Η ΤΙΤΑΝΕΙΑ ΕΛΚΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΓΚΕΟΡΓΚ ΓΙΟΥΝΓΚΕΡ

Ο Φρήντριχ «Φριτς» Γκέοργκ Γιούνγκερ (Friedrich “Fritz” Georg Jünger 1898 – 1977) ήταν Γερμανός συγγραφέας και δικηγόρος. Έγραψε ποίηση, πολιτιστική κριτική και μυθιστορήματα. Ήταν ο μικρότερος αδερφός του διάσημου εθνικιστή συγγραφέα Ερνστ Γιούνγκερ (Ernst Jünger).

Υπήρξε ένας από τους πλέον πρωτότυπους και παραγωγικούς γερμανούς στοχαστές του 20ου  αιώνα, που όμως είχε την ατυχία να μείνει στην σκιά της δόξας του μεγαλύτερου αδελφού του Έρνστ, του πολεμιστή-συγγραφέα που έμεινε στην ιστορία της λογοτεχνίας για την αξεπέραστη περιγραφή της φρίκης των πεδίων των μαχών των δύο παγκοσμίων πολέμων. Eκτός όμως από το πρόβλημα της συνωνυμίας, το έργο του Γκέοργκ Φρήντριχ Γιούνγκερ υπέφερε κι από μία άλλη, βαθύτερη και γι’ αυτό πιο δισεπίλυτη ακόμα δυσχέρεια, αυτή της γενικότερης πολιτικής τοποθέτησης, τόσο του συγγραφέα όσο και του έργου του.

Στα μεταπολεμικά χρόνια, καθώς σύσσωμη σχεδόν η πρωτοπορία της ευρωπαϊκής διανόησης στρεφόταν όλο και περισσότερο στα μαρξιστικά ιδεολογικά σχήματα και σε μια ολοένα και πιο κατεδαφιστική πολιτισμική κριτική, το έργο του Γιούνγκερ, ενός κατεξοχήν συντηρητικού και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος τοποθετημένου συγγραφέα, παραδιδόταν στην λήθη. Στην κρίση αυτής της εποχής δεν βάρυνε μόνο το παρελθόν του ίδιου του Γιούνγκερ (τόσο η πρώιμη δημοσιογραφική του δραστηριότητα για λογαριασμό του εθνικιστικού τύπου της εποχής, καθώς και η δηλωμένη βαθειά αντιπάθειά του για το πολίτευμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης), αλλά και η ιδιότητα του αδελφού του Ερνστ ως αξιωματικού της Βέρμαχτ στον Β’ Μεγάλο Πόλεμο. Ο Γιούνγκερ δεν υπέπεσε βέβαια ποτέ σε …. ατοπήματα ανάλογα με αυτό του Χάιντεγγερ –να δηλώσει ανοικτά εθνικοσοσιαλιστής- και απέφυγε, από το 1933 και μετά, να συνδέσει με οποιονδήποτε τρόπο το όνομά του με το ναζιστικό καθεστώς, το οποίο και θεωρούσε ως αρρωστημένο σύμπτωμα ενός παρακμασμένου τεχνοκρατικού πολιτισμού.

Παρόλ’ αυτά, και όπως ήταν αναμενόμενο, η πρόσληψη της σκέψης του κατέστη κάτι παραπάνω από προβληματική από την μεταπολεμική εποχή που θεωρούσε αδιανόητη για έναν διανοούμενο μια μη αριστερή ιδεολογική τοποθέτηση. Σε αυτό όμως το σημείο βρίσκεται ο επίκαιρος χαρακτήρας του έργου του.

Στο πρωτοποριακό του έργο του 1946 με τίτλο «Η τελειότητα της Τεχνολογίας» («Die Perfektion der Technik», και στην Αγγλική μετάφραση : «Η Αποτυχία της Τεχνολογίας: Τελειότητα χωρίς Σκοπό», ο Φρήντριχ Γκέοργκ Γιούνγκερ (1898-1977), νεότερος αδελφός του διάσημου εθνικιστή συγγραφέα Ερνστ Γιούνγκερ και αξιοσημείωτος Γερμανός συγγραφέας και φιλόσοφος, παρατήρησε την «τιτάνια» φύση της τεχνολογίας και πώς η συγγένεια της ανθρωπότητας με τους Τιτάνες αντικατοπτρίζεται στην επιδίωξή μας για το τεράστιο, το γιγάντιο και το κολοσσιαίο. Αυτή η παρατήρηση, που γράφτηκε το 1946, αντηχεί με την αρχική διαύγεια στη σημερινή μας εποχή, η οποία κυριαρχείται από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη (AI – Artificial Intelligence) και στην εικονική πραγματικότητα (VR – Virtual Reality), και απεικονίζεται έντονα σε πολιτιστικά αντικείμενα όπως οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας – δράσης της σειράς «Εξολοθρευτής» («Terminator»).

Η οπτική του Γιούνγκερ φωτίζει την ουσία της ανθρώπινης φιλοδοξίας και δημιουργικότητας, βαθιά ριζωμένη στις τεχνολογικές μας προσπάθειες. Αυτό το τιτάνιο καλούπι τεχνολογίας δεν είναι απλώς μια αναφορά στην κλίμακα και στο μέγεθος των δημιουργιών μας, αλλά συνάμα και στη θεμελιώδη ανθρώπινη επιθυμία να ξεπεράσουμε τους περιορισμούς, να φτάσουμε στο θείο και να κατακτήσουμε τον φυσικό κόσμο. Η φυλή των Τιτάνων, στην ελληνική μυθολογία, αντιπροσωπεύει υπερφυσικά όντα με τεράστια δύναμη και φιλοδοξία, ιδιότητες που αντικατοπτρίζονται στις τεχνολογικές φιλοδοξίες της ανθρωπότητας.

Στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, αυτό το τιτάνιο καλούπι εκδηλώνεται στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε νοημοσύνη που ανταγωνίζεται ή ξεπερνά την ανθρώπινη νόηση. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, στην συνεχώς εξελισσόμενη πολυπλοκότητά της, ενσαρκώνει την έννοια του Γιούνγκερ για το κολοσσιαίο. Δεν αντιπροσωπεύει μόνο την απεραντοσύνη της συσσωρευμένης ύλης, αλλά και την τεράστια έκταση των συσσωρευμένων δεδομένων και της υπολογιστικής ισχύος. Η δημιουργία της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι απτή απόδειξη της επιθυμίας μας, (που μοιάζει με εκείνη του δόκτορος Φρανκενστάιν), να σφυρηλατήσουμε οντότητες οι οποίες μπορούν να σκέφτονται, να μαθαίνουν και, ίσως μια μέρα, να αισθάνονται.

Το τοπίο της εικονικής πραγματικότητας μας παρέχει ένα ακόμη γόνιμο έδαφος για να αναλογιστούμε τις ιδέες του Γιούνγκερ. Η τεχνολογία της Εικονικής Πραγματικότητας δημιουργεί εκτεταμένους, καθηλωτικούς κόσμους, αψηφώντας τους φυσικούς και χωρικούς περιορισμούς. Αυτή η τεχνολογία επιτρέπει στους ανθρώπους να βιώσουν το γιγάντιο και το κολοσσιαίο σε ένα ψηφιακό βασίλειο, διευρύνοντας τα όρια αυτού που γίνεται αντιληπτό ως πραγματικό και δυνατό. Τα πανύψηλα έργα στην εικονική πραγματικότητα εντυπωσιάζουν όχι με τη φυσική τους μάζα αλλά με την απεραντοσύνη των πράγματι καθηλωτικών εμπειριών τους.

Επιπλέον, οι ταινίες της σειράς «Terminator» προσφέρουν μια ζωντανή απεικόνιση της ιδέας του Jünger. Αυτές οι ταινίες, με την απεικόνιση της Τεχνητής Νοημοσύνης ως σωτήρα και καταστροφέα συνάμα, δείχνουν ξεκάθαρα  την ιδιότυπη δυϊστική σχέση της ανθρωπότητας με τα τιτάνια δημιουργήματά της. Το «Skynet», (το φανταστικό τεχνητό νευρωνικό δίκτυο που βασίζεται σε συνειδητό ομαδικό μυαλό και τεχνητό γενικό σύστημα υπερνοημοσύνης και λειτουργεί ως  ο κύριος ανταγωνιστής του Terminator), είναι ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης που αποκτά συνείδηση ​​και στρέφεται εναντίον της ανθρωπότητας. Αυτό  αποτελεί άμεση ενσάρκωση της ανάλυσης του Γιούνγκερ για την τιτανική φύση της τεχνολογίας και την τρομακτική δυνατότητά της να υπερβεί ή ακόμη και να αντιταχθεί στους ανθρώπινους δημιουργούς της.

Ο στοχασμός του Γιούνγκερ  για την πτυχή της εξεταζόμενης ιδιότυπης «τελειότητας χωρίς σκοπό» της τεχνολογίας, ακούγεται ανησυχητικά αληθινός σε αυτά τα πλαίσια. Καθώς αναπτύσσουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη και την Εικονική Πραγματικότητα, πρέπει να αναρωτηθούμε: σε ποιο σκοπό αποσκοπούν αυτά τα τιτάνια δημιουργήματα; Μήπως, όπως οι Τιτάνες του μύθου, τυφλωθούμε από την υπέρμετρη φιλοδοξία και τη δύναμή μας, παραμελώντας τον σκοπό και τις ηθικές διαστάσεις των τεχνολογικών μας εξελίξεων;

Η τιτανική φύση των τεχνολογιών μας, αν και είναι πρόδηλα εντυπωσιακή σε κλίμακα και δυνατότητες, πρέπει να εξισορροπείται με σοφία και διορατικότητα. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι αυτές οι κολοσσιαίες δημιουργίες υπηρετούν την ολιστική ευημερία της ανθρωπότητας, αντί να μας οδηγούν σε ένα δυστοπικό μέλλον, όπου βασιλεύει μια τεχνολογία, χωρίς σκοπό και ηθική κατεύθυνση.

Ο Γιούνγκερ κατατάχθηκε εθελοντικά για στρατιωτική θητεία το 1916 και τραυματίστηκε σοβαρά στη Μάχη του Λάνγκεμαρκ. Μετά τον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο σπούδασε νομική και καμεραλισμό (εφαρμοσμένη οικονομική πολιτική και διοικητική διαχείριση για την εξυπηρέτηση των κρατικών συμφερόντων) στα πανεπιστήμια της Λειψίας και του Χάλε-Βίτενμπεργκ. Αφού μετακόμισε στο Βερολίνο, αυτός και ο αδελφός του ασχολήθηκαν με το εθνικιστικό περιοδικό «Αντίσταση», έχοντας γύρω του  ανθρώπους, όπως ο Φρήντριχ Χίλσερ και ο Ερνστ Νίκις. Το 1926, δημοσίευσε ένα εθνικό επαναστατικό μανιφέστο, «Η Πορεία του Εθνικισμού», όπου επαίνεσε την ανδρεία ενός οραματικού εθνικού – επαναστατικού κράτους με τα ακόλουθα λόγια: «Ας πεθάνουν χιλιάδες, όχι εκατομμύρια ! Τι νόημα έχουν αυτά τα ποτάμια αίματος σε σύγκριση με ένα κράτος, στο οποίο ρέει όλη η ανησυχία και η λαχτάρα της γερμανικής ύπαρξης!»

[Ο Φρήντριχ Χίλσερ (Friedrich Hielscher, 1902 –1990) ήταν διανοούμενος που συμμετείχε στο Συντηρητικό Επαναστατικό Κίνημα κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, καθώς και στην γερμανική «εσωτερική αντίσταση» κατά τη διάρκεια της ναζιστικής εποχής. Ήταν ο ιδρυτής ενός εσωτερικού ή νεοπαγανιστικού κινήματος, της «Ανεξάρτητης Ελεύθερης Εκκλησίας» (Unabhängige Freikirche – UFK), της οποίας ηγήθηκε από το 1933 μέχρι τον θάνατό του.

Ο Ερνστ Νίκις (Ernst Niekisch, 1889 –1967) ήταν συγγραφέας και πολιτικός θεωρητικός. Αρχικά μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και του Παλαιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (ASP), έγινε αργότερα εξέχων εκπρόσωπος του Εθνικοεπαναστατικού κλάδου της Συντηρητικής Επανάστασης και κατόπιν του Εθνικομπολσεβικισμού].

Η στάση του Γιούνγκερ κατά του Εθνικοσοσιαλισμού είναι σαφής στο ποίημα «Der Mohn», που δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Ποιήματα» (1934) και εξαιτίας αυτού ανακρίθηκε από την Γκεστάπο. Ανακρίθηκε ξανά το 1937 όταν συνελήφθη ο Νίκις. Την ίδια χρονιά έφυγε από το Βερολίνο για να ζήσει με τον αδελφό του Ερνστ στο πατρικό του σπίτι στο Υμπερλίνγκεν και δύο χρόνια αργότερα οι αδελφοί μετακόμισαν στο Κίρχορστ κοντά στο Ανόβερο. Εδώ έγραψε το «Η Τελειότητα  της Τεχνολογίας», την προαναφερόμενη εμβριθή μελέτη  του για την προϊούσα μηχανοποίηση της ζωής με συλλογισμούς που αργότερα θα συνδεθούν με την οικολογική κίνηση.

Οι Αδελφοί Γιούνγκερ

Το βιβλίο περί την Τεχνολογία, γράφτηκε υπό τη σκιά του πρόσφατου Μεγάλου  Πολέμου – με την ανάμνηση της τρομερής απειλής ενός γερμανικού ουρανού κατάμαθρου από εχθρικά αεροσκάφη που έριχναν φωτιά και θάνατο στις καμένες σπηλιές του βιομηχανικού ανθρώπου. «Λάβα, στάχτες, αναθυμιάσεις, καπνός, νυχτερινά σύννεφα φωτισμένα από φωτιά»,  το τοπίο του ανθρώπου του εικοστού αιώνα στις σελίδες του Γιούνγκερ εκρήγνυται, σαν ηφαίστειο που καταστρέφει και συντρίβει τα κατασκευάσματα του ανθρώπου και τον γυρνά σε εκείνη την αρχέγονη «πρώτη ερημιά», που εκτεινόταν πέρα ​​από την εποχή των θεών. Αυτό το βιβλίο είναι ο σκοτεινός στοχασμός ενός ποιητή που δεν έχει διστάσει να εξετάσει το χάος, ακόμη και την κόλαση.

Ο Γιούνγκερ γράφει ως ποιητής σοκαρισμένος από τις καταστροφές μιας τεχνολογίας, μέσα στην οποίαν οι στοιχειώδεις δυνάμεις της δημιουργίας, αλυσοδεμένες και κατευθυνόμενες σε τεχνολογικούς και μόνο σκοπούς, έχουν εξαπλωθεί δαιμονικά και έχουν εκραγεί για να εκδικηθούν τον ίδιο τον άνθρωπο – δημιουργό τους. Ο Γιούνγκερ γράφει ως ποιητής, αλλά γράφει και ως φιλόσοφος, ο οποίος κατανοεί τη φύση της ορθολογικοποιημένης, της αφηρημένης σκέψης που βρίσκεται στο κέντρο της σύγχρονης επιστήμης.

Η πολυσύνθετη τεχνολογική σκέψη, σε αντίθεση με την απλή τεχνική ή καλλιτεχνική σκέψη, απαιτεί μια σταθερή και σκόπιμα αφηρημένη θεώρηση του κόσμου, της φύσης και του ανθρώπου, προκειμένου να περιγραφούν με καθαρά μαθηματικούς – λογιστικούς όρους. Αγνοώντας την μοναδική και ανεπανάληπτη, μη αναγώγιμη φύση των πραγμάτων, η σύγχρονη επιστήμη διαπίστωσε ότι ήταν πρακτικά δυνατό να ενώσει όλα τα πράγματα υπό την έννοια της ποσότητας. Και αυτό καλλιεργήθηκε, προωθήθηκε και επιβλήθηκε, δεδομένου ότι οι μετρήσιμες ποσότητες μπορούν να προβλεφθούν, άρα μπορούν να ελεγχθούν !

Όπως επισημαίνει ο Γιούνγκερ, ο τεχνολογικός ορθολογισμός αποτελεί μια «πράξη πίστης» στην ομοιομορφία των φυσικών νόμων. Αυτή η πράξη πίστης στέκει μόνη της ως το μοναδικό μη ορθολογικό αξίωμα στο πιστεύω του επιστημονικού ορθολογισμού. Τα χαρακτηριστικά του τεχνολογικού ορθολογισμού είναι τόσο γνωστά που αρκεί απλώς να τα απαριθμήσουμε σε αυτό το σημείο: η εξάλειψη των αισθητηριακών ιδιοτήτων – η καταστολή του οργανικού – η μηχανοποίηση του χρόνου – η διαμόρφωση του κόσμου σύμφωνα με τον τον άψυχο, τον νεκρό δυναμισμό της μηχανής – η καταστολή του πολυδύναμου πλούτου και της ιδιορρυθμίας της προσωπικής ύπαρξης – το ιδανικό ενός «οριζόντιου». ομογενοποιημένου και χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κόσμου – το ψευτοφιλοσοφικό «αξίωμα» ότι το σύμπαν είναι λιγότερο πλούσιο και όμορφο από ό,τι φαίνεται.

Στο νου του Γιούνγκερ, το ρολόι αποτελεί σύμβολο και τύπο της τεχνολογικής σκέψης:

«Ο χρόνος του ρολογιού είναι άψυχος χρόνος, «tempus mortuum», στον οποίον το δευτερόλεπτο διαδέχεται το δευτερόλεπτο σε μια μονότονη επανάληψη. Ο άψυχος, μετρημένος από το ρολόι χρόνος ρέει δίπλα-δίπλα με τον χρόνο ζωής του ανθρώπου, αλλά μακριά από αυτόν, απολύτως ανεξάρτητα από τις υψηλές και τις χαμηλές παλίρροιες της ζωής, όπου δεν υπάρχουν δύο ίδιες στιγμές.

Για τον στοχαστικό νου, το ρολόι επικαλείται τη σκέψη του θανάτου. Η μορφή του ετοιμοθάνατου Αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, που περπατάει ανάμεσα στα ρολόγια της συλλογής του και προσπαθεί να ρυθμίσει τις κινήσεις τους, εκπέμπει την παγωνιά του θανάτου. Παρακολουθεί και αφουγκράζεται το πέρασμα του χρόνου που αναπόφευκτα οδηγεί στον θάνατο.

… Σε μιαν εποχή που το δημόσιο ρολόι, ορατό από μακριά, εξακολουθούσε να θεωρείται ένα σπάνιο αριστούργημα, ανακήρυξε ένα αδιαμφισβήτητο memento mori»  [μια «υπόμνηση θανάτου», μια υπενθύμιση της θνητότητας και της παροδικής φύσης της ζωής, που χρησιμοποιείται στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία εδώ και αιώνες για να προκαλέσει περισυλλογή σχετικά με τη θνητότητα, την αξία της ζωής και την ματαιότητα των εγκόσμιων απολαύσεων]

[Στον  Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας άρεσε πολύ να  αποσυναρμολογεί και να ξανασυναρμολογεί τα πολυάριθμα ρολόγια της συλλογής του. «Δεν θα πιστεύατε πόσα διαφορετικά είδη υπάρχουν», είπε στη σύζυγό του, η οποία του χαμογέλασε ενώ εκείνη σκεφτόταν πώς θα τιμωρούσε μια από τις υπηρέτριες. «Και οι μηχανισμοί τους είναι τόσο ευρηματικοί».

Όταν τελικά παραιτήθηκε από το αξίωμά του υπέρ του διαδόχου, πήρε μαζί του τα αγαπημένα του ρολόγια και τους αστρολάβους στο Μοναστήρι του Γιούστε στην Ισπανία. Για να τα φροντίζει, διόρισε δύο ωρολογοποιούς …. πλήρους απασχόλησης και έναν βοηθό. Και για συμβουλές από ειδικούς ζήτησε (διέταξε) τον διάσημο Ιταλό μαθηματικό και εφευρέτη Τζιοβάνι Τουριάνο (Τζιανέλο ντέλα Τόρε, 1500–1585), τον φημισμένο Ιταλό ωρολογοποιό, μηχανικό και μαθηματικό, που γεννήθηκε στην Κρεμόνα, να είναι κοντά του. Αυτός διορίστηκε Αρχιτεχνίτης Ρολογιών της Αυλής και κατασκεύασε το Cristalino, ένα αστρονομικό ρολόι που τον έκανε διάσημο στην εποχή του. Ο Κάρολος εξέδωσε αυτοκρατορικό διάταγμα το 1555, με το οποίο απένειμε στον Τουριάνο σύνταξη 100 χρυσών εσκούδων.]

Ο Γιούνγκερ γράφει εύστοχα : « ‘Όμως, ο ρυθμός της ζωής, που είναι ένα με την έλευση και το πέρασμα των εποχών, με την πλημμύρα και την άμπωτη των παλιρροιών, με τις αυγές και τα βράδια όλων των ημερών μας, με την ίδια τη γέννηση και τον θάνατο του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών στη γη – αυτοί οι ρυθμοί δεν συλλαμβάνονται από τους λεπτούς μηχανισμούς των ρολογιών. Έτσι, η ζωή αναγκάζεται να ανταποκριθεί στον αδιάκοπο ρυθμό μιας μηχανής».

Οίκος των Γιούνγκερ- Υμπερλίνγκεν

Αφού ο συγγραφέας παντρεύτηκε, επέστρεψε στο Υμπερλίνγκεν και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο σπίτι των γονιών του. Από εκεί έγραψε για την ελληνική μυθολογία και άρχισε να εργάζεται πάνω σε μια μετάφραση της Οδύσσειας, η οποία τελικά εκδόθηκε το 1981.

Τα μεταπολεμικά έργα του περιλαμβάνουν ποίηση, μυθιστορήματα, δοκίμια και διηγήματα. Σε αυτά περιλαμβάνονται η μονογραφία «Νίτσε» (1949) και το μυθιστόρημα «Heinrich March» (1979), στο οποίο ανιχνεύει τις πικρές εμπειρίες της γενιάς του.

Σημαντικές πρώιμες επιρροές στη σκέψη και τη γραφή του Γιούνγκερ περιλάμβαναν τον Jean Paul, τον Christian Dietrich Grabbe, τον Georg Trakl, τον David Hume και τον Oswald Spengler. Άλλες επιρροές περιλάμβαναν την ποίηση της αρχαίας Ελλάδας, τα ισλανδικά έπη, την ποίηση του Friedrich Hölderlin, του Eduard Mörike, του Joseph Freiherr von Eichendorff και του Charles Baudelaire, τον αδελφό του Ernst, τον Martin Heidegger, τον Paul Yorck von Wartenburg και τον Rudolf Kassner.

[Για τους ευρύτερα άγνωστους : Ο Ζαν Πάουλ, γεννημένος ως Γιόχαν Πάουλ Φρήντριχ Ρίχτερ, 1763–1825) ήταν ρομαντικός συγγραφέας, γνωστός για τα χιουμοριστικά μυθιστορήματα και τις ιστορίες του. – Ο Κρίστιαν Ντίτριχ Γκράμπε (1801–1836) ήταν δραματουργός της προεπανασταικής εποχής (πριν το 1848). Έγραψε πολλά ιστορικά έργα, διαμορφω΄νοντας μιαν απαισιόδοξη κοσμοθεωρία, με μερικές διαπεραστικές σκηνές. – Ο Γκέοργκ Τρακλ (1887–1914) ήταν Αυστριακός ποιητής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Αυστριακούς Εξπρεσιονιστές. Είναι περισσότερο γνωστός για το ποίημά του “Grodek”, το οποίο έγραψε λίγο πριν πεθάνει από ….υπερβολική δόση κοκαΐνης σε ηλικία 27 ετών.- Ο Ντέιβιντ Χιουμ (γεννημένος ως Ντέιβιντ Χόουμ, 1711–1776) ήταν Σκωτσέζος φιλόσοφος, ιστορικός, οικονομολόγος και δοκιμιογράφος, γνωστός για το εξαιρετικά ισχυρό σύστημα εμπειρισμού, φιλοσοφικού σκεπτικισμού και μεταφυσικού νατουραλισμού. που εξετάζει την ψυχολογική βάση της ανθρώπινης φύσης.- Ο Γιόχαν Κρίστιαν Φρήντριχ Χέλντερλιν (1770 –1843) ήταν ποιητής και φιλόσοφος. «Ο πιο Γερμανός των Γερμανών», ο Χέλντερλιν ήταν μια βασική φυσιογνωμία του γερμανικού ρομαντισμού. Επίσης λόγω της σχέσης του με τον Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ και τον Φρήντριχ Βίλχελμ Γιόζεφ Σέλινγκ και της φιλοσοφικής του επιρροής, υπήτξε επίσης ένας σημαντικός στοχαστής στην ανάπτυξη του γερμανικού ιδεαλισμού.-Ο Έντουαρντ Φρήντριχ Μόρικε (1804 –1875) ήταν Λουθηρανός πάστορας, ο οποίος ήταν επίσης ρομαντικός ποιητής και συγγραφέας νουβελών και μυθιστορημάτων. Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν και έγιναν καθιερωμένα λαϊκά τραγούδια, ενώ άλλα χρησιμοποιήθηκαν από συνθέτες στα συμφωνικά τους έργα.- Ο Γιόζεφ Καρλ Μπένεντικτ Φράιχερ φον Άιχεντορφ (1788 –1857) ήταν ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, μεταφραστής και ανθολόγος. Ο Άιχεντορφ ήταν ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς και κριτικούς του Ρομαντισμού. Από την έκδοσή τους μέχρι σήμερα, μερικά από τα έργα του είναι πολύ δημοφιλή στη γερμανόφωνη Ευρώπη.-Ο Χανς Λούντβιχ Ντάβιντ Πάουλ, Κόμης Γιόρκ φον Βάρτενμπουργκ (1835–1897) ήταν Γερμανός δικηγόρος, συγγραφέας και φιλόσοφος.-Ο Ρούντολφ Κάσνερ (1873–1959) ήταν Αυστριακός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και πολιτιστικός φιλόσοφος.]

Όπως ακριβώς και στην περίπτωση του μεγάλου στοχαστή Όσβαλντ Σπένγκλερ, μια σκέψη η οποία δεν δεσμεύεται από τις ιδεολογικές παρωπίδες που κυριαρχούν στην εποχή της, μπορεί, παρά τον στριφνό ή καμιά φορά δυσάρεστο χαρακτήρα της, να αποδειχτεί πολύ περισσλοτερο ενορατική και διεισδυτική στην ανάλυση κάποιων φαινομένων, την οποίαν η «στομωμένη», και αυτάρεσκη κυρίαρχη ιδεολογία αδυνατεί να ερμηνεύσει με τρόπο ικανοποιητικό. Σε αυτήν την περίπτωση εμπίπτει και του κλασσικό πλέον έργο του Γιούνγκερ, «Η Τελειότητα της Τεχνικής». Στο βιβλίο αυτό, (που παρ΄ότι το τελείωσε το 1939 το κυκλοφόρησε μετά το τέλος του πολέμου), επιχειρείται, για πρώτη φορά με τόσο ξεκάθαρο τρόπο, η ερμηνεία του νεωτερικού Δυτικού πολιτισμού υπό το πρίσμα της τεχνικής οργάνωσης. Αυτή δεν θεωρείται από τον συγγραφέα ως απλό εργαλείο στην υπηρεσία του ανθρώπου, αλλά ως φορέας κυρίαρχης ιδεολογίας και αυτόνομη ιστορική δυναμική, η οποία χειραγωγεί και υποδουλώνει τον άνθρωπο.

Στο βιβλίο ο «τεχνικισμός» παρουσιάζεται ως η κατ’ εξοχήν ιδεολογία του νεωτερισμού, στην οποίαν υποτάσονται όλα τα επί μέρους αφηγήματα ιδεατών οραμάτων και κοσμοθεωριών, όπως ο καπιταλισμός ή ο κομμουνισμός. Πρόκειται επίσης για μια από τις πρώτες περιπτώσεις όπου ένας διανοούμενος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την επαπειλούμενη οικολογική καταστροφή που η ανεξέλεγκτη εξάπλωση της τεχνολογικής προόδου και η άμετρη εκμετάλλευση των φυσικών πρώτων υλών προκαλεί στον πλανήτη.

Αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση δεν επιχειρείται μέσω κάποιου γλυκερής συναισθηματικής ηθικολογίας του συρμού, που χαρακτηρίζει τα σημερινά μαζοποιημένα ήθη, αλλά μέσω μιας αυστηρής επιστημολογικής κριτικής των θεμελίων του ίδιου του ορθολογισμού και της υλιστικής προσέγγισης του κόσμου. Γι’ αυτό, και παρά τη δυσμενή θέση του «ξορκισμένου» Γιούνγκερ στο πνευματικό τοπίο της μεταπολεμικής Ευρώπης, το ειδικό βάρος της ανάλυσής του διόλου δεν πέρασε απαρατήρητο.

Τόσον ο Γερμανός Μάρτιν Χάιντεγγερ όσο και ο Γάλλος Ζακ Ελλύλ (Jacques Ellul, 1912-1994 – φιλόσοφος, κοινωνιολόγος, λαϊκός θεολόγος, αντιστασιακός και καθηγητής. Σημειωμένος ως «χριστιανός αναρχικός», επί μακρόν καθηγητής Ιστορίας και Κοινωνιολογίας των Ιδρυμάτων στη Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μπορντό), είχαν ήδη διαβάσει το χειρόγραφο της Τεχνικής πριν δημοσιεύσουν, ο πρώτος το «Ερώτημα περί της Τεχνικής» κι ο δεύτερος το πρώτο μεγάλο βιβλίο του «Η Τεχνική ή το Διακύβευμα του Αιώνα» («La technique ou l’enjeu du siècle»). Επίσης, η αγγλική μετάφραση του έργου του Γιούνγκερ (1949) διαβάστηκε εκτενέστατα στους λόγιους και επιστημονικούς κύκλους. Όλα αυτά υποδεικνύουν ότι τελικώς το βιβλίο του Γιούνγκερ άσκησε μιαν αφανή υπόγεια, αλλά βαθιά και γόνιμη επίδραση σε εκείνους τους στοχαστές που στάθηκαν κριτικά απέναντι στο φαινόμενο της τεχνολογίας και στο αφήγημα του υλιστικού ευδαιμονισμού των μεταπολεμικών δυτικών κοινωνιών.

Ως ενδεικτική της οξύνοιας του γερμανού φιλοσόφου και την επικαιρότητας της σκέψης του, αξίζει απόλυτα να μεταφέρουμε την παρακάτω φράση από την «Τελειότητα της Τεχνικής»:

«Η εποχή της τεχνικής διαπρέπει στην δημιουργία οργανώσεων και οργανισμών κάθε είδους, αλλά αποδεικνύεται ανίκανη να εγκαθιδρύσει θεσμούς. Αντίθετα, μετατρέπει τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς σε οργανωτικές δομές, οδηγώντας τους να αφομοιωθούν τελικά από το τεχνικό σύστημα». Σε αυτό το σημείο ο Γιούνγκερ προβλέπει όλα αυτά τα συμπτώματα εκτεταμένης ηθικής διάβρωσης και γενικευμένης αποσύνθεσης του κοινωνικού συνόλου, που οφείλονται πρωτίστως στην κυριαρχία της ιδεολογίας της «διαχείρισης» (του «μάνατζμεντ») και της συνακόλουθης σταδιακής μετατροπής όλων των ανθρώπινων αναγκών, ακόμα και των καθαρά άϋλων, σε κερδοσκοπική επιχειρηματική δραστηριότητα και εμπόρευμα.

Μια δραστηριότητα, η οποία στις ημέρες μας με τη σύμπραξη πλέον του σύγχρονου ψηφιακού δικτύου, κατέληξε να στραγγαλίζει και τους τελευταίους ζωτικούς πόρους κάθε αυθεντικής ανθρώπινης ύπαρξης, την ουσιώδη επαφή με τον ίδιο μας τον εαυτό: «Δεν ζούμε πλέον ούτε σε νησιά ούτε στη ζούγκλα. Ζούμε μέσα σ’ ένα οργανωτικό πλέγμα όπου ανά πάσα στιγμή η Τεχνική μπορεί να μας αδράξει».

Για τον σπουδαίο Γερμανό στοχαστή, η όλο και μεγαλύτερη επιβολή της τεχνοκρατικής οργάνωσης και της τεχνολογίας δεν προοιωνίζει την έλευση του «Ανθρώπου Θεού» – «Ηomo Deus», όπως αφελώς διαλαλούν οι διανοούμενοι του συρμού, αλλά του ¨Ανθρώπου Τιτάνα» – «Ηomo Titanus», δηλαδή ενός τύπου ανθρώπου, ο οποίος, μέσα στην αλαζονική αφροσύνη του εξεγερσιακού του πάθους, θα εξαπολύσει πρωτογενείς στοιχειακές δυνάμεις, την ένταση των οποίων δεν θα μπορέσει να καθυποτάξει και οι οποίες στο τέλος θα τον σαρώσουν ολοκληρωτικά. Στην τελευταία πράξη του δράματος, «ο τεχνικός άνθρωπος δεν θα συναντήσει την γαλήνια σοφία του Απολύτου Ενός, αλλά τη Νέμεση που ο ίδιος προκάλεσε σφετεριζόμενος μιαν εξουσία που δεν του ανήκει

Σύμφωνα με τον Γιούνγκερ, η λατρεία του σύγχρονου ανθρώπου για την τεχνολογία αποκαλύπτει τη μακρινή του συγγένεια με τους Τιτάνες του μύθου. Αυτή η «τιτανική» παρόρμηση για κυριαρχία και κατανάλωση εκφράζεται μέσω της τεχνολογικά καθοδηγούμενης βιομηχανικής οικονομίας μας, η οποία πλέον καθορίζει κάθε πτυχή της ζωής, από τον αέρα που αναπνέουμε μέχρι το φαγητό που τρώμε.

Οι συνεχιζόμενες συζητήσεις σχετικά με την αυξανόμενη δύναμη των μεγάλων τεχνολογιών, τις επιπτώσεις της προώθησης της τεχνητής νοημοσύνης και την υγεία του περιβάλλοντος έχουν καταστήσει την στιγμή κατάλληλη για να επανεξετάσουμε έργα που εξετάζουν κριτικά τη σχέση μας με την τεχνολογία. Ένα τέτοιο έργο που πρέπει να εξετάσουμε είναι και το «Η Τελειοποίηση της Τεχνολογίας».

Τονίζουμε πως το πόνημα ουσιαστικά είναι γραμμένο εν μέσω της άνευ προηγουμένου καταστροφής του Δευτέρου Μεγάλου Πολέμου. Ο Γιούνγκερ βασίστηκε στην αξιοζήλευτη γνώση του για τις γερμανικές και ευρύτερα δυτικές λογοτεχνικές και φιλοσοφικές παραδόσεις, ώστε να εξερευνήσει τις επιβλαβείς επιπτώσεις της τεχνολογικής προόδου στις πνευματικές αξίες του σύγχρονου ανθρώπου. Παρόλο που έχουν περάσει περισσότερα από 70 χρόνια από την ταραγμένη εποχή κατά την οποία συνέλαβε το βιβλίο περί της τεχνολογίας, το προειδοποιητικό μήνυμά του Γιούνγκερ είναι ίσως πιο επίκαιρο στην εποχή μας -όπου οι «πρωτεικές» μεταμορφωτικές  δυνάμεις της τεχνολογίας έχουν προ πολλού καταστεί «πανταχού παρούσες». Μάλιστα, κάποιοι θα υποστήριζαν ότι πολλές από τις προφητικές ιδέες του Γιούνγκερ… απλώς δεν έχουν ακόμη διαψευσθεί.

Ένα από τα κυριότερα  θέματα του Γιούνγκερ, ενός ποιητή με ισχυρή αίσθηση του λογοτεχνικού σήματος της «μεταφοράς», είναι ότι η λατρεία του σύγχρονου ανθρώπου για την τεχνολογία αποκαλύπτει τη μακρινή του συγγένεια με τους Τιτάνες του μύθου. Στη δυτική παράδοση, οι Τιτάνες επαναστάτησαν ενάντια στους Ολύμπιους Θεούς και προσπάθησαν να σφετεριστούν τη δύναμή τους για τον εαυτό τους. Ο πιο διάσημος από όλους ήταν ο Προμηθέας, ο οποίος έκλεψε την αρχέγονη φλόγα συμβολίζοντας έτσι τους κινδύνους της ανθρώπινης προσπάθειας και της υπερβολής. Ο Γιούνγκερ γράφει: «Όλη η τεχνολογία είναι φτιαγμένη από ένα τιτάνιο καλούπι, και ο άνθρωπος, ο δημιουργός, είναι πάντα από τη φυλή των Τιτάνων. Από την τιτανική συγγένειά του πηγάζει η αγάπη του για το τεράστιο, το γιγάντιο, το κολοσσιαίο και η ευχαρίστηση του για τα πανύψηλα έργα που εντυπωσιάζουν με την ποσότητα και τη μάζα τους, την απεραντοσύνη της συσσωρευμένης ύλης τους».

Για τον Γιούνγκερ, αυτή η «τιτανική» ώθηση εκφράζεται μέσω της τεχνολογικά καθοδηγούμενης βιομηχανικής οικονομίας μας, η οποία έχει αναπτυχθεί από τις ταπεινές της ρίζες στη δυτική Ευρώπη και τώρα καλύπτει ολόκληρη τη γη, καθορίζοντας κάθε πτυχή της ζωής, από τον αέρα που αναπνέουμε μέχρι την τροφή που τρώμε. Ενώ μια υγιής, ανθρώπινη οικονομία θα φρόντιζε να διατηρήσει την υποκείμενη ουσία με την οποία λειτουργεί, είτε από άποψη ανθρώπινου δυναμικού είτε από άποψη φυσικών πόρων, η σύγχρονη «παγκόσμια οικονομία» επιδιώκει πάνω απ’ όλα να μεγιστοποιήσει την παραγωγή και την κατανάλωση. Αν και διατυπώνεται στη γλώσσα της «ελευθερίας» – της «ελεύθερης» επιχειρηματικότητας και των «ελεύθερων» αγορών – συχνά φαίνεται ότι τα άτομα υπάρχουν για να υπηρετούν την οικονομία και να τη διατηρούν σε λειτουργία και όχι το αντίστροφο.

Ενώ έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι μια τέτοια συνεχής οικονομική ανάπτυξη δικαιολογείται από την απόκτηση όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων «πλούτου», ο Γιούνγκερ υποστηρίζει ότι ο αληθινός πλούτος δεν συνίσταται απλώς σε υλικά αποκτήματα, αλλά στην αυθεντική «ύπαρξη» που ζωντανεύει όλους τους γνήσιους πολιτισμούς: «Αναμφίβολα, το χαρακτηριστικό του πλούτου είναι ότι σπαταλούν αφθονία όπως ο Νείλος. Ο πλούτος είναι η βασιλική φύση του ανθρώπου που τον διαπερνά σαν φλέβες χρυσού». Ενώ αυτή η διάκριση ήταν γνωστή στους προγόνους μας, σήμερα έχει θαφτεί από εκείνους που εξισώνουν τον πλούτο με την οικονομική ευμάρεια. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος αφιερώνεται στη λεγόμενη «ζοφερή επιστήμη», τόσο περισσότερο αποκόπτεται από αυτά τα άυλα, πνευματικά πλούτη που δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν ή να συσσωρευτούν με ακρίβεια.

Διαισθητικά συνδεδεμένο με τον οικονομικό παράγοντα είναι και το σύγχρονο διοικητικό κράτος, το οποίο έχει επίσης αυξηθεί εκθετικά σε μέγεθος και επιρροή. Πέρασαν οι εποχές που το κράτος οριζόταν από τον χαρακτήρα του λαού του, τον πολιτισμό και τις παραδόσεις του. «Το ίδιο το κράτος γίνεται πλέον αντιληπτό από την τεχνολογία ως ένας οργανισμός που πρέπει να τελειοποιηθεί», γράφει ο Γιούνγκερ. «Ο τεχνικός ισχυρίζεται ότι το Κράτος μπορεί να εκπληρώσει σωστά τα καθήκοντά του μόνον όταν οργανωθεί σε μια εντελώς τεχνική βάση, όταν η ιδέα του κράτους και ο σκοπός του οργανωθούν σε μια κεντρική λειτουργία, σε μια μηχανή που αγκαλιάζει τα πάντα και από την οποία τίποτα δεν ξεφεύγει».

Υπό την καθοδήγηση του τεχνοκράτη, ο νόμος υποτάσσεται στις ανάγκες της τεχνολογικής οργάνωσης, εις βάρος της δικαιοσύνης. Μια τεχνοκρατία ευνοεί τη δημιουργία ευέλικτων νόμων και εκτελεστικών διαταγμάτων έναντι του μορφοποιητικού, παραδοσιακού τύπου νομολογίας που ανέχεται την παρέκκλιση από τον κανόνα μόνο με φειδώ. Κατά την άποψη του Γιούνγκερ, αυτή η ιδιοποίηση του νόμου είναι άμεσα εμφανής στις συνεχείς επιθέσεις ενάντα στις προσωπικές ελευθερίες και στα δικαιώματα ιδιοκτησίας, οι οποίες επιβαρύνουν σοβαρά τον δυναμικό σχεδιασμό του τεχνοκράτη λόγω της αίσθησης μονιμότητας που προσδίδουν:

«Ο τεχνικός μάχεται την ιδιοκτησία, όχι σε θεωρητική βάση, όπως κάνει ο κοινωνικός ταραχοποιός. Στην πραγματικότητα την μετασχηματίζει υποβάλλοντάς την στην παντοδύναμη οργάνωσή του, η οποία την διαθέτει από ορθολογική άποψη. Κυρίως επιτίθεται στο δικαίωμα στη γη. Για την ιδιοκτησία αισθάνεται την απέχθεια που έχει το δυναμικό μυαλό για όλα όσα είναι ακίνητα».

Αυτή η οργάνωση δικαιολογείται με βάση την παροχή μεγαλύτερης ασφάλειας, ως ένα από τα απαραίτητα κακά της σύγχρονης ζωής. Στην πράξη, ωστόσο, διασπά τον πολιτιστικό ιστό μέχρι που όλα όσα κάποτε ήταν σταθερά και σε ηρεμία τίθενται σε μια ιλιγγιώδη κατάσταση κίνησης. Η τεχνικά οργανωμένη κοινωνία γίνεται έτσι μια «μαζική» κοινωνία στην οποία κανείς δεν μπορεί να ζήσει μια ανεξάρτητη ύπαρξη, ακόμα κι αν το ήθελε.

Για να αντισταθμίσει την απώλεια των οργανικών, ανοργάνωτων πτυχών της ζωής που ξεριζώνονται από τον τεχνικό μετασχηματισμό του κράτους, ο Γιούνγκερ παρατηρεί ότι αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται διάφορες ιδεολογίες. Ενώ τέτοια συστήματα πεποιθήσεων φιλοδοξούν να ικανοποιήσουν την ανθρώπινη λαχτάρα για το υπερβατικό με τα οράματά τους για μια φουτουριστική ουτοπία, στην πράξη επιβεβαιώνουν τον βαθμό στον οποίον ο σύγχρονος άνθρωπος υποβιβάζεται σε ένα είδος μαζικού προϊόντος, καθώς όλες οι ιδεολογίες προϋποθέτουν μια μηχανική ομοιομορφία στο μυαλό των οπαδών τους. Την εποχή που έγραφε ο Γιούνγκερ, ήταν κυρίως δύο ιδεολογίες ο Ναζισμός και ο Κομμουνισμός, που και οι δύο είχαν επιδιώξει να συνδυάσουν τις δυνατότητες της τεχνολογίας με μια Προμηθεϊκή θέληση για εξουσία, θέληση που αναπτύχθηκε με αυτόν τον τρόπο. Θα ήταν ωστόσο ευχολογιακό και αφελές, να πιστεύουμε ότι η σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία, η οποία έχει αγκαλιάσει την τεχνολογία προς όφελος της διαιώνισης αυτού που έχει ονομαστεί «ήπιος» ολοκληρωτισμός, είναι κατά κάποιο τρόπο απαλλαγμένη από τις ίδιες ιδεολογικές τάσεις.

Το πιο χαρακτηριστικό από όλα σε αυτό το θέμα είναι η αναδιοργάνωση των σχολείων και των πανεπιστημίων. Στη θέση του κλασικού και μεσαιωνικού ιδεώδους, που δίνει έμφαση στην «εγκύκλιο παιδεία» ή την «ολοκληρωμένη εκπαίδευση», σήμερα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα μοιάζουν με κέντρα τεχνικής κατάρτισης, όπου η «πραγματολογική» γνώση καθαρά εμπειρικού χαρακτήρα έχει επικρατήσει έναντι μιας ολοκληρωμένης μορφής γνώσης η οποία βασίζεται στη διαμόρφωση κοινής καλλιέργειας και αληθινής σοφίας. Όπως υποστηρίζει ο Γιούνγκερ, ο σύγχρονος άνθρωπος υπερηφανεύεται πολύ για αυτή τη συσσώρευση απλώς πραγματικών γνώσεων, αλλά μια τέτοια γνώση μπορεί πάντα να ισοδυναμεί με μιαν αβυσσαλέα «mare tenebrosum» («σκοτεινή θάλασσα»), γιατί μια απεριόριστη γνώση είναι μια γνώση που έχει χάσει χαρακτήρα και μορφή. Γράφει επ΄αυτού ο Γιούνγκερ : «Αν για τον ανθρώπινο νου όλα τα πράγματα είναι εξίσου άξια γνώσης, τότε η γνώση χάνει κάθε αξία».

Παρά τις καλύτερες προσπάθειές μας, σήμερα βρισκόμαστε καταβεβλημένοι από την «αυξανόμενη παλίρροια» αυτών των γεγονότων. Αν και οι τεχνολογικές καινοτομίες όπως το διαδίκτυο και τα smartphones έχουν κυριολεκτικά θέσει «τον κόσμο στα χέρια μας», επιτρέποντάς μας να κουβαλάμε ένα …. σχεδόν θεϊκό απόθεμα γνώσης στις τσέπες μας, συχνά φαίνεται ότι γνωρίζουμε λιγότερα από ποτέ. Κατά την άποψη του Γιούνγκερ, «δεν θα ήταν περίεργο αν κουραζόμασταν από αυτήν την απεραντοσύνη της γνώσης όσο από ένα συντριπτικό βάρος που βαραίνει την πλάτη μας».

Ένας περαιτέρω τομέας όπου αποκαλύπτεται η τιτανική φύση μας είναι η σύγχρονη επιστήμη. Στη θέση των «μεγάλων εννοιών» που βρίσκονταν στην αρχή της επιστήμης, ο Γιούνγκερ παρατηρεί ότι σήμερα βρίσκουμε το χαρακτηριστικό της υπερ-εξειδίκευσης των σύγχρονων εργαστηρίων και ερευνητικών κέντρων – αυτή την «γυμνά ωφελιμιστική ευφυΐα» που εμπνέεται από την επιθυμία να διεισδύσει στις «σκοτεινές ζούγκλες των φαινομένων» και να βασανίσει τη φύση μέχρι να αποκαλύψει τα μυστικά της. Ενώ αυτή η σύγχρονη, «Προμηθεϊκή» μορφή επιστήμης μας έχει επιτρέψει να εκτελέσουμε πολλά θαυματουργά κατορθώματα, από τα διαστημικά ταξίδια μέχρι τη θεραπεία μυριάδων ασθενειών, μας έχει επίσης πείσει ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε την πραγματικότητα σύμφωνα με τη θέλησή μας. Στις πιο παράξενες εφαρμογές της, η σύγχρονη επιστήμη προετοιμάζει το έδαφος για τον θρίαμβο της βιοτεχνολογίας και του μετανθρωπισμού, που υποστηρίζουν τη συγχώνευση του ανθρώπου με τη μηχανή σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουμε τους εγγενείς μας περιορισμούς.

Κατά ειρωνικό τρόπο, ακόμη και όταν η σύγχρονη επιστήμη επινοεί τα μέσα με τα οποία θα μπορούσαμε να ξεπεράσουμε την ανθρώπινη φύση μας, πέφτει θύμα μιας υπερβολικά ανθρώπινης τρέλας, καθώς έχει επίσης δημιουργήσει όργανα με τεράστιο καταστροφικό δυναμικό, όπως τα πυρηνικά όπλα, που απειλούν να καταστρέψουν τη ζωή όπως την ξέρουμε στη γη. Ως βετεράνος του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου, ο Γιούνγκερ ήταν πολύ εξοικειωμένος με τις καταστροφικές δυνατότητες των σύγχρονων όπλων, τα οποία είχαν υποβαθμίσει τη μάχη από έναν αγώνα ανθρώπου εναντίον ανθρώπου σε έναν αγώνα ανθρώπου εναντίον μηχανής. Σκεφτείτε το ακόλουθο απόσπασμα, όπου ο Γιούνγκερ περιγράφει την πολεμική εμπειρία του στη Φλάνδρα το 1917:

 «Ομολογώ ότι, στην πρώτη μάχη της Φλάνδρας, σοκαρίστηκα, όχι τόσο από το θέαμα του θανάτου και της καταστροφής, όσο από τους ανθρωπογενείς μετασχηματισμούς ολόκληρων τοπίων. Οι φραγμοί πυροβολικού που εξαπολύονταν επί εβδομάδες είχαν μετατρέψει αυτό το θέατρο πολέμου σε ένα είδος σεληνιακού τοπίου καλυμμένο με κρατήρες. Ο ηφαιστειακός χαρακτήρας του ήταν αδιαμφισβήτητος. Θα ήταν δύσκολο να βρεθεί ούτε ένα αντικείμενο που να μην είχε παραμορφωθεί βίαια. Φανταστικά στριμμένα και ξεκοιλιασμένα μηχανήματα ήσαν διάσπαρτα σε θραύσματα – αεροπλάνα, μηχανοκίνητα οχήματα, βαγόνια, κουζίνες – οι σκελετοί τους σε αποτρόπαιους σωρούς. Αυτή η παραμόρφωση των τεχνικών συσκευών – και των ανθρώπινων σωμάτων που εμπλέκονταν σε αυτήν – ήταν η αντίστροφη όψη ενός επιπέδου τεχνολογικής ανάπτυξης, στο οποίο μια τεράστια ποσότητα στοιχειακής ενέργειας είχε τροφοδοτηθεί από μηχανικές συσκευές. Υπάρχουν πολλοί στους οποίους μια τέτοια καταστροφή φαίνεται παράλογη και ανεξήγητη επειδή δεν κατανοούν τη σχέση που αντιπροσωπεύει.»

Για τον Γιούνγκερ, μέσα στην ομίχλη του πολέμου, η τεχνολογία αποδεικνύεται μια πραγματική φαουστική συμφωνία. Αν και ο σύγχρονος άνθρωπος πιστεύει ειλικρινά ότι η τεχνολογία είναι ο πιστός υπηρέτης του, το χάος της μάχης δημιουργεί μιαν ευκαιρία στις στοιχειώδεις δυνάμεις που έχουμε διοχετεύσει μέσα στην τεχνολογία μας, να απελευθερωθούν από τις ατσάλινες φυλακές τους. Μόλις απελευθερωθούν, στρέφονται εναντίον του ανθρώπου και παίρνουν την εκδίκησή τους.

Εδώ βρίσκουμε και πάλι τα ίχνη των αρχαίων μύθων, γιατί ενώ το δώρο της φωτιάς από τον Προμηθέα επέτρεψε στην ανθρωπότητα να δημιουργήσει πολιτισμό, μας έδωσε επίσης τα μέσα να διεξάγουμε σφοδρό πόλεμο μεταξύ μας, επιταχύνοντας έτσι την παρακμή από τη χρυσή εποχή στην τρέχουσα εποχή του σιδήρου. Με αυτή την έννοια, ο Γιούνγκερ υποστηρίζει ότι η εποχή μας της «ολοένα και πιο τέλειας τεχνολογίας» μπορεί να παρομοιαστεί με τον μύθο του Κρόνου, γιατί όπως ο Κρόνος καταβρόχθισε τα ίδια του τα παιδιά, ο σύγχρονος πολιτισμός καταβροχθίζει την ασφάλειά του μέσω της εξάρτησής του από την ίδια την τεχνολογία που αποσυναρμολογεί τα θεμέλιά του.

Γιατί, ρωτάει ο Γιούνγκερ, η «λαχτάρα για ασφάλεια» που διαπερνά τη σύγχρονη συνείδηση ​​αυξάνεται παράλληλα με την τεχνολογική πρόοδο; Η απάντηση πρέπει να είναι ότι οι υποστηρικτές της τεχνολογίας έχουν συνειδητοποιήσει τους εγγενείς κινδύνους των δυνάμεων που έχουν θέσει σε κίνηση. Με τα λόγια του Γιούνγκερ, «Ο σύγχρονος άνθρωπος ξυπνάει και αντιλαμβάνεται το γεγονός ότι οι στοιχειώδεις δυνάμεις που έχει υποδουλώσει στα μηχανήματά του, στρέφονται εναντίον του με συνεχώς αυξανόμενη, άγρια ​​καταστροφική ορμή».

Για να αποτρέψουν να γίνουν πραγματικότητα οι φόβοι μας για επικείμενη αυτοκαταστροφή, ο ελληνολάτρης Γιούνγκερ μας ενθαρρύνει να μάθουμε από το παράδειγμα των αρχαίων Ελλήνων, των «οικείων του χρυσού κανόνα της ομορφιάς». Ήταν αυτοί που, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φυλή που έχει περπατήσει στη γη πριν ή μετά, ξεπέρασαν τον πειρασμό να ευθυγραμμιστούν με τους Τιτάνες ακολουθώντας το παράδειγμα του Ολύμπιου Δία, ο οποίος συμβολίζει την λανθάνουσα, βασιλική φύση που κρύβεται βαθιά μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη. «Το μεγαλείο του Διός είναι η πληρότητα της ύπαρξης, η ήρεμη δύναμη», γράφει ο Γιούνγκερ. Αντίθετα, η δύναμη του Προμηθέα έγκειται στην «επαναστατική αναταραχή, στην παρόρμηση να εκδιώξει τον Δία από τον χρυσό θρόνο του, να διώξει όλους τους θεούς και να γίνει ο ίδιος κύριος του κόσμου».

Μέσα από έναν τέτοιο συμβολισμό, ο Γιούνγκερ υποδηλώνει ότι η Δυτική φαντασία έλκεται πάντα προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις : Από τη μία πλευρά, μπαίνει στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία στις προσπάθειές της να κυριαρχήσει στον κόσμο και να ικανοποιήσει την επιθυμία της για εξουσία. Από την άλλη, αναζητά την ισορροπία και την αρμονία που μπορεί να βρεθεί μόνο στις «κορυφές του Ολύμπου», όπου κατοικούν οι θεοί. Το ότι έχουμε τείνει προς το ένα άκρο έναντι του άλλου είναι αυτονόητο. Ο σύγχρονος κόσμος έχει καταστεί προ πολλού, όπως αναγνώρισε ξεκάθαρα ο Γιούνγκερ, το «εργαστήριο των Τιτάνων !»

Ωστόσο, όσο μερικοί από εμάς εξακολουθούν να αφοσιώνονται στην επιδίωξη του καλού, του αληθινού και του ωραίου, μπορούμε ακόμη να ξεπεράσουμε αυτές τις κολοσσιαίες δυνάμεις, πορευόμενοι σε ένα κόσμο φωτεινής δημιουργίας !

Philip Jakob Hanke

Please follow and like us:

1 Comment

  1. Pingback: hello world

Comments are closed.