Ο Φράνσις Πάρκερ Γιόκεϊ προωθούσε μια πανευρωπαϊκή αυτοκρατορία και απέρριπτε με σφοδρότητα τόσο τον καπιταλισμό όσο και τον κομμουνισμό. Είχε το οραματικό βλέμμα του προσανατολισμένο στο μέλλον και ο στόχος του, όπως τον περιγράφει σαφέστατα στο περιβόητο μείζον έργο του «Imperium», ήταν ο θεμελιώδης επαναπροσανατολισμός της αμερικανικής και ευρωπαϊκής εθνικιστικής – πατριωτικής δεξιάς.
Το Imperium eίναι ένα μακροσκελές βιβλίο, γεμάτο πολλούς ευφημισμούς και επαναπροσδιορισμούς κοινών λέξεων με έναν ανατρεπτικό τρόπο, που παρουσιάζει λεπτομερώς την ιδιάζουσα και τολμηρή φιλοσοφία του και απαιτεί προσεκτική ανάγνωση. Το πόνημα εκτυλίσσεται σε εκτενείς και ενδελεχείς ενότητες, ως εξής :
Η Ιστορική Προοπτική του 20ου Αιώνα: Σε αυτήν την ενότητα ο Γιόκεϊ φιλοσοφεί για την άποψή του περί Ιστορίας, (άποψη η οποία είναι ένας δυναμικός συνδυασμός του έργου του Oswald Spengler στην «Παρακμή της Δύσεως» και της «Θεωρίας του Μεγάλου Ανθρώπου της Ιστορίας» του Thomas Carlyle). Σημαντικότερο στοιχείο της ενότητος είναι η ιδέα του για τους «Υψηλούς Πολιτισμούς», οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τους «πρωτόγονους» πολιτισμούς. Οι «Υψηλοί Πολιτισμοί» ορίζονται από το ότι αντιπροσωπεύουν μιαν «Ιδέα», ενώ δεν είναι απλώς ανθρώπινα δημιουργήματα, αλλά ζωντανά όντα με δικές τους ξεχωριστές ψυχές και όπως όλα τα ζωντανά όντα, περνούν από κύκλους ζωής όπως η αλλαγή από τη βρεφική ηλικία στην παιδική ηλικία στην ωριμότητα, κ.ο.κ. Στους «Υψηλούς Πολιτισμούς» αυτές οι μεταβάσεις σηματοδοτούνται από «Κρίσεις Πολιτισμού», που πρέπει να αντιμετωπιστούν σωστά με την εκπλήρωση του Πεπρωμένου κάθε ενός έθνους, όπως το «πεπρωμένο» ενός εφήβου είναι να γίνει άνδρας. Βεβαίως μερικοί έφηβοι πεθαίνουν νέοι, ακόμα κι αν είναι το πεπρωμένο τους να γίνουν άνδρες, αλλά πρέπει να γίνει ό,τι είναι δυνατόν ώστε να αποτραπεί η δολοφονία του Δυτικού Υψηλού Πολιτισμού χωρίς να εκπληρώσει το Πεπρωμένο του.
Ο Γιόκεϊ αφιερώνει στη συνέχεια χρόνο για να επικρίνει τον Υλισμό, που θέτει σε δόλια αμφιβολία τη Θεωρία του Μεγάλου Ανθρώπου της Ιστορίας, αμφιβολία η οποία πιστεύει ότι προκαλεί την τρέχουσα Κρίση Πολιτισμού και οδηγεί τον Δυτικό άνθρωπο σε λάθος κατεύθυνση. Δεν του αρέσει ιδιαίτερα η Δαρβινική Εξελικτική Θεωρία, ο Μαρξισμός και η Ψυχανάλυση του Φρόιντ, επειδή αυτά υα θεωρητικά πρότυπα υποδηλώνουν ότι η Ιστορία και η ανθρωπότητα διαμορφώνονται μόνον από τη βιολογία, τον αγώνα για επιβίωση, τις ταξικές διακρίσεις και τις ασυνείδητες επιθυμίες, (ιδιαίτερα γύρω από το σεξ), καμία από τις οποίες δεν είναι η «Βούληση για Δύναμη» των Μεγάλων Ανδρών, των μόνων ανθρώπων που διαμορφώνουν πράγματι την Ιστορία.
Η Πολιτική Προοπτική του 20ου Αιώνα: Εδώ ο Γιόκεϊ δηλώνει ότι ο σκοπός της πολιτικής είναι η επιδίωξη της εξουσίας και, συνεπώς, η τακτική εμφάνιση του πολέμου είναι ένα απαραίτητο και σημαντικό μέρος της πολιτικής. Επιτίθεται με μίσος στις πολιτικές ιδεολογίες του Φιλελευθερισμού και του Κομμουνισμού, ενώ επικρίνει και την αστική δημοκρατία γενικότερα, επειδή πιστεύει ότι αυτές οι ιδεολογικοπολιτικές εκδηλώσεις υπονομεύουν την εθνικήν ενότητα και την ιεραρχία που είναι απαραίτητες για ένα υγιή Υψηλό Πολιτισμό.
Υγεία του Πολιτισμού: Ο Γιόκεϊ επιστρέφοντας στη συνέχεια στις ψυχές που έχουν οι Υψηλοί Πολιτισμοί, φιλοσοφεί δηλώνοντας ότι ένας πολιτισμός τείνει να εκφράζεται μέσω μιας ιδιαιτέρως ικανής και ανθεκτικής «στρώσης φορέων πολιτισμού». Πιστεύει ότι αυτή η κοινωνική στρώση πρέπει να είναι η κυρίαρχη, καλλιτεχνική-διανοητική ελίτ, ενώ εύλογο καθήκον της υπόλοιπης κοινωνίας είναι να σιωπά και να ακολουθεί ό,τι επιτάσσει η καθοδηγητική στρώση. Κατόπιν αναπτύσει περισσότερο τι εννοεί με τους όρους «Έθνος», «Κράτος» και «Φυλή» και πώς αυτά αποτελούν μέρη του Πολιστισμού.
Ξεκινώντας με τη φυλή, ο Γιόκεϊ τοποθετείται και εξηγεί γιατί πιστεύει ότι ο ορισμός της με δεδομένα όπως το σχήμα του κρανίου ή η ανθρώπινη βιολογία είναι μιά άσκοπη ανοησία, αλλά αντίθετα ότι η «αντικειμενική» έννοια της φυλής είναι «πνευματική-βιολογική». Το πνευματικό στοιχείο είναι η κοινή Ιστορία και το βιολογικό είναι η δομή και το σχήμα των σωμάτων τους, τα οποία διαμορφώθηκαν σε έναν αριθμό γενεών από τη γη στην οποία ζουν οι άνθρωποι. Ο Γιόκεϊ, όπως οι περισσότεροι βιολογικοί φυλετιστές και φυλογνώστες, πιστεύει ότι η Δυτική Πολιτισμική φυλή είναι η ανώτερη. Όχι από τα ανώτερα γονίδιά της, αλλά από μιαν ανώτερη «βούληση για δύναμη» που την διακατέχει. Συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι η Φυλή γίνεται αισθητή στην ψυχή των ανθρώπων, εκτός από εκείνους που είναι έκφυλοι. Ο Γιόκεϊ δεν προσκολλάται σε έννοιες όπως η φυλετική καθαρότητα, αλλά υποστηρίζει ότι μια ισχυρή φυλετική ταυτότητα είναι αναγκαία και σημαντική για τη διατήρηση της «βούλησης για δύναμη» ενός πολιτισμού, βούλησης η οποία θα οδηγήσει τις βαρβαρικές φυλές να την ξεπεράσουν.
Δεν είναι εντελώς αντίθετος στην ιδέα της εθνοφυλετικής αφομοίωσης, αλλά φαίνεται να την θεωρεί αληθινή μόνον όταν άνθρωποι όπως οι Σλάβοι, οι Εβραίοι και οι Έλληνες σταματήσουν να θεωρούν τους εαυτούς τους Σλάβους, Εβραίους και Έλληνες και αντ’ αυτού θεωρήσουν τους εαυτούς τους μόνον ως Δυτικούς. Δεν εξετάζει την πιθανότητα καλοήθων συμβιωτικών πολιτισμών, επειδή ο αριθμός αυτών των «ξένων Πολιτισμών» πρέπει να διατηρείται μικρός μέσα στην «κουλτούρα υποδοχής», οπότε ανά πάσα στιγμή να ενθαρρύνεται η αφομοίωση, διαφορετικά η πραγματική αφομοίωση δεν θα συμβεί ποτέ και θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα. Παρά όλα αυτά, προς ορισμένες φυλές, όπως οι Αφρο-Αμερικανοί, επανέρχεται με μιαν ολότελα βιολογική προσέγγιση, με βάση τις σαφείς φυσικές διαφορές που κρίνει τόσο μεγάλες ώστε η αφομοίωση να είναι αδύνατη.
Ένα «Έθνος», όπως το ορίζει ο Γιόκεϊ, είναι μια ομάδα ανθρώπων που ενώνονται από μιαν «Ιδέα». Ένα «Έθνος» μπορεί να βρίσκεται γεωγραφικά μέσα σε ένα άλλο «Έθνος» εάν έχει μια διαφορετική Πολιτισμική Ιδέα από εκείνες του μεγαλύτερου Έθνους που το περιβάλλει (π.χ. τα κράτη των Σταυροφόρων, η «Δυτική» ρωσική αριστοκρατία μέσα στον «Ασιατικό» μεγαλύτερο ρωσικό πολιτισμό και, φυσικά, οι Εβραίοι με την αναφομοίωτη επί αιώνες, ανθεκτικότατη διασπορά τους στα μεγάλα ισχυρά έθνη). Το σημαντικό μέρος αυτής της περιγραφής από τον Γιόκεϊ είναι ότι θεωρεί πως τα Έθνη δημιουργήθηκαν από τους Πολιτισμούς στην υπηρεσία τους και όχι το αντίστροφο. Επίσης, ο Γιόκεϊ αγαπά τις πολιτικές δυναστείες και επισημαίνει την αφοσίωση σε αυτές ως ένα κρίσιμο μέρος της συνέχειας ενός έθνους μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, μέρος που κρίνει ως λίαν σημαντικό για ένα συνεκτικό πολιτισμό, ισχυρότερο ακόμη και από μια κοινή γλώσσα. Οποιαδήποτε ανθρώπινη ομάδα χωρίς μια σαφή κυρίαρχη τάξη αφιερωμένη σε μιαν «Ιδέα» δεν είναι ένα «Έθνος» αλλά απλώς μια πλαστική «Μάζα» και αποτελεί αποτέλεσμα ορθολογικής σκέψης.
Στη συνέχεια, ομιλεί για την ανάπτυξη του εθνικισμού ως έννοια : Ο Γιόκεϊ ισχυρίζεται ότι ο εθνικισμός έχει περάσει από δύο μεταμορφώσεις, πρώτα από μιαν έννοια που προωθεί τον «ταξικό πόλεμο» (όπως τον αντιμοναρχισμό) σε μιαν έννοια που προωθεί την υπεράσπιση του Υψηλού Πολιτισμού, όπως εκφράζεται από τον Ναπολέοντα. Έτσι, συμπεραίνει γιά τον σύγχρονό του εθνικισμό, ότι πρέπει να υπηρετήσει τον Δυτικό Υψηλό Πολιτισμό, οπότε αυτός ο νέος εθνικισμός οφείλει να στηρίξει την προώθηση μιας «Δυτικής Αυτοκρατορίας», ενός Δυτικού Imperium, που θα περιλαμβάνει όλη την ηπειρωτική Ευρώπη συμπεριλαμβανομένων και των αποικιών της (δηλαδή Αμερική, Νότια Αφρική, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία). Σε άλλα κεφάλαια, αναφέρει ότι τα μέρη της Ευρώπης που κατοικούνται από σλαβικούς πολιτισμούς, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας, θα πρέπει να αφομοιωθούν στο Imperium με τη βία.
Ο Γιόκεϊ ολοκληρώνει αυτό το θεμελιώδες μέρος του έργου του μιλώντας για το «Κράτος», δηλαδή τις κεντρικές κυβερνήσεις που σχηματίζονται από τον Δυτικό Υψηλό Πολιτισμό. Συζητά την ιστορική τροχιά από τα φεουδαρχικά κράτη, στα αριστοκρατικά κράτη (δηλαδή αυτά όπου η αριστοκρατία άρχισε να έχει περισσότερη εξουσία σε σύγκριση με τους Αυτοκράτορες, τους Βασιλιάδες και την Παποσύνη), στα Απόλυτα κράτη (δηλαδή τα μετα-αριστοκρατικά αυταρχικά), και τελικά στις δημοκρατίες. Περιγράφοντας αυτό το τελευταίο είδος κράτους, ο Γιόκεϊ ξεσπάει εναντίον του, υποστηρίζοντας ότι όλες οι κυβερνήσεις οποιασδήποτε αξίας ασκούν εν τέλει απόλυτη εξουσία ενώ η μάζα του πληθυσμού δεν μπορεί να ασκήσει ουσιαστικά πραγματική εξουσία. Πιστεύει ότι η πραγματική εξουσία στη δημοκρατία βρίσκεται στους «πολιτικούς των κομμάτων» και στις πλούσιες τάξεις, γεγονός που εξασφαλίζει μιαν ηγεσία που δεν αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη και θέτει το ατομικό συμφέρον πάνω από την εκπλήρωση του Πεπρωμένου ενός Πολιτισμού. Αντί για την αστική δημοκρατία, εκτιμά ότι τα κράτη πρέπει να προβούν σε μια τελική μεταμόρφωσή τους σε Αυταρχικά Κράτη, (αν και δηλώνει ότι «αρχικά» ορισμένα κράτη μπορεί να διατηρήσουν συντάγματα, εκλογές και κοινοβούλια).
Με βάση αυτές τις θεμελιώδεις του παραδοχές, ο Γιόκεϊ συμβούλεψε όλους τους εκφραστές της εθνικιστικής – πατριωτικής δεξιάς να αφήσουν κατά μέρος τους εθνικούς ανταγωνισμούς και τις μικροδιαφωνίες τους, που τους είχαν διχάσει στο παρελθόν και να ενωθούν γύρω από μια κοινή «Λευκή» αυτοκρατορική ταυτότητα. Αρχικά ζήτησε από τον sir Oswald Mosley να δημοσιεύσει το βιβλίο με το όνομά του, πιστεύοντας ότι ο πρώην επικεφαλής της «Βρετανικής Ένωσης Φασιστών» θα μπορούσε να προσελκύσει ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, όμως το αίτημά του δεν βρήκε καμία ανταπόκριση. Αλλά το Imperium βρήκε από μόνο του ένα πρόθυμο κοινό και έγινε γρήγορα κυρίαρχη «δογματική έμπνευση» για μια αναδυόμενη «φασιστική διεθνή».
Με την πρώτη ματιά φάνηκε να ενθαρρύνει τη νέα σκέψη: «Η προσπάθεια ερμηνείας της ιστορίας με όρους της φυλής πρέπει να εγκαταλειφθεί», ανακοίνωσε ο Γιόκεϊ, αποκαλώντας «γκροτέσκο» το να πιστεύει κανείς ότι οι φυλές μπορούν να ταξινομηθούν ή να μετρηθούν. Ο Γιόκεϊ υπεστήριξε μάλιστα ότι μια κομβική αυτοκρατορική δύναμη του Δυτικού Λευκού Ευρωπαϊκού πολιτισμού, ήδη από την ύστερη ρωμαϊκή εποχή, έδειξε ικανή να καλωσορίζει και να αφομοιώνει «ισχυρές μειονότητες» στην ενιαία κοινή του ζωή. Έγραψε χαρακτηριστικά : «Η φυλή, που νιώθει κάποιος πως είναι το παν, αυτή η ανατομική-γεωγραφική ομάδα στην οποίαν ανήκει, δεν σημαίνει τίποτα» (Imperium,1:328).
Αλλά βεβαίως υπήρχαν όρια στην «φυλετική αφομοίωση» και στο «Imperium», καθώς ο Γιόκεϊ προσπάθησε επίσης να αναζωπυρώσει μερικές από τις πιο «επιβλαβείς και απρόσφορες» ιδέες της δεκαετίας του 1930 για τον επερχόμενο πολυπολιτισμικό κόσμο. Ο Γιόκεϊ προειδοποίησε ότι η σοβιετική κατοχή ευρωπαϊκών εδαφών δεν ήταν τόσο επικίνδυνη όσο ήταν η «ιδεολογική κατοχή» των Δυτικών εγκεφάλων. Αναρωτιόνταν γιατί οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι ένιωθαν ολοένα και πιο διστακτικοί, ακόμη και ένοχοι, σχετικά με τη διεκδίκηση της ομαδικής τους ταυτότητας και των εξ αυτής συμφερόντων. Η απάντησή του ήταν ότι υπέφεραν από «διαστρέβλωση του πολιτισμού», μια κατάσταση κατά την οποίαν ένας λαός συρρικνώνει τις ιδέες και αξίες που αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ότι βλάπτουν τον εαυτό του (Imperium, 2:41–50).Ποιοι ήσαν οι υπεύθυνοι γι’ αυτό «εσωτερικοί εχθροί»; Το πλαίσιο αναφοράς του Γιόκεϊ ήταν η Αμερική των μέσων του 20ου αιώνα, ένα έθνος του οποίου η ιστορία ως ευρωπαϊκής «αποικίας» το άφησε ιδιαίτερα ευάλωτο στη διαστρέβλωση. Εμελέτησε εκτενώς για τους Αφροαμερικανούς και έκρινε ότι ήσαν πολιτιστικά «παρασιτικοί» και δεν είχαν τη δημιουργική ικανότητα να παριστούν πραγματικούς κινδύνους γιά την πνευματική υφή του Νέου Κόσμου (Imperium, 2:160–172). Η ανησυχία του αφορούσε μιαν άλλη μειονότητα, η οποία είχε ζήσει στη Δύση επί μια χιλιετία, δημιουργώντας δυσαρέσκεια για τα ποικίλα «επιτεύγματά» της Δύσης και προετοιμάζοντας μια θεωρητική επίθεση στην αυτοκατανόησή της.
Ο Γιόκεϊ υπό την έννοιαν αυτήν υπήρξε «αντισημίτης» και μάλιστα ενός ιδιαίτερα επιθετικού και καινοτόμου είδους. Τα σημάδια της αντίληψής του ήσαν εμφανή ήδη από την πρώιμη ομιλία και συγγραφή του, κάτι που τράβηξε την προσοχή του FBI ενώ ήταν ακόμη στα είκοσί του. Αλλά ο Γιόκεϊ είχε επίσης συμπεράνει ότι ο φυλετικός αντισημιτισμός και η απλοϊκή αναγωγική νοοτροπία που αυτός ενεθάρρυνε, είχε οδηγήσει σε τραγικές συνέπειες.
Όχι τόσο για τους δολοφονημένους Εβραίους, (για τους οποίους επέδειξε στοιχειώδη ανθρωπιστική ανησυχία), όσο για εκείνους που δεν ήταν γνωστή η ύπουλη κοινωνικοπολιτιστική απειλή τους. Έτσι, ανέλαβε να αποκαλύψει την αληθινή απειλή που δημιουργούσαν στον Δυτικό Πολιτισμό οι Εβραίοι και οι εβραϊκές ιδέες, απειλή κρυμμένη ακόμη και από τους σκληραγωγημένους αντισημίτες. Ο πρωταρχικός φόβος του δεν ήταν ότι οι Εβραίοι είχαν καταλάβει τον έλεγχο των πολιτικών θεσμών ή είχαν χειραγωγήσει τους αόρατους μοχλούς της οικονομικής εξουσίας. Ο Γιόκεϊ προσπάθησε να ανατρέψει τον χυδαίο – αγοραίο αντισημιτισμό, χριστιανογενούς ή διεκδικητικού οικονομικού τύπου, να τον αποκαθάρει από ανόητες και αστήρικτες υπερβολές και να βελτιώσει την πραγματική επεξηγηματική ιστορική του δύναμη. Η βαθύτερη ανησυχία του δεν ήταν ότι οι Εβραίοι θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τους Δυτικούς. Ήταν ότι μπορεί ασυνέιδητα και άθελά τους οι Δυτικοί να γίνουν οι ίδιοι «Λευκοί Εβραίοι», προδότες του πολιτισμού και της καταγωγής τους.
Υπεστήριξε πως υπήρχε πράγματι μια δρώσα και λειτουργική εβραϊκή συνωμοσία στον σύγχρονο κόσμο : Έλαβε χώρα σε ένα μεταφυσικό επίπεδο, αλλά ωστόσο ελάχιστη σχέση είχε με τη θρησκευτική πρακτική του Ιουδαϊσμού. Ο Γιόκεϊ εταύτισε το εβραϊκό πνεύμα με μιαν ορισμένη ένταση του ορθολογισμού μετά τον Διαφωτισμό. Το διακριτικό του σημείο ήταν η νοοτροπία της καχυποψίας και το μήνυμά του διαδόθηκε οπουδήποτε ο κριτικός ορθολογισμός διατρυπούσε τις αξιώσεις της ευρωπαϊκής ζωής. Η πιο ισχυρή έκφρασή του βρέθηκε στις θεωρίες του Μαρξ και του Φρόιντ, οπότε ο Γιόκεϊ αφιέρωσε αρκετό χρόνο στην ανάλυση των πνευματικών τους κληρονομιών (Imperium, 1:87–108). Τις προσδιόρισε ως τις πιο καταστροφικές από όλες τις επιθέσεις ενάντια στον Λευκό Ευρωπαϊκό – Δυτικό πολιτισμό, αφού χρησιμοποιούσαν τα εργαλεία του δυτικού ορθολογισμού για να χτυπήσουν την ίδια του την ψυχή. Το έκαναν ξεσκεπάζοντας τις εμφανίσεις – δείχνοντας ότι πίσω από την εντυπωσιακή πρόσοψη της δυτικής ζωής κρύβονταν βαθιά διόλου κολακευτικές αλήθειες : Οι καλλιτεχνικές και πολιτικές παραδόσεις του πολιτισμού μας δεν ήταν η έκφραση μιας μοναδικής φιλοδοξίας για ομορφιά και τελειότητα.
Ήσαν παράγωγα και παρπροϊόντα των πλέον χυδαίων ορμών που πήγαζαν από τον Μαμωνά και την ακόρεστη επιθυμία για σεξ. Ο Γιόκεϊ επίστευε ότι αυτές οι ιδέες, και οι αμέτρητοι υπαινιγμοί τους στην ψυχαγωγία και στην εκπαίδευση, δεν υπονόμευαν απλώς την αυτοαντίληψη των Λευκών Δυτικών λαών. Δεν εστόχευαν σε τίποτα λιγότερο από τη «αποκτήνωση του Πολιτισμένου-ανθρώπου» (Imperium, 1:75).
Ο ιδιότυπος «πολιτισμικός αντισημιτισμός» του Γιόκεϊ δανείσθηκε τροπάρια από τη χριστιανική ιστορία (ότι οι Εβραίοι είναι δικομανείς τυπολάτρες και διεκδικητικοί νομικοί, σαρκικοί ερωτομανείς και άπιστοι) και τα επανακωδικοποίησε σε σύγχρονους, κοσμικούς όρους. Οι Εβραίοι έγιναν ένας λαός που καθορίζεται από τον υλισμό, τον σκεπτικισμό και την εξάρτησή τους στην κριτική θεωρία, οπότε η υιοθέτηση αυτής της νοοτροπίας ήταν, για τον Γιόκεϊ, να δει τον κόσμο με εβραϊκούς όρους – πράγματι, να γίνει ουσιαστικά ένας δραστήριος και ενεργός «Εβραίος». Η ζωή του Γιόκεϊ κάθε άλλο παρά παραδοσιακή ήταν (το αρχείο του FBI καταγράφει την συναναστροφή πόρνων και την περιστασιακή εργασία του ως …. ζιγκολό, ωστόσο κατηγόρησε τους Εβραίους ότι υποδαυλίζουν την κοινωνική παρακμή – φάκελος FBI – Federal Bureau of περί του Γιόκεϊ, υπ΄αριθμόν #105–8229) Η οικογενειακή κατάρρευση, οι θολοί ρόλοι των φύλων, η εξευτελιστική, δήθεν «λαϊκή» μουσική, ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός και η ολοζώντανη άνοδος της κάθε συμπεριφορικής και θεσμικής κοινωνικής παρέκκλισης.
Στο ιδιόμορφο αλληγορικό ιδεολογικοπολιτικό υπερθέαμα του Γιόκεϊ, οι Εβραίοι ήσαν απλώς πανταχού παρόντες στη σύγχρονη ζωή : Kρύβονταν πίσω από τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, τον κοσμοπολιτισμό αλλά και και πίσω από τον εμμονικό εθνικισμό, την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τη μαζική ψυχαγωγία. Επομένως, ο Γιόκεϊ είδε τον εικοστό αιώνα ωσάν τον «πολυαναμενόμενο» χρόνο και τόπο της μεταφυσικής εκδίκησης των «πεπεισμένων ως εκλεκτών του Θεού» Εβραίων ενάντια στον Δυτικό πολιτισμό «υποδοχής και φιλοξενίας» τους.
Ήταν ακόμη και ο ορθολογισμός που οι Εβραίοι είχαν διαστρεβλώσει. Δεν ήταν πλέον μια δύναμη για να κατανοείς και να ελέγχεις την πραγματικότητα, είχε γίνει μια κρίσιμη ικανότητα βασισμένη στην κοινή ανθρώπινη αδυναμία μας. Απέτρεψε τους χρήστες του από τον σεβασμό προς τους ήρωες και ενθάρρυνε την καχυποψία για τις ανισότητες. Μακριά από κάθε σεβασμό για την υψηλή καλλιέργεια, προς μια γοητεία με την καλοπέραση και επιπολαιότητα. Ο Γιόκεϊ αναγνώρισε ότι η είσοδος των Εβραίων στη σύγχρονη ζωή είχε προηγηθεί ήδη από τις δημοκρατικές και οικονομικές επαναστάσεις (για τις οποίες κατηγόρησε πρωτίστως την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση). Αλλά μόλις εισήλθαν, ανενόχλητοι πλέον, στη Δύση, οι Εβραίοι ξεκίνησαν «μιαν αποστολή εκδίκησης και καταστροφής» (Imperium,2:58). Για ποιο σκοπό; Ο αντισημιτισμός του Γιόκεϊ υποκινήθηκε από οργή που έφθανε τα όρια του παραλογισμού : Οι ιδέες του Μαρξ και του Φρόυντ ήσαν μέρος μιας στρατηγικής «ομαδικής επιβίωσης» που απλώς επέκτεινε, (υπό εκλαϊκευμένη – κοσμική μεταμφίεση), τις πρακτικές της κριτικής συλλογιστικής του Ιουδαϊσμού.
Αφότου ο Εβραίος έπεισε τη Δύση να γίνει μια «ανοικτή κοινωνία», εκείνος είχε διατηρήσει τον κλειστό κόσμο του—ενθαρρύνοντας τον σκεπτικισμό και την ανεκτικότητα μεταξύ των άλλων εθνών, ενώ «διατηρούσε τα δικά του φυλακτά» Imperium, 2:70. «Ο πόλεμος ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και τον Εβραίο ήταν ένας υπόγειος πόλεμος. Ο Εβραίος δεν μπορούσε να αναδυθεί στην ενότητά του και να πολεμήσει ανοιχτά τη Δύση. . . . Ευνοούσε πάντα την πλευρά που ανεδείκνυε τον υλισμό, τον θρίαμβο της οικονομίας, την αντίθεση στον απολυταρχισμό, την αντίθεση στη θρησκευτική ενότητα της Δύσης, την ελευθερία του εμπορίου και την τοκογλυφία».
Μπορεί τα επιχειρήματα του Γιόκεϊ να ήσαν απλοϊκά, «χοντροκομμένα», γιά μαζική – λαϊκή κατανάλωση, αλλά βοήθησαν στη δημιουργία και σχηματοποίηση ενός λόγου με επιρροή για αυτό που αργότερα ονομάστηκε «πολιτιστικός μαρξισμός». Ισχυρίζεται ότι υπάρχει ένα πνευματικό κίνημα, που έχει τις ρίζες του στην υπονομευτική ριζοσπαστική ευρωπαϊκή σκέψη, σκοπός του οποίου είναι να διαλύσει τη Δυτική κουλτούρα μέσω της αμείλικτης εφαρμογής της κριτικής θεωρίας. Ένας εξέχων υποστηρικτής της την έχει ορίσει ως «μια θεωρία κριτικής του καθενός και των πάντων, παντού», μια «άπειρη και ατέρμονη κριτική του status quo». (Samuel Moyn, «The Alt Right’s Favourite Meme Is 100 Years Old», New York Times, 13Νοεμβρίου, 2018). Η έννοια του «πολιτιστικού μαρξισμού» έχει γελοιοποιηθεί από μελετητές, οι οποίοι απαξιώνουν και ενίοτε χλευάζουν τη συνωμοτική ιστορία των μεταναστών μελετητών που διείσδυσαν στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Αλλά στο μυαλό των πιστών, περιγράφει ένα εξέχον χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής μας : Για αυτούς, ο «πολιτιστικός μαρξισμός» είναι έργο μεγάλης επιρροής γιά την αναδιανομή της πολιτιστικής δύναμης και της εθνοφυλετικής εκπροσώπησης, ειδικά καθώς διασταυρώνεται με τις διαφορές φυλής και φύλου.
Ο Γιόκεϊ ήταν ένας από τους πρώτους που δημιούργησε έναν ουσιώδη αντίλογο σε αυτό το δρώμενο, αρθρώνοντας έναν σκληρό αντίλογο που προσδιόριζε τα ιδανικά αυτού του «πολιτιστικού μαρξισμού» όχι ως ένα μέρος της πλούσιας κληρονομιάς της δυτικής αυτοκριτικής, αλλά ως δόλια τεχνάσματα, θανατηφόρα για την ίδια την ύπαρξή της Δυτικής σκέψης. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι ιδέες του (και η εικόνα του) Γιόκεϊ, αντιστασιακές στην μεταπολεμική προϊούσα πνευματική παρακμή των ΗΠΑ, θα μετεξελίσσονταν σε λάβαρο γιά τους ολίγους γεναίους εθνοφυλετιστές ακτιβιστές στις αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις. Ακτιβιστές που τις επικαλούνταν με πραγματική αφοσιώση, ισχυριζόμενοι θαρραλέα ότι οι καθεστωτικοί απόγονοι και διορισμένοι μαθητές του Μαρξ και του Φρόυντ κατέστρεφαν εκ θεμελίων την αμερικανική κουλτούρα. Αυτοί οι πρώτοι ακόλουθοι του ασυμβίβαστου δικηγόρου από το Σικάγο, όπως δείχνει η Αμερική σήμερα δεν θα ήταν οι τελευταίοι.
