Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΗΤΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

(ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ – ΣΙΝΓΚΑΠΟΥΡΗ 2)

Οι Ιαπωνικές νίκες είναι ακόμα πιό θεαματικές. Ακόμα και στους ναζί συμμάχους των Ιαπώνων προκαλούν μιαν ειδικήν ανησυχία. Οι Γερμανοί σκέπτονται μήπως ο μεγάλος θριαμβευτης του πολέμου πρόκειται να είναι ένας λαός εγχρώμων. Ο γυρισμός των τελευταίων Βρεταννών στο φρούριο της Σινγκαπούρης έγινε στις 31 Ίανουαρίου με την ανα­τολή τοϋ ήλίου.

Δυό πίπιζες, που παίζουν ένα σκωτσέζικο εμβατήριο, το «Hiellan laddie» («Ο πιτσιρίκος των Χάϊλαντς»),  πηγαίνουν μπροστα από τους ενενήντα άνδρες, που έχουν επιζήσει από το ταγμα Άρτζυλ των «Χαϊλάντερς» και βαδίζουν με άψογο ρυθμικό βήμα στο ανάχωμα της Γιοχόρης. Ό αντισυνταγματαρχης Μάκ Στιούαρτ έρχεται τελευταίος. Από πίσω του αντηχεί μιά σφοδρή έκρηξη. Το νερό σχηματίζοντας δίνες σκε­πάζει το ρήγμα, που είχε ανοιχθεί στο αναχωμα. Η Σινγκαπούρη είναι και πάλι νησί… Αλλά το ρήγμα δεν έχει ούτε 50 μ. πλάτος και με την αμπώτιδα το ύψος του νερού που το σκεπάζει, δεν φθάνει τα 4 πόδια.

Τις προηγούμενες ημέρες το ανάχωμα της Γιοχό­ρης είχε δει μιά από τις μαζικές εξόδους, που ο πόλεμος πολλα­πλασιάζει σ’ όλο τον κόσμο. Πολλές εκατονταδες άνθρω­ποι, ένα «παρδαλό» κοπάδι, που ξεχύνεται από την ετερόκλιτη Μαλαισία, Ευρωπαΐοι, Μαλαίοι, Κινέζοι, Ινδοι, σε όλη την κοινωνικοοικονομική κλίμακα από τον υπερβολικό πλούτο ως την απόλυτη στέρηση. Η συρροή πληθυσμού, που γίνεται κατα την έξοδο αυτήν, είναι δραματική. Στις συνοικίες των ιθαγενών τα πλήθη κοιμούνται στο ύπαι­θρο και, πρίν ακόμα άρχίση η πολιορκία, τα τρόφιμα γίνονται σπάνια. Οι αεροπορικοι βομβαρδισμοι δημιουρ­γούν θύματα, όλες όμως οι απόπειρες να σκαφούν κατα­φύγια σταμάτησαν, γιατί σε ένα μέτρο βάθος υπήρχε νερό. Η χαρακτηριστική οσμή των πολιορκημενων πόλεων, που βγαίνει από τα άπλυτα πλήθη και τα μισοθαμένα πτώματα, αρχίζει να απλώνεται στη Σινγκαπούρη.

Η φρενήρης εκστρατεία, που οδήγησε μεσα σε εξηνταπέντε ημερες την 25η  ιαπωνική στρατιά από τον ισθμό του Κρά στο στενό της Γιοχόρης, είναι ανεξήγητη. Οι Ιάπωνες εξακολουθούσαν να υστερούν άριθμητικά. Είχαν αποβιβασθεί με 12 ταγματα, τη στιγμή που η φρουρά της Μαλαι­σίας διέθετε 31. Αργότερα οι Ιαπωνικές δυναμεις έφθασαν τα 30 ταγματα με την άφιξη της μεραρχίας φρουράς της Κονόγιε, οι Άγγλοι όμως από την πλευρά τους είχαν ένισχυθή με 15 ταγματα. Η σταθερή αυτή αριθμητική υπεροχή δεν χρησίμευσε σε τίποτα. Στή μάχη της Ζίτρα, έξαφνα, μια ιαπωνική εμπροσθοφυλακή δύο ταγμάτων με διοικητή τον αντισυνταγματαρχη Σάκι ανέτρεψε ολόκληρη την 27η  ινδική μεραρχία και με 27 νεκρούς μόνο, εκυρίευσε 50 πυροβόλα και συνέλαβε 3.000 αιχμα­λώτους. Η υπεροχή σε αεροπλάνα και άρματα δεν τα εξηγεί πάντοτε όλα.

Ο άποφασιστικός παράγων είναι το ηθικό. Οι κίτρινοι πηγαίνουν στον πόλεμο, όπως και σε μιά θρησκευτική τελετή. Κάθε επιτυχία και κάθε θυσία προκαλεί εκρήξεις ψυχικής εξάρσεως και εκδηλώνεται με ποταμούς από δάκρυα. Ο πόλεμος είναι μιά σταυρο­φορία. Ο πόλεμος είναι η έκδίκηση μιάς ταπεινωμενης υπερηφάνειας. Δεν νοιώθουν ούτε κούραση, ούτε φόβο. Ο θανατος είναι μιά ένωση με τον θεό. Ο στρατος είναι ένα πλήθος, που προχωρεί σφιχτοδεμενο από την πίστη.

Αλλά και η πίστη χρειάζεται ανεφοδιασμό. Η πο­λύ γρήγορη κατακτηση της Μαλαισίας δεν θα ήταν δυνα­τή χωρίς τα «αποθέματα Τσώρτσιλ». Έτσι ονομάζουν σκωπτικά αλλά και από ευγνωμοσύνη οι Ιάπωνες τα φορτηγά αυτοκίνητα, τα πυροβόλα, τα τρόφιμα, τα πυρομαχικά, τα καύσιμα που κυριεύουν.

Στή Ζίτρα μάζεψαν τρόφιμα γιά τρεις μήνες και στο Άλόρ Σταρ οι αξιωματικοι τους, πεθαμένοι από την πείνα, στρώθηκαν στο τραπέζι, όπου άχνιζαν ακόμα τα φαγητά, τα οποία είχαν σερβιρισθεί στην τραπεζαρία των Βρεταννών αξιωματικών. Τα αεροπλάνα τους προσγειώ­θηκαν στο αεροδρόμιο—ένα «αεροδρόμιο Τσώρτσιλ» !—όπου βρήκαν εκατονταδες βαρέλια βενζίνης με 92 βαθμών όκτανια και ένα απόθεμα με βόμβες, που δεν είχαν παρά να τις φορτώσουν στα άεροπλάνα τους ! Η ιστορία αυτή επαναλαμβάνεται τόσο τακτικά, που οι Ιάπωνες βασίζον­ται τώρα σχεδόν αποκλειστικά στα εφόδια, που τους προ­μηθεύει ο εχθρός. Κι αυτό τους το επιτρέπει εκόμα περισ­σότερο μιά διαταγή του βρεταννικού Γενικού Στρατηγείου, που απαγορεύει να ανατινάσσωνται τα αποθέματα πυρο­μαχικών και να πυρπολούνται οι αποθήκες, για να αποφεύγεται ο πανικός που κυριεύει τους Ινδούς στρατιώ­τες, όταν βλέπουν και ακούν στα μετόπισθεν φλόγες και εκρήξεις.

Το πρόβλημα των μεταφορών ανησυχούσε την ια­πωνική διοικηση. Προβλέποντας ότι θα έχουν κοπεί οι δρόμοι και οι σιδηροδρομικές γραμμες είχαν ένταξει στο εκστρατευτικό σώμα έξι λόχους γεφυροποιών και δύο συνταγματα σιδηροδρομικών. Ένας πελώριος επιτελικός αξιωματικός, ο συνταγματάρχης Χόντο, διευθύνει τις επιχειρήσεις σέρνοντας κυριολεκτικά το πόδι του εξ αιτίας μιας τρομερής εξαρθρώσεως, που είχε πάθει την ώρα που αποβιβαζόταν μεσα στα κύματα της Σανγκόρα. Οι δυσκολίες όμως περιορίσθηκαν με τα «φορτηγά Τσώρτσιλ», τοσο πο­λυάριθμα, που η 5η μηχανοκίνητη μεραρχία διαθέτει τρεις φορές περισσότερα οχήματα από τον κανονικό αριθμό. Ό,τι δεν μετακινείται με τέσσερεις ρόδες, μετακινείται με δύο, επειδή τα ποδήλατα που είχαν εισαχθεί από την Ιαπωνία και βρέθηκαν εκεί τρέχουν επάνω στην εξαίρετη άσφαλτο των «δρόμων Τσώρτσιλ». Το αποβατικό πεζικό προήλασε σαν ένα κύμα κυριακάτικων ποδηλατι­στών εκδρομέων τραγουδώντας, σφυρίζοντας και κουβεντιάζοντας χαρούμενα.

Ωστοσο στη Σιγκαπουρη δεν επικρατεί κάποια εξαιρετική ανησυχία ! Αυτό που έγινε στην ηπειρωτική Μαλαισία είχε προβλεφθεί, έστω και αν ο ρυθμός υπήρξε πιό γορ­γός από όσο επίστευαν. Η πραγματική μάχη, ή πολιορκία, αρχίζει τώρα. Φυσικά είναι λυπηρό το γεγονός, ότι υποχρεώνονται να καταστρέφουν τή ναυτική βάση (63 έκατομμύρια λίρες, δηλαδή 4.506.919.200 σημερινές λίρες!), να πάρουν το ειδικευμένο προσω­πικό και να το στείλουν στην Κεϋλάνη, να βυθίσουν την πλωτή αποβάθρα, να ανατιναξουν τις μόνιμες απο­βάθρες και να πυρπολήσουν τις δεξαμενές επισκευής σκαφών.

Αλλά το φρούριο της Σινγκαπούρης είναι ανέπαφο και απόρθητο. Την 1η  Φεβρουαρίου, ήμερα που άρχι­σε η πολιορκία, το κοκταίηλ πάρτυ του «Ράφφελς» έχει περισ­σότερο κόσμο από κάθε άλλη φορά και στο «Τάνγκλιν Κλαμπ» χορεύουν, όπως όλα τα βράδια.

Στο Λονδίνο η ψευδαίσθηση γιά την Σινγκαπούρη διαλύθηκε απότομα στις 29 Ιανουαρίου. Την ημέρα εκείνη ο διευθυντης του στρατιωτικού γραφείου τοΰ Τσώρτσιλ στρατηγός σερ Χένρυ Ίσμαιυ βρήκε τον προϊστα­μενό του να ώρύεται γιά την ηλιθιότητα των στρατιω­τικών ξεστομίζοντας καταρες. Ένα τηλεγράφημα του σερ Άρτσιμπαλντ Ουαίηβελ, που ήταν ο αντικαταστατης του Μπρούκ-Πόπχαμ στο αρχηγείο νοτιοανατολικής Ασίας, του είχε φανερώσει πριν από λίγο, πως η Σινγκαπούρη είναι αδύνατο να κρατηθεί. Ο Τσώρτσιλ …αφρίζει. «Πως μπόρεσαν να ξοδέψουν 63 έκατομ­μύρια λίρες γιά την κατασκευή ένός φρουρίου, που μοιά­ζει με καράβι χωρίς πάτο; Πως μπόρεσαν να άρκεσθοΰν να στηςουν πυροβόλα στραμμενα άποκλειστικά στο πέ­λαγος ; Πως έδώ και τρία χρόνια, που γίνεται αυτός ο πόλεμος, δεν βρέθηκε ένας στρατηγός να κατασκευάσει όχυρωματικά έργα εκστρατείας, να σκάψει μιάν αντιαρματική ταφρο, να ναρκοθετήσει το στενό, να γεμίσει πα­γίδες τους βάλτους ; Οι Ιάπωνες φθάνουν ολοταχώς. Κατέλαβαν την Κουάλα Λουμπούρ, πρωτεύουσα της Μαλαισιανής Ομοσπονδίας. Πλησιάζουν στο Σουλτανατο της Γιοχόρης. Βρίσκονται στις παραμονές επιθέσεως στη Σινγκαπούρη. Και τι είναι η Σινγκαπούρη ; A naked island !-Ένα γυμνό νησί !»

Ο Τσώρτσιλ έχει δίκιο, η άγανακτηση όμως δεν ωφελεί. Η Σινγκαπούρη είναι χαμένη. Είναι λογικό να θυσιασθεί όλόκληρη η στρατιά της Μαλαισίας, γιά να κρατήσει η άμυνά της μερικές ημέρες ; Επιτρέπεται να ριχθοϋν έχει κι άλλα ξεκούραστα στρατεύματα, αν μπορούμε να ποϋμε ξεκούραση) την άμοιρη 18η μεραρ­χία, που θαλασσοδέρνεται έδώ και τρεις μήνες σε δυό ωκεανούς ; Θα ήταν ασφαλώς πιό ρεαλιστικό να μπουν στα πλοια όσες δυναμεις μπορούν να μεταφερθοϋν στη Βιρμανία, που είναι προθάλαμος της Ινδίας και πύλη ανεφοδιασμού του Τσάνγκ – Κάι – σεκ. Ο Τσώρτσιλ παίρνει την απόφαση να το κάνει.

Αυτός που είναι άντίθετος, είναι ο νέος πρωθυπουρ­γός της Αύστραλίας. Ένας σκληρός Εργατικός, ό Τζών Κώρτιν. Είχε κιόλας τολμήσει να δημοσιεύση στο «Μελ- μπουρν Χέραλντ» Ινα άρθρο, στο όποιο έγραψε, πως η Αυστραλία δεν μπορεί πιά να βασίζεται στή μητέρα – πα­τρίδα, γιά να ένισχύση την άμυνα της και πως πρέπει να στραφεί στην Αμερική. Μόλις πληροφορείται το σχέ­διο εκκενώσεως της Σινγκαπούρης, τηλεγραφεί αμέσως στον Τσώρτσιλ: «Αυτό θα ήταν αχαρακτήριστη προδοσία …».

Γιά άλλη μιά φορά ή πολιτική παραβιάζει τις έπι- ταγές της στρατηγικής. Ό Τσώρτσιλ δεν θέλει μιά σύγ­κρουση με τις κτηςεις των άντιπόδων. Τον τρομάζει έπί- σης το κύμα της όργής,που ή έγκαταλειψη της Σινγκαπούρης θα προκαλοΰσε στην Αγγλία. Η αλαζονική ψευδαίσθηση του απόρθητου, ο μύθος του φρουρίου, που κανείς δεν μπορεί να κυριεύσει, διατηρούν την παντοδυναμία τους. Μόνο τα μελη τοϋ υπουργικού συμβουλίου και μιά φούχτα εμπειρογνώμονες ξέρουν την άλήθεια. Ό Τσώρτσιλ καθο­ρίζει τή σταση του. Η δόξα της Αγγλίας πηγάζει τοσον από τις ήττες, όσον και από τις νίκες. Στή Δουνκέρκη μιά καταστροφή είχε μετατραπή σε θαυμάσια επιχείρηση διασώσεως. Στην Σινγκαπούρη θα γίνει το αντίθετο. Θα πολεμήσουν μεχρις έσχάτων! Ο κόσμος θα βρεθεί μπρο­στα στο θέαμα του βρεταννικού λέοντος, που αγωνίζεται γιά την τιμή των όπλων.

Οι διαταγές γιά την άμυνα της Σινγκαπούρης ξεκα­θαρίζουν, πως δεν μπορεί να γίνη λόγος γιά παράδοση και πως θα πρέπει οι υπερασπιστές της να ταφούν στα έρείπια. Δεκαπέντε ή μερες μετα την έπική αυτή απόφα­ση έρχεται ή ώρα να πραγματοποιηθή. Η μάχη της Σινγκαπουρης, μιά από τις πιό δραματικές ολόκληρου του πολέμου, έχει άρχίσει.

Πελώρια σύννεφα καπνού, που διασχίζονται από ζο­φερές φλόγες, υψώνονται πάνω από τις αποθήκες καυσί­μων, που καιγονται. “Ενα μαύρο και καφτο χιόνι πέφτει άδιάκοπα. Όταν ξεσπά ή καθημερινή μπόρα, χείμαρροι από μελάνι πέφτουν στο πεδίο της μάχης και χύνονται όρμητικά στα βαθιά πέτρινα αύλάκια των δρόμων της Σινγκαπούρης Οι «ηθοποιοι» της τραγωδίας αυτης δεν μπορούν να μην γελάσουν βλέποντας ο ένας τον άλλο : υπερασπιστές και επιτιθέμενοι, στρατιωτικοι και πολί­τες, Ευρωπαίοι και Άσιάτες έχουν όλοι μεταμορφωθή σε νέγρους, από την κάπνα που πέφτει από τον ούρανό.

Ολόκληρη η πόλη βρίσκεται υπό τα πυρά τού πυρο­βολικού. Οι οβίδες κάνουν σκόνη τα ανάλαφρα οικήματα σηκώνοντας σύννεφα από ασβέστη. Αεροπλάνα με το σήμα τού Άνατέλοντος Ηλίου πολυβολούν ξυστα πάνω από τίς στέγες, προκαλοΰν έκατονταδες θύματα και κατα περιόδους ρίχνουν προκηρύξεις, που καλούν τον πληθυ­σμό να θέσει τέρμα στίς ταλαιπωρίες του, επαναστατώντας εναντίον των Άγγλων άποικιοκρατων. Ολόκληρες συνοικίες καιγονται, κάθε οργανωμενη βοήθεια όμως είναι αδύνατη, γιατί οι δρόμοι είναι φραγμένοι από τα ερείπια και λείπει το νερό. Ή αψιά μυρωδιά της κάπνας ανακατεύεται με τή μολυσμενη δυσοσμία της σήψεως και των περιττωμάτων. Οι υπηρεσίες καθαριότητας έχουν εξαφανισθεί και τα πτώματα αποσυνθέτονται σε λίγες ώρες μέσα στον φλογισμενο άέρα.

Μιά άλλη οσμή ένσωματωνεται κατα τρόπον ανεξίτηλο στην μνήμη όσων θα επιζήσουν. Οι άρχές, επειδή φοβόταν μήπως νικητές και ηττημενοι το ρίξουν σ’ ένα τεράστιο μεθύσι, έδωσαν εντολές να χυθούν στους υπονό­μους τα αποθέματα «αισιοδοξίας», που είχαν συσσωρεύσει προβλέποντας μακρόχρονη πολιορκία. Πέντε εκατομμύρια γαλόνια οινοπνευματωδών, ούίσκυ, τζίν, κρασί, κινέ­ζικο οινόπνευμα, δίνουν χνώτα μεθυσμενου στην Σινγκαπουρη, που πνέει τα λοίσθια.

Οι Ιάπωνες εξαπέλυσαν έφοδο εναντίον της νήσου την νύκτα της 8ης  προς την 9η  Φεβρουαρίου. Μιάν έβδομάδα αργότερα τους έμενε να κατακτηςουν 5 χλμ, γιά να σβήσουν από τον χάρτη ένα από τα περιφημότερα φρούρια τού λευκού κόσμου. Γιά άλλη μιά φορά οι Άγγλοι επέδειξαν έλλειψη διορατικότητος. Ο Πέρσιβαλ είχε παραταξει τα δύο τρίτα των δυναμεων του —το ινδικό σώμα και την 18η  άγγλική μεραρχία— ανατολικά του αναχώματος της Γιοχόρης με την πεποιθηση, ότι οι Ιάπωνες θα χρησιμοποιούσαν, για να αποβιβασθούν, τις αποβάθρες της ναυτικής βάσεως. Το δυτικό τμήμα αντίθετα, ένας λασπότοπος γεμάτος τροπική βλάστηση με προεξέχουσες ρίζες, που εθεωρείτο αδιάβατος, είχε ανατεθεί μοναχα στην 8η  αυστραλιανή μεραρχία, που είχε εξασθενήσει από τις απώλειες και τις … λιποταξίες. Αλλά ό Γιαμασίτα έκανε το άντίθετο από αυτό που περίμεναν. Αφού περι­ορίστηκε σ’ έναν αντιπερισπασμό προς την πλευρά της βά­σεως έρριξε στον βρωμερό  λασπότοπο δυό από τις τρεις μεραρχίες του. Αντί να εμποδισθούν από την τροπική βλάστηση οι Ιάπωνες, την χρησιμοποίησαν αριστοτεχνικά γιά να διεισδύσουν. Και μετα την απογοήτευση από την έκθεση Ουέηβελ ό Τσώρτσιλ ήλπιζε πως ο Πέρσιβαλ θα μπορούσε να εμποδίσει τους Ιάπωνες να διαβούν το στενό επί δυό μήνες !

Ποτέ το ήθικό των Ιαπώνων δεν είχε γνωρίσει με­γαλύτερη έξαρση. Συνταγματα όλόκληρα έκλαψαν χύ­νοντας καυτα δάκρυα υπερηφάνειας, βλέποντας το νησί με το μαγικό όνομα, που έρχονταν να κατακτηςουν. Πριν από την έπίθεση άξιωματικοι και στρατιώτες άλλαξαν ροϋχα γιά πρώτη φορά από την έναρξη της έκστρατείας και πραγματικά σε μιά κατασταση μυστικιστικής άγνό- τητας προχώρησαν προς τον τελικόν αντικειμενικό σκοπό της υπεράνθρωπης προσπάθειάς τους.

Στις 10 Φεβρουάριου η ιαπωνική επίθεση ξεχύνεται στο κέντρο του νησιού στην περιοχή δηλαδή, όπου είχαν εγκατασταθεί οι Λευκοί γιά την υγεία τους και τις απολαύσεις τους. Το υψηλότερο σημείο, 117 μ., είναι ο λόφος του Μπουκίτ Τιμάχ, που στεφανώνεται από υπέροχα μυροβόλα δεντρα. Το πυροβολικό δεν έχει ακόμα ακολουθήσει. Οι διοικητές των δυό μεραρχιών, Ματσούι και Μουταγκούσι, αποφασίζουν ανεξάρτητα απ’ αυτό να επιτεθούν. Σ’ έναν ουρανό «Αποκαλύψεως» σμίγουν τα σύννεφα της πυρκαϊάς με τα σύννεφα του Ισημερινού. Την στιγμή που τα στρατεύματα ξεκινούν γιά την έπίθεση, μιά κολοσιαία αστραπή σχίζει τα σύννεφα. Ένας τρομακτικός άνεμος αρχίζει να φυσά. Η βροχή σφυροκοπά το χώμα.

Το θαμπό δειλινό γίνεται σκοταδι φρικιαστικό, που διασχίζεται από τις φωτεινές γραμμες των κεραυνών και συγκλονίζεται από τις βροντές. Οι λευκοι υπερασπιστές ζητούν να βρουν οποιοδήποτε καταφύγιο, για να προφυλαχθούν από τον κατακλυσμό και την καταιγίδα. Οι κί­τρινοι επιτιθέμενοι καλύπτονται όπως – όπως μέσα στις προεξέχουσες τεράστιες ρίζες του τροπικού δάσους. Οι εκπαιδευτές τους τους είχαν διδάξει, πως έχουν σύμμα­χό τους την καταιγίδα και την νύκτα. Οι εκπαιδευτές τους έχουν δίκαιο. Οι Ιάπωνες στρατιώτες καταλαμβάνουν την κορυφή του Μπουκίτ Τιμάχ και εξοντώνουν τους φοβισμε­νους υπερασπιστές του. Το πυροβολικό του ουρανού είχε υποτακαστήσει το πυροβολικό του Μικάδο. Νύκτα ολέθρου, θα γράφει την άλλην ημερα το επίσημο βρεταννικό ανακοινωθέν. Η τελευταία γραμμή αμύνης της Σινγκαπούρης έχει πέσει.

Την αυγή οι νικητές του Μπουκίτ Τιμάχ ακούν στα δεξιά τους σφοδρές έκρήξεις. Οι Άγγλοι άνατινάσσουν τα τεράστια πυροβόλα των 15 ίντσών του πυροβολείου της Μπουόνα Βίστα, τα γιγάντια πυροβόλα, που έπρεπε να είχαν κάνει τή Σινγκαπούρη απόρθητη. Κι όμως δεν έριξαν ούτε μιαν όβίδα!

Οπως συνήθως, η ημέρα ξημερώνει μεσα σε μιαν ατμόσφαιρα ήρεμη και γεμάτη δόξα. Ο στεριανός άνεμος κάνει να γέρνουν προς τή θαλασσα οι φλόγες των πυρκαΐών. Πάλι δάκρυα τρέχουν στα μάγουλα των ευκολοσυγκίνητων Ιαπώνων πολεμιστών. Το πανόραμα που άπλώνεται στα πόδια τους αξίζει όλους τους κόπους, όλους τους ακρωτηριασμούς, όλους τους νεκρούς: ο ιππόδρομος, το γκόλφ, τα γήπεδα τοϋ κρίκετ, ένα πρότυπο γαλακτομείο μεσα στον άσπρο φράχτη του, υπέροχα μπάνγκαλοους ανάμεσα σε καθαρά παρτέρια χλόης !Αριστερά, πολύ κοντα, έκτείνονται οι δεξαμενές Μάκ Ρίχτι και Πήρς, που θα τις κατα­κτησουν την επομένη και που το νερό τους είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για το ένα εκατομμύριο κατοίκων της Σινγκαπούρης. Η ίδια ή Σινγκαπούρη βρίσκεται στα πόδια τους ! Ο διπλός ευθύγραμμος δρόμος Μπουκίτ Τιμάχ Ρόουντ, ο έλικοειδής δρόμος Χόλλαντ Ρόουντ εισ­χωρούν στην μάζα των σπιτιών και συγκλίνουν προς τον μεγάλον αστικόν άξονα, το Όρτσαρντ Ρόουντ. Πέρα μα­κριά η θαλασσα λαμποκοπά. Οι σταυροφόροι της άσιατικής σταυροφορίας ατενίζουν την δική τους Ιερουσαλήμ.

Στο Λονδίνο η υπερηφάνεια του Τσώρτσιλ πληγώ­νεται. «Η τιμή της φυλής μας διακυβεύεται … Οι δυ­νάμεις σας είναι αριθμητικά ανώτερες από τις εχθρικές…Η μάχη πρέπει να συνεχισθεί με κάθε θυσία μέχρις εσχάτων … Δεν τίθεται θέμα να διασώσετε τα στρατεύματα ή να διαφυλάζετε τον άμαχο πληθυσμό… Οι στρατηγοι πρέπει να πεθανουν με τους στρατιώτες τους … “Εχετε μια εύκαιρία να μπείτε στην ιστορία …». Οι φράσεις αυτές, που υπαγορεύονται με παλλόμενη φωνή μεσα στο γραφείο της Νταουνινγκ Στρήτ, απευθύνονται προς ένα πικρόχολον άνθρωπο. Ο στραταρχης Ούέηβελ εγκατέστησε το γενικό στρατηγείο του στην Ιάβα, δεν έχει όμως ψευδαισθήσεις για τις δυνατοτητες, που υπάρχουν για την άμυνα των Ολλανδικών Ινδιών, όταν πλέον θα έχει πέσει ή Σινγκαπούρη. Η πτώση της Σινγκαπούρης είναι ζήτημα ωρών και όλη η ρητορεία του Τσώρτσιλ δεν πρό­κειται ν’ αλλάξει την κατασταση.

Με πέντε πολύ ψυχρές παραγράφους άπαντα ό Ούέη­βελ στον πρωθυπουργό. Επιστρέφει από μιά εικοσιτε­τράωρη έπιθεώρηση στή Σινγκαπούρη. Ή κατασταση εί­ναι άσχημη. Ο Πέρσιβαλ διαθέτει βέβαια την αριθμητική υπεροχή, τα στρατεύματα του όμως πολεμούν μ’ ένα σύμ­πλεγμα μειονεκτικότητας. Αύτος, ο Ούέηβελ, έκανε ό,τι μπορούσε, γιά να αναπτερώσει το ήθικό. Δεν κολακεύεται να πιστεύει πως το επέτυχε.

Μιά έκτη παράγραφος κλείνει την αναφορά. Μόλις ετέλειωσε την έπιθεώρησή του ο Ουέηβελ κατέβηκε στο λιμάνι, γιά να επιβιβασθεί στην τορπιλλάκατο, που τον είχε φέρει από την Ιάβα. Η προκυμαία ήταν σκοτεινή. Γλίστρησε. Έπεσε. Επιβιβάσθηκε με φρικτούς πόνους στην τορπιλλάκατο. Ο γιατρός μόλις τώρα τον πληροφό­ρησε, πως έσπασε δυό οσταρια κάτω από τον ώμο και επίσης εκτύπησε τον κόκκυγά του. «Δεν είναι σοβαρό, πρέπει όμως να εισαχθώ σε νοσοκομείο και να μείνω ακίνητος γιά δύο ή τρεις εβδομάδες». Ο Τσώρτσιλ είχε ίσως πιστέψει, πως η ευφράδειά του θα έ­πειθε τον αρχιστράτηγο να κλεισθεί στην Σινγκαπούρη, γιά να ύπάρξη έτσι ένα παράδειγμα Ιστορικού θανατου, τον όποιο απαιτεί από τους στρατηγούς του . . .· Και ο αρχιστράτηγος ….. εισάγεται στο νοσοκομείο.

Στή Σινγκαπούρη το ηθικό καταρρέει. Η έκκληση των δυό απόντων, του Τσώρτσιλ, που τον διαδέχθηκε ό Ούέηβελ, φέρνει αποτέλεσμα αντίθετο από εκείνο που περίμεναν. Διοικητές λόχων την ξεσκίζουν βρίζοντας μπροστα στους άνδρες τους. Οι μοναδες διαλύονται. Λευκοί λιποτακτες πλημμυρίζουν την πόλη. Με το πι­στόλι στο χέρι προσπαθούν να καταλάβουν με έφοδο τα σκάφη, που φεύγουν από το λιμάνι τελευταία. Απωθούνται και ξαναγυρίζουν στο κέντρο της πόλεως, όπου ανακατεμενοι με τον όχλο λεηλατούν τα καταστήματα που είχαν ανοίξει οι βομβαρδισμοί. Μπροστα στο πρατή­ριο του Στρατού και του Ναυτικού, σύμβολα της βρεταννικής αποικιοκρατίας, μιά Γαλλίδα, πρόσφυγας από την Γιοχόρη, βλέπει μεσα στην κάπνα το σουρρεαλιστικό θέαμα Αυστραλών στρατιωτων να χορεύουν με… γυμνές γυναικες, που δεν είναι παρά οι κέρινες κούκλες, τις οποίες είχαν κλέψει από τις βιτρίνες. Η οσμή των νεκρών, που σαπίζουν μεσα στα έρείπια, γίνεται έφιαλτική και η δίψα προστίθεται στην κούραση και στο φόβο.

Την Κυριακή 15 Φεβρουάριου ο Πέρσιβαλ καλεί σύ­σκεψη των διοικητών των τομέων. Το γενικό στρατηγείο είχε συμπτυχθεί στο Φόρτ Κάννινγκ, στην καρδιά της πόλεως, αλλά όλη ή Σινγκαπούρη είναι τώρα στην γραμμή τού μετώπου.

Η ιαπωνική πίεση ασκείται σ’ ολόκληρη την περίμετρο της πόλεως από τον Κολυμβητικό Όμιλο ως τα κεραμουργεία του Μπάκιτ – Τσερμιν. Οι στρατηγοι που κλήθηκαν στη σύσκεψη, κατορθώνουν με αφάνταστο κόπο να περάσουν. Δεν έχουν ακόμα φθασει στο Φόρτ Κάννινγκ και μιά εκκωφαντική έκρηξη τους πληροφορεί, ότι οι αποθήκες πυρομαχικών του στρατώνα «Αλεξάνδρα», μιά από τις τελευταίες πηγές ανεφοδιασμού των πολιορκημένων, ανατινάχθηκαν. Την ίδια στιγμή οι Ιάπωνες φθανουν στο ομώνυμο νοσοκομείο και κτυπούν με την ξιφολόγχη ό,τι βρίσκεται μπροστα τους, ακό­μα κι έναν τραυματία, που είναι ξαπλωμενος στο χει­ρουργικό τραπέζι ! Ώς και το Φόρτ Κάννινγκ είναι ζωσμε­νο από καπνούς. Οβίδες πέφτουν αδιάκοπα επάνω του και ακούγονται τα πολυβόλα, που κτυπούν δαιμονισμένα τον καταπράσινο αυλόγυρο του Ράφφες Κόλλετζ ακριβώς δίπλα.

Στην πόλη επικρατεί σύγχυση και α­πόγνωση. Περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι συνωστίζονταν σε μία ακτίνα 5 χλμ. από την ακτή, εκτεθειμένοι σε ακατάπαυστο βομβαρδισμό, την ημέρα από αεροσκάφη και τη νύκτα από το πυροβολικό. Δεν υπήρχαν α­ντιαεροπορικά καταφύγια και οι χώροι δια- σποράς στα περίχωρα βρίσκονταν σε εχθρι­κά χέρια. Οι πολυπληθείς λαϊκές κατοικίες της κινεζικής παροικίας είχαν γίνει πραγματικές παγίδες θανάτου. Είναι αδύνατο να υπολογισθούν οι νεκροί πολίτες των τελευταίων ημερών. Κά­ποιες πηγές υπολογίζουν 500 έως 2000 την ημέρα. Υπήρξαν φρικιαστικές σκη­νές, όπως ο βομβαρδισμός του Ινδικού «Στρα­τιωτικού Νοσοκομείου Βάσεως». Στις ξύλινες καλύβες του σχεδόν όλοι οι τραυματίες (στην πλειοψηφία τους Ινδοί) εκάηκαν ζωντα­νοί. Νοσοκομεία, ξενοδοχεία, σχολεία και λέ­σχες είχαν γεμίσει από τραυματίες.

Ενας ιερέας λέει μια προσευχή και δίνει να μετα­λάβουν σ’ αυτούς που το επιθυμούν. Ύστερα ο ταξίαρχος Σίμσον, διοικητής της Παθητικής Αμύνης, παίρνει τον λόγο, για να κάνει μια προειδοποιηση: Σε είκοσι τέσσερεις ώρες το νερό θα λείψει τελείως ! Θα χρειασθοϋν πολλές ήμερες, γιά να αποκατασταθεί η διανομή νερού μετα την καταπαυση των μαχών. Σ’ αυτό το θερμό και ευνοϊκό γιά την σήψη κλίμα ό μεγάλος κίνδυνος δεν είναι η δίψα, είναι η  πανούκλα !

Οι διοικητές τομέων παίρνουν έπειτα τον λόγο. Στα ανατολικά η έπίθεση συγκρατείται, αλλά στα δυτικά το μετωπο καταρρέει. Αφού πολέμησε με τρόπο που ξεπέρασε κάθε ελπίδα η 1η  μαλαισιανή ταξιαρχία, είχε συμ- πτυχθη απότομα στο μήκος της ακτής, αφήνοντας ακάλυπτο το αριστερό πλευρό της αυστραλιανής μεραρχίας, τη στιγμή που η υποχώρηση της 54ης  και 55ης  άγγλικής ταξιαρχίας άφηνε ακάλυπτο το δεξιό πλευρό της. Ό Αυσταρλός στρατηγός Μπέννετ είχε πάρει ήδη τα μετρα του, γιά να άπαγκιστρωθή μόλις θα αποφασιζόταν η αναπόφευκτη συνθηκολόγηση, αποφεύγει όμως να πληροφορήσει σχε­τικά το πολεμικό συμβούλιο δηλώνοντας μόνο, πως τα λίγα πυρομαχικά, που διαθέτει, δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει, παρά μόνο γιά την άμυνα του τομέως του.

Τα παράθυρα είναι φραγμενα με σακκιά με άμμο. Οι ανεμιστήρες έχουν πάψει να λειτουργούν. Ο ιδρώτας τρέχει στο πρόσωπο, στα χέρια, στα γόνατα των στρατη­γών. Ο Πέρσιβαλ με «σβησμένη» φωνή συνοψίζει την κα­τασταση : Δεν υπάρχουν σχεδόν πιά τρόφιμα, νερό, πυρομαχικά, καύσιμα. Τα αποθέματα, που είχαν σχηματισθεί με την πρόβλεψη πολιορκίας της Σινγκαπούρης, ήταν τε­ράστια τα κυρίεψαν όμως οι Ιάπωνες. Ο μόνος τρόπος να συνεχισθεί η αντίσταση είναι να τα ξαναπάρουν. Οι στρατηγοί μήπως θεωρούν δυνατό να αντεπιτεθούν πάλι, γιά να ανακαταλάβουν το Μπουκίτ Τιμάχ και τις πολύτιμες αποθήκες, που παρ’ όλες τίς καταστροφές βρίσκονται ακόμα εκεί άθικτες;

Όχι, οι στρατηγοί πιστεύουν, πως αυτό δεν είναι δυνατόν. Πιστεύουν αντίθετα, πως αυτό είναι απολύτως αδύνατο. Δεν χωρεί καμία συζήτηση. «Αν είναι έτσι τα πράγματα», λέει ο Πέρσιβαλ, «το μόνο που απομένει είναι η συνθηκολόγηση». Παρουσιάζει έπειτα ένα ραδιοφωνικό μήνυμα, που μό­λις είχε λάβει. Στην Ιάβα και στο Λονδίνο οι σκληρές διαταγές των προηγουμενων ημερών έχουν γίνει ηπιώτερες. Ο Τσώρτσιλ θεωρεί, πως μια σφαγή δεν θα είχε νόημα από την στιγμή που δεν υπάρχει πιά καμιά πιθανότητα νίκης. Ο Ουέηβελ τηλεγράφησε στον Πέρσιβαλ, πως τον αφήνει να κρίνει γιά την στιγμή που πρέπει να σταματήσει η αντίσταση.

«Τώρα!», αποφασίζει ο Πέρσιβαλ. Καμιά εντυπωσιακή σκηνή δεν ακολουθεί αυτήν την λέξη. Ο ταγματαρχης Ουάιλντ υποδεικνύεται γιά να διαβιβάσει στον εχθρό την πρόταση συνθηκολογήσεως. Του ετοιμάζουν μιά λευκή σημαία μ’ ένα τραπεζομάντηλο της καντίνας. Ανηφορίζει τον δρόμο προς το Μπουκίτ Τιμάχ με ένα Λάντ – Ρόβερ, ανεμίζοντας το σήμα της ήττας. Ο δρόμος είναι έρημος, όμως στα πεζοδρόμια πολίτες και στρατιώτες κοιταζουν με απέραντη αδιαφορία να περνά εμπρός τους η παράδοση μιάς αυτοκρατορίας. Μετα την δια­σταύρωση της Άνταμς Ρόουντ προβάλλει ένας Ιάπων και κάνει νόημα στον Ουάιλτ να προχωρήσει. Το πυρ στα­ματα. Ενας μικρόσωμος μυστακιοφόρος άνδρας με διά­σημα αξιωματικού κι ένα μεγάλο σπαθί ξεπροβάλλει με την σειρά του: Είναι ο συνταγματαρχης Φουζίτα, ένας από αύτους τους καταπληκτικούς Ιάπωνες επιτελικούς άξιωματικούς, που συναντα κανείς πάντα στή γραμμή του πυρός. Μιά λε­πτομερεια, που εξηγεί το ανοικτό χιτωνιό του, παρατυπία γιά τον πιό προσηλωμενο στους τύπους στρατό του κόσμου : ο Φουζί­τα έχει τον ώμο του στο γύψο, γιατί παίρνει μερος στην εκστρατεία με σπασμένη την μία κλείδα του. Δεν είναι από αυτούς που θα έμπαιναν σε νοσοκομείο γιά ….μιά θλάση του κόκκυγος !

Συνθηκολόγηση ; Έστω. Οι Ιάπωνες συμφωνοΰν, με την προϋπόθεση φυσικά, ότι θα πρόκειται γιά απλή παράδοση άνευ όρων και ότι ο άρχηγός του εχθρικού στρατού θα έλθει ό ίδιος να την ζητήσει αυτοπροσώπως. Και μιά πρόσθετη, κατηγορηματική απαίτηση : η βρεταννική σημαία θα κυματίζει δίπλα στην λευκή σημαία. Η φωτογραφία που θα ληφθεί θα μείνει στην ιστορία ως σύμβολο της πιό χτυπητής, της πιό ανεπανόρθωτης ήτ­τας της Δύσεως.

Οι Ιάπωνες μετονόμασαν την Σιγκαπούρη σε «Σονάντο» που σημαίνει «Νότιο νησί που αποκτήθηκε στην εποχή του Σόβα» («Φωτισμένη Ειρήνη» – το ιερατικό όνομα του Αυτοκράτορος Χιροχίτο) και την κατείχαν μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου 1945, ένα μήνα μετά την παράδοση της Ιαπωνίας, οπότε και ξαναπέρασε στην κυριαρχία των Βρεταννών.

Η νίκη προκάλεσε ρίγη συγκίνησης στην Ιαπωνία. Ο Γιαμασίτα, γνωστός πλέον ως «Τί­γρης της Μαλαισίας», είχε επιτύχει έναν αλη­θινό θρίαμβο. Το προηγούμενο έτος οι Γερμα­νοί στρατιωτικοί ηγέτες είχαν υπολογίσει ότι θα χρειαζόταν πέντε μεραρχίες και 18 μήνες για να φθάσει στην Σιγκαπούρη και να την κα­ταλάβει. Την αποστολή έφεραν σε πέρας οι τρεις μεραρχίες του σε λιγότερους από τρεις μή­νες. Ως ναυτική βάση η Σιγκαπούρη δεν ήταν περισσότερο χρήσιμη στους Ιάπωνες από όσο ήταν στους Βρετανούς. Ωστόσο η κατά­ληψή της έδωσε στην Ιαπωνία την απόλυτη κυριαρχία στη χερσόνησο της Μαλαισίας (με τα άφθονα κοιτάσματα κασσιτέρου, σιδήρου, χρυσού, βωξίτη και καουτσούκ) και την έφε­ρε μόλις 100 χιλιόμετρα από την ολλανδική Σουμάτρα και τα πλουσιότερα κοιτάσματα πετρελαίου στην Ασία.

Για τους Βρετανούς η απώλεια της Σιγκα­πούρης υπήρξε η σκοτεινότερη στιγμή του Β’ ΠΠ, με τεράστιο κόστος για τη συμμαχική πο­λεμική προσπάθεια, και σύμφωνα με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ «η χειρότερη καταστροφή και η μεγαλύτερη συνθηκολόγηση στην ιστο­ρία της Βρετανίας». Ωστόσο δεν οδήγησε στην κατάκτηση της Αυστραλίας όπως φο­βούνταν οι Αυστραλοί, διότι το Τόκυο αρνήθηκε να ενισχύσει τα συναφή τολμηρά σχέδια του Για­μασίτα για επέκταση στον Νότο.

Ενώ είναι αλήθεια ότι οι αμυνόμενοι έκα­ναν πολλά λάθη τακτικής στην ενδοχώρα και στη Σιγκαπούρη, οι σπόροι της τελικής κατα­στροφής είχαν ήδη πέσει σαφώς κατά τα χρόνια πριν από την έναρξη του πολέμου. Αναπτύχθηκαν από την επίσημη απραξία, από τον βλακώδη διοικητικό κα­τακερματισμό της χερσονήσου της Μαλαι­σίας, από την έλλειψη ενός στρατηγού με ε­ξουσία επάνω στις ένοπλες δυνάμεις και, εάν χρειαζόταν, στην πολιτική διοίκηση. Η κατα­στροφή προήλθε από την απαξιωτική απόδοση μικρότε­ρης σημασίας στη ιαπωνική δύναμη και εφευρετικότητα, που με τη σειρά της εγέννησε την αδιαφορία η οποία καθησύχασε τον τοπικό πληθυσμό και την άρχουσα βρετταννική τάξη.

Ακόμα προήλθε από τη δημιουργία μίας ναυτικής βάσεως ,,,,χωρίς ναυτικό (!) και αεροδρόμια χωρίς ε­παρκή αεροπορική δύναμη ή άμυνα. Τελικά επιστεγάσθηκε από το γεγονός ότι η Βρετανία δεν ήταν ποτέ αρκετά ισχυρή για να υπερασπισθεί από μόνη της την ανατολική αυτοκρατο­ρία. Ως υποκατάστατο των θωρηκτών η Βρε­τανία κατασκεύασε τη Ναυτική Βάση στη Σι­γκαπούρη, μία βάση που δημιουργήθηκε με σωρεία λανθασμένων εκτιμήσεων για να αντιμετωπίσει ένα σύνολο περιστάσεων, οι οποίες όμως δεν υπήρξαν ποτέ. Η Σιγκαπούρη ποτέ δεν ήταν προετοιμασμένη για ολοκληρωτικό πό­λεμο χωρίς έναν αποτελεσματικό σύμμαχο στον Ειρηνικό.

Εκτός της στρατιωτικής σημασίας τα γε­γονότα του Φεβρουάριου 1942 ανέδειξαν την φοβερή πλάνη στη οποία βασιζόταν η παρηκμασμένη αποικιοκρατία των Δυτικών Δημοκρατιών. Υπονόμευσαν επίσης την έως τότε επικρατούσα θεωρία της φυλετικής ανωτερότητος των Λευκών και την δοξασία ότι μία αποικιακή δύναμη μπορούσε αλλά και έπρεπε να αμυνθεί υπέρ των υποτελών της, χωρίς να ζη­τήσει τη δική τους συνεργασία. Οι κυβερνώ­ντας έμειναν κατάπληκτοι από τον ηρωισμό της Daliforce (από το όνομα του διοικητή της συνταγματάρχη Dali), οι επιζώντες της οποίας στο μέλλον αποτέλεσαν τον πυρήνα του αντιστασιακού κινήματος στη Μαλαισία και των άτακτων Κινέζων, από το μαχη­τικό πνεύμα του Συντάγματος της Μαλαισίας και του Σώματος Εθελοντών, την αφοσίωση των εθελοντών εργατών και την αξεπέραστη καρτερία των απλών πολιτών εν όψει του κινδύνου και του θανάτου.

Το εξιλαστήριο θύμα για την πτώση της Σιγκαπούρης ήταν ο άτυχος Πέρσιβαλ και όχι κάποιος από τους προκατόχους του. Για τον Πέρσιβαλ η Σιγκαπούρη ήταν το τέλος μίας πολλά υποσχόμενης σταδιοδρομίας που θα τον έφερνε στην κορυφή της διοίκησης του Βρετανικού Στρατού. Μετά από περισσότερα από τρία χρόνια ταλαιπωρίας και κακομετα­χείρισης (ως αιχμάλωτος πολέμου) απεστρατεύθη χωρίς καμία αναγνώριση. Η φήμη του πα­ρέμεινε σκεπασμένη από ένα σύννεφο ως τον θάνατό του, το 1966, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε σταθερά και επίμονα να αποδείξει την πραγματικά δεδομένη αθωότητά του, επιζητώντας μόνο να προστατεύσει τη φήμη των ανδρών που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές του. Ακόμη και ο υποστράτηγος Μπένετ, που συγκρούσθηκε επανειλημμένως με τον Πέρσιβαλ εντονότερα από οποιονδήποτε άλλον, αργό­τερα παραδέχθηκε ότι «υπεύθυνο ήταν το σύστημα περισσότερο από κάθε άτομο».

Ο Πέρσιβαλ ποτέ δεν αντελήφθη το ελάχιστο περιθώριο μεταξύ της ήττας και της σω­τηρίας. Ωστόσον, ακόμα και αν είχε εκτιμήσει ορθά τις αδυναμίες των Ιαπώνων, το τίμημα για τη συνέχιση της αντιστάσεως θα ήταν τρο­μακτικό. Μεταξύ των ερειπίων και των πτωμά­των ένας αποφασισμένος στρατιωτικός διοι­κητής μπορεί να είχε γράψει το όνομα της Σι­νγκαπούρης με χρυσά γράμματα στα χρονικά της βρετανικής στρατιωτικής ιστορίας. Πολ­λοί στρατιώτες της Κοινοπολιτείας, με τον έντιμο θάνατο της μάχης θα απέ­φευγαν την τρομερή μοίρα που τους περίμενε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στον διαβόητο «σιδηρόδρομο του θανάτου» στην Ταϋλάνδη, αλλά για τον πληθυσμό της Σινγκαπούρης ήταν ίσως ευτυχές το γεγονός ότι η άμυνα της πόλης δεν ήταν ευθύνη ενός τέτοιου διοικητή.

Στη Βρετανία τη θλιβερή είδηση της κα­ταστροφής μετέδωσε ο ίδιος ο …. φανφαρονικός ηθοποιός Τσώρτσιλ στις 15 Φεβρουάριου 1942: «Σήμερα σας μιλώ στα σπίτια σας. Μιλώ σε εσάς στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία, που για την ασφάλειά σας θα καταβάλουμε κάθε προσπάθεια, στους πι­στούς φίλους μας στην Ινδία και στη Βιρμα­νία, στους γενναίους συμμάχους μας τους Ολλανδούς και τους Κινέζους και στους γνω­στούς και συγγενείς μας στις ΗΠΑ. Μιλώ σε ό­λους σας κάτω από τη σκιά μίας βαριάς στρα­τιωτικής ήττας με μεγάλο αντίκτυπο. Είναι μία ήττα της Βρετανίας και της Αυτοκρατο­ρίας. Η Σιγκαπούρη έπεσε !».

Ισίδωρος Ιγνατιάδης

Please follow and like us: