Η ΙΣΠΑΝΙΚΗ  «ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ»

(ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ-1)

ΟΤΑΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ Η ΠΛΕΟΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΡΙΚΩΔΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΑΙΩΝΩΝ. ΟΜΩΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΜΑΣ ΑΝΑΛΟΓΑ ΔΡΩΜΕΝΑ ΒΑΣΑΝΩΝ ΑΠΟ ΑΛΛΟΦΥΛΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΥΣ ΥΠΕΣΤΗΣΑΝ ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΕΠΙ ΤΑΤΑΡΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΣΠΑΝΟΙ ΕΠΙ ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑΣ.

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑΝ ΤΟΥ 7ου  ΚΑΙ ΤΟΥ 8ου  ΑΙΩΝΟΣ ΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ ΑΡΑΒΩΝ ΕΞΑΠΛΩΘΗΚΑΝ ΣΤΗ ΛΕΚΑΝΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ ΘΑΛΑΣΣΗΣ, ΑΠΟΣΠΩΝΤΕΣ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΓΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ – ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ. Η ΑΙΓΥΠΤΟΣ, Η ΣΥΡΙΑ, Η ΑΡΜΕΝΙΑ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΒΟΡΕΙΟΣ ΑΦΡΙΚΗ ΕΩΣ ΤΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΤΑΓΓΕΡΗΣ, ΠΑΡΕΔΟΘΗΣΑΝ ΧΩΡΙΣ ΟΥΣΙΩΔΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΟΡΜΗΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΙΕΣ ΤΩΝ ΦΑΝΑΤΙΚΩΝ ΜΑΧΗΤΩΝ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ. ΣΥΝΤΟΜΑ ΤΑ ΑΡΑΒΙΚΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΠΡΟΩΘΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΗΠΕΙΡΟ.

ΔΙΑΣΧΙΖΟΝΤΕΣ ΜΕ ΙΣΧΥΡΟ ΣΤΟΛΟ ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΤΟΥ ΓΙΒΡΑΛΤΑΡ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΟΝΤΕΣ ΤΑ ΠΑΡΗΚΜΑΣΜΕΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ (ΒΗΣΙ)ΓΟΤΘΩΝ ΤΗΣ ΙΒΗΡΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΕΓΙΝΑΝ  ΑΠΟΛΥΤΟΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ ΕΠΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΙΩΝΕΣ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΕΣ  ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΗΜΟΝ ΑΡΑΒΙΚΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΚΗΣ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑΣ (ΝΟΤΙΑ ΙΣΠΑΝΙΑ).ΣΤΟΝ 11ο  ΑΙΩΝΑ ΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΤΩΝ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΒΟΡΡΑ (ΚΑΣΤΙΛΛΗ, ΛΕΟΝ, ΑΡΑΓΩΝΙΑ), ΕΠΗΡΕΑΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΟΥΡΒΑΝΟΥ Β’, ΕΠΕΧΕΙΡΗΣΑΝ ΝΑ ΑΝΑΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ ΤΑ ΚΑΤΑΚΤΗΘΕΝΤΑ ΕΔΑΦΗ ΤΗΣ ΝΟΤΙΟΥ ΙΣΠΑΝΙΑΣ.

Η«ΑΝΑΚΑΤΑΚΤΗΣΗ» – ΡΕΚΟΝΚΙΣΤΑ (RECONQUISTA) ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΚΤΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΩΝ ΕΔΑΦΩΝ ΤΗΣ ΙΒΗΡΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ. Η «ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ» ΤΗΣ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΚΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΜΑΥΡΙΤΑΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ ΔΙΗΡΚΕΣΕ ΣΥΝΟΛΙΚΩΣ ΠΕΡΙΠΟΥ ΟΚΤΩ ΑΙΩΝΕΣ. ΩΣ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΣ Η ΕΠΙΤΥΧΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΓΟΤΘΟΥ ΕΥΓΕΝΟΥΣ ΠΕΛΑΓΙΟΥ ΤΟ 718 ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΤΩΝ ΑΣΤΟΥΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΟ 1492 ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΝΑΖΑΡΙΝΟΥ ΕΜΙΡΑΤΟΥ ΤΗΣ ΓΡΑΝΑΔΑΣ ΣΤΗ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΙΣΠΑΝΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΣΤΙΛΗΣ.

Η καλουμένη «Ανάκτηση» ή «Ανακατάκτηση»  της ισπανικής επικρατείας εξεκίνησεν από τον 11ον  αιώνα, όταν τα ανε­ξάρτητα χριστιανικά βασίλεια της Καστίλλης, της Αραγωνίας, της Ναβάρρας, της Καταλωνίας και της Λεόν στα βόρεια της Ισπανίας διεξήγαγαν επιτυχείς εκστρατείες κατά του μουσουλμα­νικού Νότου. Ο πάπας Ουρβανός Β’ και η Κα­θολική Εκκλησία έχρισαν την εκστρατεία κα­τά των Αράβων «Σταυροφορία» και τα προνόμια που δόθηκαν στους ιππότες πολεμιστές οι οποίοι συμμετείχαν σε αυτήν ήσαν παρό­μοια με εκείνα που παρεχωρούντο σε όσους μαχητές εξεστράτευαν στους Αγίους Τόπους.

Κατά τους πρωίμους μεσαιωνικούς χρό­νους το προσκύνημα των πιστών σε ιερούς τόπους που φιλοξενούσαν οστά, ενδύματα και άλλα λείψανα των Αγίων τούς έδινε την ελπί­δα της αφέσεως αμαρτιών ή την βεβαιότητα πως θα εθεραπεύοντο από ανίατες ασθένει­ες. Την ίδια περίοδο τρεις περιοχές εφημίζο­ντο ότι έδιναν την μεγαλύτερη θεία ευλογία: η Ιε­ρουσαλήμ και οι τόποι του Αγιου Πάθους, η Ρώμη, που φιλοξενούσε την έδρα της παπι­κής εξουσίας και τις αναρίθμητες (γεμάτες λείψανα Αγίων) εκκλησίες της και η Κομποστέλα στην βορειοδυτικήν Ισπα­νία.

Ηδη από τον 9ον  αιώνα η Κομποστέλα εφημίζετο ότι κατείχε τον τάφο του Αγίου Ιακώ­βου, αποστόλου γνωστού στην ισπανική γλώσσα ως Σαντιάγκο. Η Αγία Εδρα έχουσα προφανές συμφέρον να διατηρήσει τις εισφορές από το προσκύνημα των πιστών υπέθαλψε και υ­πεστήριξε την διάδοση τοπικών θρύλων σχε­τικά με τη θαυματουργή δύναμη των οστών του Αγίου, τα οποία εφέροντο ικανά όχι μόνο να θεραπεύουν ασθένειες, αλλά και να εξο­λοθρεύουν τους εχθρούς του Κυρίου. Ο πόλεμος κατά των απίστων είχε προσλάβει πλέον ηθικήν α­φορμή, καθώς τα ιερά εδάφη της Ισπανίας εκινδύνευαν από τα αραβικά στρατεύματα. Αν και το βασίλειον της Ισπανίας ανήκε τυπικώς στην εξουσία της έδρας του Αγίου Πέτρου, ο Πάπας διαβεβαίωνε ότι όσοι ευσεβείς ιππό­τες πολεμούσαν για την πίστη και τον Χριστό θα μπορούσαν να καρπωθούν προσωπικώς όσα υλικά αγαθά αποσπούσαν από τους ε­χθρούς.

ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΕΞΑΠΛΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ

Από το Δελχί της Ινδίας μέχρι την νότιο Ισπανία και από τις ατελείωτες αμμοπετρώδεις εκτάσεις της βορείου Αφρικής μέχρι την Βαλκανική χερσό­νησο και την νότιο Ιταλία ο ισλαμικός πολιτι­σμός απετέλεσε ένα μοναδικό φαινόμενο που άφησε τη σφραγίδα του ανεξίτηλη όπου και αν επε­κράτησε.

Κατά τα πρώτα έτη της ισλαμικής επεκτάσεως ο μουσουλμανικός κόσμος αποτελούσε μιαν ενιαία αυτο­κρατορία θεοκρατικού τύπου διοικούμενη αρχικά από τον προ­φήτη Μωάμεθ και μιαν ισχυρή κυβέρνηση ε­δραιωμένη στη Μεδίνα και αργότερον στην ιε­ρή πόλη Μέκκα. Οι οπαδοί του προφήτη πραγματοποιούντες αναρίθμητες βίαιες επιδρομές εναντίον περσικών και βυζαντι­νών επαρχιών στο πλαίσιο μιας πολιτικής ε­πεκτάσεως της πίστεως του Ισλάμ ή απλώς για να λεηλατήσουν εύπορες περιοχές, έφθασαν στο σημείον να προσαρτούν μεγάλες εκτά­σεις γης. Μετά τον θάνατον του προφήτη Μω­άμεθ, το 632 και για να διατηρηθεί η ενότης των βεδουινικών φυλών, που ο ίδιος είχε βάλει, εξελέγη ένας χαλίφης, δηλαδή ένας «διάδοχος» του προφήτη, για να ενερ­γεί ως ο θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης των πιστών. Το έτος 660 ο Μωαβίας, κυβερ­νήτης της Συρίας και γόνος της παλαιάς αρχοντικής οι­κογένειας των Ουμαγιάντ ή Ουμαϋάδων της Μέκκας, ήλθε σε ρήξη με τον χαλίφη Αλή, εξάδελφο και γαμβρό του Μωάμεθ, και δρών διασπαστικώς μετέφερε την πρωτεύου­σα του Ισλάμ στην Δαμασκό.

Με τον θάνατο και του Μωαβία το 680 οι εμφύλιες διαμάχες με αίτιο την πρωτοκαθεδρία στην πνευματι­κήν ηγεσία των πιστών ανεζωπυρώθησαν. Το νέο σχίσμα στον μουσουλμανικό κόσμο εξεδηλώθη ανάμεσα σε μιαν ομάδα «Σουννιτών» που εδέχοντο την ηγεσία των Ουμαϋάδων χαλίφηδων και στους «Σιίτες» και τους υπόλοι­πους δυσαρεστημένους μουσουλμάνους. Οι τελευταίοι υπό τον Αμπού-αλ-Αμπάς, μακρι­νό απόγονο του Μωάμεθ, εδημιούργησαν το χαλιφάτο των Αββασιδών, ισχυριζόμενοι ότι ο νόμιμος χαλίφης ημπορεί να είναι μόνον ένας απόγονος του Αλή, γαμβρού του Μωάμεθ. Με πρόσχημα λοιπόν την κληρονομική γενε­αλογία και ουσιαστικό στόχο την απόλυτη ε­ξουσία, κατέστησαν αναπόφευ­κτες οι πρώτες εμπαθείς και σφοδρές ενδομουσουλμανικές συγκρούσεις.

Το 750 ο Αμπάς κατάφερε να υπερνικήσει τους θρησκευτικούς αντιπάλους του και στην συνέχεια επεχείρησε να αφανίσει όλη τη δυ­ναστεία των Ουμαϋάδων. Μόνον ο πρίγκηπας Αμπντ-αλ-Ραχμάν ο Α’ διέφυγε από την σφαγή που ηκολούθησε και καταφεύγων στην Ισπανία εθεμελίωσε το ουμαϋαδικό εμιράτο, το οποίον το 929 εξελίχθηκε στο περιβόητο «χα­λιφάτο της Κόρδοβας» (Κορδούης).

Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστη­μα το ξίφος του Ισλάμ είχε επεκταθεί στην Παλαιστίνη, στην Συρία, στην Περσία, στην Αί­γυπτο και στις μεγάλες νήσους της Μεσογείου, διαδίδον στους κατακτημένους λαούς «την θέληση του Θεού» όπως την είχε αντιληφθεί ο Μωάμεθ. Για το Ισλάμ υπήρχαν δύο κόσμοι: ο «Οίκος της Υποταγής» (Νταρ αλ Ισλάμ), που εδέχετο τα διδάγματα του Μωάμεθ όπως αυ­τά παρετίθεντο στο Ιερό Κοράνιο, και ο «Οίκος του Πολέμου» (Νταρ αλ χαρμπ), οι περιοχές που έ­πρεπε να κατακτηθούν. Οσοι δεν εδέχοντο την θέληση του Θεού θα υφίσταντο τις συνέ­πειες του ιερού πολέμου (τζιχάντ). Ετσι συ­νεχίζοντες τον ιερόν πόλεμο κατά μήκος της βορείου Αφρικής και καταλαμβάνοντες διαδοχικώς πρώ­ην βυζαντινά εδάφη οι αραβικοί στρατοί έφθασαν μέχρι την Τρίπολη. Διασφαλίζοντες την εσωτερική συνοχήν της αυτοκρατορίας τους οι νικητές Αραβες υπό την ηγεσία του Τζαμπάλ Ταρίκ εκινήθησαν δυτικότερον, διέ­σχισαν το στενό του Γιβραλτάρ και εκυρίευ­σαν από την περίοδο των ετών 711-718 το σύ­νολον της Ιβηρικής χερσονήσου, κατατροπώ­νοντες την εξασθενημένη αυτοκρατορία των Βησιγότθων στη μάχη του Κάδιξ.

Η προέλαση των μουσουλμάνων συνεχί­σθηκε προς Βορράν. Αφού διέσχισαν τα Πυρηναία όρη εισέβαλαν στη Γαλατία και λε­ηλάτησαν το Μπορντώ. Το 732 ο φραγκικός στρατός του πολεμάρχου Καρόλου Μαρτέλου ανέκοψεν την θυελλώδη ορμή τους στην αποφασιστικής σημασίας μάχη του Πουατιέ. Σε μια γλαφυρά αφήγηση της συ­γκεκριμένης μάχης ένας σύγχρονος μοναχός-ιστορικός έγραψε σχετικώς: «Ολες οι επε­λάσεις του αραβικού ιππικού συνετρίβησαν από τις απροσπέλαστες πυκνές φάλαγγες των λαών του Βορρά, που παρέμεναν ακλόνητες όπως τα αιώνια στρώματα πάγου».

Ολίγα χρόνια ενωρίτερον, το 717, η Βυζαντι­νή Αυτοκρατορία υπό την ηγεσία του Λέοντος Γ’ του Ισαύρου επάνω από τα μεγαλόπρεπα και απόρθητα τείχη της Κωνσταντινούπολης είχεν απωθήσει με την ιδίαν ε­πιτυχία τους Αραβες αποτρέπουσα την ει­σβολή τους στην ανατολικήν Ευρώπη μέσω της Βαλκανικής χερσονήσου

Μετά την ήττα στο Πουατιέ οι απόγονοι του Μαρτέλου, οι επονομαζόμενοι «Καρολίδες» βασιλείς, συνέσφιξαν τους δεσμούς φι­λίας με την παπική εκκλησία, η οποία τους α­νεγνώρισεν ως νομίμους βασιλείς. Υπό την η­γεσίαν του γιου τού Μαρτέλου, του  Πιπίνου, του επονομαζομένου και «Βραχέος» λόγω του μικρού αναστήματος του, οι πόλεμοι κατά των Σαρακηνών συνεχίστηκαν με ιδιαίτερη επιτυχία.

Κατά την διάρκεια της βασιλείας του θρυ­λικού Καρλομάγνου, απογόνου του Πιπίνου, στα εδάφη της Ισπανίας έγιναν επτά φραγκι­κές εκστρατείες εντός μιας εικοσαετίας. Τε­λικόν αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων ή­ταν η οριστική εκδίωξη των μουσουλμανικών δυνάμεων πέραν από τα Πυρηναία. Συνέπεια της αραβικής υποχωρήσεως ήταν η δημιουρ­γία μιας συνοριακής επαρχίας/κομητείας με­ταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών δυ­νάμεων, κυριοτέρα πόλη της οποίας υπήρξεν η Βαρκελώνη.

Η επίδραση που είχαν αυτές οι εκστρα­τείες στην ανάπτυξη μιας σχετικής φιλολογίας γύρω από την αντίσταση των χριστιανών Φράγκων έναντι των «απίστων» Αράβων έγι­νε ιδιαιτέρως αισθητή στο επικό ποίημα «Α­σμα του Ρολάνδου». Για τον δυτικό μεσαιωνι­κό κόσμο αυτό το θρυλικόν έπος της φραγικής ιπποσύνης, που περι­γράφει τους αγώνες του Καρλομάγνου και των συντρόφων του κατά των εχθρών του Χριστού, ήταν αντίστοιχον της ομηρικής Ιλιάδος. Είναι ενδεικτικό πως στη μάχη του Χέιστινγκς στην Αγγλία το 1066 οι Φραγκο-νορμανδοί ιππείς του Γουλιέλμου του Κατακτητή εξεκίνησαν την επέλασή τους κατά του σαξονικού ιππικού τραγουδώντας στροφές από το έπος του Ρολάνδου.

Μετά την αρχικήν ορμή κατά την εξάπλωση του Ισλάμ ο ρυθμός των κατακτήσεων ε­πιβραδύνθηκε, ενώ η έλλειψη ικανού αριθ­μού πολεμιστών και οι εμφύλιες συγκρού­σεις για την υφαρπαγή της εξουσίας εμείω­σαν το πολεμικό σθένος των Αράβων. Στην ευρύτερη μαυριτανική Ισπανία και στην Πορ­τογαλία, την επονομαζόμενη συνολικώς «Aλ-Ανταλούς» – Ανδαλουσία, οι νέοι αραβικοί πληθυσμοί εγκατέστησαν την πρωτεύουσά τους Σεβίλλη, στην οποία συνεκέντρωσαν την διοικητική, θρησκευτική και πολιτιστική τους εξουσία Η φήμη αυτής της πόλεως κατά την διάρκειαν των μεσαιωνικών χρόνων είχεν υπερβεί τα στενά όρια της Ιβηρικής χερσονήσου.

Μετά το 1240 νέο κέντρο του μουσουλ­μανικού πολιτισμού απετέλεσε η Γρανάδα, που λίαν συντόμως εξελίχθηκε σε σπουδαίο χώρο αρχιτεκτονικής δημιουργίας με την δημιουργίαν αρι­στουργημάτων όπως το «κόκκινο» ανάκτορο Αλάμπρα, το οποίο ανεγέρθηκε τον 14ον  αιώ­να μέσα σε παλαιότερα τείχη από ερυθρόλιθο – από όπου προέρχεται και η ονομασία του. Διαθέτουσες πλούσιες Βιβλιοθήκες, τζαμιά, δημόσια λουτρά, εργαστήρια επεξεργασίας μετάλλου, μεταξιού και δέρματος οι μαυριτανικές πόλεις αποτελούσαν μεγάλα και ανθηρά εμπορικά και θρησκευτικά κέ­ντρα, καθώς και εστίες διαδόσεως του πνεύ­ματος. Στην μαυριτανική νότιον Ισπανία εκαλλιεργήθησαν επιμελώς οι τέχνες και τα γράμ­ματα (η κεραμική, η ποίηση, η ξυλογλυπτική, η αριστοτέλειος φιλοσοφία, τα μαθηματικά, η αστρονομία, η γεωγραφία, η ιατρική, καθώς και η τέχνη της μεταλλουργίας – με τα φημι­σμένα χαλύβδινα ξίφη του Τολέδο). Παρά τις εμφύ­λιες διαμάχες η αυτοκρατορία των Αράβων απετέλεσε μιαν ενιαία οντότητα μέσα στην ο­ποίαν οι πιστοί προσηλώθηκαν στη δημιουρ­γία εκπληκτικών έργων τέχνης.

Μετά το 1030 το ουμαϋάδικο χαλιφάτο της Κόρδοβας κατακερματίσθηκε σε είκοσι περίπου μικρότερα κρατίδια, τα οποία στο σύνολό τους απετέλεσαν την επονομαζομέ­νη μουσουλμανικήν Ανδαλουσία, που εξηπλούτο στην Ιβηρική και στα παράλια της βορείου Αφρικής. Τα μεγαλύτερα από αυτά τα κρατίδια ήσαν εκείνα της Σαραγόσα και του Τολέδο, τα οποία σύντομα και λόγω της συ­νοριακής τους θέσης ευρέθησαν αντιμέτωπα με τα ισχυρότερα χριστιανικά βασίλεια του Βορρά. Ουσιαστικόν μειονέκτημα της αραβι­κής παρατάξεως ήταν η μικρά δύναμη ανδρών που ημπορούσε να αντιπαραθέσει στα πεδία των μαχών. Για να αντισταθμίσουν την σε βά­ρος τους κατάσταση οι ηγεμόνες της Ανδα­λουσίας συχνά αναζήτησαν βοήθεια στις ο­μόθρησκες τους δυναστείες των Βερβέρων της βορείου Αφρικής.

ΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ

Τα σημαντικότερα φεουδαρχικού τύπου χριστιανικά βασίλεια του Βορρά ήσαν εκείνα της Καστίλλης, της Λεόν (Αστουρίας) και της Αραγωνίας, καθώς και η κομητεία της Βαρκελώνης (Καταλωνίας), ενώ δυτικότερον ευρίσκετο η ανεξάρτητη κομητεία της Πορτογαλίας. Ευ­ρισκόμενα υπό την επίδραση της γειτονικής Γαλλίας και της καθολικής εκκλησίας τα βα­σίλεια αυτά υιοθέτησαν δυτικού τύπου πολι­τισμό, με σημαντικές όμως πολιτιστικές και στρατιωτικές επιρροές από την αραβικήν Ανδαλουσία.

Οι αέναες εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των βασιλικών οίκων και της τοπικής ανώτε­ρης και κατώτερης αριστοκρατίας, αποτε­λούσαν μόνιμο φαινόμενο της εποχής. Αντι­κειμενικός στόχος ήταν πάντα η εδαφική ε­πικυριαρχία, η επιρροή στα κατώτερα λαϊκά στρώματα και η συγκέντρωση πλούτου Η ιδεαλιστική προοπτική της αναντήσεως όλης της Ιβηρικής χερσονήσου δεν εστάθη ποτέ ικανή να τερματίσει τις αντιπαραθέσεις με­ταξύ των ισχυροτέρων χριστιανών ηγεμό­νων, που ακόμα διατηρούσαν οράματα για την επανασύσταση της πάλαι ποτέ βησιγοτθικής αυτοκρατορίας. Ενδεικτικώς αναφέρε­ται πως οι ηγεμόνες της Λεόν, οι οποίοι πρωτοστατούσαν στον αντιμουσουλμανικό αγώ­να, θεωρούσαν τους εαυτούς τους φυσικούς κληρονόμους των Γότθων και αυταπεκαλούντο «αυτοκράτορες».

Το 1246 η Γρανάδα, το τελευταίο ισχυρό αραβικό βασίλειο της Ιβηρικής, έγινε υποτε­λές στους Καστιλλιανούς βασιλείς. Ο διαρ­κής ανταγωνισμός Καστίλλης-Αραγωνίας δεν εσταμάτησε ούτε κατά την διάρκεια του 13ου  και του 14ου  αιώνος. Αν και η ιδέα της α­νακτήσεως είχεν αρχίσει να φθίνει, καθώς τα χριστιανικά βασίλεια της Ισπανίας παρασυρόμενα από τη δίνη του αγγλο-γαλλικού Εκα- τονταετούς Πολέμου αναλώθηκαν σε κατα­στρεπτικές εμφύλιες συρράξεις, οι επιδρο­μές των Καστιλλιανών κατά των μουσουλμά­νων δεν εσταμάτησαν. Την ίδια περίοδο η επέ­κταση της Αραγωνίας στη Σικελία, την νότιον Ελλάδα και την νότιον Ιταλία προεκάλεσε σφο­δρές συγκρούσεις με το γενοβέζικο βασί­λειο, που ουσιαστικώς ανέστειλαν την επιθετι­κή κάθοδο των Αραγονέζων προς τη μουσουλμανική Γρανάδα.

Εναν αιώνα αργότερον η άφιξη της Ιεράς Εξετάσεως στην Ισπανία (το 1478) και ο φόβος για τους αιρετικούς, σε συνδυασμόν με την τραγική πτώση της «Βασιλευούσης» Κωνσταντινουπόλεως στα χέρια των «απίστων» και τη συνεχιζόμενη α­πειλητική παρουσία του μουσουλμανικού βασιλείου της Γρανάδας στην Ιβηρική, ώθη­σαν τους χριστιανούς ηγεμόνες να ενοποιή­σουν τους οίκους τους υπό ένα στέμμα πα­ραμερίζοντες τις προσωπικές τους διαφο­ρές. Ο γάμος της βασίλισσας Ισαβέλλας της Καστίλλης με τον βασιλέα Φερδινάνδο της Αραγωνίας, αν και «εύθραυστος», κατάφερε να δώσει στα στρατεύματα μια κεντρική ηγεσία και ένα νέο όραμα: Την εκδίωξη όλων των «απίστων» από την καθολική και ενιαία πλέον Ισπανία.

ΟΙ ΑΡΑΒΟΒΕΡΒΕΡΙΚΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Απέναντι στους χριστιανικούς στρατούς του Βορρά αντεπαρατάχθησαν οι Αραβες (Μαυριτανοί) της Ανδαλουσίας και οι σύμμα­χοί τους, οι πολεμοχαρείς Βέρβεροι. Ο λαός αυτός κατοικούσε στα δυτικά της Σαχάρας και αποτελείτο από εξισλαμισμένες νομα­δικές φυλές λευκών πληθυσμών της δυτικής βορείου Αφρικής, του επονομαζόμε­νου «Μαγκρέμπ». Αρχικώς οι βερβερικοί στρατοί της δυναστείας των Αλμοραβιδών μεταξύ των ετών 1085 και 1147 και αργότερον εκείνοι της δυναστείας των Αλμοχάδων ή Ενωτικών μεταξύ 1147 και 1220 επεχείρησαν και κατόρθωσαν ως έναν βαθ­μό να ανακόψουν την μαζική αντεπίθεση της χριστιανικής σταυροφορίας.

Η πολεμική τακτική των Βερβέρων ήταν μια ανεπτυγμένη μορ­φή παλαιοτέρων τεχνικών που χρησιμοποιούσαν οι φυλές της βορείου Αφρικής. Λόγω της καταγωγής τους ως κάτοικοι της ερήμου οι Βέρβεροι αρχικά δεν έ­καναν μαζική χρή­ση του ιππικού, αλλά μετεφέροντο, εξεστράτευαν και πολεμούσαν κυρίως επάνω σε καμήλες. Τα ζώα αυτά ενδείκνυντο για τη διάσχιση των δυσβάτων εδαφών της ε­ρήμου προσφέροντα στρατηγικά πλεονε­κτήματα και στοιχεία αιφνιδιασμού στους α­ναβάτες τους, όμως από τακτικήν άποψη εθεω­ρούντο ακατάλληλα για μάχες εκ του συστάδην. Με την εμφάνισή τους σκορπούσαν τρό­μο στα άλογα των αντίπαλων στρατευμάτων, οπότε οι Βέρβεροι αναβάτες εκμεταλλευόμενοι την α­ταξία στις εχθρικές γραμμές προσέγγιζαν και εξαπέλυαν τις επιθέσεις τους συνήθως πεζοί, σε μορφήν φάλαγγος. Οταν οι φάλαγ­γες αυτές εσχημάτιζαν αμυντική διάταξη για την αντιμετώπιση εχθρικής επιθέσεως οι άνδρες στην πρώτη γραμμή, που ήσαν οπλισμένοι με λόγχες και μεγάλες δερμάτινες ασπίδες, εγονάτιζαν, ενώ ελαφρύτερα τμήματα των οπί­σω γραμμών εξαπέλυαν ακόντια, λίθους και βέλη εναντίον των ε­χθρικών σχηματισμών.

Τέτοιοι συμπαγείς αμυντικοί σχηματισμοί απεδείχθηκαν πο­λύ χρήσιμοι στην απώ­θηση εχθρικών τμη­μάτων ιππικού τα οποία δεν κατόρ­θωναν να διασπάσουν τις αραβικές θέσεις. Στις πλευρές του πεζικού οι αφρικανοαραβικοί στρατοί τοποθετούσαν μικρές μονάδες ιππικού οπλι­σμένες με κυρτά σπαθιά, που κατά τα πρώτα χρόνια της αραβικής εξαπλώσεως παρέμεναν στατικές και αδρανείς. Οταν αργότερον ο πό­λεμος μετεφέρθη στην ορεινή ισπανικήν Ανδαλουσία η ενσωμάτωση μεγαλύτερων α­ριθμών αλόγων στις τάξεις των αραβικών στρατών εκρίθη απαραίτητη. Οι μικρόσω­μες και ευκίνητες ράτσες των αραβικών αλό­γων ημπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την διάσπαση και την καταδίωξη ενός αποσυντο­νισμένου εχθρού, αλλά και για την ταχεία και μακρά κίνηση ανιχνευτικών σωμάτων στα δύσβατα ισπανικά βουνά.

Τα ελαφρά έφιππα τμήματα των πρώιμων αραβικών στρατών αποκαλούντο «γυμνό ιπ­πικό», διότι δεν έφεραν θώρακα για προστα­σία. Σύμφωνα με μαρτυρίες η προσωπική φρουρά του Γιουσούφ ιμπν Τασουφίν, στρα­τιωτικού ηγέτη των Βερβέρων, απετελείτο από 500 άνδρες (κυρίως φραγκικής και τουρ­κικής καταγωγής) οι οποίοι έφεραν βαρύν ε­ξοπλισμό. Τα αραβικά στρατεύματα συνιστούσαν τακτικούς στρατούς των οποίων οι κινήσεις και οι εναλλαγές σχηματισμών κατά την πορεία μιας μάχης εγένοντο υπό τον συν­θηματικόν ήχο μεγάλων τυμπάνων και με την ευρεία χρήση πολεμικών σημαιών και εμβλη­μάτων.

Κατά τους αραβο-ισπανικούς πολέμους χριστιανοί και μουσουλμάνοι μισθοφόροι υ­πηρέτησαν συχνά και στα δύο στρατόπεδα, προσφέροντες τις πολύτιμες υπηρεσίες τους σε βασι­λείς ή τοπικούς ισχυρούς άρχοντες με α­ντάλλαγμα κυρίως εδαφικές παραχωρήσεις, φορολογικές διευκολύνσεις και υλικές απο­λαβές

ΟΙ ΙΣΠΑΝΙΚΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Οι πολεμικές συρράξεις στην Ισπανία επαρουσίαζαν σημαντικές δια­φορές σε σχέση με τις αντίστοιχες των κεντρο-ευρωπαϊκών κρατών. Ο ατομικός εξοπλισμός των δυτικών στρατιωτών ήταν πολύ ελαφρύτε­ρος σε σχέση με εκείνων της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας. Η χρήση του μακρού αναβολέα κατά την ίππευ­ση, σύμφωνα με τα φραγκικά πρότυπα του βαρέος ιππικού, έδινε σημαντικό πλεονέκτη­μα στους Ισπανούς έναντι των Αράβων αντι­πάλων τους, δυσχέραινε όμως την ίππευση και την αφίππευση. Οι έφιπποι πολεμιστές καθισμένοι σε ψηλή σέλα εστερέωναν τα πόδια τους στους αναβολείς και φέροντες ε­ξάρτυση από αλυσοπλεγμένο θώρακα ημπο­ρούσαν να χειρίζονται όπλα που ως τότε χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά οι πεζοί, χωρίς να φοβούνται τις δυσμενείς συνέπειες μιας πτώσεως.

Αν και υπήρξαν μεμονωμένες περι­πτώσεις εφίππων πολεμιστών με βαρύ οπλι­σμό και εξάρτυση, το ισπανικό ελαφρύ ιππι­κό παρέμεινε το κυρίαρχο σώμα στις ισπανο- αραβικές συγκρούσεις. Αντιγράφοντες την μουσουλμανική τακτική του ανορθοδόξου ιππικού πολέμου (αιφνίδιες επιθέσεις και υποχωρή­σεις) οι ευέλικτοι αναβάτες του ελαφρού ιπ­πικού έφεραν αλυσιδωτό θώρακα, ελαφρύ δόρυ, στρογγυλή ασπίδα, πτερνιστήρες / σπιρούνια, ξίφος και μαλακές μπότες, διαθέτοντες έτσι μεγα­λτέραν ευκινησία αλλά μικροτέρα δύναμη κρούσεως από το βαρύ ιππικό της υπολοίπου Ευρώπης.

Κατά την διάρκειαν του 11ου  και του 12ου  αιώνα οι χριστιανικοί στρατοί απαρτίζονταν κυρίως από πεζούς λογχοφόρους, βαλλιστροφόρους τοξότες και στρατεύματα εξει­δικευμένα σε μάχες πολιορκίας. Κατά τους επόμενους δύο αιώνες η χρήση μισθοφόρων επαγγελματιών και ταγμάτων πολιτοφυλα­κής αποτέλεσε τον κανόνα. Περιβόητοι και διαβόητοι για την πολεμικήν τους ικανότητα ήταν οι Αλμογάβαροι, γνωστοί και στον ελλαδικό χώρο από τη θυελλώδη δράση τους με την περι­βόητη «Καταλανική Εταιρεία» ή «Μεγάλη Καταλανική Κομπανία» («Companyia Catalana d’Orient») του Ροζέ ντε Φλορ κατά τον 14ον  αιώνα. Οπλισμένοι με σπαθί, ρόπαλο και τρία-τέσσερα ακόντια και ντυμένοι με δέρματα ζώων, όπως οι γερμανι­κές φυλές, οι Αλμογάβαροι αποτελούσαν ένα τυπικό δείγμα του σκληροτράχηλου Ισπανού μισθοφόρου εκείνης της περιόδου.

Κατά τα πρώτα έτη των ισπανοαραβικών συγκρούσεων οι χριστιανικοί στρατοί, μιμούμενοι τις αρα­βικές τακτικές, διεξήγαγαν έφιππες επιδρο­μές μικράς εμβελείας με αντικειμενικό στό­χο τη λεηλασία χωριών, την κλοπή ζώων και τη σύλληψη αιχμαλώτων. Σύντομα όμως οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ιβηρική μετε­τράπησαν σε οργανικόν τμήμα του ευρύτερον διαδεδομένου κινήματος των σταυροφοριών και του τζιχάντ

Λόγω της θρησκευτικής φύσεως των συ­γκρούσεων μέλη των γνωστότερων ιπποτικών ταγμάτων όπως οι Ιωαννίτες ή «Οσπιταλιέροι», οι Ναϊτες και αργότερον άλλοι γηγε­νείς πολεμιστές-μοναχοί επάνδρωναν συχνά τους χριστιανικούς στρατούς των ισπανικών και των πορτογαλικών βασιλείων, αν και κατά τα πρώτα έτη των συγκρούσεων μόνο οι Ναϊτες συμμετείχαν ως συγκροτημένο τάγμα – από το 1128. Η ανάμιξη των ταγμάτων αυ­τών κατά την διάρκειαν της Ανακτήσεως υπήρξεν πολύ ουσιαστική. Χαρακτηριστικώς αναφέρε­ται πως ο Αλφόνσος Α’ της Αραγωνίας το 1131 σχέδιασε να καταστήσει τους Ναϊτες ιπ­πότες κληρονόμους του. Αντίστοιχα όταν η κομητεία της Πορτογαλίας ανεκηρύχθη βασίλειον το 1143, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά τους ο Πορτογάλος βασι­λιάς εδώρισε στους Ναϊτες το κάστρο της Σουρ, ενώ το ίδιον έτος οι Ιωαννίτες απέ­κτησαν την πρώτη σταθερά βάση τους στην Καταλωνία.

Τα δύο φημισμένα τάγματα προοδευτικώς εγκατέλειψαν την υπόθεση της Ανακτήσεως, καθώς οι πολεμικές τους δραστηριότητες ε­στιάζοντο κυρίως στον ευαίσθητον χώρον της Παλαιστίνης και των Αγίων Τόπων, Στη θέση τους δημιουργήθηκαν καινούργια ισπανικά και πορτογαλικά τάγματα με κύριο σκοπό την ενδυνάμωση του θρησκευτικού αγώνος, την επάνδρωση και την υπεράσπιση προκεχωρημένων φυλακίων που εκινδύνευαν από τις μουσουλμανικές επιδρομές, την άσκηση ελέγχου σε περιοχές εκτός της επικρατείας ενός βασιλέως και, τέλος, την προώθηση, την ανάπτυξη και δημιουργία νέων πόλεων και χριστιανικών σφαιρών επιρροής. Οταν για παράδειγμα το 1157 οι Ναϊτες εγκατέλειψαν την απομονωμένη οχυρά θέση της Καλατράβα αφήνοντες τον δρόμο για το Τολέ­δο ακάλυπτο, ο ηγεμών της Καστίλλης Σάντσο ανεκοίνωσεν πως θα παραχωρούσε το κάστρο σε όποιον θα δεχόταν να υπερασπι­στεί τα εδάφη στα περίχωρα της περιβόητης ισπανικής πόλης.

Το μήνυμα δεν έμεινε ανα­πάντητο. Μια ομάδα μοναχών υπό την καθο­δήγηση του ηγουμένου Ραμόν Σιέρρα μετα­φέρθηκε στο άδειο κάστρο ενισχυόμενη από στρατιώτες από την περιοχή της Ναβάρρας. Με αδιάκοπο δράση εναντίον των ε­πιδρομέων οι μοναχοί κατάφεραν να ασφαλί­σουν την ευρυτέρα περιοχή του Τολέδο και το 1164 αντικαταστάθηκαν από ιππότες πολεμιστές, ενώ το τάγμα αναγνωρίσθηκε επί­σημα από την παπική εκκλησία. Σε αναγνώ­ριση της βοηθείας τους ο νέος ηγεμών της Καστίλλης, Αλφόνσος Η’ , τους παρεχώ­ρησε πλήρη δικαιώματα σε όποιο κάστρο αποσπούσαν από τον εχθρό, καθώς και το ένα πέμπτο από τις μελλοντικές κατακτή­σεις του.

Στα μέσα του 14ου  αιώνος η βόρειος Ισπα­νία μετετράπη σε δευτερεύον θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων του Εκατονταετούς πολέμου. Η επιρροή των αγγλικών, γαλλικών και φλαμανδικών στρατών ήταν τόσον εντυπωσιακή ώστε η πολεμική ορολο­γία, οι ενδυμασίες, οι εξαρτύσεις, τα εμβλή­ματα και οι πολεμικές τακτικές του Ισπανού στρατιώτη έμοιαζαν πολύ με εκείνα των υπόλοιπων δυτικών στρατών.

Τον 15ον  αιώνα το εντυπωσιακό βασιλικό στράτευμα της Καστίλλης περιελάμβανε βα­ρύ ιππικό οργανωμένο σε «λόγχες» και αρκε­τά τμήματα ελαφρού ιππικού οργανωμένα σε ίλες. Οι μονάδες του πεζικού ήσαν αναμεμιγμένες με το ιππικό, ενώ μόνο το νεογέννητον όπλο του Πυροβολικού ήταν οργανωμένο χωριστά. Εκτοξεύον σφαίρες βάρους 500 gr έως 50 Κgr, με ρυθμόν βολής ένα βλήμα ανά ώρα και βεληνεκές έως και 2.000 μέτρα το πυροβολικόν από το 1480 και ένθεν προσέφερε στους Καστιλλιάνους σχετική τεχνολογικήn α­νωτερότητα και ηυξημένη ισχύ πυράς, που σταδιακά αξιοποιήθηκε για να καμφθεί η α­ντίσταση των κάστρων της Γρανάδας. Ουσιαστικώς την υπεροχήν στο ι­σπανικόν στράτευμα την προσέφεραν η εύ­ρωστη οικονομία και οι πλούσιες αποθήκες των χριστιανικών βασιλείων, που κατάφεραν να το ανεφοδιάζουν και να αντικαθι­στούν με γοργούς ρυθμούς τις απώλειες.

(συνεχίζεται)

Στέργιος Απρίλης – Σαμαρινιώτης
Please follow and like us: