26 Σεπτεμβρίου 1889 – 26 Μαΐου 1976
Καθώς τελειώνει ο Σεπέμβριος, ο Τρυγητής και Σταυρίτης μήνας, αναθυμόμαστε την ασύγκριτη πνευματική φυσιογνωμία του πελώριου Ευρωπαίου στοχαστή που γεννήθηκε περί τα τέλη του, πριν δύο αιώνες. Του Μάρτιν Χάιντεγκερ, του Γερμανού ελληνοκεκτρικού φιλοσόφου, ενός από τους διαπρεπέστερους του 20ου αιώνα, που είχε το … κολασμένο στίγμα πως υπήρξε ενεργό μέλος και μαχητικός υποστηρικτής του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Γεννήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1889 στο Μέσκιρχ, [Messkirch] στην περιοχή Ζίγκμαρίνγκεν της Βάδης – Βυρτεμβέργης. Εσπούδασε φιλοσοφία, θεολογία, ιστορία και φυσικές επιστήμες και πέθανε στις 26 Μαΐου 1976 στο Φράιμπουργκ, [Freiburg], της Βάδης – Βυρτεμβέργης στην Γερμανία. Θάφτηκε στην γενέτειρά του.
Ήταν νυμφευμένος από το 1917 με την Ελφρίντε Πέτρι [Elfride Petri], γόνο εύπορης προτεσταντικής οικογένειας, με την οποίαν είχαν δύο γιους, τον μηχανολόγο και μετέπειτα εκδότη Jörg (1919) και τον ιστορικό συγγραφέα και στρατιωτικό Hermann (1920), οι οποίοι πολέμησαν στο Ανατολικό μέτωπο, συνελήφθησαν αιχμάλωτοι από τους Σοβιετικούς και επέζησαν.
Αναμισβήτητα ο Μάρτιν Χάιντεγκερ είναι –για φίλους και απολογητές όπως και για εχθρούς και επικριτές του – ένας από τους γίγαντες της φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα, τόσον ως προς το βάθος και την πρωτοτυπία των ιδεών του όσο και ως προς το εύρος της επιρροής του στη φιλοσοφία, τη θεολογία, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τον πολιτισμό γενικότερα.
Ο Χάιντεγκερ καταγόταν από καθολική οικογένεια κατώτερης τάξης. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή για να τον στείλει στο πανεπιστήμιο, οπότε εγγράφηκε σε ένα ιερατικό σεμινάριο. Αλλά ο Χάιντεγκερ σύντομα απορρίφθηκε από τους Ιησουίτες λόγω της χρόνιας καρδιακής ανεπαρκείας που τον κατέτρυχε. Στη συνέχεια σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ από το 1909 έως το 1911, μετά την οποία άλλαξε την εστίασή του στη φιλοσοφία. Τελικά, ο Χάιντεγκερ αποσχίστηκε εντελώς από τον Χριστιανισμό.
Το 1914, υπερασπίστηκε τη διδακτορική του διατριβή. Το 1916, υπερασπίστηκε τη καθηγητική διατριβή του για την απόκτηση πτυχίου, η οποία του επέτρεψε να διδάξει σε γερμανικό πανεπιστήμιο. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Χάιντεγκερ απηλλάγη της στρατιωτικής υπηρεσίας λόγω της χρόνιας καρδιακής πάθησής του.
Από το 1919 έως το 1923, ο Χάιντεγκερ ήταν ο έμμισθος ερευνητικός βοηθός του Έντμουντ Χούσερλ στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Ο Χούσερλ, ο οποίος ήταν Εβραίος που είχε ασπαστεί τον Λουθηρανισμό, ήταν ο ιδρυτής του φαινομενολογικού κινήματος στη γερμανική φιλοσοφία, και ο Χάιντεγκερ έμελλε να γίνει ο πλέον επιφανής μαθητής του.
[Η φαινομενολογία βασίζεται στην διερεύνηση των φαινομένων, δηλαδή των πραγμάτων που γίνονται αντιληπτά ενσυνειδήτως μέσω των αισθήσεων και όχι στην ύπαρξη οποιουδήποτε πράγματος «αυτού καθ’ εαυτό», ευρισκόμενου πέρα από τα όρια της ανθρώπινης συνειδητότητας. Με σημείο εκκίνησης την εμπειρία των φαινομένων (αυτό που αποτυπώνεται ως συνειδητή εμπειρία), επιχειρεί να εξαγάγει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αντιληπτικής διαδικασίας και την οντότητα των εμπειριών μας]
Το 1923, ο Χάιντεγκερ διορίστηκε Επίκουρος Καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Εκεί, η έντονη και διεισδυτική του ενασχόληση με την ιστορία της φιλοσοφίας έγινε γρήγορα γνωστή σε όλη την Ευρώπη και φοιτητές συνέρρεαν στις διαλέξεις του, συμπεριλαμβανομένου του Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, ο οποίος έγινε ο πιο διακεκριμένος μαθητής του Χάιντεγκερ, καθώς και πολλοί Εβραίοι στοχαστές όπως ο Λέο Στράους, η Χάνα Άρεντ και ο Χανς Γιόνας. Το 1927, ο Χάιντεγκερ δημοσίευσε το αριστούργημα του, «Είναι και Χρόνος», το οποίο αποτέλεσε τη βάση της παγκόσμιας φήμης του. Το 1928, ο δάσκαλός του Χούσερλ συνταξιοδοτήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ και ο Χάιντεγκερ επέστρεψε για να τον αντικαταστήσει, παραμένοντας στο Φράιμπουργκ για το υπόλοιπο της ακαδημαϊκής του καριέρας.
Ο Χάιντεγκερ εξελέγη πρύτανης του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ στις 21 Απριλίου 1933. Εντάχθηκε στο κυβερνών Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα την 1η Μαΐου 1933. Στην εναρκτήρια ομιλία του ως πρύτανης στις 27 Μαΐου 1933, και σε πολιτικές ομιλίες και άρθρα της ίδιας περιόδου, εξέφρασε την αμέριστη υποστήριξή του στο NSDAP και στον καγκελάριο Αδόλφο Χίτλερ. Ο Χάιντεγκερ παραιτήθηκε από πρύτανης τον Απρίλιο του 1934, αλλά παρέμεινε μέλος του NSDAP μέχρι το 1945. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γαλλικές αρχές κατοχής του απαγόρευσαν να διδάσκει. Το 1949, «αποναζιστικοποιήθηκε» επίσημα χωρίς δικαστική ποινή. Άρχισε να διδάσκει ξανά κατά το ακαδημαϊκό έτος 1950-51. Συνέχισε να διδάσκει μέχρι το 1967.
Μια ολόκληρη ακαδημαϊκή βιομηχανία συκοφαντίας και μια βιομηχανία παραπληροφόρησης έχουν αναπτυχθεί γύρω από το ζήτημα της σχέσης του Χάιντεγκερ και του Εθνικοσοσιαλισμού. Είναι πραγματικά ντροπή και μεγάλη ταραχή για την μεταπολεμική πνευματική συναίνεση, για τους ακαδημαϊκούς κύκλους μετά τον Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο ότι ο αναμφισβήτητα μεγαλύτερος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα ήταν Εθνικοσοσιαλιστής. Επίσης είναι αλήθεια ότι ο Χάιντεγκερ δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα άρτιος Εθνικοσοσιαλιστής.
Μετά βεβαιότητος, ο Χάιντεγκερ ανήκε διανοητικά στο περιβάλλον των «Συντηρητικών Επαναστατών» και επίσης μετά βεβαιότητος εναγκαλίστηκε πρόθυμα την «εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση». Ναι, επίστευε ότι το NSDAP ήταν η καλύτερη πολιτική επιλογή που ήταν διαθέσιμη για τη Γερμανία. Αλλά η άποψη του για την έννοια του Εθνικοσοσιαλισμού ήταν μάλλον ανορθόδοξη.
Ο Χάιντεγκερ θεωρούσε την εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση ως αυτοεπιβεβαίωση ενός ιστορικά καθορισμένου λαού, του γερμανικού, που επιθυμούσε να ανακτήσει τον έλεγχο του πεπρωμένου του από ένα αναδυόμενο παγκόσμιο-τεχνολογικό-υλιστικό σύστημα που αντιπροσωπευόταν τόσο από τον σοβιετικό κομμουνισμό όσο και από τον αγγλοσαξονικό καπιταλισμό. Αυτή η εξέγερση ενάντια στον ισοπεδωτικό, ομογενοποιητικό παγκοσμιοποίηση ήταν, σύμφωνα με τα λόγια του Χάιντεγκερ, «η εσωτερική αλήθεια και το μεγαλείο» του εθνικοσοσιαλισμού. Από αυτή την άποψη, ο βιολογικός ρατσισμός και ο αντισημιτισμός του NSDAP του φαινόταν όχι μόνο φιλοσοφικά αφελείς και επιφανειακοί, αλλά επίσης και άκαιρι πολιτικοί περισπασμοί.
Ο Χάιντεγκερ εγνώριζε καλά ότι, οι Εβραίοι της Γερμανίας δεν ήσαν Γερμανοί και επίσης ότι οι Εβραίοι ως παραδοσιακή συλλογικότητα ήσαν οι κύριοι υποστηρικτές του συστήματος που αυτός απέρριπτε άρδην. Χάρηκε που είδε την εξουσία τους να καταρρέει, αλλά επίσης είχε εγκάρδιες προσωπικές σχέσεις με πολλούς Εβραίους φοιτητές, συμπεριλαμβανομένων εξωσυζυγικών σχέσεων με τη Χάνα Άρεντ και την Ελίζαμπεθ Μπλόχμαν (η οποία ήταν κατά το ήμισυ Εβραία).
Τελικά, ο Χάιντεγκερ επίστευε ότι το Τρίτο Ράιχ απέτυχε να απελευθερώσει τον εαυτό του αλλά και την υπόλοιπη Ευρώπη από τις λαβές του σοβιετικού και αγγλοσαξονικού υλισμού. Οι ανάγκες του επανεξοπλισμού και του πολέμου επέβαλαν στο Κράτος μια προσέγγιση με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τη βαριά βιομηχανία, με αποτέλεσμα η Γερμανία να περιέλθει στα δεσμά του παγκόσμιου τεχνολογικού υλισμού, ακόμη και όταν προσπαθούσε με ειλικρίνεια και γεναιότητα να του αντισταθεί.
Όμως ο Χάιντεγκερ δεν ήταν ένας «Λουδίτης» (φανατικός βρετανός αρνητής, πολέμιος και καταστροφέας των μηχανών ως απόλυτου κακού). Δεν ήταν αντίθετος στην τεχνολογία αυτή καθαυτή, αλλά σε αυτό το στοιχείο που αποκαλούσε «ουσία» της τεχνολογίας, ουσία η οποία δεν είναι η ίδια η τεχνολογία, αλλά ένας τρόπος να βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο: τον κόσμο ως ένα απόθεμα πόρων διαθέσιμων για ανθρώπινη χρήση, έναν χαοτικό και άναρχο κόσμο στον οποίο δεν υπάρχουν όρια, κατ’ αρχήν, στην ανθρώπινη γνώση ή δύναμη. Αυτή η κοσμοθεωρία είναι ασυμβίβαστη με οποιοδήποτε είδος μυστηρίου, συμπεριλαμβανομένου του μυστηρίου της προέλευσης ή του πεπρωμένου μας. Είναι μια άρνηση της ανθρώπινης διαφοροποίησης – της διαφοροποίησης που προέρχεται από πολλαπλές ρίζες και πολλαπλά πεπρωμένα.
Ωστόσο, όπως επισήμανε …. «πονηρά» ο Χάιντεγκερ, η ίδια η ιδέα ότι μπορούμε να κατανοήσουμε και να ελέγξουμε τα πάντα δεν είναι κάτι που μπορούμε να κατανοήσουμε ή να ελέγξουμε ! Δεν το καταλαβαίνουμε γιατί νομίζουμε ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τα πάντα. Και είμαστε κυριολεκτικά μαγεμένοι από την ιδέα ότι μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα. Αλλά μόλις το αναγνωρίσουμε αυτό, τότε αυτομάτως το παραπλανητικό ξόρκι σπάει : Είμαστε ελεύθεροι να επιστρέψουμε σε αυτό που ήδη είμαστε πάντα και που είμαστε προορισμένοι να είμαστε !
Ωστόσο με τους όρους του Χάιντεγκερ, είναι ακόμα δυνατό να συνδυάσουμε έναν τεχνολογικό πολιτισμό με ένα αρχαϊκό σύστημα αξιών, να απορρίψουμε την υλόφρονα και παραπλανητική, δεσμευτική ουσία της τεχνολογίας και να επιβεβαιώσουμε την ενρίζωσή μας και την διαφοροποίησή μας. Αυτό είναι που ο πολύς Γκιγιώμ Φέι απεκάλεσε «Αρχαιοφουτουρισμό».
Κυρίαρχο ζήτημα της φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ είναι το ερώτημα γύρω από την έννοια του Είναι, ερώτημα το οποίο πραγματεύθηκε ενδελεχώς στο έργο του. Ασχολήθηκε με τη συγγραφή σπουδαίων φιλοσοφικών εργασιών που άσκησαν τεράστια επίδραση σε τομείς οι οποίοι εκτείνονται από τη φιλοσοφία μέχρι τη φυσική και τη λογοτεχνική κριτική. Ασπάστηκε τις ιδέες του Δανού φιλόσοφου Σέρεν Κίρκεγκααρντ και ανέπτυξε ένα σύστημα σκέψεως που χαρακτηρίστηκε ως «αθεϊστικός υπαρξισμός». Πραγματικά, θεωρούνταν ο κύριος εκπρόσωπος της γερμανικής υπαρξιστικής φιλοσοφίας μετά τον Καρλ Γιάσπερς και επηρέασε βαθιά το ηθικά ανερμάτιστο «προοδευτικό» Ζαν Πωλ Σαρτρ, ενώ υπήρξε ο κυριότερος κριτικός των σύγχρονων κοινωνικών ρευμάτων.
Ο αντιφασίστας μαθητής του Γερμανός φιλόσοφος Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ κάνοντας μνεία στην συμπόρευση του Χάιντεγκερ με το Τρίτο Ράιχ αναφέρει για τον δάσκαλό του ότι, «…υπήρξε ο μέγιστος των στοχαστών και ο ελάχιστος των ανθρώπων..».
Ο Χάιντεγκερ παραμένει ένας φιλοσοφικός ογκόλιθος, ο σημαντικότερος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, μπροστά στον οποίο στοχαστές όπως ο Σαρτρ φαντάζουν ελάχιστοι. Μικρό μόνο μέρος του έργου του έχει αποδελτιωθεί ενώ το «Είναι και Χρόνος» αποτελεί κείμενο πλατωνικών διαστάσεων. Είναι αναμφίβολα ο διασημότερος «καταραμένος» φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, έχοντας μέγεθος σκέψεως ανάλογο των Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Ιμμάνουελ Καντ και Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ.
Το πνευματικό εύρος του έργου του Μάρτιν Χάιντεγκερ οδήγησε και άλλους, Εβραίους επιφανείς διανοούμενους, πλην της Χάνα Άρεντ, να επιδιώξουν έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσεως τους. To 1967 ο επιζών του Ολοκαυτώματος Εβραίος ποιητής Πάουλ Τσέλαν επισκέφθηκε στην πολίχνη «Todtnauberg», την καλύβα για σκι του Χάιντεγκερ στην καρδιά του γερμανικού Μέλανος Δρυμού, όπου ο εθνικιστής φιλόσοφος είχε γράψει το έργο του «Είναι και χρόνος», (που αποτελεί ένα από τα ορόσημα του υπαρξισμού του 20ου αιώνα). Μιαν ημέρα ενωρίτερα, στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, ο Τσέλαν διάβαζε στίχους του Χάιντεγκερ σε ένα πλήθος φοιτητών. Όταν ο ποιητής και ο φιλόσοφος συναντήθηκαν, ένας δημοσιογράφος τους πρότεινε να ποζάρουν για μια φωτογραφία, όμως ο Τσέλαν το απέφυγε, καθώς όσο και αν τον θαύμαζε δεν ήταν διατεθειμένος να προσφέρει στον φιλόσοφο πολιτική άφεση αμαρτιών.
Η σκέψη του εκφράζει συνεργικά την πολυεπίπεαδη και πολυσύνθετη διανόηση των επίσης κολοσσιαίων Όσβαλντ Σπένγκλερ και Έζρα Πάουντ που αποζητούσαν ένα πάντρεμα Εθνικισμού, ανορθολογισμού και αντι-υλιστικής χρήσης της τεχνολογίας. Το πρώτο φιλοσοφικό αντικείμενο του είναι ο άνθρωπος, τον οποίον όμως δε βλέπει με διάθεση ουμανιστική, που την απορρίπτει, αλλά από τη σκοπιά ότι ο άνθρωπος, επειδή είναι το μόνο έλλογο ον, έχει την ικανότητα να ερευνά και να αναλύει την έννοια της ύπαρξης που αποτελεί την ουσία της φιλοσοφίας. Έτσι το τελικό περιεχόμενο της υπαρξιακής ανάλυσης του στην ουσία δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η ανθρώπινη υπόσταση σε όλες της τις εκδηλώσεις –το ον μέσα στον κόσμο, οι προοπτικές, η αστάθεια, η βεβαιότητα του θανάτου, η προσωρινότητα. Η ανακάλυψη του νοήματος που έχει κάθε η εμπειρία για την παρουσία του όντος είναι η φαινομενολογία που προαναφέραμε.
Χρησιμοποιεί τη μέθοδο αυτή για τα προβλήματα της φιλοσοφίας του, η οποία όμως έτσι καθίσταται δυσπρόσιτη εξαιτίας των πολλών εμπειριών με τις οποίες εκφράζεται το Είναι. Ο Χάιντεγκερ προσπαθεί να κατανοήσει το Είναι μέσα από τις εκδηλώσεις του αυτές παρά να το επαληθεύσει. Η βασική εμπειρία που δημιουργεί άγχος για τον άνθρωπο είναι το πεπερασμένο, η ασημαντότητα, το μηδέν, η οποία τον οδηγεί στο καταφύγιο και στην ασφάλεια της τεχνικής και της επιστήμης. Η «αυθεντική» ύπαρξη επομένως, δεν είναι παρά η ικανότητα του ανθρώπου να πραγματώσει τη ζωή του χωρίς αυταπάτες, χωρίς ψέματα, αλλά να «υπάρχει για το θάνατό του», πέρα από την καθημερινότητα.
Η ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης είναι το ότι κατανοεί το Είναι. Ο άνθρωπος που κατανοεί το Είναι, είναι για τον Χάιντεγκερ ένα ον, που «είναι αυτό που είναι, συν τη δυνατότητά του να γίνει κάτι που ακόμα δεν είναι». Είναι δηλαδή «ένα ον μπροστά από τον εαυτό του, ένα ον καθ’ υπέρβαση, που στοχεύοντας πέρα από αυτό που είναι, επιδιώκει να γίνει αυτό που δεν είναι ακόμα!’. Η υπερβατικότητα, η έκσταση, που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι περιορισμένη μέσα στα όρια του κόσμου όπου βρίσκεται.
Τελικά, η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ —ιδιαίτερα η άποψή του για την ανθρώπινη ύπαρξη στον χρόνο, η θεμελιώδης οντολογία του, η άποψή του για την ιστορία της Δύσης και η κριτική του για τη νεωτερικότητα και την τεχνολογία— έχει στις ημέρες μας πολύ μεγαλύτερη σημασία για το εγχείρημα της Νέας Δεξιάς της σύγχρονης Βόρειας Αμερικής από ότι είχε η σύνδεσή του με τον Εθνικοσοσιαλισμό.
Το γεγονός ότι μόλις πρόσφατα το Αμερικανικό Εθνικοπατριωτικό Νέο-Δεξιό Κίνημα άρχισε να ασχολείται με το έργο του Χάιντεγκερ και να εμβαθύνει μεθοδικά σε αυτό αποτελεί ένα σαφή δείκτη της εμβρυϊκής φύσης του κινήματος, αλλά συνάμα και μιαν απόδειξη πως η αναζήτηση των υπερατλαντικών ομαίμων αδελφών μας είναι στη σωστή πνευματική κατεύθυνση !
Γ. Ηλιόπουλος
