(ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ – ΣΙΝΓΚΑΠΟΥΡΗ 2)
Οι Ιαπωνικές νίκες είναι ακόμα πιό θεαματικές. Ακόμα και στους ναζί συμμάχους των Ιαπώνων προκαλούν μιαν ειδικήν ανησυχία. Οι Γερμανοί σκέπτονται μήπως ο μεγάλος θριαμβευτης του πολέμου πρόκειται να είναι ένας λαός εγχρώμων. Ο γυρισμός των τελευταίων Βρεταννών στο φρούριο της Σινγκαπούρης έγινε στις 31 Ίανουαρίου με την ανατολή τοϋ ήλίου.
Δυό πίπιζες, που παίζουν ένα σκωτσέζικο εμβατήριο, το «Hiellan laddie» («Ο πιτσιρίκος των Χάϊλαντς»), πηγαίνουν μπροστα από τους ενενήντα άνδρες, που έχουν επιζήσει από το ταγμα Άρτζυλ των «Χαϊλάντερς» και βαδίζουν με άψογο ρυθμικό βήμα στο ανάχωμα της Γιοχόρης. Ό αντισυνταγματαρχης Μάκ Στιούαρτ έρχεται τελευταίος. Από πίσω του αντηχεί μιά σφοδρή έκρηξη. Το νερό σχηματίζοντας δίνες σκεπάζει το ρήγμα, που είχε ανοιχθεί στο αναχωμα. Η Σινγκαπούρη είναι και πάλι νησί… Αλλά το ρήγμα δεν έχει ούτε 50 μ. πλάτος και με την αμπώτιδα το ύψος του νερού που το σκεπάζει, δεν φθάνει τα 4 πόδια.

Τις προηγούμενες ημέρες το ανάχωμα της Γιοχόρης είχε δει μιά από τις μαζικές εξόδους, που ο πόλεμος πολλαπλασιάζει σ’ όλο τον κόσμο. Πολλές εκατονταδες άνθρωποι, ένα «παρδαλό» κοπάδι, που ξεχύνεται από την ετερόκλιτη Μαλαισία, Ευρωπαΐοι, Μαλαίοι, Κινέζοι, Ινδοι, σε όλη την κοινωνικοοικονομική κλίμακα από τον υπερβολικό πλούτο ως την απόλυτη στέρηση. Η συρροή πληθυσμού, που γίνεται κατα την έξοδο αυτήν, είναι δραματική. Στις συνοικίες των ιθαγενών τα πλήθη κοιμούνται στο ύπαιθρο και, πρίν ακόμα άρχίση η πολιορκία, τα τρόφιμα γίνονται σπάνια. Οι αεροπορικοι βομβαρδισμοι δημιουργούν θύματα, όλες όμως οι απόπειρες να σκαφούν καταφύγια σταμάτησαν, γιατί σε ένα μέτρο βάθος υπήρχε νερό. Η χαρακτηριστική οσμή των πολιορκημενων πόλεων, που βγαίνει από τα άπλυτα πλήθη και τα μισοθαμένα πτώματα, αρχίζει να απλώνεται στη Σινγκαπούρη.
Η φρενήρης εκστρατεία, που οδήγησε μεσα σε εξηνταπέντε ημερες την 25η ιαπωνική στρατιά από τον ισθμό του Κρά στο στενό της Γιοχόρης, είναι ανεξήγητη. Οι Ιάπωνες εξακολουθούσαν να υστερούν άριθμητικά. Είχαν αποβιβασθεί με 12 ταγματα, τη στιγμή που η φρουρά της Μαλαισίας διέθετε 31. Αργότερα οι Ιαπωνικές δυναμεις έφθασαν τα 30 ταγματα με την άφιξη της μεραρχίας φρουράς της Κονόγιε, οι Άγγλοι όμως από την πλευρά τους είχαν ένισχυθή με 15 ταγματα. Η σταθερή αυτή αριθμητική υπεροχή δεν χρησίμευσε σε τίποτα. Στή μάχη της Ζίτρα, έξαφνα, μια ιαπωνική εμπροσθοφυλακή δύο ταγμάτων με διοικητή τον αντισυνταγματαρχη Σάκι ανέτρεψε ολόκληρη την 27η ινδική μεραρχία και με 27 νεκρούς μόνο, εκυρίευσε 50 πυροβόλα και συνέλαβε 3.000 αιχμαλώτους. Η υπεροχή σε αεροπλάνα και άρματα δεν τα εξηγεί πάντοτε όλα.
Ο άποφασιστικός παράγων είναι το ηθικό. Οι κίτρινοι πηγαίνουν στον πόλεμο, όπως και σε μιά θρησκευτική τελετή. Κάθε επιτυχία και κάθε θυσία προκαλεί εκρήξεις ψυχικής εξάρσεως και εκδηλώνεται με ποταμούς από δάκρυα. Ο πόλεμος είναι μιά σταυροφορία. Ο πόλεμος είναι η έκδίκηση μιάς ταπεινωμενης υπερηφάνειας. Δεν νοιώθουν ούτε κούραση, ούτε φόβο. Ο θανατος είναι μιά ένωση με τον θεό. Ο στρατος είναι ένα πλήθος, που προχωρεί σφιχτοδεμενο από την πίστη.
Αλλά και η πίστη χρειάζεται ανεφοδιασμό. Η πολύ γρήγορη κατακτηση της Μαλαισίας δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τα «αποθέματα Τσώρτσιλ». Έτσι ονομάζουν σκωπτικά αλλά και από ευγνωμοσύνη οι Ιάπωνες τα φορτηγά αυτοκίνητα, τα πυροβόλα, τα τρόφιμα, τα πυρομαχικά, τα καύσιμα που κυριεύουν.
Στή Ζίτρα μάζεψαν τρόφιμα γιά τρεις μήνες και στο Άλόρ Σταρ οι αξιωματικοι τους, πεθαμένοι από την πείνα, στρώθηκαν στο τραπέζι, όπου άχνιζαν ακόμα τα φαγητά, τα οποία είχαν σερβιρισθεί στην τραπεζαρία των Βρεταννών αξιωματικών. Τα αεροπλάνα τους προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο—ένα «αεροδρόμιο Τσώρτσιλ» !—όπου βρήκαν εκατονταδες βαρέλια βενζίνης με 92 βαθμών όκτανια και ένα απόθεμα με βόμβες, που δεν είχαν παρά να τις φορτώσουν στα άεροπλάνα τους ! Η ιστορία αυτή επαναλαμβάνεται τόσο τακτικά, που οι Ιάπωνες βασίζονται τώρα σχεδόν αποκλειστικά στα εφόδια, που τους προμηθεύει ο εχθρός. Κι αυτό τους το επιτρέπει εκόμα περισσότερο μιά διαταγή του βρεταννικού Γενικού Στρατηγείου, που απαγορεύει να ανατινάσσωνται τα αποθέματα πυρομαχικών και να πυρπολούνται οι αποθήκες, για να αποφεύγεται ο πανικός που κυριεύει τους Ινδούς στρατιώτες, όταν βλέπουν και ακούν στα μετόπισθεν φλόγες και εκρήξεις.
Το πρόβλημα των μεταφορών ανησυχούσε την ιαπωνική διοικηση. Προβλέποντας ότι θα έχουν κοπεί οι δρόμοι και οι σιδηροδρομικές γραμμες είχαν ένταξει στο εκστρατευτικό σώμα έξι λόχους γεφυροποιών και δύο συνταγματα σιδηροδρομικών. Ένας πελώριος επιτελικός αξιωματικός, ο συνταγματάρχης Χόντο, διευθύνει τις επιχειρήσεις σέρνοντας κυριολεκτικά το πόδι του εξ αιτίας μιας τρομερής εξαρθρώσεως, που είχε πάθει την ώρα που αποβιβαζόταν μεσα στα κύματα της Σανγκόρα. Οι δυσκολίες όμως περιορίσθηκαν με τα «φορτηγά Τσώρτσιλ», τοσο πολυάριθμα, που η 5η μηχανοκίνητη μεραρχία διαθέτει τρεις φορές περισσότερα οχήματα από τον κανονικό αριθμό. Ό,τι δεν μετακινείται με τέσσερεις ρόδες, μετακινείται με δύο, επειδή τα ποδήλατα που είχαν εισαχθεί από την Ιαπωνία και βρέθηκαν εκεί τρέχουν επάνω στην εξαίρετη άσφαλτο των «δρόμων Τσώρτσιλ». Το αποβατικό πεζικό προήλασε σαν ένα κύμα κυριακάτικων ποδηλατιστών εκδρομέων τραγουδώντας, σφυρίζοντας και κουβεντιάζοντας χαρούμενα.
Ωστοσο στη Σιγκαπουρη δεν επικρατεί κάποια εξαιρετική ανησυχία ! Αυτό που έγινε στην ηπειρωτική Μαλαισία είχε προβλεφθεί, έστω και αν ο ρυθμός υπήρξε πιό γοργός από όσο επίστευαν. Η πραγματική μάχη, ή πολιορκία, αρχίζει τώρα. Φυσικά είναι λυπηρό το γεγονός, ότι υποχρεώνονται να καταστρέφουν τή ναυτική βάση (63 έκατομμύρια λίρες, δηλαδή 4.506.919.200 σημερινές λίρες!), να πάρουν το ειδικευμένο προσωπικό και να το στείλουν στην Κεϋλάνη, να βυθίσουν την πλωτή αποβάθρα, να ανατιναξουν τις μόνιμες αποβάθρες και να πυρπολήσουν τις δεξαμενές επισκευής σκαφών.
Αλλά το φρούριο της Σινγκαπούρης είναι ανέπαφο και απόρθητο. Την 1η Φεβρουαρίου, ήμερα που άρχισε η πολιορκία, το κοκταίηλ πάρτυ του «Ράφφελς» έχει περισσότερο κόσμο από κάθε άλλη φορά και στο «Τάνγκλιν Κλαμπ» χορεύουν, όπως όλα τα βράδια.
Στο Λονδίνο η ψευδαίσθηση γιά την Σινγκαπούρη διαλύθηκε απότομα στις 29 Ιανουαρίου. Την ημέρα εκείνη ο διευθυντης του στρατιωτικού γραφείου τοΰ Τσώρτσιλ στρατηγός σερ Χένρυ Ίσμαιυ βρήκε τον προϊσταμενό του να ώρύεται γιά την ηλιθιότητα των στρατιωτικών ξεστομίζοντας καταρες. Ένα τηλεγράφημα του σερ Άρτσιμπαλντ Ουαίηβελ, που ήταν ο αντικαταστατης του Μπρούκ-Πόπχαμ στο αρχηγείο νοτιοανατολικής Ασίας, του είχε φανερώσει πριν από λίγο, πως η Σινγκαπούρη είναι αδύνατο να κρατηθεί. Ο Τσώρτσιλ …αφρίζει. «Πως μπόρεσαν να ξοδέψουν 63 έκατομμύρια λίρες γιά την κατασκευή ένός φρουρίου, που μοιάζει με καράβι χωρίς πάτο; Πως μπόρεσαν να άρκεσθοΰν να στηςουν πυροβόλα στραμμενα άποκλειστικά στο πέλαγος ; Πως έδώ και τρία χρόνια, που γίνεται αυτός ο πόλεμος, δεν βρέθηκε ένας στρατηγός να κατασκευάσει όχυρωματικά έργα εκστρατείας, να σκάψει μιάν αντιαρματική ταφρο, να ναρκοθετήσει το στενό, να γεμίσει παγίδες τους βάλτους ; Οι Ιάπωνες φθάνουν ολοταχώς. Κατέλαβαν την Κουάλα Λουμπούρ, πρωτεύουσα της Μαλαισιανής Ομοσπονδίας. Πλησιάζουν στο Σουλτανατο της Γιοχόρης. Βρίσκονται στις παραμονές επιθέσεως στη Σινγκαπούρη. Και τι είναι η Σινγκαπούρη ; A naked island !-Ένα γυμνό νησί !»
Ο Τσώρτσιλ έχει δίκιο, η άγανακτηση όμως δεν ωφελεί. Η Σινγκαπούρη είναι χαμένη. Είναι λογικό να θυσιασθεί όλόκληρη η στρατιά της Μαλαισίας, γιά να κρατήσει η άμυνά της μερικές ημέρες ; Επιτρέπεται να ριχθοϋν έχει κι άλλα ξεκούραστα στρατεύματα, αν μπορούμε να ποϋμε ξεκούραση) την άμοιρη 18η μεραρχία, που θαλασσοδέρνεται έδώ και τρεις μήνες σε δυό ωκεανούς ; Θα ήταν ασφαλώς πιό ρεαλιστικό να μπουν στα πλοια όσες δυναμεις μπορούν να μεταφερθοϋν στη Βιρμανία, που είναι προθάλαμος της Ινδίας και πύλη ανεφοδιασμού του Τσάνγκ – Κάι – σεκ. Ο Τσώρτσιλ παίρνει την απόφαση να το κάνει.
Αυτός που είναι άντίθετος, είναι ο νέος πρωθυπουργός της Αύστραλίας. Ένας σκληρός Εργατικός, ό Τζών Κώρτιν. Είχε κιόλας τολμήσει να δημοσιεύση στο «Μελ- μπουρν Χέραλντ» Ινα άρθρο, στο όποιο έγραψε, πως η Αυστραλία δεν μπορεί πιά να βασίζεται στή μητέρα – πατρίδα, γιά να ένισχύση την άμυνα της και πως πρέπει να στραφεί στην Αμερική. Μόλις πληροφορείται το σχέδιο εκκενώσεως της Σινγκαπούρης, τηλεγραφεί αμέσως στον Τσώρτσιλ: «Αυτό θα ήταν αχαρακτήριστη προδοσία …».
Γιά άλλη μιά φορά ή πολιτική παραβιάζει τις έπι- ταγές της στρατηγικής. Ό Τσώρτσιλ δεν θέλει μιά σύγκρουση με τις κτηςεις των άντιπόδων. Τον τρομάζει έπί- σης το κύμα της όργής,που ή έγκαταλειψη της Σινγκαπούρης θα προκαλοΰσε στην Αγγλία. Η αλαζονική ψευδαίσθηση του απόρθητου, ο μύθος του φρουρίου, που κανείς δεν μπορεί να κυριεύσει, διατηρούν την παντοδυναμία τους. Μόνο τα μελη τοϋ υπουργικού συμβουλίου και μιά φούχτα εμπειρογνώμονες ξέρουν την άλήθεια. Ό Τσώρτσιλ καθορίζει τή σταση του. Η δόξα της Αγγλίας πηγάζει τοσον από τις ήττες, όσον και από τις νίκες. Στή Δουνκέρκη μιά καταστροφή είχε μετατραπή σε θαυμάσια επιχείρηση διασώσεως. Στην Σινγκαπούρη θα γίνει το αντίθετο. Θα πολεμήσουν μεχρις έσχάτων! Ο κόσμος θα βρεθεί μπροστα στο θέαμα του βρεταννικού λέοντος, που αγωνίζεται γιά την τιμή των όπλων.
Οι διαταγές γιά την άμυνα της Σινγκαπούρης ξεκαθαρίζουν, πως δεν μπορεί να γίνη λόγος γιά παράδοση και πως θα πρέπει οι υπερασπιστές της να ταφούν στα έρείπια. Δεκαπέντε ή μερες μετα την έπική αυτή απόφαση έρχεται ή ώρα να πραγματοποιηθή. Η μάχη της Σινγκαπουρης, μιά από τις πιό δραματικές ολόκληρου του πολέμου, έχει άρχίσει.
Πελώρια σύννεφα καπνού, που διασχίζονται από ζοφερές φλόγες, υψώνονται πάνω από τις αποθήκες καυσίμων, που καιγονται. “Ενα μαύρο και καφτο χιόνι πέφτει άδιάκοπα. Όταν ξεσπά ή καθημερινή μπόρα, χείμαρροι από μελάνι πέφτουν στο πεδίο της μάχης και χύνονται όρμητικά στα βαθιά πέτρινα αύλάκια των δρόμων της Σινγκαπούρης Οι «ηθοποιοι» της τραγωδίας αυτης δεν μπορούν να μην γελάσουν βλέποντας ο ένας τον άλλο : υπερασπιστές και επιτιθέμενοι, στρατιωτικοι και πολίτες, Ευρωπαίοι και Άσιάτες έχουν όλοι μεταμορφωθή σε νέγρους, από την κάπνα που πέφτει από τον ούρανό.
Ολόκληρη η πόλη βρίσκεται υπό τα πυρά τού πυροβολικού. Οι οβίδες κάνουν σκόνη τα ανάλαφρα οικήματα σηκώνοντας σύννεφα από ασβέστη. Αεροπλάνα με το σήμα τού Άνατέλοντος Ηλίου πολυβολούν ξυστα πάνω από τίς στέγες, προκαλοΰν έκατονταδες θύματα και κατα περιόδους ρίχνουν προκηρύξεις, που καλούν τον πληθυσμό να θέσει τέρμα στίς ταλαιπωρίες του, επαναστατώντας εναντίον των Άγγλων άποικιοκρατων. Ολόκληρες συνοικίες καιγονται, κάθε οργανωμενη βοήθεια όμως είναι αδύνατη, γιατί οι δρόμοι είναι φραγμένοι από τα ερείπια και λείπει το νερό. Ή αψιά μυρωδιά της κάπνας ανακατεύεται με τή μολυσμενη δυσοσμία της σήψεως και των περιττωμάτων. Οι υπηρεσίες καθαριότητας έχουν εξαφανισθεί και τα πτώματα αποσυνθέτονται σε λίγες ώρες μέσα στον φλογισμενο άέρα.
Μιά άλλη οσμή ένσωματωνεται κατα τρόπον ανεξίτηλο στην μνήμη όσων θα επιζήσουν. Οι άρχές, επειδή φοβόταν μήπως νικητές και ηττημενοι το ρίξουν σ’ ένα τεράστιο μεθύσι, έδωσαν εντολές να χυθούν στους υπονόμους τα αποθέματα «αισιοδοξίας», που είχαν συσσωρεύσει προβλέποντας μακρόχρονη πολιορκία. Πέντε εκατομμύρια γαλόνια οινοπνευματωδών, ούίσκυ, τζίν, κρασί, κινέζικο οινόπνευμα, δίνουν χνώτα μεθυσμενου στην Σινγκαπουρη, που πνέει τα λοίσθια.
Οι Ιάπωνες εξαπέλυσαν έφοδο εναντίον της νήσου την νύκτα της 8ης προς την 9η Φεβρουαρίου. Μιάν έβδομάδα αργότερα τους έμενε να κατακτηςουν 5 χλμ, γιά να σβήσουν από τον χάρτη ένα από τα περιφημότερα φρούρια τού λευκού κόσμου. Γιά άλλη μιά φορά οι Άγγλοι επέδειξαν έλλειψη διορατικότητος. Ο Πέρσιβαλ είχε παραταξει τα δύο τρίτα των δυναμεων του —το ινδικό σώμα και την 18η άγγλική μεραρχία— ανατολικά του αναχώματος της Γιοχόρης με την πεποιθηση, ότι οι Ιάπωνες θα χρησιμοποιούσαν, για να αποβιβασθούν, τις αποβάθρες της ναυτικής βάσεως. Το δυτικό τμήμα αντίθετα, ένας λασπότοπος γεμάτος τροπική βλάστηση με προεξέχουσες ρίζες, που εθεωρείτο αδιάβατος, είχε ανατεθεί μοναχα στην 8η αυστραλιανή μεραρχία, που είχε εξασθενήσει από τις απώλειες και τις … λιποταξίες. Αλλά ό Γιαμασίτα έκανε το άντίθετο από αυτό που περίμεναν. Αφού περιορίστηκε σ’ έναν αντιπερισπασμό προς την πλευρά της βάσεως έρριξε στον βρωμερό λασπότοπο δυό από τις τρεις μεραρχίες του. Αντί να εμποδισθούν από την τροπική βλάστηση οι Ιάπωνες, την χρησιμοποίησαν αριστοτεχνικά γιά να διεισδύσουν. Και μετα την απογοήτευση από την έκθεση Ουέηβελ ό Τσώρτσιλ ήλπιζε πως ο Πέρσιβαλ θα μπορούσε να εμποδίσει τους Ιάπωνες να διαβούν το στενό επί δυό μήνες !
Ποτέ το ήθικό των Ιαπώνων δεν είχε γνωρίσει μεγαλύτερη έξαρση. Συνταγματα όλόκληρα έκλαψαν χύνοντας καυτα δάκρυα υπερηφάνειας, βλέποντας το νησί με το μαγικό όνομα, που έρχονταν να κατακτηςουν. Πριν από την έπίθεση άξιωματικοι και στρατιώτες άλλαξαν ροϋχα γιά πρώτη φορά από την έναρξη της έκστρατείας και πραγματικά σε μιά κατασταση μυστικιστικής άγνό- τητας προχώρησαν προς τον τελικόν αντικειμενικό σκοπό της υπεράνθρωπης προσπάθειάς τους.
Στις 10 Φεβρουάριου η ιαπωνική επίθεση ξεχύνεται στο κέντρο του νησιού στην περιοχή δηλαδή, όπου είχαν εγκατασταθεί οι Λευκοί γιά την υγεία τους και τις απολαύσεις τους. Το υψηλότερο σημείο, 117 μ., είναι ο λόφος του Μπουκίτ Τιμάχ, που στεφανώνεται από υπέροχα μυροβόλα δεντρα. Το πυροβολικό δεν έχει ακόμα ακολουθήσει. Οι διοικητές των δυό μεραρχιών, Ματσούι και Μουταγκούσι, αποφασίζουν ανεξάρτητα απ’ αυτό να επιτεθούν. Σ’ έναν ουρανό «Αποκαλύψεως» σμίγουν τα σύννεφα της πυρκαϊάς με τα σύννεφα του Ισημερινού. Την στιγμή που τα στρατεύματα ξεκινούν γιά την έπίθεση, μιά κολοσιαία αστραπή σχίζει τα σύννεφα. Ένας τρομακτικός άνεμος αρχίζει να φυσά. Η βροχή σφυροκοπά το χώμα.
Το θαμπό δειλινό γίνεται σκοταδι φρικιαστικό, που διασχίζεται από τις φωτεινές γραμμες των κεραυνών και συγκλονίζεται από τις βροντές. Οι λευκοι υπερασπιστές ζητούν να βρουν οποιοδήποτε καταφύγιο, για να προφυλαχθούν από τον κατακλυσμό και την καταιγίδα. Οι κίτρινοι επιτιθέμενοι καλύπτονται όπως – όπως μέσα στις προεξέχουσες τεράστιες ρίζες του τροπικού δάσους. Οι εκπαιδευτές τους τους είχαν διδάξει, πως έχουν σύμμαχό τους την καταιγίδα και την νύκτα. Οι εκπαιδευτές τους έχουν δίκαιο. Οι Ιάπωνες στρατιώτες καταλαμβάνουν την κορυφή του Μπουκίτ Τιμάχ και εξοντώνουν τους φοβισμενους υπερασπιστές του. Το πυροβολικό του ουρανού είχε υποτακαστήσει το πυροβολικό του Μικάδο. Νύκτα ολέθρου, θα γράφει την άλλην ημερα το επίσημο βρεταννικό ανακοινωθέν. Η τελευταία γραμμή αμύνης της Σινγκαπούρης έχει πέσει.
Την αυγή οι νικητές του Μπουκίτ Τιμάχ ακούν στα δεξιά τους σφοδρές έκρήξεις. Οι Άγγλοι άνατινάσσουν τα τεράστια πυροβόλα των 15 ίντσών του πυροβολείου της Μπουόνα Βίστα, τα γιγάντια πυροβόλα, που έπρεπε να είχαν κάνει τή Σινγκαπούρη απόρθητη. Κι όμως δεν έριξαν ούτε μιαν όβίδα!
Οπως συνήθως, η ημέρα ξημερώνει μεσα σε μιαν ατμόσφαιρα ήρεμη και γεμάτη δόξα. Ο στεριανός άνεμος κάνει να γέρνουν προς τή θαλασσα οι φλόγες των πυρκαΐών. Πάλι δάκρυα τρέχουν στα μάγουλα των ευκολοσυγκίνητων Ιαπώνων πολεμιστών. Το πανόραμα που άπλώνεται στα πόδια τους αξίζει όλους τους κόπους, όλους τους ακρωτηριασμούς, όλους τους νεκρούς: ο ιππόδρομος, το γκόλφ, τα γήπεδα τοϋ κρίκετ, ένα πρότυπο γαλακτομείο μεσα στον άσπρο φράχτη του, υπέροχα μπάνγκαλοους ανάμεσα σε καθαρά παρτέρια χλόης !Αριστερά, πολύ κοντα, έκτείνονται οι δεξαμενές Μάκ Ρίχτι και Πήρς, που θα τις κατακτησουν την επομένη και που το νερό τους είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για το ένα εκατομμύριο κατοίκων της Σινγκαπούρης. Η ίδια ή Σινγκαπούρη βρίσκεται στα πόδια τους ! Ο διπλός ευθύγραμμος δρόμος Μπουκίτ Τιμάχ Ρόουντ, ο έλικοειδής δρόμος Χόλλαντ Ρόουντ εισχωρούν στην μάζα των σπιτιών και συγκλίνουν προς τον μεγάλον αστικόν άξονα, το Όρτσαρντ Ρόουντ. Πέρα μακριά η θαλασσα λαμποκοπά. Οι σταυροφόροι της άσιατικής σταυροφορίας ατενίζουν την δική τους Ιερουσαλήμ.
Στο Λονδίνο η υπερηφάνεια του Τσώρτσιλ πληγώνεται. «Η τιμή της φυλής μας διακυβεύεται … Οι δυνάμεις σας είναι αριθμητικά ανώτερες από τις εχθρικές…Η μάχη πρέπει να συνεχισθεί με κάθε θυσία μέχρις εσχάτων … Δεν τίθεται θέμα να διασώσετε τα στρατεύματα ή να διαφυλάζετε τον άμαχο πληθυσμό… Οι στρατηγοι πρέπει να πεθανουν με τους στρατιώτες τους … “Εχετε μια εύκαιρία να μπείτε στην ιστορία …». Οι φράσεις αυτές, που υπαγορεύονται με παλλόμενη φωνή μεσα στο γραφείο της Νταουνινγκ Στρήτ, απευθύνονται προς ένα πικρόχολον άνθρωπο. Ο στραταρχης Ούέηβελ εγκατέστησε το γενικό στρατηγείο του στην Ιάβα, δεν έχει όμως ψευδαισθήσεις για τις δυνατοτητες, που υπάρχουν για την άμυνα των Ολλανδικών Ινδιών, όταν πλέον θα έχει πέσει ή Σινγκαπούρη. Η πτώση της Σινγκαπούρης είναι ζήτημα ωρών και όλη η ρητορεία του Τσώρτσιλ δεν πρόκειται ν’ αλλάξει την κατασταση.
Με πέντε πολύ ψυχρές παραγράφους άπαντα ό Ούέηβελ στον πρωθυπουργό. Επιστρέφει από μιά εικοσιτετράωρη έπιθεώρηση στή Σινγκαπούρη. Ή κατασταση είναι άσχημη. Ο Πέρσιβαλ διαθέτει βέβαια την αριθμητική υπεροχή, τα στρατεύματα του όμως πολεμούν μ’ ένα σύμπλεγμα μειονεκτικότητας. Αύτος, ο Ούέηβελ, έκανε ό,τι μπορούσε, γιά να αναπτερώσει το ήθικό. Δεν κολακεύεται να πιστεύει πως το επέτυχε.
Μιά έκτη παράγραφος κλείνει την αναφορά. Μόλις ετέλειωσε την έπιθεώρησή του ο Ουέηβελ κατέβηκε στο λιμάνι, γιά να επιβιβασθεί στην τορπιλλάκατο, που τον είχε φέρει από την Ιάβα. Η προκυμαία ήταν σκοτεινή. Γλίστρησε. Έπεσε. Επιβιβάσθηκε με φρικτούς πόνους στην τορπιλλάκατο. Ο γιατρός μόλις τώρα τον πληροφόρησε, πως έσπασε δυό οσταρια κάτω από τον ώμο και επίσης εκτύπησε τον κόκκυγά του. «Δεν είναι σοβαρό, πρέπει όμως να εισαχθώ σε νοσοκομείο και να μείνω ακίνητος γιά δύο ή τρεις εβδομάδες». Ο Τσώρτσιλ είχε ίσως πιστέψει, πως η ευφράδειά του θα έπειθε τον αρχιστράτηγο να κλεισθεί στην Σινγκαπούρη, γιά να ύπάρξη έτσι ένα παράδειγμα Ιστορικού θανατου, τον όποιο απαιτεί από τους στρατηγούς του . . .· Και ο αρχιστράτηγος ….. εισάγεται στο νοσοκομείο.
Στή Σινγκαπούρη το ηθικό καταρρέει. Η έκκληση των δυό απόντων, του Τσώρτσιλ, που τον διαδέχθηκε ό Ούέηβελ, φέρνει αποτέλεσμα αντίθετο από εκείνο που περίμεναν. Διοικητές λόχων την ξεσκίζουν βρίζοντας μπροστα στους άνδρες τους. Οι μοναδες διαλύονται. Λευκοί λιποτακτες πλημμυρίζουν την πόλη. Με το πιστόλι στο χέρι προσπαθούν να καταλάβουν με έφοδο τα σκάφη, που φεύγουν από το λιμάνι τελευταία. Απωθούνται και ξαναγυρίζουν στο κέντρο της πόλεως, όπου ανακατεμενοι με τον όχλο λεηλατούν τα καταστήματα που είχαν ανοίξει οι βομβαρδισμοί. Μπροστα στο πρατήριο του Στρατού και του Ναυτικού, σύμβολα της βρεταννικής αποικιοκρατίας, μιά Γαλλίδα, πρόσφυγας από την Γιοχόρη, βλέπει μεσα στην κάπνα το σουρρεαλιστικό θέαμα Αυστραλών στρατιωτων να χορεύουν με… γυμνές γυναικες, που δεν είναι παρά οι κέρινες κούκλες, τις οποίες είχαν κλέψει από τις βιτρίνες. Η οσμή των νεκρών, που σαπίζουν μεσα στα έρείπια, γίνεται έφιαλτική και η δίψα προστίθεται στην κούραση και στο φόβο.
Την Κυριακή 15 Φεβρουάριου ο Πέρσιβαλ καλεί σύσκεψη των διοικητών των τομέων. Το γενικό στρατηγείο είχε συμπτυχθεί στο Φόρτ Κάννινγκ, στην καρδιά της πόλεως, αλλά όλη ή Σινγκαπούρη είναι τώρα στην γραμμή τού μετώπου.
Η ιαπωνική πίεση ασκείται σ’ ολόκληρη την περίμετρο της πόλεως από τον Κολυμβητικό Όμιλο ως τα κεραμουργεία του Μπάκιτ – Τσερμιν. Οι στρατηγοι που κλήθηκαν στη σύσκεψη, κατορθώνουν με αφάνταστο κόπο να περάσουν. Δεν έχουν ακόμα φθασει στο Φόρτ Κάννινγκ και μιά εκκωφαντική έκρηξη τους πληροφορεί, ότι οι αποθήκες πυρομαχικών του στρατώνα «Αλεξάνδρα», μιά από τις τελευταίες πηγές ανεφοδιασμού των πολιορκημένων, ανατινάχθηκαν. Την ίδια στιγμή οι Ιάπωνες φθανουν στο ομώνυμο νοσοκομείο και κτυπούν με την ξιφολόγχη ό,τι βρίσκεται μπροστα τους, ακόμα κι έναν τραυματία, που είναι ξαπλωμενος στο χειρουργικό τραπέζι ! Ώς και το Φόρτ Κάννινγκ είναι ζωσμενο από καπνούς. Οβίδες πέφτουν αδιάκοπα επάνω του και ακούγονται τα πολυβόλα, που κτυπούν δαιμονισμένα τον καταπράσινο αυλόγυρο του Ράφφες Κόλλετζ ακριβώς δίπλα.
Στην πόλη επικρατεί σύγχυση και απόγνωση. Περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι συνωστίζονταν σε μία ακτίνα 5 χλμ. από την ακτή, εκτεθειμένοι σε ακατάπαυστο βομβαρδισμό, την ημέρα από αεροσκάφη και τη νύκτα από το πυροβολικό. Δεν υπήρχαν αντιαεροπορικά καταφύγια και οι χώροι δια- σποράς στα περίχωρα βρίσκονταν σε εχθρικά χέρια. Οι πολυπληθείς λαϊκές κατοικίες της κινεζικής παροικίας είχαν γίνει πραγματικές παγίδες θανάτου. Είναι αδύνατο να υπολογισθούν οι νεκροί πολίτες των τελευταίων ημερών. Κάποιες πηγές υπολογίζουν 500 έως 2000 την ημέρα. Υπήρξαν φρικιαστικές σκηνές, όπως ο βομβαρδισμός του Ινδικού «Στρατιωτικού Νοσοκομείου Βάσεως». Στις ξύλινες καλύβες του σχεδόν όλοι οι τραυματίες (στην πλειοψηφία τους Ινδοί) εκάηκαν ζωντανοί. Νοσοκομεία, ξενοδοχεία, σχολεία και λέσχες είχαν γεμίσει από τραυματίες.
Ενας ιερέας λέει μια προσευχή και δίνει να μεταλάβουν σ’ αυτούς που το επιθυμούν. Ύστερα ο ταξίαρχος Σίμσον, διοικητής της Παθητικής Αμύνης, παίρνει τον λόγο, για να κάνει μια προειδοποιηση: Σε είκοσι τέσσερεις ώρες το νερό θα λείψει τελείως ! Θα χρειασθοϋν πολλές ήμερες, γιά να αποκατασταθεί η διανομή νερού μετα την καταπαυση των μαχών. Σ’ αυτό το θερμό και ευνοϊκό γιά την σήψη κλίμα ό μεγάλος κίνδυνος δεν είναι η δίψα, είναι η πανούκλα !
Οι διοικητές τομέων παίρνουν έπειτα τον λόγο. Στα ανατολικά η έπίθεση συγκρατείται, αλλά στα δυτικά το μετωπο καταρρέει. Αφού πολέμησε με τρόπο που ξεπέρασε κάθε ελπίδα η 1η μαλαισιανή ταξιαρχία, είχε συμ- πτυχθη απότομα στο μήκος της ακτής, αφήνοντας ακάλυπτο το αριστερό πλευρό της αυστραλιανής μεραρχίας, τη στιγμή που η υποχώρηση της 54ης και 55ης άγγλικής ταξιαρχίας άφηνε ακάλυπτο το δεξιό πλευρό της. Ό Αυσταρλός στρατηγός Μπέννετ είχε πάρει ήδη τα μετρα του, γιά να άπαγκιστρωθή μόλις θα αποφασιζόταν η αναπόφευκτη συνθηκολόγηση, αποφεύγει όμως να πληροφορήσει σχετικά το πολεμικό συμβούλιο δηλώνοντας μόνο, πως τα λίγα πυρομαχικά, που διαθέτει, δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει, παρά μόνο γιά την άμυνα του τομέως του.
Τα παράθυρα είναι φραγμενα με σακκιά με άμμο. Οι ανεμιστήρες έχουν πάψει να λειτουργούν. Ο ιδρώτας τρέχει στο πρόσωπο, στα χέρια, στα γόνατα των στρατηγών. Ο Πέρσιβαλ με «σβησμένη» φωνή συνοψίζει την κατασταση : Δεν υπάρχουν σχεδόν πιά τρόφιμα, νερό, πυρομαχικά, καύσιμα. Τα αποθέματα, που είχαν σχηματισθεί με την πρόβλεψη πολιορκίας της Σινγκαπούρης, ήταν τεράστια– τα κυρίεψαν όμως οι Ιάπωνες. Ο μόνος τρόπος να συνεχισθεί η αντίσταση είναι να τα ξαναπάρουν. Οι στρατηγοί μήπως θεωρούν δυνατό να αντεπιτεθούν πάλι, γιά να ανακαταλάβουν το Μπουκίτ Τιμάχ και τις πολύτιμες αποθήκες, που παρ’ όλες τίς καταστροφές βρίσκονται ακόμα εκεί άθικτες;
Όχι, οι στρατηγοί πιστεύουν, πως αυτό δεν είναι δυνατόν. Πιστεύουν αντίθετα, πως αυτό είναι απολύτως αδύνατο. Δεν χωρεί καμία συζήτηση. «Αν είναι έτσι τα πράγματα», λέει ο Πέρσιβαλ, «το μόνο που απομένει είναι η συνθηκολόγηση». Παρουσιάζει έπειτα ένα ραδιοφωνικό μήνυμα, που μόλις είχε λάβει. Στην Ιάβα και στο Λονδίνο οι σκληρές διαταγές των προηγουμενων ημερών έχουν γίνει ηπιώτερες. Ο Τσώρτσιλ θεωρεί, πως μια σφαγή δεν θα είχε νόημα από την στιγμή που δεν υπάρχει πιά καμιά πιθανότητα νίκης. Ο Ουέηβελ τηλεγράφησε στον Πέρσιβαλ, πως τον αφήνει να κρίνει γιά την στιγμή που πρέπει να σταματήσει η αντίσταση.
«Τώρα!», αποφασίζει ο Πέρσιβαλ. Καμιά εντυπωσιακή σκηνή δεν ακολουθεί αυτήν την λέξη. Ο ταγματαρχης Ουάιλντ υποδεικνύεται γιά να διαβιβάσει στον εχθρό την πρόταση συνθηκολογήσεως. Του ετοιμάζουν μιά λευκή σημαία μ’ ένα τραπεζομάντηλο της καντίνας. Ανηφορίζει τον δρόμο προς το Μπουκίτ Τιμάχ με ένα Λάντ – Ρόβερ, ανεμίζοντας το σήμα της ήττας. Ο δρόμος είναι έρημος, όμως στα πεζοδρόμια πολίτες και στρατιώτες κοιταζουν με απέραντη αδιαφορία να περνά εμπρός τους η παράδοση μιάς αυτοκρατορίας. Μετα την διασταύρωση της Άνταμς Ρόουντ προβάλλει ένας Ιάπων και κάνει νόημα στον Ουάιλτ να προχωρήσει. Το πυρ σταματα. Ενας μικρόσωμος μυστακιοφόρος άνδρας με διάσημα αξιωματικού κι ένα μεγάλο σπαθί ξεπροβάλλει με την σειρά του: Είναι ο συνταγματαρχης Φουζίτα, ένας από αύτους τους καταπληκτικούς Ιάπωνες επιτελικούς άξιωματικούς, που συναντα κανείς πάντα στή γραμμή του πυρός. Μιά λεπτομερεια, που εξηγεί το ανοικτό χιτωνιό του, παρατυπία γιά τον πιό προσηλωμενο στους τύπους στρατό του κόσμου : ο Φουζίτα έχει τον ώμο του στο γύψο, γιατί παίρνει μερος στην εκστρατεία με σπασμένη την μία κλείδα του. Δεν είναι από αυτούς που θα έμπαιναν σε νοσοκομείο γιά ….μιά θλάση του κόκκυγος !
Συνθηκολόγηση ; Έστω. Οι Ιάπωνες συμφωνοΰν, με την προϋπόθεση φυσικά, ότι θα πρόκειται γιά απλή παράδοση άνευ όρων και ότι ο άρχηγός του εχθρικού στρατού θα έλθει ό ίδιος να την ζητήσει αυτοπροσώπως. Και μιά πρόσθετη, κατηγορηματική απαίτηση : η βρεταννική σημαία θα κυματίζει δίπλα στην λευκή σημαία. Η φωτογραφία που θα ληφθεί θα μείνει στην ιστορία ως σύμβολο της πιό χτυπητής, της πιό ανεπανόρθωτης ήττας της Δύσεως.

Οι Ιάπωνες μετονόμασαν την Σιγκαπούρη σε «Σονάντο» που σημαίνει «Νότιο νησί που αποκτήθηκε στην εποχή του Σόβα» («Φωτισμένη Ειρήνη» – το ιερατικό όνομα του Αυτοκράτορος Χιροχίτο) και την κατείχαν μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου 1945, ένα μήνα μετά την παράδοση της Ιαπωνίας, οπότε και ξαναπέρασε στην κυριαρχία των Βρεταννών.
Η νίκη προκάλεσε ρίγη συγκίνησης στην Ιαπωνία. Ο Γιαμασίτα, γνωστός πλέον ως «Τίγρης της Μαλαισίας», είχε επιτύχει έναν αληθινό θρίαμβο. Το προηγούμενο έτος οι Γερμανοί στρατιωτικοί ηγέτες είχαν υπολογίσει ότι θα χρειαζόταν πέντε μεραρχίες και 18 μήνες για να φθάσει στην Σιγκαπούρη και να την καταλάβει. Την αποστολή έφεραν σε πέρας οι τρεις μεραρχίες του σε λιγότερους από τρεις μήνες. Ως ναυτική βάση η Σιγκαπούρη δεν ήταν περισσότερο χρήσιμη στους Ιάπωνες από όσο ήταν στους Βρετανούς. Ωστόσο η κατάληψή της έδωσε στην Ιαπωνία την απόλυτη κυριαρχία στη χερσόνησο της Μαλαισίας (με τα άφθονα κοιτάσματα κασσιτέρου, σιδήρου, χρυσού, βωξίτη και καουτσούκ) και την έφερε μόλις 100 χιλιόμετρα από την ολλανδική Σουμάτρα και τα πλουσιότερα κοιτάσματα πετρελαίου στην Ασία.
Για τους Βρετανούς η απώλεια της Σιγκαπούρης υπήρξε η σκοτεινότερη στιγμή του Β’ ΠΠ, με τεράστιο κόστος για τη συμμαχική πολεμική προσπάθεια, και σύμφωνα με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ «η χειρότερη καταστροφή και η μεγαλύτερη συνθηκολόγηση στην ιστορία της Βρετανίας». Ωστόσο δεν οδήγησε στην κατάκτηση της Αυστραλίας όπως φοβούνταν οι Αυστραλοί, διότι το Τόκυο αρνήθηκε να ενισχύσει τα συναφή τολμηρά σχέδια του Γιαμασίτα για επέκταση στον Νότο.
Ενώ είναι αλήθεια ότι οι αμυνόμενοι έκαναν πολλά λάθη τακτικής στην ενδοχώρα και στη Σιγκαπούρη, οι σπόροι της τελικής καταστροφής είχαν ήδη πέσει σαφώς κατά τα χρόνια πριν από την έναρξη του πολέμου. Αναπτύχθηκαν από την επίσημη απραξία, από τον βλακώδη διοικητικό κατακερματισμό της χερσονήσου της Μαλαισίας, από την έλλειψη ενός στρατηγού με εξουσία επάνω στις ένοπλες δυνάμεις και, εάν χρειαζόταν, στην πολιτική διοίκηση. Η καταστροφή προήλθε από την απαξιωτική απόδοση μικρότερης σημασίας στη ιαπωνική δύναμη και εφευρετικότητα, που με τη σειρά της εγέννησε την αδιαφορία η οποία καθησύχασε τον τοπικό πληθυσμό και την άρχουσα βρετταννική τάξη.
Ακόμα προήλθε από τη δημιουργία μίας ναυτικής βάσεως ,,,,χωρίς ναυτικό (!) και αεροδρόμια χωρίς επαρκή αεροπορική δύναμη ή άμυνα. Τελικά επιστεγάσθηκε από το γεγονός ότι η Βρετανία δεν ήταν ποτέ αρκετά ισχυρή για να υπερασπισθεί από μόνη της την ανατολική αυτοκρατορία. Ως υποκατάστατο των θωρηκτών η Βρετανία κατασκεύασε τη Ναυτική Βάση στη Σιγκαπούρη, μία βάση που δημιουργήθηκε με σωρεία λανθασμένων εκτιμήσεων για να αντιμετωπίσει ένα σύνολο περιστάσεων, οι οποίες όμως δεν υπήρξαν ποτέ. Η Σιγκαπούρη ποτέ δεν ήταν προετοιμασμένη για ολοκληρωτικό πόλεμο χωρίς έναν αποτελεσματικό σύμμαχο στον Ειρηνικό.
Εκτός της στρατιωτικής σημασίας τα γεγονότα του Φεβρουάριου 1942 ανέδειξαν την φοβερή πλάνη στη οποία βασιζόταν η παρηκμασμένη αποικιοκρατία των Δυτικών Δημοκρατιών. Υπονόμευσαν επίσης την έως τότε επικρατούσα θεωρία της φυλετικής ανωτερότητος των Λευκών και την δοξασία ότι μία αποικιακή δύναμη μπορούσε αλλά και έπρεπε να αμυνθεί υπέρ των υποτελών της, χωρίς να ζητήσει τη δική τους συνεργασία. Οι κυβερνώντας έμειναν κατάπληκτοι από τον ηρωισμό της Daliforce (από το όνομα του διοικητή της συνταγματάρχη Dali), οι επιζώντες της οποίας στο μέλλον αποτέλεσαν τον πυρήνα του αντιστασιακού κινήματος στη Μαλαισία και των άτακτων Κινέζων, από το μαχητικό πνεύμα του Συντάγματος της Μαλαισίας και του Σώματος Εθελοντών, την αφοσίωση των εθελοντών εργατών και την αξεπέραστη καρτερία των απλών πολιτών εν όψει του κινδύνου και του θανάτου.
Το εξιλαστήριο θύμα για την πτώση της Σιγκαπούρης ήταν ο άτυχος Πέρσιβαλ και όχι κάποιος από τους προκατόχους του. Για τον Πέρσιβαλ η Σιγκαπούρη ήταν το τέλος μίας πολλά υποσχόμενης σταδιοδρομίας που θα τον έφερνε στην κορυφή της διοίκησης του Βρετανικού Στρατού. Μετά από περισσότερα από τρία χρόνια ταλαιπωρίας και κακομεταχείρισης (ως αιχμάλωτος πολέμου) απεστρατεύθη χωρίς καμία αναγνώριση. Η φήμη του παρέμεινε σκεπασμένη από ένα σύννεφο ως τον θάνατό του, το 1966, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε σταθερά και επίμονα να αποδείξει την πραγματικά δεδομένη αθωότητά του, επιζητώντας μόνο να προστατεύσει τη φήμη των ανδρών που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές του. Ακόμη και ο υποστράτηγος Μπένετ, που συγκρούσθηκε επανειλημμένως με τον Πέρσιβαλ εντονότερα από οποιονδήποτε άλλον, αργότερα παραδέχθηκε ότι «υπεύθυνο ήταν το σύστημα περισσότερο από κάθε άτομο».
Ο Πέρσιβαλ ποτέ δεν αντελήφθη το ελάχιστο περιθώριο μεταξύ της ήττας και της σωτηρίας. Ωστόσον, ακόμα και αν είχε εκτιμήσει ορθά τις αδυναμίες των Ιαπώνων, το τίμημα για τη συνέχιση της αντιστάσεως θα ήταν τρομακτικό. Μεταξύ των ερειπίων και των πτωμάτων ένας αποφασισμένος στρατιωτικός διοικητής μπορεί να είχε γράψει το όνομα της Σινγκαπούρης με χρυσά γράμματα στα χρονικά της βρετανικής στρατιωτικής ιστορίας. Πολλοί στρατιώτες της Κοινοπολιτείας, με τον έντιμο θάνατο της μάχης θα απέφευγαν την τρομερή μοίρα που τους περίμενε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στον διαβόητο «σιδηρόδρομο του θανάτου» στην Ταϋλάνδη, αλλά για τον πληθυσμό της Σινγκαπούρης ήταν ίσως ευτυχές το γεγονός ότι η άμυνα της πόλης δεν ήταν ευθύνη ενός τέτοιου διοικητή.
Στη Βρετανία τη θλιβερή είδηση της καταστροφής μετέδωσε ο ίδιος ο …. φανφαρονικός ηθοποιός Τσώρτσιλ στις 15 Φεβρουάριου 1942: «Σήμερα σας μιλώ στα σπίτια σας. Μιλώ σε εσάς στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία, που για την ασφάλειά σας θα καταβάλουμε κάθε προσπάθεια, στους πιστούς φίλους μας στην Ινδία και στη Βιρμανία, στους γενναίους συμμάχους μας τους Ολλανδούς και τους Κινέζους και στους γνωστούς και συγγενείς μας στις ΗΠΑ. Μιλώ σε όλους σας κάτω από τη σκιά μίας βαριάς στρατιωτικής ήττας με μεγάλο αντίκτυπο. Είναι μία ήττα της Βρετανίας και της Αυτοκρατορίας. Η Σιγκαπούρη έπεσε !».
Ισίδωρος Ιγνατιάδης
