Το Τέλος της Ιουδαϊκής Ισχύος;

Ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα που πήρα διαβάζοντας το αγγλόφωνο βιβλίο του Μπερτράν ντε Ζουβενέλ (Bertrand de Jouvenel) «Σχετικά με την εξουσία: Η φυσική ιστορία της ανάπτυξής της», 1948, είναι ότι οι επαναστάσεις συμβαίνουν ενάντια σε αδύναμα καθεστώτα, όχι ενάντια σε ισχυρά. Αυτή δεν είναι η ρομαντικοποιημένη εκδοχή της ιστορίας που λαμβάνουμε συχνά από τα μέσα ενημέρωσης ή τα σχολεία. Ο Γεώργιος Γ΄, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ και ο Νικόλαος ο Β΄ έχουν απεικονιστεί ως τρομεροί τύραννοι, κατά των οποίων μια ομάδα θαρραλέων επαναστατών κατάφερε, παρά τις αντιξοότητες, να νικήσει. Η αλήθεια είναι μάλλον διαφορετική. Στην πραγματικότητα, όλοι αυτοί ήταν αδύναμοι ηγέτες. Η μυστική αστυνομία του Τσάρου, η Οχράνα, αποτελούνταν μόνο από μερικές χιλιάδες πράκτορες σε μια χώρα 140 εκατομμυρίων κατοίκων.

 [Ο Μπερτράν ντε Ζουβενέλ ντε Ουρσέν (1903 –1987) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, πολιτικός οικονομολόγος και φουτουριστής. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϋ και στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 1 Πάνθεον-Σορβόννη.]

Ένα άλλο μάθημα που πήρα διαβάζοντας τον ντε Ζουβενέλείναι ότι οι επαναστάτες αντικαθιστούν πάντα τα αδύναμα αυταρχικά καθεστώτα με ισχυρά (ναι, αυτό ισχύει ακόμη και για την Αμερικανική Επανάσταση: πιστεύει κανείς σοβαρά ότι είμαστε πιο ελεύθεροι σήμερα από ό,τι ήμασταν υπό τον Γεώργιο Γ΄;). Υπό τους κομμουνιστές στη Ρωσία, ο αριθμός των μυστικών αστυνομικών εκτοξεύτηκε σε εκατοντάδες χιλιάδες. Αλλά η ειρηνική ανατροπή του κομμουνισμού στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1980 και του 1990 προέκυψε από το γεγονός ότι αυτά τα καθεστώτα δεν ήταν πλέον τόσο ισχυρά όσο ήταν κάποτε.

Όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, θυμάμαι πολύ καλά το σοκ μου. Είχα περάσει όλη μου τη ζωή ζώντας σε έναν κόσμο διχασμένο ανάμεσα στη Δύση και σε ένα μεγάλο γκρίζο και δυσοίωνο άγνωστο που βρισκόταν πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Όλοι πίστευαν, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν αιώνια, με τον ίδιο τρόπο που πιστεύουμε ότι η Αμερική είναι αιώνια. Και τότε, ξαφνικά, συνέβη μια μετατόπιση. Ενώ κάποτε οι πολίτες των κομμουνιστικών καθεστώτων τρομοκρατούνταν να εκφράσουν τη διαφωνία τους, όλο και περισσότεροι άρχισαν να το κάνουν. Μύριζαν το αίμα. Ένιωθαν ότι το καθεστώς είχε γίνει αδύναμο. Δεν πίστευαν πλέον στα ψέματα.

Οι κομμουνιστικές χώρες τελικά έφτασαν σε ένα σημείο που έχει σχολιαστεί πολύ, όπου ο λαός εγνώριζε ότι το καθεστώς τους έλεγε ψέματα και το καθεστώς εγνώριζε ότι ο λαός το ήξερε, αλλά συνέχιζε να λέει τα ίδια ψέματα. Σας ακούγεται οικείο; Μια τέτοια κατάσταση δεν είναι βιώσιμη, ειδικά όταν όσοι έχουν τυραννηθεί είναι κυριολεκτικά σε θέση να κοιτάξουν πάνω από έναν τοίχο ενός κήπου και να δουν ότι το γρασίδι στην άλλη πλευρά είναι πραγματικά πιο πράσινο. Τους είχαν υποσχεθεί εδώ και χρόνια ότι το δικό τους γρασίδι θα γινόταν πιο πράσινο, αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ. Ήταν προφανές σε όλους ότι ο κομμουνισμός ήταν μια αποτυχία.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά μόλις τις προάλλες, όταν μιλούσα με έναν φίλο για την ένδοξη νέα αναγέννηση του τωρινού «αντισημιτισμού». Πολύ συχνά τους τελευταίους μήνες και οι δύο έχουμε εκφράσει κάποια εκδοχή του ακόλουθου συναισθήματος: «Αν μου έλεγες πριν από είκοσι χρόνια ότι οι άνθρωποι σήμερα θα μιλούσαν με τον τρόπο που μιλάνε, θα σε θεωρούσα τρελό – ή, τουλάχιστον, απίστευτα αφελή». Όταν πρωτοεμφανίστηκα σε αυτό που εγώ και οι φίλοι μου ονομάζουμε «κίνημα», πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος αυτού που κάναμε ήταν να καθόμαστε με άλλους ομοϊδεάτες, να σκύβουμε τα κεφάλια μας και να λέμε: «Πότε θα ξυπνήσει ο κόσμος;»

Έχω πλέον καταλήξει στο ευτυχές συμπέρασμα ότι είναι καιρός να αποσυρθούμε από αυτό το ερώτημα. Δεν υπάρχει πλέον λόγος να το θέτουμε, γιατί όντως φαίνεται ότι ο κόσμος ξυπνάει. Ειλικρινά, δεν πίστευα ότι θα ζούσα για να το δω αυτό, αλλά εξέχοντα και σημαντικά άτομα συζητούν τώρα ανοιχτά το πρόβλημα της εβραϊκής εξουσίας με εκπληκτικά ειλικρινή τρόπο. Οι αναγνώστες μου είναι πολύ εξοικειωμένοι με αυτό το φαινόμενο για να χρειάζονται να το συνοψίσω γι’ αυτούς, αλλά θα αναφέρω ότι σκέφτομαι προσωπικότητες όπως ο Tucker Carlson [Αμερικανός τηλεπαρουσιαστής και πολιτικός σχολιαστής παλαιοσυντηρητικών αρχών και οικοδεσπότης του νυχτερινού πολιτικού talk show Tucker Carlson Tonight στο Fox News από το 2016. Η εκπομπή αυτή ήταν τον Ιούλιο του 2021 η πιο δημοφιλής τηλεοπτική εκπομπή στις Ηνωμένες Πολιτείες], η Candace Owens [Candace Amber Owens Farmer είναι Αμερικανίδα πολιτική σχολιάστρια και συγγραφέας. Οι πολιτικές της θέσεις έχουν περιγραφεί ως επί το πλείστον ως ακροδεξιές ή/και συντηρητικές. Έχει προωθήσει πολυάριθμες θεωρίες συνωμοσίας ], ο Mark Dice [Ο Mark Shouldice, γνωστός ως Mark Dice, είναι Αμερικανός Youtuber, συντηρητικός πολιτικός σχολιαστής, συγγραφέας, ακτιβιστής και «θεωρητικός συνωμοσίας»] και άλλοι. Και δεν είναι μόνο για το εβραϊκό ζήτημα που ξυπνούν οι άνθρωποι : Ο Mark Dice, ο οποίος είναι ειλικρινά επικριτής της ισραηλινής πολιτικής και έχει 1,9 εκατομμύρια συνδρομητές στο YouTube, είναι επίσης εντελώς θυμωμένος με τα φυλετικά ζητήματα και τα ανυπέρβλητα προβλήματα που θέτει μια κοινωνία η οποία περιλαμβάνει ως μέλη της  μαύρους.

Ωστός, απ’ όσο γνωρίζω, κανείς δεν έχει παρατηρήσει κάτι πολύ προφανές σχετικά με αυτό το εξαιρετικό φαινόμενο: Δεν θα συνέβαινε αν η εβραϊκή δύναμη δεν είχε ήδη υποχωρήσει. Μην κάνετε λάθος, οι Εβραίοι εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά πλούσιοι και ισχυροί! Αλλά αυτή η ειλικρινής και ανοιχτή αντίδραση εναντίον τους δεν θα συνέβαινε αν οι προαναφερθέντες influencers, και άλλοι σαν αυτούς, φοβόντουσαν πραγματικά τους Εβραίους. Βεβαίως, άνθρωποι όπως ο Tucker Carlson εξακολουθούν να επιλέγουν τα λόγια τους αρκετά προσεκτικά, προτιμώντας να μιλούν για το «Ισραήλ» παρά για τους «Εβραίους». Ωστόσο, ο Carlson έχει πει στο podcast του ότι για χρόνια απέφευγε να μιλήσει για αυτό το θέμα. Τώρα μιλάει γι’ αυτό πολύ ανοιχτά, όπως και η Owens και άλλοι.

Γιατί; Τι άλλαξε; Ο Carlson κάποτε φοβόταν την εβραϊκή ισχύ και φοβόταν τις συνέπειες της εκφραστικής του στάσης εναντίον της. Τώρα τη φοβάται λιγότερο. Αυτό οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων. Οι Εβραίοι εξακολουθούν να ελέγχουν αποτελεσματικά τα κυρίαρχα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης, αλλά, παρά τις καλύτερες προσπάθειές τους, δεν μπορούν να ελέγξουν το διαδίκτυο. Και αν κάποιος αφιερώσει λίγο χρόνο στο διαδίκτυο, θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος για να αισθάνεται μόνος σήμερα ο οποιοσδήποτε στιγματιζόμενος ως «αντισημίτης».

Υπάρχει δύναμη στους αριθμούς. Υπάρχουν κάποιοι που δεν θα μιλήσουν επειδή πιστεύουν ότι είναι μόνοι, ή τουλάχιστον ότι δεν υπάρχουν πολλοί που συμμερίζονται τις απόψεις τους. Όσο φοβούνται ότι αν έβγαιναν έξω, άλλοι δεν θα έρχονταν να τους υπερασπιστούν, τότε δεν θα μιλήσουν. Αλλά όταν βλέπουν άλλους να εκφράζουν ανοιχτά τις πιο απαγορευμένες σκέψεις τους – άτομα και από τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος – όταν βλέπουν ότι το δικό τους «έγκλημα σκέψης» βρίσκεται ήδη στο δρόμο για να γίνει πραγματικά κυρίαρχο, γίνονται πολύ πιο τολμηροί.

Και πάλι, επαναλαμβάνοντας τον ντε Ζουβενέλ σας λέω ότι, μια τέτοια διαφωνία δεν εκτοξεύεται ενάντια σε ισχυρές τυραννίες αλλά ενάντια σε εκείνες που έχουν αποδυναμωθεί. Ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας και ειδικός διεθνών σχέσεων John Joseph Mearsheimer έχει πρόσφατα αναφέρει ένα παρόμοιο σημείο, υποστηρίζοντας ότι το Ισραήλ έχει ήδη τελειώσει, επειδή η δημόσια υποστήριξη για το εβραϊκό κράτος έχει πλέον καταρρεύσει. Δεδομένης της εβραϊκής αλαζονείας, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα μπορέσουν να βγουν από αυτό το αδιέξοδο.

Το σημείο που θίγω μπορεί να σας φαίνεται προφανές, αλλά μερικές φορές είναι σημαντικό να δηλώνουμε το προφανές. Η πρόσφατη αξιοσημείωτη έξαρση της κριτικής κατά των Εβραίων περιλαμβάνει την προσέλκυση της προσοχής του κοινού στην εβραϊκή ισχύ. Αλλά αυτή η έξαρση της κριτικής δεν θα συνέβαινε αν η εβραϊκή ισχύς δεν είχε ήδη αρχίσει να αποδυναμώνεται. Αυτά είναι πράγματι πολύ καλά νέα, και έχω σταματήσει να γκρινιάζω συνεχώς για την επιθυμία μου να επιστρέψω στη δεκαετία του 1970.

Τζεφ Κοστέλλο, Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Δημιουργός του πρωτότυπου και επιτυχημένου χιουμοριστικού – πολιτικού βιβλίου «Ο Χάϊντεγκερ στο Σικάγο : Μια κωμωδία λαθών» (2015)

Please follow and like us: