Η Δρέσδη, η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» και το «Finis Germania» Από το κενό στην αναγέννηση

Κάθε μεταπολεμικό Φεβρουάριο θυμόμαστε και προβληματιζόμαστε : Μέσα στις ακροτελεύτιες ωδίνες ενός κόσμου που είχε τυλιχθεί στις φλόγες, ο θάνατος κατέκλυσε την λαμπερή Δρέσδη, μια πόλη φημισμένη για την ομορφιά και την πολιτιστική της κληρονομιά, καταδικασμένη τώρα να γίνει μάρτυρας ενός ξέφρενου κατακλυσμού κτηνώδους ανθρώπινης σκληρότητας. Οι δρόμοι της, που κάποτε έσφυζαν από ζωή με τις φωνές καλλιτεχνών και ακαδημαϊκών, σίγησαν κάτω από το συντριπτικό βάρος μιας επικείμενης καταστροφής που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει. Ο ποταμός Έλβας, που ελίσσεται μέσα από την καρδιά της πόλης σαν ζείδωρη φλέβα, αντανακλούσε τα τρεμάμενα φώτα ενός πολιτισμού στα πρόθυρα της καταστροφής.

Στις 13 και 14 Φεβρουαρίου του 1945, οι Δυτικές «Συμμαχικές δυνάμεις», στην ανελέητη επιδίωξή τους για την ολοκληρωτική νίκη, ενορχήστρωσαν μιαν αεροπορική επίθεση τέτοιας αγριότητας που ξεπέρασε τα όρια της απλής στρατιωτικής εμπλοκής, στρεφόμενη στη σφαίρα μιας σκόπιμης και υπολογισμένης καθολικής εξόντωσης αμάχων. Η επιχείρηση, με την κωδική ονομασία «Βροντή» («Thunderclap») με ψυχρή και μεθοδευμένη αποστασιοποίηση από κάθε ανθωπιστική διάσταση, περιελάμβανε εκατοντάδες αεροσκάφη από τη Βρετανία και την Αμερική, φορτωμένα με τόνους εκρηκτικών, σχεδιασμένων όχι για ακρίβεια πλήγματος αλλά για εκτεταμένη καταστροφή. Οι ουρανοί, κάποτε φύλακες της θεότητος, έγιναν προάγγελοι της καταστροφής καθώς επαειλημμένα κύματα βομβαρδιστικών εξαπέλυσαν μια θύελλα καταστροφής στην ανυποψίαστη πόλη γεμάτη από αμάχους  Γερμανούς πρόσφυγες από την Ανατολή. Αυτές οι εκτοπισμένες ψυχές, που έφευγαν από την προέλαση του ανθρωποκτόνου Κόκκινου Στρατού, είχαν αναζητήσει καταφύγιο στην πόλη  που πίστευαν ότι ήταν ένα ασφαλές καταφύγιο, μόνο και μόνο για να βρεθούν παγιδευμένες σε ένα καμίνι ανθρωπογενούς τρόμου.

Ο Βομβαρδισμός της Δρέσδης ήταν ουσιαστικά μια βομβιστική επιδρομή των Συμμάχων εναντίον ενός ανοχύρωτου αστικού συγκροτήματος. Αποτέλεσε το αποκορύφωμά της εκτεταμένης αεροπορικής επίθεσης των Συμμάχων εναντίον των γερμανικών πόλεων, που είχε ξεκινήσει από το 1944. Οι επιθέσεις είχαν ….. «στρατηγική σημασία», αλλά το μέγεθος της καταστροφής της σαξωνικής πόλης, προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και στη … Βρετανία. Έκτοτε στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η αμφίβολη επιχειρησιακή σκοπιμότητα και η αποτελεσματικότητα του γενικευμένου αστικού βομβαρδισμού, καθώς και το ερώτημα αν πρόκειται για σαφές έγκλημα πολέμου.

Κατά την αποφράδα  νύχτα της 13 προς 14 Φεβρουαρίου, 805 βομβαρδιστικά αεροπλάνα επιτέθηκαν δυο φορές στην πόλη, παρά το νέφος που υπήρχε αρχικά από πάνω της.  Την επόμενη μέρα, πραγματοποιήθηκαν με το φως της ημέρας δύο μικρότερες επιθέσεις από αμερικανικά αεροσκάφη.

Υπολογίζεται ότι χρησιμοποιήθηκαν περίπου 3.500 εμπρηστικές βόμβες και νάρκες αέρος υψηλής περιεκτικότητας. Αμερικανικές πηγές αναφέρουν πως ρίχθηκαν 2.659,3 τόνοι βομβών από τα βρετανικά και 4.441,2 τόνοι από τα αμερικανικά αεροπλάνα.

Σύμφωνα με την ημερήσια γερμανική αναφορά – ημερήσια διαταγή (Tagesbefehl) υπ’ αριθμόν 47, τα ανθρώπινα θύματα που είχαν αποκαλυφθεί μέχρι τις 22 Μαρτίου έφτασαν τα 20.204, ανάμεσα στα οποία και 6.865 νεκροί που αποτεφρώθηκαν στην κεντρική πλατεία Άλτμαρκτ, ώστε να αποφευχθεί επιδημία. Η ίδια γερμανική πηγή αναφέρει πως οι τότε προβλέψεις έκαναν λόγο για 25.000 νεκρούς. Τα περισσότερα θύματα απανθρακώθηκαν ή σκοτώθηκαν από ασφυξία, λόγω του μονοξειδίου του άνθρακα και επίσης λόγω των υψηλών θερμοκρασιών των βομβών.

Από γερμανικής πλευράς προβλήθηκε επανειλημμένα ο ισχυρισμός ότι οι βομβαρδισμοί των απροστάτευτων γερμανικών πόλεων ήταν πράξη αντεκδίκησης και συλλογικής τιμωρίας του γερμανικού λαού, που παρέμεινε μέχρι τέλους πιστός στον Χίτλερ, δεδομένου ότι η ηγεσία των Συμμάχων γνώριζε ότι οι αντίστοιχες επιδρομές της Λουφτβάφε, π.χ. στο Λονδίνο και το Κόβεντρι, χαλύβδωσαν το ηθικό των Βρετανών. Στην περίπτωση της Δρέσδης παραπέμπουν μάλιστα στις εκτεταμένες καταστροφές που υπέστη η παλαιά πόλη και στις αναλογικά μικρότερες ζημιές που καταγράφηκαν στα βόρεια όπου βρισκόταν το αεροδρόμιο, τα στρατόπεδα και τα εργοστάσια που τροφοδοτούσαν τη γερμανική πολεμική μηχανή. Η Δρέσδη δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, καθώς τα αντιαεροπορικά πυροβόλα της είχαν μεταφερθεί στο Ρουρ και την Σιλεσία.

Το 2002 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Η Φωτιά» («Der Brand») του αριστεριστή και αντιπολεμικού ακτιβιστή ιστορικού συγγραφέα Γεργκ Φρίντριχ (Jörg Friedrich). Σε αυτό περιγράφεται η πολυτραυματική εμπειρία του βομβαρδισμού των γερμανικών πόλεων από την πλευρά των θυμάτων. Η αφήγησή του επικεντρώνεται στην προσπάθεια να καταδείξει ότι οι βομβαρδισμοί δεν είχαν καμία στρατηγική σημασία, αλλά τουναντίον είχαν ως μοναδικό σκοπό τη μαζική τιμωρία και εξόντωση του γερμανικού λαού. Επίσης, οι συγκλονιστικές, ωμές περιγραφές του χάους που ακολούθησε την βομβιστική επιδρομή και ο τρόπος που οι επιζήσαντες της μαρτυρικής πόλης προσπάθησαν να «διαχειριστούν» το πρόβλημα των χιλιάδων άταφων νεκρών, περιγράφονται στο μπεστ σέλερ βιβλίο του ακατάβλητου σπουδαίου Άγγλου ιστορικού Ντέηβιντ Τζων Κόουντελ Ίρβινγκ (David John Cawdell Irving) «Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης – Η αποκάλυψη των γεγονότων 1945», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963.

Ένα στοιχεόιο είναι περισσότερο απο βέβαιο : Δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη πολεμική πράξη, αλλά για μια σχολαστικά προσχεδιασμένη σφαγή αμάχων, όπου η τέχνη της καταστροφής τελειοποιήθηκε με ανατριχιαστική ακρίβεια. Η διαβόητη βρετανική «Βασιλική Πολεμική Αεροπορία» (Royal Air Force – RAF), με το σκοτεινό οπλοστάσιό της συνυφασμένοο με τακτικές βομβαρδισμού περιοχών, καταιγίδες πυρός και την φρικτή καινοτομία των βομβών φωσφόρου, παρόμοιων με τις δαντικές φωτιές της Κόλασης, επεδίωξε όχι μόνο να νικήσει αλλά και να εξαλείψει, να σβήσει την ουσία της ζωής από τη Δρέσδη.

Οι βόμβες έπεφταν με τρόπους που είχαν σχεδιασθεί για να πυροδοτήσουν κολάσεις που τροφοδοτούνταν από μόνες τους, απορροφώντας το οξυγόνο από τον αέρα και μετατρέποντας τα υπόγεια σε τάφους. Οι δρόμοι έλιωσαν, τα κτίρια κατέρρευσαν σε στάχτες και ο αριθμός των ανυπεράσπιστων θυμάτων ανήλθε σε δεκάδες χιλιάδες: άνδρες, γυναίκες και παιδιά μετατράπηκαν σε … σκιές χαραγμένες σε τοίχους. Η στρατηγική ήταν σαφής: να σπείρουν τον τρόμο από τους ουρανούς, να μετατρέψουν την πόλη σε νεκρική πυρά, μια προειδοποίηση προς τους άλλους, ειδικά προς τη Σοβιετική Ένωση (καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος ήδη γεννιόταν), για τη μοίρα που περίμενε όσους αντιστάθηκαν στη δύναμη των Δυτικών Συμμάχων. Μετά την καταστροφή, ο αέρας ήταν δυσφορικός και βαρύς από τη δυσοσμία των απανθρακωμένων λειψάνων, μια απόδειξη της μοναδικής … αποτελεσματικότητας αυτής της εναέριας επίθεσης.

Ωστόσο, μέσα στην κακοφωνία της πυρπόλησης, στον τρόμο της ανθρωποθυσίας, η αληθινή φρίκη της Δρέσδης δεν έγκειται ούτε στις φλόγες ούτε στα ερείπια, αλλά στη σιωπή που ακολούθησε, τη σιωπή που μιλάει για τις αμέτρητες ψυχές που χάθηκαν, για τα όνειρά τους που έγιναν σκόνη. Οι επίσημες αναφορές των Δυτικών Συμμάχων υποβάθμισαν τη σφαγή, μιλώντας με όρους «στρατηγικής αναγκαιότητας», αλλά οι επιζώντες μίλησαν για σώματα στοιβαγμένα σαν ξύλα, για το ποτάμι γεμάτο από τους νεκρούς. Στον κόσμο διηγήθηκαν μια ιστορία αναγκαιότητας, «παράπλευρων απωλειών» στην επιδίωξη της ειρήνης, αλλά κάτω από το κάλυμμα της πολεμικής ρητορικής και της μεταπολεμικής προπαγάνδας, η ζοφερή πραγματικότητα αποκαλύπτεται: η Δρέσδη δεν ήταν απλώς θύμα πολέμου, αλλά ήταν ξεκάθαρα το θύμα μιας προμελετημένης πράξης μαζικής δολοφονίας. Αυτό το γεγονός σηματοδότησε ένα σημείο καμπής όπου η δικαιοσύνη των νικητών μεταπλάστηκε σε φρενήρη εκδίκηση, θέτοντας το προηγούμενο για την κονιορτοποίηση πολιτιστικών ορόσημων υπό το πρόσχημα της «απελευθέρωσης».

Όταν η συλλογική Δύση, σχεδόν ανέγγιχτη ακόμη από τα περίπλοκα πλέγματα της παγκοσμιοποίησης, κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στη γερμανική κληρονομιά της Ευρώπης, άθελά της προανήγγειλε την κάθοδό της σε ένα χάσμα ξεχασμένων παραδόσεων και ανεκπλήρωτων οραμάτων. Αυτή η σύγκρουση, η οποία βρήκε την τρομακτική της κορύφωση στην καταστροφή της Δρέσδης, δεν προκάλεσε μόνο καταστροφή κτιρίων και εξάλειψη της ιστορίας, αλλά συνέθεσε και την ουσία των μελλοντικών δυνατοτήτων. Η απέραντη έκταση από το Στρασβούργο μέχρι το Κένιγκσμπεργκ, που κάποτε έσφυζε από το πνεύμα της Ευρώπης – φιλόσοφοι που συζητούσαν σε αρχαίες αίθουσες, συνθέτες που εμπνέονταν από λαϊκές μελωδίες – έμεινε ένας έρημος κρατήρας εμπρηστικής βόμβας. Τα σύνορα που αναδιαμορφώθηκαν από τους κατακτητές διέκοψαν τους δεσμούς με τις προγονικές γαίες, εκτοπίζοντας εκατομμύρια και αραιώνοντας τις γενεαλογικές γραμμές της παράδοσης. Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης συμβόλιζε αυτή την ευρύτερη επίθεση, όπου η Δύση, στον ζήλο της να διαλύσει έναν αντίπαλο, έσπειρε τους σπόρους της δικής της πολιτιστικής φτώχειας.

Η επίθεση στη Δρέσδη και την ευρύτερη έκταση της Γερμανίας μέσα από τις αδιάκοπες καταιγίδες των «συμβατικών βομβαρδισμών» και τις κόλασεις που δημιούργησαν ήταν μόνον ένα κεφάλαιο σε αυτό το τραγικό έπος. Ένα άλλο, πιο συγκαλυμμένο, αλλά εξίσου ολέθριο, ήταν η άνοδος της δυτικής-αριστερής «κριτικής θεωρίας», η οποία -υπό το πρόσχημα της μείζονος δημοκρατίας, της κοινωνικής πρόνοιας και του πλουραλισμού- διέβρωσε τα άδυτα του παραδοσιακού πολιτισμού, ανοίγοντας το δρόμο για να διεισδύσουν ξένες φιλοσοφίες και επιρροές στον άλλοτε ενιαίο ιστό της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Στοχαστές από μακρινές ακτές, κραδαίνοντας τις ιδέες σαν όπλα, αμφισβήτησαν τα ίδια τα θεμέλια της εθνικής υπερηφάνειας, χαρακτηρίζοντας την αφοσίωση στην κληρονομιά ως μια ξεπερασμένη «προκατάληψη», μια παλιομοδίτικη προκατάληψη κάποιων … καθστερημένων. Αυτή η πνευματική εισβολή, πιο ανεπαίσθητη από τις βόμβες δεν είναι λιγότερο καταστροφική, καθώς κατακερμάτισε τις κοινωνίες μας, μετατρέποντας τους γείτονες σε ξένους και την ιστορία σε ένα βάρος που πρέπει να αποβληθεί.

Αυτό το μοτίβο αυτοπροκαλούμενης παρακμής θυμίζει τις αναλύσεις στο βιβλίο του Όσβαλντ Σπένγκλερ «Η Παρακμή της Δύσης» (1918), όπου οι πολιτισμοί αναδύονται και παρακμάζουν όπως οι εποχές, με τη ζωτικότητά τους να υπονομεύεται από την εσωτερική παρακμή. Σήμερα, το έτος 2026, η Δύση παλεύει με αυτό ακριβώς το λυκόφως, καθώς οι μαζικές μεταναστεύσεις κατακλύζουν τα σύνορα της Ευρώπης, η οικονομική στασιμότητα κυριεύει τα κάποτε ευημερούντα έθνη και ένα διάχυτο αίσθημα αποξένωσης διαλύει τους κοινοτικούς δεσμούς. Θεσμοί που κάποτε διατήρησαν την τάξη τώρα δίνουν προτεραιότητα στα αφηρημένα ιδανικά, έναντι των απτών αναγκών του λαού τους, οδηγώντας σε πόλεις που κυριολεκτικά καταρρέουν και «χαμένους» στην απραξία νέους που έχουν απογοητευτεί.

Στη Γερμανία τώρα, αυτή η παρακμή εκδηλώνεται εξαιρετικά έντονα, όπως διατυπώνεται στο έργο του Ρολφ Πέτερ Ζίφερλε (Rolf Peter Sieferle), «Finis Germania», που εκδόθηκε μεταθανάτια το 2017 στη Γερμανία, από τις εκδόσεις «Antaios» στο Στάϊγκρα της Σαξονίας – Άνχαλτ. Το εν λόγω έργο είναι μια συλλογή 30 κειμένων για τη σύγχρονη γερμανική πολιτική κουλτούρα (σκέψη και πραγματικότητα) που διαγιγνώσκει την ανίατη ασθένεια του γερμανικού έθνους: το εμμονικό σύμπλεγμα ενοχής που το οδηγεί προς την αυτοκατάργηση. Ο Ζίφερλε υποστηρίζει ότι η εμμονή της Γερμανίας στις αμαρτίες του παρελθόντος της έχει παραλύσει τη θέλησή της για επιβίωση, προκαλώντας τη δημογραφική αντικατάσταση και την «πολιτιστική αραίωση» ως ανταποδοτικές πράξεις εξιλέωσης. Το βιβλίο, αναζωογονητικό στην ακλόνητη κριτική του, σκιαγραφεί την εικόνα μιας χώρας που σχεδιάζει το δικό της τέλος, όπου η μνήμη γίνεται εργαλείο για την εξάλειψη, την αυτοκαταστροφή και όχι για την ανανέωση.

Το «Finis Germania» έχει συχνά μεταφραστεί αναλογικά προς το λατινικό «finis Germaniae» ως «Το Τέλος της Γερμανίας». Αυτή η ερμηνεία υποδηλώνει ότι ο τίτλος είναι μια λανθασμένη λατινική έκφραση όπου η γενική έχει απορριφθεί λανθασμένα. Το υποτιθέμενο λάθος αποδίδεται αφελώς στην … έλλειψη γνώσης της λατινικής γλώσσας από τον συγγραφέα. Στον επίλογο, ο καταξιωμένος εθνολόγος – σινολόγος Ράϊμουντ Τέοντορ Κολμπ (Raimund Theodor Kolb) εξηγεί τον τίτλο ως «σύνταγμα που θα μπορούσε κάλλιστα να ερμηνευτεί ως η τελική απάντηση στο “Germania delenda est”» – «Η Γερμανία πρέπει να χαθεί», που απαίτησαν για πρώτη φορά οι Βρετανοί το 1897 και αργότερα οι Σύμμαχοι μετά την λήξη των δύο Παγκοσμίων Πολέμων». Με αυτή την έννοια, το «Germania» είναι σε κλητική πτώση και ο τίτλος σημαίνει αντιστοίχως: «Αυτό είναι το τέλος, Γερμανία» ή «Πλησιάζεις στο τέλος σου, Γερμανία».

Το περιεχόμενο του βιβλίου, καθώς και η αρχική …. αφαίρεσή του από τις λίστες των μπεστ σέλερ (!), χαρακτηρίστηκαν σκανδαλώδη. Οι περισσότεροι κριτικοί έκριναν τον συγγραφέα του ως «κυνικό, αντιδραστικό, παρανοϊκό, δεξιό εξτρεμιστή, αντισημίτη και αναθεωρητή». Ορισμένοι κριτικοί θεώρησαν τη σκανδαλοποίηση εσφαλμένη και προβληματική ως μερική επιβεβαίωση των δηλώσεων του Ζίφερλε σχετικά με την αυτοαναίρεση της γερμανικής εθνικής ταυτότητας

Αυτό επιδεινώνεται από την καταστολή των διαφωνούντων φωνών, όπως αποδεικνύεται από τις πρόσφατες απαγορεύσεις : Στον Μπγιέρν Χέκε (Björn Höcke), έναν πολιτικό του AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία), απαγορεύθηκε να μιλάει σε δημόσιες εκδηλώσεις. Στις αρχές του 2026, τα δικαστήρια στη Βαυαρία επέβαλαν περιορισμούς στις εμφανίσεις του Höcke, επικαλούμενα προηγούμενες καταδίκες του για χρήση «απαγορευμένων συνθημάτων» και ανησυχίες για «εξτρεμιστικό περιεχόμενο». Αυτά τα μέτρα, που θεσπίστηκαν βάσει νέων δημοτικών κωδίκων …. που στοχεύουν τις αντιληπτές απειλές για τις «δημοκρατικές αξίες», αντικατοπτρίζουν μιαν ευρύτερη καταστολή της πατριωτικής δεξιάς έκφρασης.

Ο ίδιος ο Höcke τα έχει καταδικάσει ως πολιτικές διώξεις, με τις συζητήσεις να βρίσκονται σε εξέλιξη για ευρύτερες απαγορεύσεις ομιλίας. Τέτοιες ενέργειες, ενώ διατυπώνονται δήθεν ως …..δικλείδες ασφαλείας κατά του «μίσους», επιταχύνουν ακούσια το πολιτισμικό κενό που περιέγραψε ο Sieferle, φιμώνοντας όσους επιδιώκουν να ανακτήσουν την εθνική ταυτότητα εν μέσω της κατάρρευσης της Δύσης. Αντικατοπτρίζουν την μεταπολεμική προπαγάνδα που κάλυπτε την αλήθεια της Δρέσδης, δίνοντας προτεραιότητα στον «αφηγηματικό έλεγχο» έναντι του ελεύθερου ανοιχτού λόγου.

Τώρα, καθώς ατενίζουμε τον ορίζοντα του παρόντος, το μέλλον της Ευρώπης διαγράφεται ως μια αποτρόπαια πρόσοψη ζωγραφισμένη με πλατιές πινελιές βαρβαρότητας και αποξένωσης από τις προγονικές της ρίζες. Δρόμοι που κάποτε ορίζονταν από κοινά έθιμα τώρα αντηχούν με άγνωστες γλώσσες, ενώ τα  μνημεία του παρελθόντος στέκονται ως κειμήλια σε ένα τοπίο αδιαφορίας. Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη ζοφερή θέα, η Δρέσδη, αναβιώνοντας το παλιό της προσωνύμιο «Φλωρεντία του Έλβα» – «Elbflorenz» προς τιμήν της πρωτεύουσας και μούσας της Τοσκάνης, χτισμένης στις όχθες του ποταμού Άρνου, προαναγγέλλει την αυγή μιας νέας εποχής. Ανακατασκευασμένοι από τις στάχτες, οι μπαρόκ πυργίσκοι της υψώνονται προκλητικά, συμβολίζοντας την ανθεκτικότητα ενάντια στη διαγραφή. Αυτή η αναγέννηση δεν είναι μια απλή ανάμνηση περασμένης δόξας, αλλά ένα κάλεσμα για μια μετασυντηρητική, εθνική και πατιωτική αναβίωση, όπου φωνές όπως του Χέκε, παρά τις προσπάθειες να τις φιμώσουν, εμπνέουν μια επανεκτίμηση της ζοφερής πρόγνωσης του Ζίφερλε.

Η Δρέσδη στέκει ως μνημείο για μιαν Ευρώπη που βρίσκεται σε αγωνία αναγέννησης, προσπαθώντας να ανακτήσει το έδαφος το οποίο σημαδεύτηκε  από ζοφερές δεκαετίες ανηλεούς ιδεολογικού πολέμου και κλιμακούμενης πολιτιστικής διάλυσης. Μας υπενθυμίζει ότι από τα ερείπια της παρακμής, μπορεί να αναδυθεί μια ανανεωμένη ορμή, αμφισβητώντας τις καθεστωτικές δυνάμεις που επιδιώκουν να καταδικάσουν την Ευρώπη στη λήθη και χαράζοντας μια πορεία προς ένα μέλλον κτισμένο επάνω σε μιαν ακαταμάχητη κληρονομιά.

Karl Alexander Wahl

Please follow and like us:

You might be interested in …

ΝΕΑ ΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ  

ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Αναγκαία πολυπολική αλληλεγγύη Το πολυπολικό κίνημα της εποχής μας περιγράφεται συχνά ως μία βαθιά πολύπλευρη και πολυσύνθετη αντίδραση ενάντια στην αμερικανική ηγεμονία, ωστόσον οι ρίζες του βρίσκονται πολύ βαθύτερα στην ευρωπαϊκή πνευματική ιστορία. Πολύ πριν τελειώσει ο Ψυχρός Πόλεμος και επινοηθεί ο όρος «μονοπολική στιγμή» στην Ουάσιγκτον, οι στοχαστές της Γερμανικής Συντηρητικής Επανάστασης στη δεκαετία […]

Read More

Μόσχα – «τρίτη Ρώμη» ή μήπως … «Νέα Ιερουσαλήμ»; 

ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η πρώτη ρητή αναφορά στην Ρώμη χρονολογείται από την στέψη του Ιβάν του Δ’ ως πρώτου Τσάρου (1547). Αργότερον, ο Μέγας Πέτρος υπήρξεν ο πρώτος ο οποίος ανέλαβε το ρόλον του Αυτοκράτορος, προβαίνων ούτως σε άμεσον αναφορά στην ρωμαϊκή παράδοση και απορρίπτων τους προ αυτού ρωσικούς τίτλους. Επιπλέον, πολλά κείμενα του 16ου αιώνος ανέφεραν μια […]

Read More
daskalos

Έτσι πορεύτηκαν τα πράγματα με την κοινωνική υποβάθμιση του δάσκαλου … (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)

ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Μ’ ένα λόγο, ο δάσκαλος είναι ο ποιητής του ανθρώπου… Αν έλειπαν οι δάσκαλοι, η γη μας θά ‘ταν τυφλή. Και το σύμπαν ανυπόστατο… Και θυμηθείτε: Ο Νεύτων, ο Χάμπλ, ο Αϊνστάιν και οι άλλοι που μίλησαν στο τηλέφωνο με το θεό ήσαν όλοι τους δάσκαλοι. Έτσι ορίζεται ο λόγος και η τιμή του δάσκαλου. […]

Read More