή στην οποίαν οι λαοί θα έβρισκαν τη θέση που τους αναλογούσε, ασφαλείς τόσον από την συγκεντρωτική τυραννία των σύγχρονων κρατών όσο και από τις ισοπεδωτικές δυνάμεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η απόρριψη του οικουμενισμού τον έθεσε ενάντια στο δυτικό σχέδιο της φιλελεύθερης επέκτασης, το οποίο θεωρούσε ισοπέδωση της οργανικής ζωής των πολιτισμών. Αν και τα γραπτά του επικεντρώνονταν κυρίως στην Ευρώπη, η λογική του «φεντεραλισμού» / «ομοσπονδισμού» του (της πολιτικής θεωρίας που υποστηρίζει την ομοσπονδοποίηση της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, καθώς και της μορφολειτουργικής συνοχής μιας χώρας) υποδήλωνε ευρεία αλληλεγγύη με όλους τους πολιτισμούς που αντιστέκονταν στην απορρόφηση στο ενιαίο παγκόσμιο σύστημα. Με αυτόν τον τρόπο, οι σκέψεις του μπορούν να ερμηνευθούν ως μια πρόβλεψη της σημερινής ιδέας των «πολιτισμικών κρατών» που συνεργάζονται σε μια πολυπολική τάξη. Αυτή η αρχή βρίσκεται σήμερα στον σκληρό πυρήνα της αυτογνωσίας της Ρωσίας και της Κίνας, που ήσαν καοι οι δύο αυτοκρατορίες.
Ασφαλώς το ευρύτερο φιλοσοφικό πλαίσιο, αλλά και το πυκνό υπόβαθρο για όλα αυτά, το παρείχε ο πολυμαθής Όσβαλντ Σπένγκλερ, του οποίου το μεγαλοπρεπές έργο, «Η Παρακμή της Δύσης» (1918-1922), έδωσε στην Ευρώπη έναν χάρτη της ιστορίας των πολιτισμών. Ο Σπένγκλερ υποστήριξε ότι οι πολιτισμοί δεν είναι εναλλάξιμοι ή στάδια σε έναν ενιαίο γραμμικό δρόμο, αλλά οργανικές οντότητες, ο καθένας τους με τη δική του ψυχή και το δικό του πεπρωμένο, καθώς και την δική του ανάπτυξη και παρακμή. Περιέγραψε τον Δυτικό πολιτισμό – ή αυτόν που ονόμασε «Φαουστιανό» πολιτισμό – ως εισελθόντα στο ύστερο στάδιο του, στην εποχή του «Καισαρισμού», όπου η ζωτικότητα είχε εξασθενήσει και η πολιτική έγινε ζήτημα εξουσίας παρά δημιουργικότητας.
Η άποψη του Σπένγκλερ ήταν ότι οι πολιτισμοί ακολουθούν το δικό τους πεπρωμένο, ο καθένας με τη δική του εσωτερική μορφή και τον δικό του ρυθμό ανάπτυξης και παρακμής. Η Ευρώπη και η Αμερική, αν και είναι και οι δύο τους μέρος του Φαουστιανού κόσμου, διέφεραν σε βάθος και πεπρωμένο, με την Ευρώπη να ενσαρκώνει τα πνευματικά ύψη και την Αμερική να εκφράζει την πιο ρεαλιστική, υλική πλευρά. Απορρίπτοντας την ιδέα της «παγκόσμιας ιστορίας» και επιβεβαιώνοντας την πολλαπλότητα των πολιτισμών, ο Σπένγκλερ παρείχε έναν από τους πνευματικούς σπόρους της πολυπολικότητας. Το έργο του Σπένγκλερ δίδαξε στους Ευρωπαίους ότι η ιστορία δεν είναι μια πορεία προς ένα ενιαίο φιλελεύθερο μέλλον, αλλά ένας διαγωνισμός πολιτισμών, ο καθένας από τους οποίους ανεβαίνει και κατεβαίνει σύμφωνα με τον δικό του νόμο.
Αυτό το πλαίσιο επηρέασε άμεσα τη Γαλλική Νέα Δεξιά, η οποία αναδύθηκε μετά το 1968 του «επαναστατικού Μάη», σε αντίθεση τόσο με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό όσο και με τον Μαρξισμό. Ο Αλαίν ντε Μπενουά, ο κορυφαίος στοχαστής της, άντλησε από τον Σπένγκλερ και την Συντηρητική Επανάσταση για να αναπτύξει μια καλά συγκροτημένη φιλοσοφία πολιτισμικού πλουραλισμού.
Στο βιβλίο του «Ιδωμένο από Δεξιά» (1977), ο Ντε Μπενουά υποστήριξε ότι η Ευρώπη και ο αποαποικιοποιημένος Νότος αντιμετώπιζαν τον ίδιο αντίπαλο: Την ιδεολογική και πολιτιστική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες επιδίωκαν να επιβάλουν τον απάνθρωπο και αντεθνικό φιλελεύθερο οικουμενισμό τους σε όλο τον κόσμο. Έγραψε ότι το ΝΑΤΟ είχε υποβιβάσει την Ευρώπη σε ένα στρατιωτικό προτεκτοράτο της Ουάσινγκτον και ότι η πλημμύρα της αμερικανικής μαζικής «κουλτούρας» – ταινίες του Χόλιγουντ, ποπ μουσική, καταναλωτικά εμπορικά σήματα – είχε δημιουργήσει μια μορφή πολιτιστικού αποικισμού πιο διακριτική αλλά όχι λιγότερο καταστροφική από τις παλιές αυτοκρατορίες. Ενάντια σε αυτό, επεσήμανε τους αγώνες του Τρίτου Κόσμου ως άξια σπουδής πηγή έμπνευσης.
Τονίζοντας αυτόν του τον παραλληλισμό, ο Ντε Μπενουά έδωσε πνευματική μορφή σε μια νέα ιδέα αλληλεγγύης. Επέμεινε ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να ανακτήσει την κυριαρχία της μόνο εντασσόμενη στο ίδιο μέτωπο αντίστασης με τους λαούς του Νότου. Όπως ακριβώς το Βιετνάμ νίκησε τον ιμπεριαλιστή επιτιθέμενο και η Αλγερία απελευθερώθηκε από τον γαλλικό έλεγχο, έτσι και η Ευρώπη πρέπει να απελευθερωθεί από την αμερικανική κυριαρχία. Όπως ακριβώς η Λατινική Αμερική επεδίωξε την ανεξαρτησία της από το Δόγμα Μονρόε της Ουάσινγκτον, έτσι και η Ευρώπη πρέπει να ξεφύγει από το Ατλαντικό σύστημα διακυβέρνησης και διεθνούς καταστολής. Είδε στην απελευθέρωση της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής έναν καθρέφτη της ίδιας της αναζήτησης της Ευρώπης για χειραφέτηση από την ηγεμονία. Για τον Αλαίν ντε Μπενουά, αυτοί δεν ήταν μακρινοί αγώνες, αλλά σημάδια ότι η ίδια η ιστορία απομακρύνονταν από το μονοπολικό μοντέλο.
Αυτή η προοπτική ισοδυναμούσε με την «πολυπολικότητα» πριν καν υπάρξει η λέξη. Η κριτική του Ντε Μπενουά για τις αμερικανικές εξαναγκαστικές «πολιτιστικές εξαγωγές» και η συμπάθειά του για τα απελευθερωτικά κινήματα έδειχναν όλα προς το ιδανικό ενός κόσμου οργανωμένου γύρω από διακριτούς πολιτισμούς και όχι μια ενιαία φιλελεύθερη τάξη. Το βιβλίο του ήταν ένα πρώιμο μανιφέστο για αυτό που αργότερα θα γινόταν το πολυπολικό εγχείρημα: Αλληλεγγύη μέσα από όλες τις ηπείρους, βασισμένη στην υπεράσπιση της ταυτότητας, της κυριαρχίας και της πολιτιστικής ακεραιότητας.
Για τη Νέα Δεξιά, το έθνος – η οργανική κοινότητα που ορίζεται από την κοινή κληρονομιά, τη γλώσσα και τη μνήμη – αποτέλεσε το θεμέλιο της πολιτικής ζωής. Ο Αλαίν Ντε Μπενουά υποστήριξε στο «Κοινότητα και Δημοκρατία» (1955) ότι η δημοκρατία μπορούσε να λειτουργήσει μόνον εντός ενός λαού που συνδέεται με έναν κοινό πολιτισμό, καθώς ο αφηρημένος ατομικισμός διαλύει την ευθύνη και την αίσθηση του «ανήκειν». Ο συνοδοιπόρος και συναγωνιστής του, επίσης σπουδαίος στοχαστής Γκιγιόμ Φέι τόνισε επίσης ότι η ταυτότητα είναι αχώριστη από το έθνος: μια Ευρώπη που ξεχνά τους λαούς της θα υποβιβαστεί σε μιαν αγορά καταναλωτών χωρίς πεπρωμένο. Επιβεβαιώνοντας το έθνος, η Νέα Δεξιά στάθηκε ενάντια τόσο στον μαρξιστικό ταξικό περιορισμό όσο και στον φιλελεύθερο ατομισμό, προσφέροντας αντ’ αυτού ένα όραμα όπου ο λαός, ως ζωντανός πολιτιστικός οργανισμός, είναι το πραγματικό θεμέλιο της κυριαρχίας.
Ο Φέι μετέφερε αυτές τις ιδέες στον εικοστό πρώτο αιώνα. Το βιβλίο του «Αρχαιοφουτουρισμός» (1998) καλούσε την Ευρώπη να συγχωνεύσει την προγονική της κληρονομιά με τις πιο προηγμένες τεχνολογίες, δημιουργώντας μια νέα σύνθεση που θα μπορούσε να ανανεώσει την ευρωπαϊκή ζωτικότητα. Σε αντίθεση με τους νοσταλγούς παραδοσιακούς, ο Φέι δεν υποστήριζε την επιστροφή στο παρελθόν. Οραματιζόταν ένα άλμα προς τα εμπρός που θα αντλούσε δύναμη από τον μύθο, ενώ παράλληλα θα κατακτούσε τη σύγχρονη επιστήμη. Προειδοποίησε ότι η κατάρρευση της φιλελεύθερης τάξης θα έφερνε χάος, αλλά και την ευκαιρία για αναγέννηση, και προέτρεψε τους Ευρωπαίους να προετοιμαστούν για έναν κόσμο κρίσεων στον οποίο μόνο ισχυρές ταυτότητες θα μπορούσαν να αντέξουν. Κεντρική θέση στην δυναμική προφητεία του κατείχε η ιδέα ότι μια μικρή, τεχνολογικά προηγμένη ελίτ θα μπορούσε να διαφυλάξει την επιβίωση της Ευρώπης, ενώ η βαθύτερη πολιτιστική μνήμη των λαών της θα παρείχε νόημα και κατεύθυνση σε μια κατακερματισμένη εποχή.
Στην καρδιά του Αρχαιοφουτουρισμού βρισκόταν η επίθεση του Φέι ενάντια στον εξισωτισμό, τον οποίο θεωρούσε ως το πιο καταστροφικό ψέμα της νεωτερικότητας. Υποστήριξε ότι η ίδια η φύση είναι ιεραρχική, ότι η αριστεία προκύπτει μέσω της διαφοράς και ότι οι προσπάθειες επιβολής ισότητας οδηγούν μόνο σε παρακμή. Για τον Φέι, η ιδεολογία της ισότητας είχε αποδυναμώσει την Ευρώπη, καταπνίγοντας τις παραδόσεις της, υπονομεύοντας τις ταυτότητές της και αρνούμενη τους φυσικούς νόμους της ζωής. Ενάντια σε αυτό, υποστήριξε μιαν Ευρώπη έτοιμη να αποδεχτεί την ανισότητα λειτουργίας και πεπρωμένου, μιαν Ευρώπη στην οποία η ιεραρχία, η αξιοκρατία και το έθνος θα καθοδηγούσαν την ανανέωση του πολιτισμού. Υπό αυτή την έννοια, η φιλοσοφία του ήταν ταυτόχρονα επαναστατική και αρχαϊκή: Ένα κάλεσμα για πρόοδο στο μέλλον, μεταφέροντας παράλληλα την ξεχασμένη σοφία του παρελθόντος.
Αυτή η απόρριψη της ισότητας του αναγκαστικού εξισωτισμού προαναγγέλλει επίσης τη λογική της πολυπολικότητας. Όπως ακριβώς οι πολιτισμοί διαφέρουν σε μορφή, βάθος και πεπρωμένο, έτσι και η παγκόσμια τάξη πρέπει να αντανακλά την ιεραρχία και την ποικιλία και όχι τα ασυκτικά ομοιόμορφα πρότυπα. Ο φιλελεύθερος οικουμενισμός επιμένει ότι όλοι οι λαοί πρέπει να συμμορφώνονται με το ίδιο μοντέλο, αγνοώντας τις πραγματικές διαφορές υπό το πρόσχημα της ψεύτικης ισότητας. Η πολυπολικότητα, αντίθετα, επιβεβαιώνει ότι κάθε πολιτισμός πρέπει να ακολουθεί τη δική του πορεία αντί να υποτάσσεται σε μια τεχνητή ομοιομορφία. Συνδέοντας τον αγώνα κατά της εξισωτικής ιδεολογίας στην εγχώρια σκηνή με τον αγώνα κατά της μονοπολικής κυριαρχίας στο εξωτερικό, ο Φέι μας παρείχε μια από τις πιο σαφείς γέφυρες μεταξύ της Νέας Δεξιάς και της σημερινής εξέγερσης κατά του παγκοσμιοπιημένου «πλανητάνθρωπου», του «globohomo».
Στο βιβλίο του «Γιατί Πολεμάμε» (2001), ο Φέι παρουσίασε το πρόγραμμά του πιο άμεσα : Επέμεινε ότι η Ευρώπη πρέπει να απορρίψει την «Ατλαντική δουλεία» και να επιβληθεί ως ένας πόλος σε έναν κόσμο πολλών πόλων. Κεντρικό στοιχείο του προγράμματός του ήταν η έκκλησή του για ένα «Ευρωσιβηρικό Συγκρότημα», ένα κολοσσιαίο μπλοκ : Μια μεγάλη στρατηγική συμμαχία μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας, που θα εκτείνεται από το Δουβλίνο μέχρι το Βλαδιβοστόκ. Ο Φέι υποστήριξε ότι ένα τέτοιο μπλοκ θα ενώσει την τεχνολογική δύναμη της Ευρώπης με τους φυσικούς πόρους και το στρατηγικό βάθος της Ρωσίας, δημιουργώντας ένα αντίβαρο αρκετά ισχυρό για να αντισταθεί στην αμερικανική κυριαρχία. Χωρίς αυτόν τον άξονα, προειδοποίησε πως η Ευρώπη θα παραμείνει δορυφόρος, με το πεπρωμένο της να υπαγορεύεται από την Ουάσινγκτον.
Πέρα από τη Ρωσία, ο Φέι τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει να αναγνωρίσει την Ασία και τον Νότο ως φυσικούς εταίρους στον αγώνα κατά της Μονοπολικότητας. Επισήμανε την άνοδο της Κίνας και της Ινδίας ως σημάδια ότι ο κόσμος κινείται ήδη προς μια πολυπολική ισορροπία. Χαιρέτησε την αυξανόμενη αυτοπεποίθηση των αφρικανικών και λατινοαμερικανικών κρατών, βλέποντας σε αυτά την απόδειξη ότι η ίδια η ιστορία ξεφεύγει από το αμερικανικό καλούπι.
Για αυτόν, η συνεργασία με αυτούς τους πολιτισμούς δεν ήταν παραχώρηση αλλά αναγκαιότητα, αφού μόνο με την ένταξή τους στην εξέγερσή τους θα μπορούσε η Ευρώπη να απελευθερωθεί από την ατλαντική εξάρτηση. Ο μεγάλος κίνδυνος, κατά την άποψή του, δεν ήταν η εμπλοκή με τη Ρωσία, την Ασία ή τον Νότο, αλλά η συνεχιζόμενη υποταγή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική ηγεμονία, όπως υποστήριζε, σήμαινε πολιτιστική διάβρωση : Την εξάπλωση της φιλελεύθερης ιδεολογίας, της καταναλωτικής κουλτούρας και των μεταναστευτικών πολιτικών που αποσκοπούσαν στη διάλυση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Η υποταγή στην Ουάσιγκτον όχι μόνο θα αποστερούσε την Ευρώπη από την κυριαρχία της, αλλά θα την υποβάθμιζε και σε μιαν υπόδουλη επαρχία ενός παγκόσμιου συστήματος χωρίς ρίζες στην ιστορία της.
Υπό αυτό το πρίσμα, το σημερινό πολυπολικό κίνημα δεν είναι καινοτομία, αλλά η εκπλήρωση μιας μακράς πνευματικής γενεαλογίας. Η Ρωσία παρουσιάζεται ως «πολιτισμικό κράτος», βασιζόμενη στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό και στην ευρασιατική κληρονομιά. Η Κίνα του πανάρχαιου πολιτισμού, προωθεί την Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» ως ένα δίκτυο συνεργασίας που συνδέει δραστικά την Ευρασία με την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Η Ινδία διεκδικεί την ανεξαρτησία της εξισορροπώντας τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον, ενισχύοντας παράλληλα τους δεσμούς της με τη Μόσχα και το Πεκίνο. Αφρικανικά έθνη όπως η Νότια Αφρική, το Μάλι και η Αιθιοπία απαιτούν ίση μεταχείριση και στρέφονται σε ευρασιάτες εταίρους, αντί να αποδέχονται την ατλαντική κυριαρχία. Τα κράτη της Λατινικής Αμερικής, από τη Βραζιλία μέχρι τη Βενεζουέλα, μιλούν τη γλώσσα της κυριαρχίας και της ολοκλήρωσης. Μαζί, αυτές οι δυνάμεις ενσαρκώνουν την ίδια την αρχή που διατύπωσαν οι Νίκις, Σπένγκλερ, Ντε Μπενουά και Φέι: ο Κόσμος είναι πολυσυνθετικός και πληθωρικός, οι πολιτισμοί είναι διαφορετικοί και η ελευθερία απαιτεί αντίσταση στον ψευδή οικουμενισμό της Δύσης.
Ο σημερινός πολυπολικός κόσμος δεν είναι μόνο ο κληρονόμος της Συντηρητικής Επανάστασης και της Νέας Δεξιάς, αλλά και η πολυαναμενόμενη υλοποίηση του οράματός τους. Το κάλεσμα είναι σταθερό εδώ και έναν αιώνα: απελευθέρωση από την ατλαντική κυριαρχία, επιβεβαίωση της πολλαπλότητας των πολιτισμών και σφυρηλάτηση συμμαχιών σε όλες τις ηπείρους. Αυτό το κάλεσμα αντηχεί τώρα στην πράξη, καθώς η Ευρασία και ο Παγκόσμιος Νότος του δίνουν σάρκα και δύναμη.
Karl Alexander Wahl
