Πως ο ορθολογισμός εκλόνισε το τραγικό πνεύμα!
Μέρος 1
Στα «Κατάλοιπα» (Nachlaß) του Φρήντριχ Νίτσε, δηλαδή στις σημειώσεις εκείνες που κρατούσε ο μεγάλος φιλόσοφος για να τις αξιοποιήσει στη συγγραφή έργων τα οποία εσχεδίαζε, βρίσκουμε κυριολεκτικα μόνο τέσσερις σειρές γραμμένες στα 1875 [σημείωση 146] που αναφέρονται στην θέση του Ομήρου εντός της αρχαίας ελληνικής ποιητικής παράδοσης, αλλά και γενικότερον εντός της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης. Προορίζονταν για τους «Ανεπίκαιρους Στοχασμούς» [«Ανεπικαιροι στοχασμοί» («Unzeitgemässe Betrachtungen») είναι το έργο του Νίτσε, που περιλαμβάνει τέσσερις πραγματείες όπου ασκεί κριτική στην πολιτιστική και κοινωνική κατάσταση της Γερμανίας της εποχής του. Είναι μια φιλοσοφική προσέγγιση η οποία αμφισβητεί μετωπικά τα στερεότυπα της σύγχρονης σκέψης και εξετάζει θεμελιώδεις έννοιες όπως η ηθική, η αλήθεια και η υπέρβαση των ηθικών κωδίκων, προσεγγίζοντάς τις συχνότατα με έναν τρόπο που σήμερα μοιάζει ανεπίκαιρος ή ανατρεπτικός]. Η σημείωση εμπεριέχεται σε ένα εδάφιο με τίτλο «Εμείς οι φιλόλογοι!» που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ: «Το μεγαλύτερο γεγονός εξακολουθεί να είναι πάντα ο πρώιμα πανελλήνιος Όμηρος. Όλα τα καλά πηγάζουν απ’ αυτόν. κι όμως, την ίδια στιγμή, εξακολουθούσε να είναι το ισχυρότερο εμπόδιο για όλους. Κατέστησε ρηχό κάθε άλλον κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον τα πραγματικά σοβαρά πνεύματα αγωνίσθηκαν εναντίον του. Μάταια όμως. Ο Όμηρος πάντα νικούσε.» [«Die grösste Thatsache bleibt immer der frühzeitig panhellenische Homer. Alles Gute stammt doch von ihm her: aber zugleich ist er die gewaltigste Schranke geblieben, die es gab. Er verflachte, und deshalb kämpften die Ernstern so gegen ihm, umsonst. Homer siegte immer.”, Friedrich Nietzsche, «Nachlaß 1875-1879», εκδόσεις Deutscher Taschenbuch Verlag – de Gruyter, 1999, τόμος 8ος , σελίδα 78.]. Η προκλητική αυτή παρατήρηση με το χαρακτηριστικό δηκτικό νιτσεϊκό ύφος για τη σχέση του Ομήρου με τους νεοτέρους του ποιητές μπορεί άνετα και ακριβέστατα να περιγράψει και τη σχέση του Σωκράτη με τους μεταγενέστερους φιλοσόφους !
Πράγματι, εάν ο Νίτσε υπερέβαινε τον ίδιο τον εαυτό του θα ομολογούσε -με την συνήθη ωμότητά του- ότι η κύρια αιτία που βλέπει τον Σωκράτη ως μόνιμο πρόβλημά του είναι η ίδια ακριβώς με την αιτία που ο μέγας Όμηρος προκαλούσε αμηχανία στους μεταγενέστερους ποιητές. Για τον Νίτσε, ο οποίος επεδίωκε απροσχημάτιστα να μείνει αλησμόνητος για τον ιδιότυπο φιλοσοφικό του λόγο (φροντίζοντας παράλληλα ώστε η ατομικότητά του ως φιλοσόφου της «τέχνης του βίου» να μην μπορεί να καταστεί πρότυπο μίμησης για κανέναν), ο Σωκράτης αποτελούσε πράγματι το ισχυρότερο εμπόδιο. Εξ ου και η αμφιθυμία του μεγάλου Τεύτονα απέναντί στον μεγάλο Έλληνα, η οποία κυμαίνεται από τον θαυμασμό έως το μίσος. Ο Νίτσε διαισθανόταν ότι στην προσπάθειά του να διαπλάσει την προσωπικότητά του κατά τρόπο μοναδικό και ανεπανάληπτο είχε απέναντί του την γιγάντια αινιγματική μορφή του Σωκράτη, ο οποίος καθιστούσε ασήμαντο κι επιπόλαιο κάθε άλλον φιλόσοφο της τέχνης του βίου. Αυτός είναι ο βαθύτερος ψυχολογικός λόγος για τον οποίον ένα τόσο σοβαρό πνεύμα, όπως ο Νίτσε αγωνίστηκε εναντίον του.
Αν και ….. «ο Σωκράτης νικούσε πάντα» σ’ αυτόν τον αγώνα σύγκρισης, στην περίπτωση του Νίτσε επρόκειτο για μια νίκη που ωφελούσε εξ ίσου, αν όχι περισσότερο, τον ηττημένο, δηλαδή αυτόν τον ίδιο. Η σφοδρή επίθεση του Νίτσε εναντίον του Σωκράτη δεν ακυρώνει καθόλου τον παιδαγωγικό ρόλο που άσκησαν ο λόγος και οι σιωπές του αινιγματικού αρχαίου φιλοσόφου στον νιτσεϊκό στοχασμό. Άλλωστε, ακολουθώντας υποδείξεις του ίδιου του Νίτσε, μια τόσο παθιασμένη προσωπική επίθεση δεν εξαντλείται στην ορατή (για όλους) κοφτερή επιφάνεια της θορυβώδους πολεμικής. Όταν μαίνεται ο πόλεμος – και η φιλοσοφία για τον Νίτσε είναι πάντα ένας πόλεμος – το πεδίο μάχης μας αναδεικνύει μόνον την επιφάνεια, ενώ κρατά καλά κρυμμένο το χαρακτηριστικό βάθος της ανθρωπίνης υπάρξεως. Το πρόδηλο πάθος του Νίτσε εναντίον του Σωκράτη, ενδέχεται να συγκαλύπτει την αίσθηση μιας βαθύτατης συγγένειας. [«Socrates, umesnurzubekennen, stehtmirsonahe, dassichfastimmereinenKampfmitihmkämpfte»] «Ο Σωκράτης, μόνο για να το ομολογήσω έτσι απλά και καθαρά, βρίσκεται τόσο κοντά μου, που σχεδόν πάντα έδωσα έναν αγώνα με αυτόν», διαβάζουμε σε δύο σειρές από τις σημειώσεις του έτους 1875 [8: 6[3], Nachlaß 1875-1879, σελίδα 97].
Κατά συνέπειαν επρόκειτο για μιαν απωθημένη συγγένεια, αν και όχι ανομολόγητη, οπωσδήποτε όμως απειλητική για αυτό που ήταν το νιτσεϊκό ζητούμενο: Να γίνει δηλαδή ο Φρήντριχ αυτός που είναι, ως φιλόσοφος της τέχνης του βίου, χωρίς να μιμηθεί απολύτως κανέναν. Να γίνει ο εαυτός του!
Ο Φρήντριχ Νίτσε λοιπόν ασχολήθηκε εκτενώς με τον Σωκράτη, χαρακτηρίζοντας τον όρο «σωκρατικός» ως συνώνυμο της «λογικής-ευτυχίας» και συνάμα θεωρώντας ότι η σωκρατική σκέψη επέφερε μια «στροφή στη νοησιαρχία», η οποία εναντιώθηκε στην αρχαία τραγωδία. Η κριτική του Νίτσε προς τον Σωκράτη ήταν αμφιθυμική και αμφίρροπη, με τιμητικές θετικές και αρνητικές απαξιωτικές αναφορές, αλλά η «αντισωκρατική» του στάση κρίθηκε ως επικρατέστερη, ιδίως στην τρίτη συγγραφική του περίοδο.
Γιατί όμως ο Τεύτονας «σύγχρονος Προσωκρατικός φιλόσοφος της καταφάσεως της ζωής» εκατηγόρησε τον Έλληνα «φιλόσοφο πατέρα της λογικής» ότι «διέφθειρε τη ζωή»; (Βεβάιως ουδέποτε ο Φρήντριχ Νίτσε είχε οποιοδήποτε πρόβλημα να κινηθεί ενάντια στο ρεύμα, ακόμη και εάν αυτό το ρεύμα τώρα ελέγετο «Σωκράτης». Αντιθέτως, όσο περισσότερον οι άλλοι ελάτρευαν τον Σωκράτη τόσον περισσότερο δυσφορούσε με αυτόν ο Νίτσε.) Για αυτόν ο Σωκράτης δεν ήταν ο πραγματικός «πατέρας της φιλοσοφίας», όπως ισχυρίζονταν οι (κατά το πλείστον ορθολογιστές) θαυμαστές και υμνητές του, αλλά ο προπομπός μιας παρακμιακής ηθικής η οποία προέβαλε τη λογική ως μόνο και απόλυτο κριτή της Ζωής. Στα μάτια του Νίτσε αυτή η σωκρατική θέση ήταν ξεκάθαρη προδοσία απέναντι στο ίδιο το άπειρο θαύμα της «Υπάρξεως».
Ο Νίτσε, ειδικότερον στη «Γέννεση της Τραγωδίας» και αργότερον στο «Λυκόφως των Ειδώλων», επαρουσίασε τον Σωκράτη σχεδόν ως σύμπτωμα της παρακμής του ενστίκτου, ως μιαν «ασθένεια» της Δύσεως. Οπίσω από κάθε επίθεσή του ενάντια στον Σωκράτη, ο Νίτσε τον μέμφεται διότι αντικατέστησε το ένστικτο με την διανόηση, δηλαδή αντικατέστησε το υγιές, το δραστικό, το ορμητικό, με το φοβισμένο, το παθητικό, το συμβιβασμένο. Εάν πρόκειται να την δικαιολογήσουμε με τη …..λογική η ζωή, είναι ήδη καταδικασμένη και χαμένη!
Ο Σωκράτης με την ατέρμονα μονομανία του να αιτιολογεί τα πάντα, να αναζητεί επιμόνως λεπτομερείς ορισμούς και να αποδομεί το καθετί με συνεκτικά λογικά επιχειρήματα, για τον Νίτσε ήταν απλώς ένας άνθρωπος που δεν άντεχε το χάος του «Γίγνεσθαι», το παράλογο, την τραγικότητα του βίου. Ένας υπερφυής τεράστιος νους που ζούσε εις βάρος του σώματος, που φοβόταν τη ζωή όχι επειδή δεν ήταν αγωνιστής, τουναντίον, διότι …. δεν μπορούσε να την ελέγξει ! Κατ΄ουσίαν «αυτοκτόνησε» τις ιδέες του, έκανε την χάρη στο σύστημα να οδηγηθεί αυτοβούλως στο κώνειο του θανάτου.
Αντίθετα, στους Προσωκρατικούς, (ιδίως δε στον Ηράκλειτο), ο Νίτσε βρήκε μεγάλη συγγένεια ψυχής. Ο Ηράκλειτος δεν προσπάθησε να «σώσει» τον κόσμο μέσω της ηθικής ή της λογικής. Απλώς έβλεπε τον κόσμο όπως είναι, σε διαρκή ροή, αντίφαση και φωτιά.
Για τον Νίτσε, ο Ηράκλειτος, ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος, ο Παρμενίδης, ο Εμπεδοκλής ήσαν όλοι τους μεγάλοι «ποιητές της σκέψεως». Αυτοί οι Προσωκρατικοί Τιτάνες διόλου δεν ενδιαφερόταν να ηθικολογήσουν αλλά να συλλέξουν και να περιγράψουν την κοσμική εμπειρία, δίχως όμως να τη φυλακίσουν σε κατηγορίες. Σ’ αυτούς είδε το τραγικό πνεύμα των Ελλήνων που αργότερα χάθηκε μέσα στους σχολαστικούς διαλόγους του Πλάτωνα και στις ρητορικές των σωκρατικών.
Ο Νίτσε επίστευε ακλόνητα ότι η αρχαία τραγωδία άνθισε διότι υπήρχε ισορροπία ανάμεσα στο Διονυσιακό και στο Απολλώνιο στοιχείο, ανάμεσα στο χάος και στην μορφή, στο πάθος και στην αρμονία. Όμως ο ρηξικέλευθος Σωκράτης κατέστρεψε αυτήν την ισορροπία, επιβάλλοντας εν τέλει με την χαλύβδινη λογική του την αδίστακτη μονοκρατορία του λογικού.
Η κριτική του Νίτσε στον Σωκράτη διενργήθηκε με στόχους:
Νοησιαρχία, εκτεταμένη εμμονή στη λογική και ορθολογισμός : Ο Νίτσε επέκρινε αυστηρότατα την εκ μέρους του Σωκράτη άρρηκτη και αναγκαία σύνδεση της λογικής με την αρετή και με την ευτυχία, θεωρώντας αυτήν την σύνδεση ως μιαν αυθαίρετη στροφή προς τη «νοησιαρχία», στροφή που κυριολεκτικά άλλαξε άρδην την πορεία του Δυτικού πολιτισμού.
Αναίρεση της Τραγωδίας: Ο Σωκράτης με τον χειμαρώδη αισιόδοξο και ευχολογιακό ορθολογισμό του ανέτρεψε την υπερήφανα απαισιόδοξη και σκληρά ρεαλιστική κοσμοαντίληψη της αδίστακτης και ενίοτε συνθλιπτικής αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.
«Σωκρατική κοινωνία»: Ο Νίτσε χαρακτήρισε τις σύγχρονες κοινωνίες ως «σωκρατικές», υποδηλώνοντας ότι η σωκρατική ιδεολογία άσκησε μακροχρόνια και καθοριστική επιρροή στην συγκρότηση των ανθρωπίνων κοιωνιών, στηριγμένη σε λογικές επιχειρηματολογίες και ορθολογικά αξιώματα, που διαπότισαν τις μετέπειτα κοινωνικές δομές, λειτουργίες και αναζητήσεις.
Σημειωτέον εδώ πως η σχέση των δύο φιλοσόφων υπήρξε αμφίρροπη: Επισημαίνεται ότι παρά την έντονη κριτική του στον Σωκράτη, ο Νίτσε τον ανεγνώρισε κάποιες φορές ως «παιδαγωγό» του, υποδηλώνοντας έτσι μια βαθύτερη, σύνθετη και όχι μονοσήμαντη σχέση μεταξύ τους.
Ο Νίτσε δείχνει ότι η επιστήμη αναδύεται όταν κλονίζεται η πίστη στους θεούς. Οι άνθρωποι κάποτε έβλεπαν τις θεϊκές δυνάμεις ως βάση της Κοσμικής Τάξης, αλλά όταν αυτές οι μορφές έπαψαν να εμπνέουν εμπιστοσύνη, άνοιξε ένας άλλος δρόμος. Οι άνθρωποι αναζητούσαν κάτι σταθερό, μιαν άγκυρα για τις θανάσιμες καταιγίδες της ζωής. Αυτή η παρόρμηση δεν προέκυψε από καθαρόν αληθή θαυμασμό, αλλά από σκληρή επείγουσα ανάγκη. Ο ναυτικός θέλει ασφαλή ταξίδια, γι’ αυτό και υπολογίζει όσο μπορεί ακριβέστερα τα αστέρια και τα θαλάσσια ρεύματα. Ο αγρότης παρακολουθεί τον ουρανό για να εξασφαλίσει τις καλλιέργειές του. Η περιέργεια παίζει ρόλο, αλλά μόνον μεταξύ εκείνων που έχουν την οικονομική δυνατότητα ώστε να επιβιώσουν και να χαλαρώσουν όντας περίεργοι παρατηρητές.
Στην ασταθή και συχνά ταραχώδη θάλασσα της κοινής γνώμης, το άτομο λαχταρά ολόψυχα τα κατάλληλα και ισχυρά εκείνα θεμέλια που αντιστέκονται στους μεταβαλλόμενους ανέμους. Η επιστήμη γίνεται αυτή η δομή, που γεννιέται από την αναγκαιότητα και το κέρδος, αλλά κατόπιν επενδύεται την αναζήτηση της αλήθειας. Όταν ο μύθος καταρρέει, εκείνη είναι το παιδί του φόβου, του ιδιοτελούς συμφέροντος και της λαχτάρας για σταθερότητα. Για τον Νίτσε, η αρχή της επιστήμης είναι πρακτική και συνάμα τραγική: ένα σαφές σημάδι ότι η πίστη έχει αποδυναμωθεί, αλλά ταυτόχρονα και ότι ο άνθρωπος αρνείται να παρασυρθεί στο χάος !
Η σοφία, αντίθετα, ανήκει σε μια διαφορετική τάξη. Δεν καταγράφει ή και συλλέγει απλώς γεγονότα ή δεν μετρά αποτελέσματα. Ο Νίτσε γράφει ότι η σοφία γενικεύεται με την τόλμη, υπερβαίνει την λογική και κατευθύνει το όραμά της προς υψηλότερους στόχους ! Συνδέει τις ιδέες πίσω στην ίδια τη ζωή, δίνοντας υπέρτατη αξία στην ψυχή. Για τη σοφία, ένα πράγμα έχει πάνω απ’ όλα σημασία: Να βλέπει την ύπαρξη σε ενότητα και να ζει με την ψυχή στο κέντρο. Η επιστήμη, προσεκτική, εστιασμένη και στενή, διαλύει τις ψευδαισθήσεις αλλά συχνά ….. αφήνει την καρδιά παγωμένη. Η σοφία και η αγάπη προς αυτήν η «φιλοσοφία» αγκαλιάζει τον μύθο, την ποίηση και το όραμα, συνδέοντας τη γνώση με τον σκοπό !
Όπου η επιστήμη αναζητά τάξη σε θραύσματα, η σοφία αναζητά νόημα στο σύνολο. Ο Νίτσε κρατά τα δύο νοητικά δρώμενα σε ένταση μεταξύ τους: το ένα αναλύει, το άλλο ενώνει. Το ένα είναι αμυντικό, το άλλο τολμηρό. Και τα δύο αποκαλύπτουν ένα διαφορετικό πρόσωπο της αλήθειας. Μαζί δείχνουν την διττή φύση της σκέψης, το χάσμα μεταξύ ακριβείας και βάθους, μεταξύ σαφηνείας και οράματος. Σε αυτόν τον ιδιότυπον αγώνα, παίρνει μορφή ο ανθρώπινος πολιτισμός.
Τοποθετεί τον Σωκράτη στην κομβική συνάρθρωση αυτού του αγώνα. Ο Σωκράτης αντιμετωπίζει την ψυχή ως συστατικό εξαιρετικά σοβαρό, σύμφωνα με το μονοπάτι της σοφίας. Ωστόσο, φοβάται επίσης το μη λογικό άλμα. Επιμένει ότι η σκέψη πρέπει να ακολουθεί την αυστηρή λογική και ότι η δράση πρέπει να καθοδηγείται από σαφείς και συνειδητούς κανόνες. Ασφαλώς, αυτή η απαίτηση έρχεται σε ρήξη με το πνεύμα του μύθου και της ποίησης. Από αυτήν προκύπτει μια παραμόρφωση. Η επιστήμη γίνεται στείρα, δεσμευμένη από τη διαλεκτική αντί για το θαύμα. Η ηθική χάνει τη ζεστασιά της, περιορίζεται στους μηχανισμούς της λογικής διόρθωσης.
Στον Σωκράτη, οι δύο νοητικές παρορμήσεις – η επιστήμη και η σοφία – συγκρούονται αλλά δεν συγχωνεύονται. Αντί για αρμονία, ανοίγει μια βαθειά πληγή στον νου. Οι παλαιότεροι από αυτόν Έλληνες κινούνταν με τον Μύθο, την τέχνη και την διαίσθηση. Με τον Σωκράτη, η φιλοσοφία μετατρέπεται σε επιχείρημα, απογυμνώνοντας ολότελα τον αρχέγονο αυθορμητισμό. Η ψυχή γίνεται ένα ξεχωριστό αντικείμενο που πρέπει να φυλάσσεται με αγωνιώδη φροντίδα. Το ελληνικό πνεύμα, που κάποτε ακτινοβολούσε με τεράστιο τραγικό βάθος, τώρα κλίνει προς την υπολογισμένη αφαίρεση. Ο Σωκράτης σηματοδοτεί την στροφή από το όραμα στην ανάλυση, από τον μύθο στην αψεγάδιαστη συλλογιστική, χωρίς όμως μύθο.
Ο Νίτσε ομολογεί τη συνεχή «μάχη» του με τον Σωκράτη. Νιώθει ισχυρή έλξη προς αυτόν, αλλά ταυτόχρονα και την ανάγκη να του αντισταθεί. Ο Σωκράτης διέλυσε ό,τι ήταν σχεδόν σε ισορροπία. Στην τραγική εποχή, ο Μύθος, η επιστήμη και η σοφία ήσαν αλληλένδετες, διορθώνοντας η μία την άλλη. Ο Σωκράτης έφθασε ακριβώς στην ιστορική στιγμή που η αλήθεια ήταν εγγύτατα, μόνο και μόνο για να ανατρέψει την κοπιώδη πνευματική δομή που είχε προηγηθεί. Εδώ η ειρωνεία είναι πράγματι οξεία: Όταν η ελληνική ζωή βρισκόταν στο απόγειό της, ο αμείλικτος ορθολογιστής την διέλυσε. Η φιλοσοφία έχασε την ποίησή της, τη μουσική της και τον τραγικό της τόνο : Το άτομο, αποκομμένο από τον Μύθο, αντιμετώπισε την ζωή μόνο του, επιβαρυμένο με τη λογική αλλά και στερημένο από το τραγούδι.
Ο Νίτσε βλέπει αυτό το γεγονός ως το «μεγάλο ρήγμα» : Ένας πολιτισμός στα πρόθυρα του απόλυτου μεγαλείου στρέφεται αντίθετα, προς τη φλυαρία και την ανάλυση. Ο Σωκράτης γίνεται το σύμβολο αυτού του θλιβερού εκφυλιστικού εκτροχιασμού. Η πανίσχυρη επιρροή του μετατρέπει τη ζωντανή ροή της σκέψης σε στεγνή διαλεκτική. Η πάλη του Νίτσε μαζί του είναι προσωπική, γιατί αντιστεκόμενος στον Σωκράτη αντιστέκεται στην αναγωγή της ζωής σε λογική.
Για τον Νίτσε, οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι ζούσαν σε μιαν ατμόσαφαιρα ονειρική, κοντά στην ποίηση. Η σκέψη τους έτρεχε παράλληλα με τη μουσική και την τραγωδία. Κάθε φιλόσοφος ήταν ταυτόχρονα στοχαστής και πολιτικός, σπουδαίος οδηγός στη ζωή αλλά και δεινός αναζητητής της αλήθειας. Ενσάρκωναν την επιτυχημένη «δι-όρθωση» του ανθρώπου ως ατομικού και συλλογικού» όντος, φορείς και πομποί του «Ορθού» ως αναζήτηση και πράξη. Στην τέρψη και απόλαυση της λεπταίσθητης ελληνικής ζωής αντιπαράθεσαν την αυστηρότητα, στη σκληρότητα τη μεταρρύθμιση, στην απάτη το ασίγαστο πάθος για την αλήθεια, στην ομογενοποιητική κοινωνικότητα την υπερηφάνεια της μοναξιάς. Στους Προσωκρατικούς, ο ελληνικός πολιτισμός έδειχνε ασταμάτητα την αστραφτερή ζωτικότητά του, παράγοντας τις δικές του αντίρροπες δυνάμεις.
Οι Προσωκρατικοί δεν ήσαν στενόμυαλοι και στενόκαρδοι διανοούμενοι, αλλά ολοκληρωμένες μορφές, άνθρωποι των οποίων η ζωή αντανακλούσε τη σκέψη τους. Ο καθένας τους έφερε τα σημάδια της Διόρθωσης και της Αντίστασης, ενώ έδειχνε την θαυμαστή ικανότητα του ελληνικού πολιτισμού να εξισορροπεί τα άκρα. Δεν έκαναν μόνο νοητικές εικασίες. Ζούσαν ως μεταρρυθμιστές, ως μάντεις και ως κοινωνικά παραδείγματα. Η φιλοσοφία δεν ήταν ακόμα σχολείο, αλλά μια πράξη ζωής. Με αυτούς τους ανθρώπους, ο πολιτισμός αποδείκνυε την δύναμή του, γιατί απέναντι σε κάθε κίνδυνο αναδύονταν εκ μέρους τους το φάρμακο γι΄αυτόν.
Ωστόσον, η παρακμή επήλθε με μεγάλη ταχύτητα. Ο Σωκράτης ανέδειξε τον ατομικό εαυτό σε ύψιστη σημασία. Η Αθήνα, ήδη καταπονημένη από την πανώλη, εξύψωσε τη νίκη επί της Περσίας σε υλόφρονα αυτοκρατορική φιλοδοξία. Ο θρίαμβος αποδείχθηκε πολύ μεγάλος, διαταράσσοντας την ισορροπία της πόλης. Από αυτό προήλθε η καταστροφή της τραγωδίας και η συρρίκνωση της φιλοσοφίας σε ηθική συμβουλή. Οι Προσωκρατικοί είχαν αναρωτηθεί και στοχαστεί βαθειά για τον Κόσμο και για το Πεπρωμένο. Οι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι ρώτησαν πώς θα μπορούσε να σωθεί η ψυχή ή πώς θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η ευτυχία. Ο Νίτσε τονίζει την αντίθεση: Οι Προσωκρατικοί στοχαστές ήταν «πολιτικοί της σκέψης», άρρηκτα δεμένοι με την πόλη, καθοδηγώντας το σύνολο. Οι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι υποχώρησαν στην ιδιωτική σωτηρία. Αυτό που ήταν τραγικό έγινε ηθικολογικό. Αυτό που ήταν κοσμικό έγινε προσωπικό.
Με τον Σωκράτη, η ελληνική σκέψη στράφηκε φοβικά προς τα «έσω», μακριά από το πολύμοχθο και συχνά επώδυνο μεγαλείο, προς την ασφάλεια. Αυτή η ταχύτητα παρακμής σηματοδοτεί επίσης την ελληνική ιδιοφυΐα: Η άνοδός της ήταν ραγδαία, όπως και η πτώση της. Η ρήξη ήταν ξαφνική, όχι σταδιακή, και ο πολιτισμός δεν ανέκαμψε.
Ο ευρυμαθέστατος Νίτσε εντοπίζει την ακολουθία των Προσωκρατικών οραμάτων. Ο Θαλής ανακηρύσσει το νερό ως την πηγή, καταρρίπτοντας τον μύθο με έναν απλό ισχυρισμό. Ο Αναξίμανδρος στη φύση βλέπει τη γέννηση και τον θάνατο ως ενοχή και τιμωρία. Ο Ηράκλειτος δείχνει την αέναο ροή που διέπεται από το νόμο και τη δικαιοσύνη. Ο Παρμενίδης αναζητά την αιώνια ύπαρξη πέρα από τα φαινόμενα. Ο Αναξαγόρας μιλά για έναν κόσμο τόσο παράλογο όσο και όμορφο, μιαν αντανάκλαση της παλιάς Αθήνας. Ο Εμπεδοκλής ενώνει τον μύθο και την επιστήμη, βλέποντας την τυφλή αγάπη και το μίσος ως κοσμικές δυνάμεις, ενώ επιδιώκει τη μεταρρύθμιση μέσω της τελετουργίας. Ο Δημόκριτος εξορίζει εντελώς τον μύθο, βρίσκοντας στην αναγκαιότητα τα «άτομα». Τότε εμφανίζεται ο Σωκράτης, δηλώνοντας ότι μόνον ο εαυτός παραμένει ασφαλής. Καθιστά στόχο της φιλοσοφίας την ασφάλεια της ψυχής. Η γραμμή του τραγικού οράματος τελειώνει εδώ. Αυτό που ήταν μια χορωδία κοσμικών φωνών μετατρέπεται πλέον σε μέριμνα ενός ανθρώπου για την ψυχή του. Ο Νίτσε θρηνεί ότι, ακριβώς όταν η ελληνική σκέψη πλησίαζε σε μια πλήρη διευθέτηση με την Ύπαρξη, ο Σωκράτης την περιόρισε σε υπηρέτρια της λογικής.
Για τον Νίτσε, αυτό δεν ήταν πεπρωμένο αλλά ατύχημα. Οι Περσικοί πόλεμοι επέβαλαν έναν συγκεντρωτισμό ο οποίος συνέτριψε την ποικιλομορφία. Η Αθήνα ανήλθε σε θέση κυριαρχίας, καταπνίγοντας άλλες πόλεις – κέντρα ιδιοφυΐας. Πριν από αυτό, ο «πολιτισμός της πόλης» άκμασε στην ελευθερία, κάθε πόλη ήταν μια πηγή σκέψης και τέχνης. Στη συνέχεια, η Αθήνα επιβλήθηκε, καταπνίγοντας την καινοτομία. Μια μόνον πραγματική μεταρρύθμιση θα μπορούσε να ήταν δυνατή: Η ένωση τραγωδίας, τελετουργίας και φιλοσοφίας σε μιαν ανώτερη μορφή. Ο Εμπεδοκλής έδειξε προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά απέτυχε. Ο Πυθαγόρας υπαινίχθηκε μια νέα κοινοτική ζωή, αλλά παρέμεινε εμμονικά προσκολημμένος στην δική του κλειστή και περιωρισμένη κοινότητα των πυθαγορείων. Αντ’ αυτού, ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας έστρεψαν τη φιλοσοφία προς την αφαίρεση και τη σωτηρία. Η Αθήνα, γεμάτη νίκη, κυβέρνησε διανοητικά αλλά και πολιτικά. Μια ευκαιρία για έναν νέο ανθρώπινο τύπο χάθηκε. Ο Νίτσε θρηνεί αυτήν την απώλεια ως μια χαμένη πιθανότητα κοσμογονικής κλίμακας. Το ελληνικό πνεύμα, ικανό για δυσθεώρητα ύψη, εξετράπη. Η ιστορία δείχνει το ατύχημα του πνευματικού αυτού πολέμου, της φιλοδοξίας και του ορθολογισμού ενός ανθρώπου να καταστρέψει το γονιμότερο έδαφος για την ιδιοφυΐα.
Ο Νίτσε ονειρεύεται τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν η Προσωκρατική μεταρρύθμιση είχε ωριμάσει. Αυτοί οι Τιτάνες έφθασαν εγγύτατα στη δημιουργία ενός πολιτισμού όπου η ιδιοφυΐα άνθιζε σε αρμονία με την τέχνη και το κράτος. Ζούσαν ελεύθερα, όχι ως ερημίτες ή ζηλωτές, αλλά ως ευγενείς πειραματιστές. Η σκέψη τους ήταν δεμένη με τη μουσική, την τραγωδία και τις τελετουργίες. Ο Εμπεδοκλής Αρχινόμου ο Ακραγαντινός προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τις εορτές για να αναμορφώσει την πολιτική ζωή. Ο Σάμιος Πυθαγόρας του Μνησάρχου εδημιούργησε κοινότητες μαθητευομένων οπαδών με ιδιαίτερα αυστηρή πειθαρχία. Ο μοναχικός Εφέσιος Ηράκλειτος του Βλύσωνος φλεγόταν ενάντια στον μύθο. Ο καθένας τους στάθηκε ως «απελευθερωτής» από τα έθιμα, από τα «ειωθότα», τα συνηθισμένα, δείχνοντας ένα μονοπάτι πέρα από αυτά. Ωστόσον, αυτές οι προσπάθειες δεν ενώθηκαν σε μια πλήρη αναμόρφωση.
Χωρίς τέτοιαν ενότητα, μέσα από το χαίνον ρήγμα ανήλθε ο Σωκράτης. Το τραγικό ρεύμα αποκόπηκε. Ο Νίτσε το βλέπει αυτό ως μια μεγάλην απώλεια: ένας Ανώτερος Τύπος Ανθρώπου, πνευματικά πληρέστερος και πλουσιότερος ακόμη και από τους Προσωκρατικούς, ήταν πολύ κοντά. Αντ’ αυτού ήρθε η εποχή της διαλεκτικής και της ρητορικής. Το όνειρο ενός πολιτισμού που ανανεώθηκε μέσω της φιλοσοφίας και της τέχνης διαλύθηκε, αφήνοντας μόνο θραύσματά του. Αυτή η μη πραγματοποιημένη πιθανότητα στοιχειώνει το όραμα του Νίτσε για την Ιστορία.
Ο Νίτσε αντιπαραβάλλει τους Προσωκρατικούς με τη μεταγενέστερη από αυτούς φιλοσοφία. Οι πρώτοι στοχαστές της Ευρώπης αντλούσαν από την τέχνη, οι κοσμοθεωρίες τους εμπνεύσθηκαν από την τραγωδία και την ποίηση. Η σκέψη τους ήταν μια απόφυση της ίδιας της ζωής, ένα σπάνιο άνθος που εξέφραζε τα μυστικά της υπάρξεως. Δεν αναζητούσαν την ιδιωτική ευτυχία, ούτε ανήγαγαν την φιλοσοφία σε ηθική. Η σοφία τους βιωνόταν στη ζωή τους, πλούσια και σύνθετη. Η μεταγενέστερη φιλοσοφία, ξεκινώντας από τον Σωκράτη, απλοποιήθηκε. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης δημιούργησαν πολύπλοκες και σαγηνευτικές αφαιρέσεις – το Καλό, το Δίκαιο – ενώ έχαναν την προσβασιμότητά τους στο βάθος της ζωής.
Οι Στωικοί εδίδαξαν την αντοχή, την ανθεκτικότητα οι Επικούρειοι την παρηγορία, την ανακούφιση από την θλίψη, αλλά και οι δύο συρρικνώθηκαν μπροστά στις απειρομεγέθεις διαστάσεις της Υπάρξεως. Ο Νίτσε βρίσκει περισσότερη σοφία στους μύθους και στις τραγωδίες παρά σε αυτά τα φιλοσοφικά συστήματα. Υποστηρίζει ότι οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι έζησαν με μεγαλοπρέπεια, ενσαρκώνοντας τη σοφία, ενώ οι μεταγενέστεροι στοχαστές κωδικοποίησαν «στενές αρετές». Η αντίθεση μεταξύ των δύο ομάδων δείχνει την επελθούσα παρακμή: η φιλοσοφία έγινε ρητορική, σχολές και δόγματα.
Η παλαιότερη εποχή έλαμπε από ελευθερία. Η μεταγενέστερη εποχή δεσμεύτηκε και καθηλώθηκε στην ηθικολογία.
Γιάννης Ηλιόπουλος
