(ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ-1)
ΟΤΑΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ Η ΠΛΕΟΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΡΙΚΩΔΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΑΙΩΝΩΝ. ΟΜΩΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΜΑΣ ΑΝΑΛΟΓΑ ΔΡΩΜΕΝΑ ΒΑΣΑΝΩΝ ΑΠΟ ΑΛΛΟΦΥΛΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΥΣ ΥΠΕΣΤΗΣΑΝ ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΕΠΙ ΤΑΤΑΡΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΣΠΑΝΟΙ ΕΠΙ ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑΣ.
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑΝ ΤΟΥ 7ου ΚΑΙ ΤΟΥ 8ου ΑΙΩΝΟΣ ΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ ΑΡΑΒΩΝ ΕΞΑΠΛΩΘΗΚΑΝ ΣΤΗ ΛΕΚΑΝΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ ΘΑΛΑΣΣΗΣ, ΑΠΟΣΠΩΝΤΕΣ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΓΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ – ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ. Η ΑΙΓΥΠΤΟΣ, Η ΣΥΡΙΑ, Η ΑΡΜΕΝΙΑ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΒΟΡΕΙΟΣ ΑΦΡΙΚΗ ΕΩΣ ΤΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΤΑΓΓΕΡΗΣ, ΠΑΡΕΔΟΘΗΣΑΝ ΧΩΡΙΣ ΟΥΣΙΩΔΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΟΡΜΗΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΙΕΣ ΤΩΝ ΦΑΝΑΤΙΚΩΝ ΜΑΧΗΤΩΝ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ. ΣΥΝΤΟΜΑ ΤΑ ΑΡΑΒΙΚΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΠΡΟΩΘΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΗΠΕΙΡΟ.
ΔΙΑΣΧΙΖΟΝΤΕΣ ΜΕ ΙΣΧΥΡΟ ΣΤΟΛΟ ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΤΟΥ ΓΙΒΡΑΛΤΑΡ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΟΝΤΕΣ ΤΑ ΠΑΡΗΚΜΑΣΜΕΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ (ΒΗΣΙ)ΓΟΤΘΩΝ ΤΗΣ ΙΒΗΡΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΑΠΟΛΥΤΟΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ ΕΠΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΙΩΝΕΣ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΕΣ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΗΜΟΝ ΑΡΑΒΙΚΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΚΗΣ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑΣ (ΝΟΤΙΑ ΙΣΠΑΝΙΑ).ΣΤΟΝ 11ο ΑΙΩΝΑ ΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΤΩΝ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΒΟΡΡΑ (ΚΑΣΤΙΛΛΗ, ΛΕΟΝ, ΑΡΑΓΩΝΙΑ), ΕΠΗΡΕΑΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΟΥΡΒΑΝΟΥ Β’, ΕΠΕΧΕΙΡΗΣΑΝ ΝΑ ΑΝΑΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ ΤΑ ΚΑΤΑΚΤΗΘΕΝΤΑ ΕΔΑΦΗ ΤΗΣ ΝΟΤΙΟΥ ΙΣΠΑΝΙΑΣ.
Η«ΑΝΑΚΑΤΑΚΤΗΣΗ» – ΡΕΚΟΝΚΙΣΤΑ (RECONQUISTA) ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΚΤΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΩΝ ΕΔΑΦΩΝ ΤΗΣ ΙΒΗΡΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ. Η «ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ» ΤΗΣ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΚΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΜΑΥΡΙΤΑΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ ΔΙΗΡΚΕΣΕ ΣΥΝΟΛΙΚΩΣ ΠΕΡΙΠΟΥ ΟΚΤΩ ΑΙΩΝΕΣ. ΩΣ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΣ Η ΕΠΙΤΥΧΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΓΟΤΘΟΥ ΕΥΓΕΝΟΥΣ ΠΕΛΑΓΙΟΥ ΤΟ 718 ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΤΩΝ ΑΣΤΟΥΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΟ 1492 ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΝΑΖΑΡΙΝΟΥ ΕΜΙΡΑΤΟΥ ΤΗΣ ΓΡΑΝΑΔΑΣ ΣΤΗ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΙΣΠΑΝΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΣΤΙΛΗΣ.
Η καλουμένη «Ανάκτηση» ή «Ανακατάκτηση» της ισπανικής επικρατείας εξεκίνησεν από τον 11ον αιώνα, όταν τα ανεξάρτητα χριστιανικά βασίλεια της Καστίλλης, της Αραγωνίας, της Ναβάρρας, της Καταλωνίας και της Λεόν στα βόρεια της Ισπανίας διεξήγαγαν επιτυχείς εκστρατείες κατά του μουσουλμανικού Νότου. Ο πάπας Ουρβανός Β’ και η Καθολική Εκκλησία έχρισαν την εκστρατεία κατά των Αράβων «Σταυροφορία» και τα προνόμια που δόθηκαν στους ιππότες πολεμιστές οι οποίοι συμμετείχαν σε αυτήν ήσαν παρόμοια με εκείνα που παρεχωρούντο σε όσους μαχητές εξεστράτευαν στους Αγίους Τόπους.
Κατά τους πρωίμους μεσαιωνικούς χρόνους το προσκύνημα των πιστών σε ιερούς τόπους που φιλοξενούσαν οστά, ενδύματα και άλλα λείψανα των Αγίων τούς έδινε την ελπίδα της αφέσεως αμαρτιών ή την βεβαιότητα πως θα εθεραπεύοντο από ανίατες ασθένειες. Την ίδια περίοδο τρεις περιοχές εφημίζοντο ότι έδιναν την μεγαλύτερη θεία ευλογία: η Ιερουσαλήμ και οι τόποι του Αγιου Πάθους, η Ρώμη, που φιλοξενούσε την έδρα της παπικής εξουσίας και τις αναρίθμητες (γεμάτες λείψανα Αγίων) εκκλησίες της και η Κομποστέλα στην βορειοδυτικήν Ισπανία.

Ηδη από τον 9ον αιώνα η Κομποστέλα εφημίζετο ότι κατείχε τον τάφο του Αγίου Ιακώβου, αποστόλου γνωστού στην ισπανική γλώσσα ως Σαντιάγκο. Η Αγία Εδρα έχουσα προφανές συμφέρον να διατηρήσει τις εισφορές από το προσκύνημα των πιστών υπέθαλψε και υπεστήριξε την διάδοση τοπικών θρύλων σχετικά με τη θαυματουργή δύναμη των οστών του Αγίου, τα οποία εφέροντο ικανά όχι μόνο να θεραπεύουν ασθένειες, αλλά και να εξολοθρεύουν τους εχθρούς του Κυρίου. Ο πόλεμος κατά των απίστων είχε προσλάβει πλέον ηθικήν αφορμή, καθώς τα ιερά εδάφη της Ισπανίας εκινδύνευαν από τα αραβικά στρατεύματα. Αν και το βασίλειον της Ισπανίας ανήκε τυπικώς στην εξουσία της έδρας του Αγίου Πέτρου, ο Πάπας διαβεβαίωνε ότι όσοι ευσεβείς ιππότες πολεμούσαν για την πίστη και τον Χριστό θα μπορούσαν να καρπωθούν προσωπικώς όσα υλικά αγαθά αποσπούσαν από τους εχθρούς.
ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΕΞΑΠΛΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ
Από το Δελχί της Ινδίας μέχρι την νότιο Ισπανία και από τις ατελείωτες αμμοπετρώδεις εκτάσεις της βορείου Αφρικής μέχρι την Βαλκανική χερσόνησο και την νότιο Ιταλία ο ισλαμικός πολιτισμός απετέλεσε ένα μοναδικό φαινόμενο που άφησε τη σφραγίδα του ανεξίτηλη όπου και αν επεκράτησε.
Κατά τα πρώτα έτη της ισλαμικής επεκτάσεως ο μουσουλμανικός κόσμος αποτελούσε μιαν ενιαία αυτοκρατορία θεοκρατικού τύπου διοικούμενη αρχικά από τον προφήτη Μωάμεθ και μιαν ισχυρή κυβέρνηση εδραιωμένη στη Μεδίνα και αργότερον στην ιερή πόλη Μέκκα. Οι οπαδοί του προφήτη πραγματοποιούντες αναρίθμητες βίαιες επιδρομές εναντίον περσικών και βυζαντινών επαρχιών στο πλαίσιο μιας πολιτικής επεκτάσεως της πίστεως του Ισλάμ ή απλώς για να λεηλατήσουν εύπορες περιοχές, έφθασαν στο σημείον να προσαρτούν μεγάλες εκτάσεις γης. Μετά τον θάνατον του προφήτη Μωάμεθ, το 632 και για να διατηρηθεί η ενότης των βεδουινικών φυλών, που ο ίδιος είχε βάλει, εξελέγη ένας χαλίφης, δηλαδή ένας «διάδοχος» του προφήτη, για να ενεργεί ως ο θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης των πιστών. Το έτος 660 ο Μωαβίας, κυβερνήτης της Συρίας και γόνος της παλαιάς αρχοντικής οικογένειας των Ουμαγιάντ ή Ουμαϋάδων της Μέκκας, ήλθε σε ρήξη με τον χαλίφη Αλή, εξάδελφο και γαμβρό του Μωάμεθ, και δρών διασπαστικώς μετέφερε την πρωτεύουσα του Ισλάμ στην Δαμασκό.
Με τον θάνατο και του Μωαβία το 680 οι εμφύλιες διαμάχες με αίτιο την πρωτοκαθεδρία στην πνευματικήν ηγεσία των πιστών ανεζωπυρώθησαν. Το νέο σχίσμα στον μουσουλμανικό κόσμο εξεδηλώθη ανάμεσα σε μιαν ομάδα «Σουννιτών» που εδέχοντο την ηγεσία των Ουμαϋάδων χαλίφηδων και στους «Σιίτες» και τους υπόλοιπους δυσαρεστημένους μουσουλμάνους. Οι τελευταίοι υπό τον Αμπού-αλ-Αμπάς, μακρινό απόγονο του Μωάμεθ, εδημιούργησαν το χαλιφάτο των Αββασιδών, ισχυριζόμενοι ότι ο νόμιμος χαλίφης ημπορεί να είναι μόνον ένας απόγονος του Αλή, γαμβρού του Μωάμεθ. Με πρόσχημα λοιπόν την κληρονομική γενεαλογία και ουσιαστικό στόχο την απόλυτη εξουσία, κατέστησαν αναπόφευκτες οι πρώτες εμπαθείς και σφοδρές ενδομουσουλμανικές συγκρούσεις.
Το 750 ο Αμπάς κατάφερε να υπερνικήσει τους θρησκευτικούς αντιπάλους του και στην συνέχεια επεχείρησε να αφανίσει όλη τη δυναστεία των Ουμαϋάδων. Μόνον ο πρίγκηπας Αμπντ-αλ-Ραχμάν ο Α’ διέφυγε από την σφαγή που ηκολούθησε και καταφεύγων στην Ισπανία εθεμελίωσε το ουμαϋαδικό εμιράτο, το οποίον το 929 εξελίχθηκε στο περιβόητο «χαλιφάτο της Κόρδοβας» (Κορδούης).
Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το ξίφος του Ισλάμ είχε επεκταθεί στην Παλαιστίνη, στην Συρία, στην Περσία, στην Αίγυπτο και στις μεγάλες νήσους της Μεσογείου, διαδίδον στους κατακτημένους λαούς «την θέληση του Θεού» όπως την είχε αντιληφθεί ο Μωάμεθ. Για το Ισλάμ υπήρχαν δύο κόσμοι: ο «Οίκος της Υποταγής» (Νταρ αλ Ισλάμ), που εδέχετο τα διδάγματα του Μωάμεθ όπως αυτά παρετίθεντο στο Ιερό Κοράνιο, και ο «Οίκος του Πολέμου» (Νταρ αλ χαρμπ), οι περιοχές που έπρεπε να κατακτηθούν. Οσοι δεν εδέχοντο την θέληση του Θεού θα υφίσταντο τις συνέπειες του ιερού πολέμου (τζιχάντ). Ετσι συνεχίζοντες τον ιερόν πόλεμο κατά μήκος της βορείου Αφρικής και καταλαμβάνοντες διαδοχικώς πρώην βυζαντινά εδάφη οι αραβικοί στρατοί έφθασαν μέχρι την Τρίπολη. Διασφαλίζοντες την εσωτερική συνοχήν της αυτοκρατορίας τους οι νικητές Αραβες υπό την ηγεσία του Τζαμπάλ Ταρίκ εκινήθησαν δυτικότερον, διέσχισαν το στενό του Γιβραλτάρ και εκυρίευσαν από την περίοδο των ετών 711-718 το σύνολον της Ιβηρικής χερσονήσου, κατατροπώνοντες την εξασθενημένη αυτοκρατορία των Βησιγότθων στη μάχη του Κάδιξ.
Η προέλαση των μουσουλμάνων συνεχίσθηκε προς Βορράν. Αφού διέσχισαν τα Πυρηναία όρη εισέβαλαν στη Γαλατία και λεηλάτησαν το Μπορντώ. Το 732 ο φραγκικός στρατός του πολεμάρχου Καρόλου Μαρτέλου ανέκοψεν την θυελλώδη ορμή τους στην αποφασιστικής σημασίας μάχη του Πουατιέ. Σε μια γλαφυρά αφήγηση της συγκεκριμένης μάχης ένας σύγχρονος μοναχός-ιστορικός έγραψε σχετικώς: «Ολες οι επελάσεις του αραβικού ιππικού συνετρίβησαν από τις απροσπέλαστες πυκνές φάλαγγες των λαών του Βορρά, που παρέμεναν ακλόνητες όπως τα αιώνια στρώματα πάγου».
Ολίγα χρόνια ενωρίτερον, το 717, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπό την ηγεσία του Λέοντος Γ’ του Ισαύρου επάνω από τα μεγαλόπρεπα και απόρθητα τείχη της Κωνσταντινούπολης είχεν απωθήσει με την ιδίαν επιτυχία τους Αραβες αποτρέπουσα την εισβολή τους στην ανατολικήν Ευρώπη μέσω της Βαλκανικής χερσονήσου
Μετά την ήττα στο Πουατιέ οι απόγονοι του Μαρτέλου, οι επονομαζόμενοι «Καρολίδες» βασιλείς, συνέσφιξαν τους δεσμούς φιλίας με την παπική εκκλησία, η οποία τους ανεγνώρισεν ως νομίμους βασιλείς. Υπό την ηγεσίαν του γιου τού Μαρτέλου, του Πιπίνου, του επονομαζομένου και «Βραχέος» λόγω του μικρού αναστήματος του, οι πόλεμοι κατά των Σαρακηνών συνεχίστηκαν με ιδιαίτερη επιτυχία.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του θρυλικού Καρλομάγνου, απογόνου του Πιπίνου, στα εδάφη της Ισπανίας έγιναν επτά φραγκικές εκστρατείες εντός μιας εικοσαετίας. Τελικόν αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων ήταν η οριστική εκδίωξη των μουσουλμανικών δυνάμεων πέραν από τα Πυρηναία. Συνέπεια της αραβικής υποχωρήσεως ήταν η δημιουργία μιας συνοριακής επαρχίας/κομητείας μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών δυνάμεων, κυριοτέρα πόλη της οποίας υπήρξεν η Βαρκελώνη.
Η επίδραση που είχαν αυτές οι εκστρατείες στην ανάπτυξη μιας σχετικής φιλολογίας γύρω από την αντίσταση των χριστιανών Φράγκων έναντι των «απίστων» Αράβων έγινε ιδιαιτέρως αισθητή στο επικό ποίημα «Ασμα του Ρολάνδου». Για τον δυτικό μεσαιωνικό κόσμο αυτό το θρυλικόν έπος της φραγικής ιπποσύνης, που περιγράφει τους αγώνες του Καρλομάγνου και των συντρόφων του κατά των εχθρών του Χριστού, ήταν αντίστοιχον της ομηρικής Ιλιάδος. Είναι ενδεικτικό πως στη μάχη του Χέιστινγκς στην Αγγλία το 1066 οι Φραγκο-νορμανδοί ιππείς του Γουλιέλμου του Κατακτητή εξεκίνησαν την επέλασή τους κατά του σαξονικού ιππικού τραγουδώντας στροφές από το έπος του Ρολάνδου.
Μετά την αρχικήν ορμή κατά την εξάπλωση του Ισλάμ ο ρυθμός των κατακτήσεων επιβραδύνθηκε, ενώ η έλλειψη ικανού αριθμού πολεμιστών και οι εμφύλιες συγκρούσεις για την υφαρπαγή της εξουσίας εμείωσαν το πολεμικό σθένος των Αράβων. Στην ευρύτερη μαυριτανική Ισπανία και στην Πορτογαλία, την επονομαζόμενη συνολικώς «Aλ-Ανταλούς» – Ανδαλουσία, οι νέοι αραβικοί πληθυσμοί εγκατέστησαν την πρωτεύουσά τους Σεβίλλη, στην οποία συνεκέντρωσαν την διοικητική, θρησκευτική και πολιτιστική τους εξουσία Η φήμη αυτής της πόλεως κατά την διάρκειαν των μεσαιωνικών χρόνων είχεν υπερβεί τα στενά όρια της Ιβηρικής χερσονήσου.

Μετά το 1240 νέο κέντρο του μουσουλμανικού πολιτισμού απετέλεσε η Γρανάδα, που λίαν συντόμως εξελίχθηκε σε σπουδαίο χώρο αρχιτεκτονικής δημιουργίας με την δημιουργίαν αριστουργημάτων όπως το «κόκκινο» ανάκτορο Αλάμπρα, το οποίο ανεγέρθηκε τον 14ον αιώνα μέσα σε παλαιότερα τείχη από ερυθρόλιθο – από όπου προέρχεται και η ονομασία του. Διαθέτουσες πλούσιες Βιβλιοθήκες, τζαμιά, δημόσια λουτρά, εργαστήρια επεξεργασίας μετάλλου, μεταξιού και δέρματος οι μαυριτανικές πόλεις αποτελούσαν μεγάλα και ανθηρά εμπορικά και θρησκευτικά κέντρα, καθώς και εστίες διαδόσεως του πνεύματος. Στην μαυριτανική νότιον Ισπανία εκαλλιεργήθησαν επιμελώς οι τέχνες και τα γράμματα (η κεραμική, η ποίηση, η ξυλογλυπτική, η αριστοτέλειος φιλοσοφία, τα μαθηματικά, η αστρονομία, η γεωγραφία, η ιατρική, καθώς και η τέχνη της μεταλλουργίας – με τα φημισμένα χαλύβδινα ξίφη του Τολέδο). Παρά τις εμφύλιες διαμάχες η αυτοκρατορία των Αράβων απετέλεσε μιαν ενιαία οντότητα μέσα στην οποίαν οι πιστοί προσηλώθηκαν στη δημιουργία εκπληκτικών έργων τέχνης.
Μετά το 1030 το ουμαϋάδικο χαλιφάτο της Κόρδοβας κατακερματίσθηκε σε είκοσι περίπου μικρότερα κρατίδια, τα οποία στο σύνολό τους απετέλεσαν την επονομαζομένη μουσουλμανικήν Ανδαλουσία, που εξηπλούτο στην Ιβηρική και στα παράλια της βορείου Αφρικής. Τα μεγαλύτερα από αυτά τα κρατίδια ήσαν εκείνα της Σαραγόσα και του Τολέδο, τα οποία σύντομα και λόγω της συνοριακής τους θέσης ευρέθησαν αντιμέτωπα με τα ισχυρότερα χριστιανικά βασίλεια του Βορρά. Ουσιαστικόν μειονέκτημα της αραβικής παρατάξεως ήταν η μικρά δύναμη ανδρών που ημπορούσε να αντιπαραθέσει στα πεδία των μαχών. Για να αντισταθμίσουν την σε βάρος τους κατάσταση οι ηγεμόνες της Ανδαλουσίας συχνά αναζήτησαν βοήθεια στις ομόθρησκες τους δυναστείες των Βερβέρων της βορείου Αφρικής.
ΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ
Τα σημαντικότερα φεουδαρχικού τύπου χριστιανικά βασίλεια του Βορρά ήσαν εκείνα της Καστίλλης, της Λεόν (Αστουρίας) και της Αραγωνίας, καθώς και η κομητεία της Βαρκελώνης (Καταλωνίας), ενώ δυτικότερον ευρίσκετο η ανεξάρτητη κομητεία της Πορτογαλίας. Ευρισκόμενα υπό την επίδραση της γειτονικής Γαλλίας και της καθολικής εκκλησίας τα βασίλεια αυτά υιοθέτησαν δυτικού τύπου πολιτισμό, με σημαντικές όμως πολιτιστικές και στρατιωτικές επιρροές από την αραβικήν Ανδαλουσία.
Οι αέναες εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των βασιλικών οίκων και της τοπικής ανώτερης και κατώτερης αριστοκρατίας, αποτελούσαν μόνιμο φαινόμενο της εποχής. Αντικειμενικός στόχος ήταν πάντα η εδαφική επικυριαρχία, η επιρροή στα κατώτερα λαϊκά στρώματα και η συγκέντρωση πλούτου Η ιδεαλιστική προοπτική της αναντήσεως όλης της Ιβηρικής χερσονήσου δεν εστάθη ποτέ ικανή να τερματίσει τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των ισχυροτέρων χριστιανών ηγεμόνων, που ακόμα διατηρούσαν οράματα για την επανασύσταση της πάλαι ποτέ βησιγοτθικής αυτοκρατορίας. Ενδεικτικώς αναφέρεται πως οι ηγεμόνες της Λεόν, οι οποίοι πρωτοστατούσαν στον αντιμουσουλμανικό αγώνα, θεωρούσαν τους εαυτούς τους φυσικούς κληρονόμους των Γότθων και αυταπεκαλούντο «αυτοκράτορες».
Το 1246 η Γρανάδα, το τελευταίο ισχυρό αραβικό βασίλειο της Ιβηρικής, έγινε υποτελές στους Καστιλλιανούς βασιλείς. Ο διαρκής ανταγωνισμός Καστίλλης-Αραγωνίας δεν εσταμάτησε ούτε κατά την διάρκεια του 13ου και του 14ου αιώνος. Αν και η ιδέα της ανακτήσεως είχεν αρχίσει να φθίνει, καθώς τα χριστιανικά βασίλεια της Ισπανίας παρασυρόμενα από τη δίνη του αγγλο-γαλλικού Εκα- τονταετούς Πολέμου αναλώθηκαν σε καταστρεπτικές εμφύλιες συρράξεις, οι επιδρομές των Καστιλλιανών κατά των μουσουλμάνων δεν εσταμάτησαν. Την ίδια περίοδο η επέκταση της Αραγωνίας στη Σικελία, την νότιον Ελλάδα και την νότιον Ιταλία προεκάλεσε σφοδρές συγκρούσεις με το γενοβέζικο βασίλειο, που ουσιαστικώς ανέστειλαν την επιθετική κάθοδο των Αραγονέζων προς τη μουσουλμανική Γρανάδα.
Εναν αιώνα αργότερον η άφιξη της Ιεράς Εξετάσεως στην Ισπανία (το 1478) και ο φόβος για τους αιρετικούς, σε συνδυασμόν με την τραγική πτώση της «Βασιλευούσης» Κωνσταντινουπόλεως στα χέρια των «απίστων» και τη συνεχιζόμενη απειλητική παρουσία του μουσουλμανικού βασιλείου της Γρανάδας στην Ιβηρική, ώθησαν τους χριστιανούς ηγεμόνες να ενοποιήσουν τους οίκους τους υπό ένα στέμμα παραμερίζοντες τις προσωπικές τους διαφορές. Ο γάμος της βασίλισσας Ισαβέλλας της Καστίλλης με τον βασιλέα Φερδινάνδο της Αραγωνίας, αν και «εύθραυστος», κατάφερε να δώσει στα στρατεύματα μια κεντρική ηγεσία και ένα νέο όραμα: Την εκδίωξη όλων των «απίστων» από την καθολική και ενιαία πλέον Ισπανία.
ΟΙ ΑΡΑΒΟΒΕΡΒΕΡΙΚΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Απέναντι στους χριστιανικούς στρατούς του Βορρά αντεπαρατάχθησαν οι Αραβες (Μαυριτανοί) της Ανδαλουσίας και οι σύμμαχοί τους, οι πολεμοχαρείς Βέρβεροι. Ο λαός αυτός κατοικούσε στα δυτικά της Σαχάρας και αποτελείτο από εξισλαμισμένες νομαδικές φυλές λευκών πληθυσμών της δυτικής βορείου Αφρικής, του επονομαζόμενου «Μαγκρέμπ». Αρχικώς οι βερβερικοί στρατοί της δυναστείας των Αλμοραβιδών μεταξύ των ετών 1085 και 1147 και αργότερον εκείνοι της δυναστείας των Αλμοχάδων ή Ενωτικών μεταξύ 1147 και 1220 επεχείρησαν και κατόρθωσαν ως έναν βαθμό να ανακόψουν την μαζική αντεπίθεση της χριστιανικής σταυροφορίας.

Η πολεμική τακτική των Βερβέρων ήταν μια ανεπτυγμένη μορφή παλαιοτέρων τεχνικών που χρησιμοποιούσαν οι φυλές της βορείου Αφρικής. Λόγω της καταγωγής τους ως κάτοικοι της ερήμου οι Βέρβεροι αρχικά δεν έκαναν μαζική χρήση του ιππικού, αλλά μετεφέροντο, εξεστράτευαν και πολεμούσαν κυρίως επάνω σε καμήλες. Τα ζώα αυτά ενδείκνυντο για τη διάσχιση των δυσβάτων εδαφών της ερήμου προσφέροντα στρατηγικά πλεονεκτήματα και στοιχεία αιφνιδιασμού στους αναβάτες τους, όμως από τακτικήν άποψη εθεωρούντο ακατάλληλα για μάχες εκ του συστάδην. Με την εμφάνισή τους σκορπούσαν τρόμο στα άλογα των αντίπαλων στρατευμάτων, οπότε οι Βέρβεροι αναβάτες εκμεταλλευόμενοι την αταξία στις εχθρικές γραμμές προσέγγιζαν και εξαπέλυαν τις επιθέσεις τους συνήθως πεζοί, σε μορφήν φάλαγγος. Οταν οι φάλαγγες αυτές εσχημάτιζαν αμυντική διάταξη για την αντιμετώπιση εχθρικής επιθέσεως οι άνδρες στην πρώτη γραμμή, που ήσαν οπλισμένοι με λόγχες και μεγάλες δερμάτινες ασπίδες, εγονάτιζαν, ενώ ελαφρύτερα τμήματα των οπίσω γραμμών εξαπέλυαν ακόντια, λίθους και βέλη εναντίον των εχθρικών σχηματισμών.
Τέτοιοι συμπαγείς αμυντικοί σχηματισμοί απεδείχθηκαν πολύ χρήσιμοι στην απώθηση εχθρικών τμημάτων ιππικού τα οποία δεν κατόρθωναν να διασπάσουν τις αραβικές θέσεις. Στις πλευρές του πεζικού οι αφρικανοαραβικοί στρατοί τοποθετούσαν μικρές μονάδες ιππικού οπλισμένες με κυρτά σπαθιά, που κατά τα πρώτα χρόνια της αραβικής εξαπλώσεως παρέμεναν στατικές και αδρανείς. Οταν αργότερον ο πόλεμος μετεφέρθη στην ορεινή ισπανικήν Ανδαλουσία η ενσωμάτωση μεγαλύτερων αριθμών αλόγων στις τάξεις των αραβικών στρατών εκρίθη απαραίτητη. Οι μικρόσωμες και ευκίνητες ράτσες των αραβικών αλόγων ημπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την διάσπαση και την καταδίωξη ενός αποσυντονισμένου εχθρού, αλλά και για την ταχεία και μακρά κίνηση ανιχνευτικών σωμάτων στα δύσβατα ισπανικά βουνά.
Τα ελαφρά έφιππα τμήματα των πρώιμων αραβικών στρατών αποκαλούντο «γυμνό ιππικό», διότι δεν έφεραν θώρακα για προστασία. Σύμφωνα με μαρτυρίες η προσωπική φρουρά του Γιουσούφ ιμπν Τασουφίν, στρατιωτικού ηγέτη των Βερβέρων, απετελείτο από 500 άνδρες (κυρίως φραγκικής και τουρκικής καταγωγής) οι οποίοι έφεραν βαρύν εξοπλισμό. Τα αραβικά στρατεύματα συνιστούσαν τακτικούς στρατούς των οποίων οι κινήσεις και οι εναλλαγές σχηματισμών κατά την πορεία μιας μάχης εγένοντο υπό τον συνθηματικόν ήχο μεγάλων τυμπάνων και με την ευρεία χρήση πολεμικών σημαιών και εμβλημάτων.
Κατά τους αραβο-ισπανικούς πολέμους χριστιανοί και μουσουλμάνοι μισθοφόροι υπηρέτησαν συχνά και στα δύο στρατόπεδα, προσφέροντες τις πολύτιμες υπηρεσίες τους σε βασιλείς ή τοπικούς ισχυρούς άρχοντες με αντάλλαγμα κυρίως εδαφικές παραχωρήσεις, φορολογικές διευκολύνσεις και υλικές απολαβές
ΟΙ ΙΣΠΑΝΙΚΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Οι πολεμικές συρράξεις στην Ισπανία επαρουσίαζαν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τις αντίστοιχες των κεντρο-ευρωπαϊκών κρατών. Ο ατομικός εξοπλισμός των δυτικών στρατιωτών ήταν πολύ ελαφρύτερος σε σχέση με εκείνων της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας. Η χρήση του μακρού αναβολέα κατά την ίππευση, σύμφωνα με τα φραγκικά πρότυπα του βαρέος ιππικού, έδινε σημαντικό πλεονέκτημα στους Ισπανούς έναντι των Αράβων αντιπάλων τους, δυσχέραινε όμως την ίππευση και την αφίππευση. Οι έφιπποι πολεμιστές καθισμένοι σε ψηλή σέλα εστερέωναν τα πόδια τους στους αναβολείς και φέροντες εξάρτυση από αλυσοπλεγμένο θώρακα ημπορούσαν να χειρίζονται όπλα που ως τότε χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά οι πεζοί, χωρίς να φοβούνται τις δυσμενείς συνέπειες μιας πτώσεως.
Αν και υπήρξαν μεμονωμένες περιπτώσεις εφίππων πολεμιστών με βαρύ οπλισμό και εξάρτυση, το ισπανικό ελαφρύ ιππικό παρέμεινε το κυρίαρχο σώμα στις ισπανο- αραβικές συγκρούσεις. Αντιγράφοντες την μουσουλμανική τακτική του ανορθοδόξου ιππικού πολέμου (αιφνίδιες επιθέσεις και υποχωρήσεις) οι ευέλικτοι αναβάτες του ελαφρού ιππικού έφεραν αλυσιδωτό θώρακα, ελαφρύ δόρυ, στρογγυλή ασπίδα, πτερνιστήρες / σπιρούνια, ξίφος και μαλακές μπότες, διαθέτοντες έτσι μεγαλτέραν ευκινησία αλλά μικροτέρα δύναμη κρούσεως από το βαρύ ιππικό της υπολοίπου Ευρώπης.
Κατά την διάρκειαν του 11ου και του 12ου αιώνα οι χριστιανικοί στρατοί απαρτίζονταν κυρίως από πεζούς λογχοφόρους, βαλλιστροφόρους τοξότες και στρατεύματα εξειδικευμένα σε μάχες πολιορκίας. Κατά τους επόμενους δύο αιώνες η χρήση μισθοφόρων επαγγελματιών και ταγμάτων πολιτοφυλακής αποτέλεσε τον κανόνα. Περιβόητοι και διαβόητοι για την πολεμικήν τους ικανότητα ήταν οι Αλμογάβαροι, γνωστοί και στον ελλαδικό χώρο από τη θυελλώδη δράση τους με την περιβόητη «Καταλανική Εταιρεία» ή «Μεγάλη Καταλανική Κομπανία» («Companyia Catalana d’Orient») του Ροζέ ντε Φλορ κατά τον 14ον αιώνα. Οπλισμένοι με σπαθί, ρόπαλο και τρία-τέσσερα ακόντια και ντυμένοι με δέρματα ζώων, όπως οι γερμανικές φυλές, οι Αλμογάβαροι αποτελούσαν ένα τυπικό δείγμα του σκληροτράχηλου Ισπανού μισθοφόρου εκείνης της περιόδου.

Κατά τα πρώτα έτη των ισπανοαραβικών συγκρούσεων οι χριστιανικοί στρατοί, μιμούμενοι τις αραβικές τακτικές, διεξήγαγαν έφιππες επιδρομές μικράς εμβελείας με αντικειμενικό στόχο τη λεηλασία χωριών, την κλοπή ζώων και τη σύλληψη αιχμαλώτων. Σύντομα όμως οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ιβηρική μετετράπησαν σε οργανικόν τμήμα του ευρύτερον διαδεδομένου κινήματος των σταυροφοριών και του τζιχάντ
Λόγω της θρησκευτικής φύσεως των συγκρούσεων μέλη των γνωστότερων ιπποτικών ταγμάτων όπως οι Ιωαννίτες ή «Οσπιταλιέροι», οι Ναϊτες και αργότερον άλλοι γηγενείς πολεμιστές-μοναχοί επάνδρωναν συχνά τους χριστιανικούς στρατούς των ισπανικών και των πορτογαλικών βασιλείων, αν και κατά τα πρώτα έτη των συγκρούσεων μόνο οι Ναϊτες συμμετείχαν ως συγκροτημένο τάγμα – από το 1128. Η ανάμιξη των ταγμάτων αυτών κατά την διάρκειαν της Ανακτήσεως υπήρξεν πολύ ουσιαστική. Χαρακτηριστικώς αναφέρεται πως ο Αλφόνσος Α’ της Αραγωνίας το 1131 σχέδιασε να καταστήσει τους Ναϊτες ιππότες κληρονόμους του. Αντίστοιχα όταν η κομητεία της Πορτογαλίας ανεκηρύχθη βασίλειον το 1143, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά τους ο Πορτογάλος βασιλιάς εδώρισε στους Ναϊτες το κάστρο της Σουρ, ενώ το ίδιον έτος οι Ιωαννίτες απέκτησαν την πρώτη σταθερά βάση τους στην Καταλωνία.
Τα δύο φημισμένα τάγματα προοδευτικώς εγκατέλειψαν την υπόθεση της Ανακτήσεως, καθώς οι πολεμικές τους δραστηριότητες εστιάζοντο κυρίως στον ευαίσθητον χώρον της Παλαιστίνης και των Αγίων Τόπων, Στη θέση τους δημιουργήθηκαν καινούργια ισπανικά και πορτογαλικά τάγματα με κύριο σκοπό την ενδυνάμωση του θρησκευτικού αγώνος, την επάνδρωση και την υπεράσπιση προκεχωρημένων φυλακίων που εκινδύνευαν από τις μουσουλμανικές επιδρομές, την άσκηση ελέγχου σε περιοχές εκτός της επικρατείας ενός βασιλέως και, τέλος, την προώθηση, την ανάπτυξη και δημιουργία νέων πόλεων και χριστιανικών σφαιρών επιρροής. Οταν για παράδειγμα το 1157 οι Ναϊτες εγκατέλειψαν την απομονωμένη οχυρά θέση της Καλατράβα αφήνοντες τον δρόμο για το Τολέδο ακάλυπτο, ο ηγεμών της Καστίλλης Σάντσο ανεκοίνωσεν πως θα παραχωρούσε το κάστρο σε όποιον θα δεχόταν να υπερασπιστεί τα εδάφη στα περίχωρα της περιβόητης ισπανικής πόλης.
Το μήνυμα δεν έμεινε αναπάντητο. Μια ομάδα μοναχών υπό την καθοδήγηση του ηγουμένου Ραμόν Σιέρρα μεταφέρθηκε στο άδειο κάστρο ενισχυόμενη από στρατιώτες από την περιοχή της Ναβάρρας. Με αδιάκοπο δράση εναντίον των επιδρομέων οι μοναχοί κατάφεραν να ασφαλίσουν την ευρυτέρα περιοχή του Τολέδο και το 1164 αντικαταστάθηκαν από ιππότες πολεμιστές, ενώ το τάγμα αναγνωρίσθηκε επίσημα από την παπική εκκλησία. Σε αναγνώριση της βοηθείας τους ο νέος ηγεμών της Καστίλλης, Αλφόνσος Η’ , τους παρεχώρησε πλήρη δικαιώματα σε όποιο κάστρο αποσπούσαν από τον εχθρό, καθώς και το ένα πέμπτο από τις μελλοντικές κατακτήσεις του.
Στα μέσα του 14ου αιώνος η βόρειος Ισπανία μετετράπη σε δευτερεύον θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων του Εκατονταετούς πολέμου. Η επιρροή των αγγλικών, γαλλικών και φλαμανδικών στρατών ήταν τόσον εντυπωσιακή ώστε η πολεμική ορολογία, οι ενδυμασίες, οι εξαρτύσεις, τα εμβλήματα και οι πολεμικές τακτικές του Ισπανού στρατιώτη έμοιαζαν πολύ με εκείνα των υπόλοιπων δυτικών στρατών.
Τον 15ον αιώνα το εντυπωσιακό βασιλικό στράτευμα της Καστίλλης περιελάμβανε βαρύ ιππικό οργανωμένο σε «λόγχες» και αρκετά τμήματα ελαφρού ιππικού οργανωμένα σε ίλες. Οι μονάδες του πεζικού ήσαν αναμεμιγμένες με το ιππικό, ενώ μόνο το νεογέννητον όπλο του Πυροβολικού ήταν οργανωμένο χωριστά. Εκτοξεύον σφαίρες βάρους 500 gr έως 50 Κgr, με ρυθμόν βολής ένα βλήμα ανά ώρα και βεληνεκές έως και 2.000 μέτρα το πυροβολικόν από το 1480 και ένθεν προσέφερε στους Καστιλλιάνους σχετική τεχνολογικήn ανωτερότητα και ηυξημένη ισχύ πυράς, που σταδιακά αξιοποιήθηκε για να καμφθεί η αντίσταση των κάστρων της Γρανάδας. Ουσιαστικώς την υπεροχήν στο ισπανικόν στράτευμα την προσέφεραν η εύρωστη οικονομία και οι πλούσιες αποθήκες των χριστιανικών βασιλείων, που κατάφεραν να το ανεφοδιάζουν και να αντικαθιστούν με γοργούς ρυθμούς τις απώλειες.
(συνεχίζεται)
