Η Τυραννική Δολιότητα της Διαλεκτικής

ΝΙΤΣΕ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ 2

«…..να λες Ναι στη ζωή, σ’ όποια σκληρή ή παράδοξη μορφή της, αγαλλιώντας μαζί της, καθώς θυσιάζει τα πιο εκλεκτά βλαστάρια της»

«Λυκόφως των ειδώλων»

Εν τέλει η τεράστια επιρροή του Σωκράτη στην ελληνική σκέψη, στον ελληνικό πολιτισμό αλλά και στην Ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξε καταστροφική. Έσπασε την αθωότητα της ηθικής κρίσης, αντικαθιστώντας την με καχυποψία. Κατέστρεψε την επιστήμη υποβιβάζοντάς την σε ρηχή υλόφρονα φλυαρία. Δεν είχε καμίαν αίσθηση της τέχνης. Απέσπασε το άτομο από την κοινότητα, αφήνοντας την ψυχή ήσυχη αλλά μόνη. Καλλιέργησε με ατέρμονες συζητήσεις την διαλεκτική ως αυτοσκοπό. Σύμφωνα με τον Νίτσε, η διαλεκτική του Σωκράτη ήταν επίσης ένα χρησιμότατο ψυχοδιανοητικό εργαλείο για να «συμβιβάσει» τους αντιπάλους του και να καταλύσει την ικανότητά τους να σκέφτονται, χρησιμοποιώντας την ως μέσο για να ασκήσει τελικά μία τυραννική εξουσία. 

Στη θέση της τραγωδίας που «εκτυπώνει»  το Κοσμικό Δρώμενο και οσφραίνεται την θέληση των Αθανάτων, ο Σωκράτης ετοποθέτησε την διαλεκτική. Η σωκρατική διαλεκτική ήταν στηριγμένη στην πίστη πως υπάρχει και πρέπει να υπάρχει πάντα ένας λόγος, μια ορατή σύνδεση ανάμεσα στην αρετή και στη γνώση, ανάμεσα στην πίστη και στην ηθικότητα. Ο Νίτσε θεωρεί τον Σωκράτη ως αρχέτυπο πομπό της θεωρητικής αισιοδοξίας, του αρχέγονου «προοδευτισμού», γιατί μέσα από την πίστη του ότι μπορούμε να συλλάβουμε την αληθινή φύση των πραγμάτων, αποδίδει στη γνώση και στην έλλογη έμπνευση τη δύναμη της «πανάκειας», του φαρμάκου που θεραπεύει όλες τις αρρώστιες, της λύσης, της θεραπείας για όλα τα προβλήματα του ανθρώπου και την ικανότητα να βελτιώσει την θέση του στον Κόσμο. Ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται το σφάλμα ως το κατεξοχήν κακό («Η Γέννηση της Τραγωδίας», Κεφάλαιο 15ο). Ο Σωκράτης υποστήριζε ότι μόνο με τη γνώση του πραγματικά καλού και του πραγματικά κακού (άποψη που συνδέεται με την ιδέα της ύπαρξης μιας «αντικειμενικής αλήθειας») μπορεί να αποφεύγει κανείς το κακό, αναγνωρίζοντας τη γνώση ως αρετή. Οπότε «ουδείς εκών κακός» !

Ο Νίτσε προσεγγίζει το πρόβλημα του Σωκράτη ως πρόβλημα σύγκρουσης επιστήμης και τέχνης, λογικής και ενστίκτου, απολλώνιας διαύγειας και διονυσιακής τραγικής κοσμοθεώρησης. Ο Σωκράτης καθίσταται το κατ εξοχήν νιτσεϊκό σύμβολο του ορθολογισμού καθώς διαλύει τους μύθους με όπλο του την ανηλεή του διαλεκτική, η οποία οφείλει να παρέχει έναν λόγο σε καθετί που γίνεται.

Ο Νίτσε απορρίπτει την ιδέα ότι ο ελληνικός πολιτισμός κινήθηκε με μια φυσικήν εξέλιξη. Δεν παρήκμασε βαθμιδωτά, κατά διαδοχικά στάδια. Ανέβηκε γρήγορα και με μιαν ολοσχερή ρήξη κατέπεσε στο χάος. Ο Αθηναίος Σωκράτης του Σωφρονίσκου, γιος ενός μαρμαρογλύπτη – λιθοξόου  και μιας μαίας της Φαιναρέτης, πέρα από την εντιμότητά του και την συμμετοχή του ως οπλίτη στους πολέμους της Αθήνας, παράλληλα σε ψυχολογικό και πνευματικό επίπεδο ενσάρκωσε την επιφανειακότητα και την φλυαρία. Με αυτόν, ο ελληνικός πολιτισμός, κατασπάραξε παθιασμένα τον εαυτό του, «αυτοφαγώθηκε». Ο Νίτσε απεικονίζει τον Σωκράτη ως αθεράπευτη πληγή. Μετά τον Σωκράτη, η φιλοσοφία γίνεται σχολική εργασία, η τραγωδία ρητορική και ο πολιτισμός φλυαρία. Το σθένος της πρώιμης Ελλάδος χάνεται. Αυτό που απομένει είναι η επιφανειακότητα, προσεκτικά ντυμένη με εύστοχα λογικά επιχειρήματα. Με τον Σωκράτη, η ελληνική ζωή στρέφεται μακριά από το μεγαλείο και προς την επιβίωση της ατομικής ψυχής. Ένας κάποτε μεγαλοπρεπής πολιτισμός περιορίζεται σε εκτενείς αλλά ασήμαντες αναλύσεις.

Ο Νίτσε περιπίπτει σε θλίψη για την επελθούσα καταστροφή. Πριν από τους Περσικούς πολέμους, η Ελλάς κατείχε το γονιμότερο, το πλουσιότερο έδαφος για την άρτια βλάστηση της αληθινής ιδιοφυΐας. Ήδη από τότε οι φιλόσοφοί της απεκάλυψαν απαράμιλλους τρόπους ζωής. Ήσαν όμορφοι, ελεύθεροι, ευγενείς και ανέγγιχτοι από τον μισάνθρωπο θρησκευτικό φανατισμό ή την καταθλιψιογόνο ιερατική κατήφεια. Αναζητούσαν δυνατότητες ζωής, όχι σωτηρία ή ευτυχία. Το να τους ανακαλύψουν ξανά θα εσήμαινε ότι ανεκάλυπταν ξανά την ομορφιά. Στην πτώση τους, η ανθρωπότητα έχασε το όραμα για το τι θα μπορούσε να είναι. Η τραγωδία της Ελλάδος δεν είναι οι πόλεμοι ή η παρακμή της, αλλά η χαμένη ευκαιρία για μιαν ανώτερη ανθρωπότητα.

Ο Νίτσε επιμένει ότι η μεγαλύτερη απώλεια της Ιστορίας είναι όταν αποτυγχάνει να εμφανιστεί ο Ανώτερος Τύπος Ανθρώπου. Η Ελλάς βρισκόταν στο πρόθυρο της παραγωγής ενός τέτοιου τύπου. Αντ’ αυτού, ο Σωκράτης και η αυτοκρατορία της Αθήνας έστρεψαν την πορεία της ανθρωπίνης Ιστορίας. Αυτό που απομένει είναι ένα θραύσμα μεγαλείου, μια γεύση από αυτό που θα μπορούσε να ήταν. Αυτή είναι, για τον Νίτσε, η βαθύτερη τραγωδία: Η κατασπατάληση της ιδιοφυΐας, η χαμένη ομορφιά και η ανεκπλήρωτη ισόθεη μεγαλειώδης δυνατότητα.

Ιχνηλατώντας την σκέψη του Νίτσε από την «Γέννηση της Τραγωδίας» (1871) μέχρι και το «Ecce Homo»Ίδε ο άνθρωπος», το τελευταίο έργο που έγραψε στα 1888), μπορούμε να συνοψίσουμε τη νιτσεϊκή κριτική του «παρακμιακού» Σωκράτη στα παρακάτω σημεία:

Πρώτο σύμπτωμα της σωκρατικής «παρακμής», η έμφαση που έδωσε ο Σωκράτης στην αξία της ορθολογικότητας και η έμφαση στη διαλεκτική κατέστρεψε το ένστικτο. Το ένστικτο για τον Νίτσε είναι κάτι που μαθαίνεται και οδηγεί στο τέλος σε δράση, για την οποία δεν είναι αναγκαία η εκ των προτέρων συνειδητοποίηση ούτε των καλών προθέσεων ούτε των καλών σκοπών. Αυτή η «μη συνειδητότητα» ανήκει στη σφαίρα της τελειότητας. Από τον Νίτσε θεωρείται ότι το ένστικτο εκφράζει την αρμονία μεταξύ των διαφόρων ορμών, αρμονία που οδηγεί αβίαστα στην εκδίπλωση της δημιουργικότητας του ατόμου χωρίς να απαιτείται η καθυπόταξη όλων αυτών των αντίθετων χαρισμάτων και επιθυμιών υπό ένα ζυγό. Όμως στην περίπτωση του Σωκράτη η υπερτροφική λογική του είναι ένας τρόπος να ελέγχει και να καθυποτάσσει με τη βία το χάος των ορμών του, την εσωτερική αναρχία των ενστίκτων του. Πρόκειται για την επιβολή μιας αρετής (της λογικής) έναντι των υπολοίπων, και μια τέτοια επιβολή κατά τον Νίτσε ανατρέπει την κλασική αρχή της ισορροπίας και δημιουργεί ένα ηθικό τέρας.

Δεύτερο σύμπτωμα της σωκρατικής «παρακμής», είναι η τυραννική ορθολογικότητα την οποία διακρίνει ο Νίτσε στη δογματική ηθική του του Σωκράτη. Εφόσον η ορθολογικότητα αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό μας και δικαιολογεί τις ανθρώπινες πράξεις με την επίκληση λόγων και ηθικών αρχών, τότε αυτό σημαίνει πως η ηθική έχει για μας δεσμευτικό, καθολικό χαρακτήρα. Κατά τον Νίτσε, η ηθική του Σωκράτη είναι δογματική στον βαθμό κατά τον οποίον αποβλέπει σε έναν κώδικα συμπεριφοράς, προς τον οποίον πρέπει να συμμορφώνονται όλοι οι άνθρωποι.

Τέλος, η πολεμική του Νίτσε κατά του Σωκράτη κορυφώνεται με την κατηγορία ότι ο τελευταίος με όπλα του την ορθολογικότητα και την ηθική της αντικειμενικής γνώσης κατέστρεψε την τραγική κοσμοαντίληψη των Ελλήνων. Ο θάνατος της τραγωδίας αποτελεί για τον Νίτσε την πυρηνική έκφραση του ιδιότυπου «αισθητικού σωκρατισμού». Αυθαίρετα, ο «ηθικός σωκρατισμός» ταυτίζει την αρετή με τη γνώση. Αντίστοιχα ο «αισθητικός σωκρατισμός» συντρίβει αδίστακτα το κάλος, την ομορφιά, για χάρη της κατανοησιμότητας. Κατά τον Νίτσε ο Σωκράτης,  αρνείται την τραγική ανορθολογική παράδοση των Ελλήνων, σύμφωνα με την οποίαν η γνώση και η αρετή δεν εγγυώνται την επιτυχία και την ευτυχία, αλλά,  αντιθέτως, η γνώση και η αρετή μπορούν να επιφέρουν την καταστροφή του ήρωα («Η Γέννηση της Τραγωδίας», Κεφάλαιο 14ο).

Στη νιτσεϊκή «επίθεση» κατά του Σωκράτη είναι πανεύκολο να διακρίνει κανείς την σφοδρή κριτική του Νίτσε στην παρακμιακή Νεωτερικότητα. Η διάγνωση των συμπτωμάτων της ασθενείας του Σωκράτη αποτελεί συνάμα και διάγνωση των συμπτωμάτων της αρρώστιας από την οποίαν πάσχει η εποχή της Νεωτερικότητας: Ηθικός δογματισμός, καταστροφή του Μύθου και νοσηρή υπερτροφία της ορθολογικότητας,. Κατά τον Νίτσε, ο Σωκράτης απέτυχε ως πνευματικός γιατρός να θεραπεύσει την αρρώστια του πολιτισμού, γιατί ήταν και ο ίδιος βαριά άρρωστος. Κατά την αφόρητη  νιτσεϊκή ετυμηγορία «Ο Σωκράτης ήταν εχθρός της Ζωής !».

Μετά από αυτή την εμπαθή (και για πολλούς άδικη) νιτσεϊκή πολεμική κατά του Σωκράτη, εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε τον Σωκράτη «παιδαγωγό» του Νίτσε. Είναι δυνατόν ένας μαθητής να δείχνει τέτοια αγνωμοσύνη απέναντι στο δάσκαλό του; Τέτοια εγγύτητα και ανταγωνιστικότητα ως προς τη στόχευση μαθητή και δασκάλου, αλλά και ένα τέτοιο αμφιθυμικό παράδοξο «ερωτικό μίσος» του μαθητή προς τον δάσκαλό του προκαλεί σε μας τουλάχιστον αμηχανία. Η αμφίσημη στάση του Νίτσε απέναντι στον Σωκράτη έχει φυσικά να κάνει με την ατοπία του τελευταίου. Αυτή η ατοπία(η ιδιότητα του παράδοξου) του «λογοτεχνικού» Σωκράτη (δηλαδή στην ουσία του Σωκράτη του πλατωνικού και ξενοφώντειου αφηγήματος), ο αλλόκοτος (ἄτοπος) χαρακτήρας του «μεγάλου είρωνα» που αφιερώθηκε στη «διάπλαση του Εαυτού», προβληματίζει τον Νίτσε τόσο, ώστε το αποτέλεσμα ήταν να προσθέσει ακόμη μια ψυχή στις τρεις που διέκρινε ο ίδιος στον Σωκράτη.

Και επεξηγώ ακολούθως : Σε μια σημείωσή του από τα «Κατάλοιπα 1884-1885» (τόμος  11ος, σελ. 440) ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι η μαγεία του Σωκράτη εντοπίζεται στο ότι είχε «μια ψυχή, και άλλη μια πίσω από αυτήν, και ακόμη μια πιο πίσω». Ο Ξενοφών, όπως παρατηρεί ο Νίτσε, «πέφτει να κοιμηθεί» στην πρώτη ψυχή του Σωκράτη, ο Πλάτων στην δεύτερη, και στην τρίτη και πάλι ο Πλάτων, αλλά με την δική του δεύτερη ψυχή. («Ich glaube, daß der Zauber des Socrates der war: er hatte eine Seele und dahinter noch eine und dahinter noch eine. In der vordersten legte sich Xenophon schlafen, auf der zweiten Plato und auf der dritten noch einmal Plato, aber Plato mit seiner eigenen zweiten Seele»).

Ασφαλώς σε αυτές τις ψυχές του Σωκράτη θα πρέπει εμείς να προσθέσουμε και την ψυχή του Νίτσε. Με αυτήν την τελευταία ψυχή ο Σωκράτης καθίσταται δάσκαλος του Νίτσε κατά την διάπλαση του ως φιλοσοφούντος υποκειμένου.    

Ο Σωκράτης κατανοεί ότι ελέγχοντας την άγνοια των συμπολιτών του προσφέρει υπηρεσία στην πόλη. Αντιλαμβάνεται βεβαίως ότι γίνεται ιδιαίτερα απεχθής στους «ελεγχόμενους» συμπολίτες του. Λυπάται και φοβάται που γίνεται μισητός, ωστόσο βλέπει την αποστολή του ως αναπόδραστη ανάγκη. Είναι  βέβαιος ότι στο τέλος η εχθρότητα των πολλών, οι συκοφαντίες και ο φθόνος θα τον καταστρέψουν, αλλά μένει προκλητικά ο εαυτός του, θυσιάζοντας τη ζωή του. Ο ίδιος προκαλεί τους δικαστές του. Τους λέει, λοιπόν, πως, αν αυτοί του χάριζαν τη ζωή και για αντάλλαγμα του ζητούσαν να πάψει να ελέγχει τους συμπολίτες του και να περνά τη ζωή του φιλοσοφώντας, αυτός θα τους απαντούσε με τα εξής λόγια:

«Εγώ, Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα υπακούσω στον Θεό και όχι σε σας, και όσο αναπνέω και μπορώ, δε θα πάψω να φιλοσοφώ και να σας συμβουλεύω και να νουθετώ οποιονδήποτε από σας τυχαίνει κάθε φορά να συναντώ, λέγοντάς του αυτά ακριβώς που συνήθιζα να λέω, ότι : Πώς εσύ, αγαπητέ μου, όντας Αθηναίος, πολίτης της πιο μεγάλης και της πιο φημισμένης για τη σοφία της και τη δύναμή της πόλης, δεν ντρέπεσαι να φροντίζεις για τα χρήματα, πώς θα αποκτήσεις περισσότερα, και για τη δόξα και τις τιμές, και να μην ενδιαφέρεσαι ούτε να νοιάζεσαι για τη φρόνηση, την αλήθεια και την ψυχή σου; Και αν κάποιος από σας αμφισβητεί τα λόγια μου και πει ότι φροντίζει και γι’ αυτά, δεν θα τον αφήσω αμέσως, ούτε θα φύγω, αλλά θα του υποβάλω ερωτήσεις και θα τον εξετάσω και θα τον ελέγξω, και αν μου φανεί ότι δεν κατέχει την αρετή, παρόλο που ισχυρίζεται το αντίθετο, θα τον επιπλήξω επειδή νοιάζεται τόσο λίγο για τα πιο σημαντικά και τόσο πολύ για τα πιο ασήμαντα…» [«Απολογία Σωκράτους», 29d].

Τα γνωρίσματα του Σωκράτη της πλατωνικής «Απολογίας»τα συναντούμε στην περιγραφή του ιδανικού φιλοσόφου – παιδαγωγού την οποίαν επιχειρεί ο Νίτσε στο 4ο Κεφάλαιο του 3ου από τους «Ανεπίκαιρους Στοχασμούς» του. Διαβάζουμε, λοιπόν, στον «Ο Σοπενχάουερ ως παιδαγωγός», για το σοπεναουρικό τύπο ανθρώπου, δηλαδή ουσιαστικά για το φιλοσοφικό ιδεώδες του Νίτσε: «Ο άνθρωπος του Σοπενάουερ αναλαμβάνει το εθελοντικό πάθος της ειλικρίνειας, και το πάθος αυτό του χρησιμεύει , για να σκοτώσει την οικεία του θέληση, και για να προετοιμάσει εκείνη την πλήρη επανάσταση και αναστάτωση της ύπαρξής του, στην πορεία προς την οποία, βρίσκεται το αυθεντικό νόημα της ζωής. […] Γι’ αυτό, ο ειλικρινής αισθάνεται το νόημα της δραστηριότητάς του ως μεταφυσικό, ερμηνευμένο από νόμους μιας άλλης και υψηλότερης ζωής, και, με τη βαθύτερη έννοια, καταφάσκον: τόσο πιο πολύ επίσης, όλα όσα κάνει, φαίνονται ως μια καταστροφή και θραύση των νόμων ετούτης της ζωής. […] Βέβαια, με την ανδρεία του, εκμηδενίζει την επίγεια ευτυχία του. Ακόμα και με τους ανθρώπους τους οποίους αγαπάει, με τους θεσμούς από τους κόλπους των οποίων γεννήθηκε, πρέπει να είναι εχθρικός, δεν πρέπει να προστατεύει ούτε ανθρώπους ούτε πράγματα. Αν υποφέρει για την πληγή τους το ίδιο μ’ αυτά.  θα παραγνωριστεί και, επί πολύ, θα τον θεωρούν σύμμαχο δυνάμεων τις οποίες απεχθάνεται. Για τα ανθρώπινα μέτρα της φρόνησής του, θα πρέπει να ’ναι άδικος σε κάθε προσπάθεια για δικαιοσύνη: Μπορεί, όμως, να ενθαρρύνει και να παρηγορεί τον εαυτό του με τα λόγια, τα οποία ο Σοπενχάουερ, ο μεγάλος του παιδαγωγός, χρησιμοποίησε κάποτε: «Μια ζωή ευτυχισμένη είναι αδύνατη: το ύψιστο, που μπορεί να επιτύχει ο άνθρωπος, είναι μια ηρωική σταδιοδρομία. Μια τέτοια έχει αυτός, ο οποίος, με κάποιο τρόπο και σε κάποια σοβαρή υπόθεση, μάχεται με υπερβολικές δυσκολίες για το καλό όλων, και στο τέλος νικάει: Νίκη όμως για την οποίαν θα ανταμειφθεί άσχημα ή καθόλου…»

Η επιμέλεια του Εαυτού, η περιφρόνηση του θανάτου, η ειλικρίνεια με κάθε κόστος, η φιλοσοφία ως τέχνη του βίου και όχι ως αφηρημένη ακαδημαϊκή γνώση υπό την αιγίδα ενός κράτους, η αποστολή του φιλοσόφου ως παιδαγωγού της κοινωνίας του και η θυσία του γι’ αυτήν συνθέτουν για τον Νίτσε τη φυσιογνωμία του φιλοσοφικού του ιδεώδους. Για πρώτη φορά αυτά τα γνωρίσματα τα συνάντησε στη μορφή του Σωκράτη. Για τον Νίτσε ο Σωκράτης εγκαινιάζει στη φιλοσοφία το πρότυπο της «φιλοσοφικής ανδρείας» που πήρε τη θέση του παλαιότερου ελληνικού προτύπου της «πολεμικής ανδρείας». Στο εξής ο Σωκράτης γίνεται για τους Έλληνες ο νέος Αχιλλέας. Πρόκειται για μια ριζική ανασημασιοδότηση του ελληνικού  ηρωισμού, όπου  ο φιλόσοφος παίρνει την θέση του πολεμιστή.

Στον δύσμορφο πληβείο Σωκράτη βρίσκει ο Νίτσε το αρχέτυπο του φιλοσόφου ο οποίος γνωρίζει ότι παραβιάζοντας τις κοινωνικές συμβάσεις η ζωή του γίνεται άβολη, ωστόσο επιλέγει να ζήσει διαφορετικά από τους πολλούς, γιατί μόνον έτσι βρίσκει τον «Εαυτό», μόνον έτσι ζει πραγματικά τη μοναδική ζωή του. Γράφει σχετικά στη συνέχεια του ίδιου Κεφαλαίου  των «Ανεπίκαιρων Στοχασμών» :

«[…] όλοι, πράγματι, οι κανονισμοί του ανθρώπου διαμορφώθηκαν έτσι, ώστε, σε μια κατάσταση διαρκούς διάχυσης των φροντίδων, να μη γίνεται αισθητήη ζωή. Γιατί αυτός θέλει τόσο επίμονα το αντίθετο, δηλαδή, ακριβώς, να νιώθει τη ζωή, που σημαίνει να υποφέρει στη ζωή; Επειδή καταλαβαίνει ότι θέλουν να τον εξαπατήσουν με τίμημα τον ίδιο του τον εαυτό, και ότι υπάρχει ένα είδος συμφωνίας, να τον απομακρύνουν απ’ τη σπηλιά του. Στο σημείο αυτό αντιστέκεται, τεντώνει τα αυτιά του και αποφασίζει: “θέλω να παραμείνω δικός μου!”. Πρόκειται για μια τρομερή απόφαση.Aυτό καταλαβαίνει, σιγά – σιγά, στην αρχή. Κατόπιν, τώρα, πρέπει να καταδυθεί στο βάθος της ύπαρξης, με μια σειρά ασυνήθιστες ερωτήσεις στα χείλη: γιατί ζω; ποιο μάθημα πρέπει να μάθω απ’ τη ζωή; πώς έχω γίνει έτσι όπως είμαι, και για ποιο λόγο πάσχω, λοιπόν, απ’ αυτόν τον τρόπο ύπαρξης; Βασανίζεται: και βλέπει πως κανένας δε βασανίζεται έτσι, πως, μάλλον, τα χέρια των συνανθρώπων του είναι με πάθος τεντωμένα προς τα φανταστικά συμβάντα, τα οποία παρουσιάζει το πολιτικό θέατρο, ή πως αυτοί οι ίδιοι, με εκατό μάσκες, ως νέοι, άνδρες, γέροντες, πατέρες, πολίτες, ιερείς, υπάλληλοι, έμποροι, υπερηφανεύονται δραστήριοι στην κοινή τους κωμωδία, και δίχως καθόλου να έχουν σκεφθεί τον εαυτό τους…»

Για τον Νίτσε τον πραγματικό φιλόσοφο τον χαρακτηρίζει ο «ηρωισμός της ειλικρίνειας», όπως άλλωστε χαρακτήριζε και τον Σωκράτη. Ο Σωκράτης έταξε ως αποστολή του ορισμένη από το Θεό Απόλλωνα να ζει φιλοσοφώντας και να εξετάζει αδιάλειπτα τον εαυτό του και τους άλλους, αποκαλύπτοντας το ψέμα όπου το συναντούσε. Και ο «ηρωικός άνθρωπος» του Νίτσε, περιφρονεί παντελώς το εάν περνάει καλά ή άσχημα και επιλέγει να ζήσει μια ζωή δύσκολη, αποκαλύπτοντας το ψέμα ! Και τότε μπορεί να συμβεί σ’ αυτόν ένα θαύμα που ο Νίτσε το περιγράφει ως εξής στους «Ανεπίκαιρους Στοχασμούς» : «Οι αρχαίοι στοχαστές έψαχναν μ’ όλες τις δυνάμεις τους την ευτυχία και την αλήθεια –και ποτέ δεν οφείλει κάποιος να βρει αυτό που πρέπει να ψάξει, ηχεί η κακή αρχή της φύσης. Όποιος, όμως, ψάχνει για το ψέμα σε όλα και έχει εκούσια συντροφιά του την δυστυχία, σ’ αυτόν, ίσως, θα συμβεί ένα άλλο θαύμα της απογοήτευσης: τον πλησιάζει κάτι απερίγραπτο, που, ευτυχία και αλήθεια, είναι απομιμήσεις του όμοιες με είδωλα και τίποτε άλλο. Η γη χάνει τη βαρύτητά της, τα συμβάντα και οι εξουσίες της γης γίνονται ονειρώδη, όπως τα βράδια του καλοκαιριού, ενώ γύρω του διαχέεται μια δύναμη μεταμόρφωσης…»

Η φιλοσοφία ως προσωπική αναζήτηση και όχι ως σύστημα. Η φιλοσοφία ως ριψοκίνδυνος έρωτας για τη σοφία και όχι ως θησαυρισμένη γνώση που προσφέρεται παθητικά σε μαθητές που επιζητούν την ασφάλεια. Αυτή είναι η επιλογή της φιλοσοφίας που ενσαρκώνει ο Σωκράτης. Προφανώς μια τέτοια φιλοσοφία απαιτεί πάθος, έναν πραγματικά μεγάλο έρωτα για τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία για έναν αυθεντικό φιλόσοφο είναι και προσωπικά προβλήματα. Αυτό το γεγονός το αναγνωρίζει και ο Νίτσε, όπως φαίνεται και από την παρακάτω περιγραφή του στο απόσπασμα 345 της «Χαρούμενης Γνώσης»:

«Η ανιδιοτέλεια δεν έχει αξία ούτε στον ουρανό ούτε στη γη. Όλα τα μεγάλα προβλήματα απαιτούν μεγάλον έρωτα και μόνο τα ρωμαλέα, ειλικρινή, βέβαια πνεύματα, που πατούν γερά στα πόδια τους, είναι ικανά να τον αισθανθούν. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στον στοχαστή που έχει προσωπική σχέση με τα προβλήματά του και που βρίσκει σ’ αυτά τη μοίρα του, την απελπισία του και τη μεγαλύτερη τύχη του, και στον «απρόσωπο» στοχαστή, δηλαδή σε εκείνον που το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να τα αγγίζει και να τα συλλαμβάνει με τις κεραίες μιας ψυχρής και περίεργης σκέψης. Ο δεύτερος δεν θα καταφέρει τίποτε: Αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να του υποσχεθούμε εκ των προτέρων, γιατί ακόμη κι αν του επέτρεπαν τα μεγάλα προβλήματα να τα συλλάβει, δεν θα επέτρεπαν σε βατράχους και ανήμπορους ανθρώπους σαν αυτόν να στηριχθούνεπάνω τους…»

Οι αληθινοί καθοδηγητές της ζωής, οι μεγάλοι και απαρτιωμένοι παιδαγωγοί, μας προτρέπουν να αναζητήσουμε τον δικό μας προσωπικό δρόμο για να ανακαλύψουμε (ή και να δημιουργήσουμε) τον μοναδικό και ανεπανάληπτο εαυτό μας. Έναν τέτοιον, ολότελα δικό του δρόμο, ακολούθησε ως στοχαστής και ο Νίτσε. Η πορεία του θα ήταν διαφορετική, αν δεν βαπτίζονταν στο έργο μεγάλων δασκάλων της «τέχνης του βίου», οι οποίοι τον εδίδαξαν «πώς να γίνει αυτό που είναι». Στην αυτοβιογραφία του «Ίδε ο άνθρωπος»Ecce Homo»), αλλά και σε άλλα του έργα, τους μνημονεύει γεμάτος ευγνωμοσύνη και μεγαλοψυχία. Ωστόσο, πίσω από όλους αυτούς βρίσκεται η αινιγματική μορφή του Σωκράτη.

Ο Σωκράτης υπήρξε από φιλοσοφική άποψη ένα πραγματικό πρόβλημα για τον Νίτσε. Στην προσπάθειά του να το επιλύσει διεπίστωσε ότι το πρόβλημα ήταν ο ίδιος ο Νίτσε, ο εαυτός του, ως φιλόσοφος της τέχνης του βίου. Ο φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στο πρόβλημα «Σωκράτης» αποδείχθηκε για τον Νίτσε κατ΄εξοχήν αυτοαναφορικός στοχασμός. Οι εικόνες του Σωκράτη που μας δίνει ο Νίτσε δείχνουν πως είναι προσχέδια, δοκιμές της φιλοσοφικής του αυτοπροσωπογραφίας. Παριστούν μια γενναία προσπάθεια χαρτογράφησης του αινιγματικού εαυτού του. Αφορούν στην επίπονη και εργώδη αναρρίχηση του στοχαστή, που με «ιδρώτα ψυχής» αποκτά κλιμακωτά την αυτοσυνειδησία.

Ο Νίτσε δε θέλησε να κατεδαφίσει τον «διανοητικό πύργο» – Σωκράτη, απαιτεί  όμως οπωσδήποτε να τον αναπροσεγγίσουμε με κριτική ματιά : Αυτό που μας καταθέτει τελικά ο Νίτσε με την δική του κριτική προσέγγιση στον Σωκράτη δεν είναι να μη τον σεβόμαστε, αλλά ακόμη και σε αυτόν τον επικίνδυνο υπερ-νου να προσέχουμε τα λάθη των θεωριών του, όπως πρέπει να πράττουμε στα λάθη των θεωριών που προτάσσουν όλες οι αυθεντίες μέσα στους αιώνες. Η σκέψη δεν πρέπει να έχει περιβόλους και μάνδρες, η δε κριτική των ιδεών συνιστά αφ΄εαυτής μια πραγματική μορφή σοφίας.

Κι ακόμη. ο Νίτσε δεν είναι, δεν ήταν ποτέ, μόνον επικριτικός, απαξιωτικός, διαλυτικός και καταστροφικός, αλλά υπήρξε τολμηρά και δραστικά εποικοδομητικός : Ανατροπή δίχως αναθεμελίωση δεν έχει νόημα, αφού θα αποτελούσε έναν ακόμα ισοπεδωτικό μηδενισμό, ένα ακόμα κοσμοείδωλο παράδοσης και συναίνεσης στα κρατούντα και στους κρατούντες.

Οι γονιμότερες και ελπιδοφόρες  μαχητικές σκοπεύσεις και επαγγελίες του σύγχρονου «Τεύτονα Προσωκρατικού», όπως εκφράζονται στο «Λυκόφως των ειδώλων», είναι η «Ανώτερη Καλλιέργεια» με την έμφαση στους κλασικούς, ο «Πολιτισμός των ρεαλιστών» (με εκθειασμό προπάντων του μεγάλου Θουκυδίδη), η «Ελευθερία του Πνεύματος», η «φυσιοκρατική» αντίληψη, ο προοπτικισμός, η «Θέληση για Ζωή» μαζί με την απαραίτητη ανάληψη της ευθύνης της και τη συνακόλουθη αποφυγή της θυματοποίησης, καθώς επίσης και το μεγαλειώδες «Τραγικό Αίσθημα» το οποίο, όσον εορτάζει τη χαρά και την ηδονή, άλλο τόσο δεν λησμονεί την οδύνη !

Πώς μπορούν να συνδυαστούν όλα αυτά τα «πέραν των ειωθότων αεί άτοπα»; Απάντηση στο ερώτημα αποτελεί η απόφαση και η πορεία του καθενός που θα έχει το θάρρος και την ικανότητα να επιλέξει τον Νίτσε ως έναν από τους οδηγούς του!

Προφανώς, στόχος του Νίτσε δεν ήταν μια κοινότοπη φιλοσοφική προσωπογραφία προσφερόμενη για λατρεία σε νέους πιστούς. Άλλωστε, ο Νίτσε δεν θέλει πιστούς, όπως και ο Σωκράτης ομολογεί στην «Απολογία» του  πως δεν είχε μαθητές αλλά φίλους (ἐταίρους). Στόχος αμφοτέρων των φιλοσόφων ήταν η «επιμέλεια», η ανακάλυψη,  η ανάληψη ευθύνης και φροντίδα  του Ανώτερου Εαυτού, αλλά  για τον Νίτσε ασφαλώς και κυρίως η αναδημιουργία του, η «Διάπλασή» του.

Γενικότερα, το σε ποιους ακριβώς απευθύνεται η νιτσεϊκή φιλοσοφία, ποιοι άνθρωποι μπορούν να εισακούσουν και να κάνουν πράξη τις ιδέες του, αποτελεί τεράστιο ερμηνευτικό αλλά και ιστορικό ζήτημα. Ο ίδιος αναζητούσε ρητά τα λίγα «κατάλληλα αυτιά», αλλά βαθιά μέσα του ήλπιζε και ήξερε ότι η επιρροή του θα ήταν πολύ μεγαλύτερη – και επιβεβαιώθηκε !

Γιάννης Ηλιόπουλος

Please follow and like us: