ΑΠΟ «ΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ» – ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

Αρκετοί από τους τίτλους έργων του Φρειδερίκου Νίτσε έγιναν αυτόνομες εκφράσεις χρησιμοποιούμενες πλέον  πια ευρέως («Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο», «Πέραν από το καλό και το κακό», «Θέληση για Δύναμη» κ.ο.κ), διότι συνέλαβαν και  αποτύπωσαν ακριβώς, αλλά και σηματοδότησαν δραστικά μιαν ιδιαίτερα σημαντική στιγμή στην ιστορία της Δυτικής σκέψης και Ιστορίας, συμπυκνώνοντάς τη μέσα σε λίγες λέξεις. «Το Λυκόφως των ειδώλων ή πως φιλοσοφεί κάποιος με το σφυρί» -«Götzen-Dämmerung, oder, Wie man mit dem Hammer philosophiert», (τίτλος που παραλλάσσει την όπερα «Λυκόφως των θεών» από την Τετραλογία του Ριχάρδου Βάγκνερ και επιλέχτηκε ύστερα από πρόταση του Πέτερ Γκαστ, πολύ στενού φίλου του φιλοσόφου), αποτελεί  μίαν ακόμα τέτοια εμπνευσμένη στιγμή. Το βιβλίο γράφτηκε μέσα σε λίγες μόλις ημέρες το 1888 και εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο, μετά την ψυχοβιολογική κατάρρευση του φιλοσόφου.

Μέσα στις λίγες δεκάδες σελίδες του βιβλίου του ο Νίτσε αναλαμβάνει, φιλοσοφώντας «με το σφυρί» (όπως γράφει στον εξίσου δυνατό υπότιτλο), να διαλύσει τα κυρίαρχα Δυτικά είδωλα, να τα οδηγήσει στο λυκόφως τους ώστε να έρθουν στον κόσμο νέες χαραυγές. Τα μεγάλα είδωλα που ο Νίτσε «ακροάζεται», όπως η Θρησκεία, η Μεταφυσική, η Επιστήμη, ο Πολιτισμός, δέχονται ανηλεείς επιθέσεις, ως επί το πλείστον καίριες, ενώ για τον Νίτσε υπάρχει ένα νήμα που τα συνδέει όλα, μάλλον η Ηθική, οι αξίες.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δώδεκα ενότητες και ήδη από τον «Πρόλογο», ο φιλόσοφος ορίζει ως στρατηγική του το ανατροπή και αντιστροφή των αξιών και την αναθεμελίωσή τους. Στη συνέχεια, άλλοτε με ολιγόλεκτους περιεκτικότατους αφορισμούς («Πώς είπατε; Λάθος του θεού ο άνθρωπος; Ή ο θεός λάθος του ανθρώπου; –»), άλλοτε με εκτενή εδάφια (πάντα με το ιδιότυπο πλαίσιο και ύφος του), προβαίνει στο αποκαθηλωτικό έργο του. Στην Β΄ενότητα «Το πρόβλημα του Σωκράτη» τα βάζει, όχι τυχαία, με τον μεγάλο του αντίπαλο και την εντελώς παράδοξη, για τα «ένστικτα των προγενέστερων Ελλήνων», «σωκρατική εξίσωση: λογική = αρετή = ευτυχία». Όπως λέει  ο Σωκράτης και οι σωκρατικοί οδηγούν τη «λογική μέχρι παραλογισμού», ενώ αργότερα ο Χριστός, και ακόμα περισσότερο οι χριστιανοί, ολοκληρώνουν την «παρανόηση» για τη «βελτίωση» της ανθρωπότητας: αυτή συνίσταται κυρίως στο ότι καταπολεμούν τα υγιή ένστικτα και οδηγούν στην ψυχοσωματική κατάπτωση, στον πεσιμισμό και στον μηδενισμό, δύο ιστορικές και διανοητικές τάσεις που συνήθως επιρρίπτονται σαφαλερά και κακόβουλα στον ίδιο τον Νίτσε, ενώ αυτός πάσχιζε, μέσω της ενδελεχούς ανάλυσής τους, για την υπέρβασή τους.

Το σφυροκόπημα από το αδίστακτο πνευματικό του σφυρί συνεχίζεται κατόπιν με επίκεντρο την καταδίκη της Εκκλησίας για τη δική της καταδίκη του σώματος η οποία «εχθρεύεται τη ζωή» καθώς εχθρεύεται τις αισθήσεις για χάρη του ιδεαλιστικού πνεύματος, κατ’ επέκταση για χάρη μιας δήθεν καλύτερης ζωής σε έναν άλλο, υπερβατικό κόσμο, αντί για μια πλήρη, φυσική ζωή σε αυτόν εδώ. Χριστιανισμός και σωκρατισμός/πλατωνισμός δέχονται τις περισσότερες σφυριές για τις «πλάνες» που ταλανίζουν τον Δυτικό άνθρωπο. Η πλάνη σχετικά με τον αληθή και τον φαινόμενο κόσμο, όπως και οι «Τέσσερις μεγάλες πλάνες», είναι από τα σημαντικότερα κείμενα του Νίτσε, όπου επαναλαμβάνει, μα σε εντελώς συμπυκνωμένη μορφή, προβληματισμούς εκπεφρασμένους σε προηγούμενα βιβλία του. Έτσι, η κυρίαρχη Ηθική, για τον Νίτσε, σημαίνει (και ερμηνεύτηκε ως) βελτίωση του ανθρώπου, αν όμως …. ο ιερέας είναι ο «βελτιωτής της Ανθρωπότητας», είμαστε χαμένοι ! Γράφει: «Η εξημέρωση ενός ζώου… “βελτίωση”; Αυτό ηχεί σαν αστείο στ’ αυτιά μας. Όποιος γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει στα θηριοτροφεία, καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται διόλου περί “βελτίωσης”, αλλά περί εξασθένησης». Και η ενότητα ολοκληρώνεται ως εξής: «κάθε μέσον “ηθικοποίησης” της Ανθρωπότητας ήταν κατά βάσιν ανήθικο.»

Στο στόχαστρο των πνευματικών του ριπών βάζει και του ομοεθνείς του («Τι λείπει απ’ τους Γερμανούς»), στην δε συνέχεια («Ακροβολισμοί ενός άκαιρου») την Τέχνη, την Πολιτική (δεν γλιτώνει βεβαίως ούτε ο συντηρητισμός, ούτε ο φιλελευθερισμός, ούτε ο σοσιαλισμός), τον Γάμο, καθώς και ορισμένες από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της νεωτερικότητας, την οποίαν απεχθανόταν βαθύτατα, ως προφυλακή της παρακμής.

Ακολούθως παρουσιάζουμε τα στοιχεία από «το  πρόβλημα του Σωκράτη»:

«Οι σοφότεροι άνθρωποι όλων των εποχών κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα για τη ζωή: δεν αξίζει τίποτε… Παντού και πάντα ακούει κανείς τον ίδιο ήχο από το στόμα τους – έναν ήχο γεμάτο από αμφιβολία, από μελαγχολία, από κούραση από τη  ζωή, από αντίσταση στη ζωή. Ακόμη κι ο Σωκράτης είπε όταν πέθαινε: “το να ζεις σημαίνει να ‘σαι άρρωστος πολύ καιρό: Χρωστώ έναν πετεινό στον λυτρωτή Ασκληπιό”. Ακόμη κι ο Σωκράτης είχε κουραστεί από την ζωή. – Τι αποδεικνύει όμως αυτό; Τι δηλώνει;

Άλλοτε θα ’λεγε κανείς (ω, έχει λεχθεί, και μάλιστα δυνατά, ιδίως δε από τους πεσιμιστές μας!): “Κάτι απ’ όλα αυτά πρέπει να ‘ναι αληθινό! Η consensus sapientium (η συμφωνία των σοφών) υποδεικνύει την αλήθεια”. – Μπορούμε σήμερα να μιλούμε έτσι; Πρέπει να μιλούμε έτσι; Εμείς απαντούμε : “Κάτι απ’ όλα αυτά πρέπει να ‘ναι αρρωστημένο”: πρέπει να εξετάζονται εξονυχιστικά αυτοί οι σοφότεροι άνθρωποι όλων των εποχών! Μήπως δεν πατούσαν καλά στα πόδια τους; Μήπως ήσαν αργοπορημένοι; Παραπαίοντες; Παρακμίες; Μήπως εμφανίζεται η σοφία στη γη ωσάν τον κόρακα που τον τραβάει η μυρωδιά από το ψοφίμι;

Τούτη η ασεβής σκέψη πως οι μεγάλοι σοφοί είναι τύποι παρακμής μου γεννήθηκε ακριβώς σε μια περίπτωση όπου είναι πολύ ισχυρή η προκατάληψη, τόσο των λόγιων όσο και των άλλων: Είδα τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα σαν συμπτώματα εκφυλισμού, σαν όργανα της ελληνικής αποσύνθεσης, σαν ψευδοέλληνες, σαν αντιέλληνες (Γέννηση της τραγωδίας, 1872).

Αυτή η consensus sapientium– όσο περνάει ο καιρός το καταλαβαίνω καλύτερα – δεν αποδεικνύει καθόλου πως είχαν δίκιο σ’ ότι συμφωνούσαν: δείχνει μάλλον ότι αυτοί οι ίδιοι, αυτοί οι σοφότεροι των ανθρώπων, συμφωνούσαν από κάποια φυσιολογική άποψη κι έτσι έπαιρναν – όφειλαν να πάρουν – την ίδια αρνητική στάση απέναντι στη ζωή. Κρίσεις, αξιολογικές κρίσεις για τη ζωή, υπέρ ή κατά, μπορούν τελικά να μην είναι ποτέ αληθινές: Έχουν αξία μόνο σαν συμπτώματα, αξίζουν προσοχής μόνο σαν συμπτώματα. Από μόνες τους δεν είναι παρά ηλιθιότητες. Πρέπει να απλώσουμε τα δάκτυλά μας και να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε αυτήν την καταπληκτική λεπτότητα (finesse – λεπτότητα του χαρακτήρα, στους τρόπους, στη συμπεριφορά, στη σκέψη, φινέτσα), που λέει πως δεν μπορεί να εκτιμηθεί η αξία της ζωής. Δεν μπορεί να εκτιμηθεί από έναν ζωντανό γιατί αυτός είναι ενδιαφερόμενο μέρος ή και μήλο της έριδος κι όχι κριτής – ούτε από έναν νεκρό, για άλλους λόγους. Το να βλέπει ένας φιλόσοφος ένα πρόβλημα στην αξία της ζωής είναι λοιπόν μια ένσταση κατά του εαυτού του, ένα ερωτηματικό για τη σοφία του, μια παντελής έλλειψη σοφίας. – Πώς; Κι όλοι αυτοί οι μεγάλοι σοφοί δεν ήταν μόνο παρακμίες αλλά και καθόλου σοφοί; – Επανέρχομαι όμως στο πρόβλημα του Σωκράτη.

Λόγω καταγωγής ο Σωκράτης ανήκε στον κατώτερο λαό: ήταν πληβείος. Ξέρουμε, μπορούμε ακόμη να δούμε, πόσο άσχημος ήταν. Αλλά η ασχήμια, από μόνη της ένα ελάττωμα, ήταν για τους  Ελληνες σχεδόν, μια απογοητευτική εκδοχή, μια διάψευση. Ήταν λοιπόν ή όχι ‘Ελληνας ο Σωκράτης; Η ασχήμια είναι πολλές φορές έκφραση μιας διασταυρωμένης εξέλιξης, μιας εξέλιξης ματαιωμένης από τη διασταύρωση. Σε άλλες περιπτώσεις εμφανίζεται ως κατιούσα εξέλιξη. Όσοι από τους εγκληματολόγους είναι ανθρωπολόγοι μας λένε πως ο τυπικός εγκληματίας είναι άσχημος: «monstrum in fronte, monstrum in animo»*. Αλλά ο εγκληματίας είναι ένας παρακμιακός.

Ήταν ο Σωκράτης ένας τυπικός εγκληματίας; Αυτό τουλάχιστον δεν θα διαψευδόταν από εκείνη την περίφημη κρίση του φυσιογνωμιστή που τόσο άσχημα ηχούσε στους φίλους του Σωκράτη. ‘Ενας ξένος που ήξερε να διαβάζει τις φυσιογνωμίες, πέρασε κάποτε από την Αθήνα και είπε κατάμουτρα στο Σωκράτη πως ήταν ένα monstrum – πως έκρυβε μέσα του όλες τις κακές έξεις και ορέξεις. Και ο Σωκράτης περιορίστηκε να απαντήσει: “Με ξέρεις πολύ καλά κύριε!”.

Η παρακμή στο Σωκράτη δεν υποδεικνύεται μόνο από την παραδεδεγμένη ακράτητη φύση και αναρχία των ενστίκτων του, αλλά και από την υπερτροφία της λογικής ικανότητας και από την μαχητική κακία που τον διακρίνει. Ας μη ξεχνούμε επίσης εκείνες τις ακουστικές παραισθήσεις που, ως “δαιμόνιον του Σωκράτη”, ερμηνεύθτηκαν με θρησκευτικό τρόπο. Σε αυτόν το καθετί είναι παρατραβηγμένο, buffo (αστείος – παρωνύμιο για έναν ανόητο κωμικό άνδρα), καρικατούρα- την ίδια στιγμή το καθετί είναι κρυμμένο, υστερόβουλο, υποχθόνιο.

Προσπαθώ να καταλάβω ποιά ιδιοσυγκρασία δίνει αυτήν την σωκρατική εξίσωση λογικού, αρετής και ευτυχίας: Αυτήν την εξίσωση την πιο περίεργη απ’ όλες, που συν τοις άλλοις έχει εναντίον της όλα τα ένστικτα των παλαιότερων Ελλήνων.

Με τον Σωκράτη, η ελληνική αισθητική αντίληψη (το ελληνικό γούστο) στρέφεται προς τη διαλεκτική: Λοιπόν τι συνέβη ακριβώς; Πριν απ’ όλα χάθηκε ένα ευγενές γούστο, με τη διαλεκτική η πλέμπα ανεβαίνει στην κορυφή. Πριν το Σωκράτη, οι διαλεκτικοί τρόποι απορρίπτονταν από την καλή κοινωνία: Θεωρούνταν κακοί τρόποι, ήσαν επικίνδυνοι. Προειδοποιούσαν τους νέους γι’ αυτούς τους τρόπους. Επίσης, δυσπιστούσαν προς όσους παρουσίαζαν τα επιχειρήματά τους με τέτοιους τρόπους. Τα έντιμα πράγματα, όπως και οι έντιμοι άνθρωποι, δεν προσφέρουν τα επιχειρήματά τους έτσι με το χέρι. Είναι απρέπεια να δείχνει κανείς και τα πέντε δάκτυλα.

Δεν αξίζει και πολύ εκείνο που πρέπει πρώτα να αποδειχτεί. Παντού όπου αποτελεί ακόμη η αυθεντία μέρος της καλής συμπεριφοράς, παντού όπου δεν αναπτύσσει κανείς επιχειρήματα αλλά δίνει διαταγές, ο διαλεκτικός είναι ένα είδος γελωτοποιού: Γελούν μαζί του, δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Ο Σωκράτης ήταν ο γελωτοποιός που κατάφερε να τον πάρουν στα σοβαρά: Τότε λοιπόν τι  συνέβη;

Διαλέγει κανείς τη διαλεκτική μόνο όταν δεν έχει άλλο μέσο. Ξέρει πως αυτή προκαλεί τη δυσπιστία, πως δεν είναι πολύ πειστική. Τίποτε δεν σβήνει ευκολότερα από την απήχηση του διαλεκτικού: το αποδεικνύει η απλή παρατήρηση κάθε συνάντησης στην οποία γίνεται συζήτηση. Η διαλεκτική μπορεί να είναι μόνο αυτοάμυνα στα χέρια εκείνων που δεν έχουν πια κανένα άλλο όπλο. Πρέπει κανείς να ενισχύσει το δίκιο του: Μόλις τα καταφέρει δεν την χρησιμοποιεί πια. Οι Εβραίοι ήσαν διαλεκτικοί γι’ αυτόν τοΝ λόγο. Ο Reineke Fuchs (ο σαγηνευτικός απατεώνας αλουπός, το κοκκινότριχο αλεπούδι Ράϊνχαρντ / Ράϊνεκε  των υστερομεσαιωνικών θρύλων που επενέφερε ο μέγας Γκαίτε στο ομώνυμο ποίημά του)  ήταν διαλεκτικός: Πώς; Ήταν κι ο Σωκράτης διαλεκτικός;

Είναι η ειρωνεία του Σωκράτη μια έκφραση εξέγερσης; Πληβείας αγανάκτησης; Απολαμβάνει τάχα, σαν καταπιεζόμενος, την ίδια του την αγριότητα με τις μαχαιριές των συλλογισμών του; Εκδικείται τους ευγενείς τους οποίους γοητεύει; – Κάποιος ως διαλεκτικός κρατάει ένα ανελέητο εργαλείο στα χέρια του. Μπορεί με αυτό να γίνει τύραννος, βάζει σε κίνδυνο αυτούς που κατακτάει. Ο διαλεκτικός αφήνει στον αντίπαλό του τη φροντίδα να αποδείξει ότι δεν είναι ηλίθιος: Αφήνει τον άλλο εξοργισμένο και συνάμα αβοήθητο. Ο διαλεκτικός καθιστά ανίσχυρη τη νοημοσύνη του αντιπάλου του. – Πώς; Τι ; Είναι η διαλεκτική του Σωκράτη απλώς μια μορφή εκδίκησης;

Σας έδωσα να καταλάβετε πώς μπορούσε να προκαλεί απέχθεια ο Σωκράτης: Γι’ αυτό ακριβώς τώρα επιβάλλεται πιο πολύ να εξηγήσουμε την γοητεία που ασκούσε. Ιδού ο πρώτος λόγος: Ανακάλυψε ένα νέο είδος αγώνος κι έγινε ο πρώτος διδάσκαλός του στους ευγενείς κύκλους της Αθήνας. Εγοήτευε, ερεθίζοντας την αγωνιστική παρόρμηση των Ελλήνων – εισήγαγε μια παραλλαγή στον πυγμαχικό αγώνα μεταξύ νέων ανδρών και εφήβων. Ο Σωκράτης ήταν επίσης ένας μεγάλος ερωτικός.

Όμως, ακόμη περισσότερο  ο Σωκράτης εμάντευσε. Είδε πίσω από τους ευγενείς Αθηναίους του και κατάλαβε ότι η περίπτωσή του, η ιδιοσυγκρασία του, δεν αποτελούσε ππλέον εξαίρεση. Το ίδιο είδος εκφυλισμού αναπτυσσόταν σιωπηλά παντού: Η παλαιά Αθήνα είχε φθάσει στο τέλος της. – Και ο Σωκράτης κατάλαβε ότι όλος ο κόσμος τον χρειαζόταν – χρειαζόταν τα μέσα του, τη θεραπεία του, την προσωπική του τέχνη της αυτοσυντήρησης

Παντού τα ένστικτα βρίσκονταν σε κατάσταση αναρχίας· παντού όλοι απείχαν πέντε βήματα από την υπερβολή: Το monstrum in animo ήταν κοινός κίνδυνος. “Οι παρορμήσεις θέλουν να γίνουν τύραννοι πρέπει λοιπόν να βρούμε έναν ισχυρότερο αντι-τύραννο”… Όταν ο φυσιογνωμιστής απεκάλυψε στον Σωκράτη τί ήταν – ένα σπήλαιο γεμάτο από κακές ορέξεις – ο μεγάλος είρωνας άφησε να του ξεφύγει άλλη μιά φράση που είναι κλειδί του χαρακτήρα του. “Αυτό είναι αλήθεια”, είπε, “αλλά τις ελέγχω όλες”.

Πώς μπόρεσε ο Σωκράτης να γίνει κύριος του εαυτού του; Κατά βάθος η περίπτωσή του ήταν απλώς η ακραία περίπτωση, απλώς το πιο χτυπητό παράδειγμα αυτού που είχε αρχίσει να γίνεται κοινή ανησυχία: Kανείς δεν ήταν πλέον κύριος του εαυτού του, τα ένστικτα στρέφονταν ενάντια στον καθένα. Ο Σωκράτης εγοήτευε επειδή ήταν η ακραία περίπτωση. H φοβερή του ασχήμια τό έκανε αυτό γνωστό σ’ όλα τα μάτια: Είναι βεβαίως αυτονόητο πως εγοήτευε ακόμη περισσότερο σαν απάντηση, σαν λύση, σαν φαινομενική θεραπεία της περίπτωσης αυτής.

Όταν κανείς βρίσκει απαραίτητο, όπως έκανε ο Σωκράτης, να μετατρέψει το λογικό σε τύραννο, προφανώς δεν μπορεί νά είναι μικρός ο κίνδυνος ότι κάτι άλλο θα γίνει τύραννος. Τότε ανακαλύφθηκε σαν σωτήρας η ορθολογικότητα, όμως ούτε ο Σωκράτης ούτε οι “ασθενείς” του δεν ήσαν ελεύθεροι να διαλέξουν την ορθολογικότητα: Αυτό έγινε de rigueur (σύμφωνα με τους τύπους του συρμού), ήταν το τελευταίο τους καταφύγιο. Ο φανατισμός με τον οποίον όλος ο ελληνικός στοχασμός ρίχνεται στην ορθολογικότητα, προδίδει την ύπαρξη μιας απελπιστικής κατάστασης. Υπήρχε κίνδυνος, δεν υπήρχε παρά μόνο μια εκλογή: ή να χαθείς ή να γίνεις παράλογα ορθολογικός

Η ηθικολογία (μοραλισμός) των Ελλήνων φιλοσόφων από τον Πλάτωνα και μετά είναι παθολογικά καθορισμένη, το ίδιο και η εκτίμηση που τρέφουν για τη διαλεκτική. Η εξίσωση λογικό = αρετή = ευτυχία σημαίνει απλώς: Πρέπει να μιμηθεί κανείς το Σωκράτη και να βάζει μόνιμα απέναντι στις σκοτεινές ορέξεις ένα φώς της ημέρας, το φως της ημέρας του λογικού. Πρέπει κανείς με κάθε τρόπο νά είναι έξυπνος, διαυγής, λαμπρός: Κάθε παραχώρηση στα ένστικτα, στο ασυνείδητο, οδηγεί προς τα κάτω…

Εξήγησα με ποιον τρόπο εγοήτευε ο Σωκράτης: Φαινόταν πως ήταν ένας γιατρός, ένας σωτήρας. Άραγε χρειάζεται ακόμη να καταδείξουμε το λάθος που ενυπήρχε στην πίστη του στην “ορθολογικότητα με κάθε τρόπο”; Οι φιλόσοφοι και οι ηθικολόγοι αυταπατώνται όταν πιστεύουν ότι απαλλάσσονται από την παρακμή με το να κηρύττουν απλώς πόλεμο εναντίον της. Η απαλλαγή είναι υπεράνω των δυνάμεών τους: Αυτό που διαλέγουν ως μέσο, ως σωτηρία, δεν είναι παρά μια άλλη έκφραση της παρακμής, αλλάζουν την έκφρασή της αλλά δεν απαλλάσσονται από την ίδια την παρακμή. Ο Σωκράτης ήταν μια παρανόηση, ολόκληρη η ηθική της βελτίωσης, συμπεριλαμβανομένης και της χριστιανικής, ήταν μια παρανόηση… Το εκτυφλωτικότερο φως της ημέρας- η ορθολογικότητα με κάθε τρόπο, η ζωή, λαμπρή, ψυχρή, προσεκτική, συνειδητή, χωρίς το ένστικτο, σε αντίθεση προς τα ένστικτα όλα αυτά δεν ήσαν παρά μια αρρώστια, μια άλλη αρρώστια και καθόλου μια επιστροφή στην “αρετή”, στην “υγεία”, στην ευτυχία

Η υποχρέωση να πολεμάς τα ένστικτα – αυτή είναι η συνταγή της παρακμής: Όσον η ζωή διατηρεί μιαν ανοδική πορεία, η ευτυχία ταυτίζεται με το ένστικτο.

Ο Σωκράτης, αυτός ο εξυπνότερος όλων όσων εξεγέλασαν τους εαυτούς τους, δεν το κατάλαβε τάχα αυτό; Μήπως το ομολόγησε τελικά μέσα στη σοφία του θάρρους του μπροστά στο θάνατο; o Σωκράτης ήθελε να πεθάνει: Το κώνειο το διάλεξε αυτός και όχι η Αθήνα αυτός ανάγκασε την Αθήνα να τον καταδικάσει σε θάνατο… “Ο Σωκράτης δεν είναι γιατρός”, είπε μέσα του σιγανά: “εδώ γιατρός είναι μόνον ο θάνατος… Ο Σωκράτης ήταν απλώς άρρωστος εδώ και πολύν καιρό”!»

* Η λατινική φράση «monstrum in fronte, monstrum in animo» σημαίνει «τέρας στο πρόσωπο, τέρας στην ψυχή» και χρησιμοποιείται συχνά από τον Νίτσε για να επικρίνει τον Σωκράτη. Η έκφραση υπονοεί ότι η άσχημη εμφάνιση του Σωκράτη αντικατόπτριζε τη διεφθαρμένη ψυχή του και ότι η φιλοσοφία του ήταν μια δικαιολογία για να ασκήσει την τυραννική του δύναμη. Ο Νίτσε την χρησιμοποιεί στο «Λυκόφως των ειδώλων» για να επικρίνει τον Σωκράτη.  Η φράση υποδηλώνει ότι η άσχημη εξωτερική εμφάνιση του Σωκράτη ήταν σύμβολο της εσωτερικής του ασχήμιας και της διεφθαρμένης φύσης του. 

Επιμέλεια – Γιάννης Ηλιόπουλος

Please follow and like us:

You might be interested in …

ΝΕΑ ΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ  

ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Αναγκαία πολυπολική αλληλεγγύη Το πολυπολικό κίνημα της εποχής μας περιγράφεται συχνά ως μία βαθιά πολύπλευρη και πολυσύνθετη αντίδραση ενάντια στην αμερικανική ηγεμονία, ωστόσον οι ρίζες του βρίσκονται πολύ βαθύτερα στην ευρωπαϊκή πνευματική ιστορία. Πολύ πριν τελειώσει ο Ψυχρός Πόλεμος και επινοηθεί ο όρος «μονοπολική στιγμή» στην Ουάσιγκτον, οι στοχαστές της Γερμανικής Συντηρητικής Επανάστασης στη δεκαετία […]

Read More

Ιβάν Γ΄ της Ρωσίας

ΙΣΤΟΡΙΑ

Στις 22 Ιανουαρίου 1440 γεννήθηκε ο Ιβάν Γ΄ Βασίλιεβιτς . Ο Ιβάν Γ΄ Βασίλιεβιτς ανέβηκε στον θρόνο του πριγκιπάτου του μετά από αρκετές αναμετρήσεις, πολλές φορές αιματηρές, υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα τού πατέρα του στους δυναστικούς αγώνες με τα αδέλφια και τα ξαδέρφια του.  Υπήρξε ο πρώτος τσάρος της Ρωσίας, αν και οι Δυτικοί ηγεμόνες αναγνώρισαν τον τίτλο αυτόν […]

Read More

Μόσχα – «τρίτη Ρώμη» ή μήπως … «Νέα Ιερουσαλήμ»; 

ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η πρώτη ρητή αναφορά στην Ρώμη χρονολογείται από την στέψη του Ιβάν του Δ’ ως πρώτου Τσάρου (1547). Αργότερον, ο Μέγας Πέτρος υπήρξεν ο πρώτος ο οποίος ανέλαβε το ρόλον του Αυτοκράτορος, προβαίνων ούτως σε άμεσον αναφορά στην ρωμαϊκή παράδοση και απορρίπτων τους προ αυτού ρωσικούς τίτλους. Επιπλέον, πολλά κείμενα του 16ου αιώνος ανέφεραν μια […]

Read More