Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ – ΓΑΛΛΟΒΙΕΤΝΑΜΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΚΙΝΑ / 11
Η τελευταία ευκαιρία των υπερασπιστών είναι η σύσκεψη ειρήνης ; Όχι ! Υπάρχει και άλλη μιά: Αυτή είναι να απελευθερωθεί το Ντιέν Μπιέν Φου με μιά δράση «εκ των έξω», εναντίον των επικοινωνιών των πολιορκητων.
Οι Βιετμίνχ εφοδιάζονται γιά την τελική μάχη από έναν δρόμο που ξεκινα από τις πύλες της Κίνας, περνά από το Τάι Νγκουέν, το Γιέν Μπάι και το Νγκία Λό, γιά να καταλήξει στην περιοχή του Ντιέν Μπιέν Φου. (Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί όλης αυτής της διαδρομής δεν έφεραν κανένα αξιόλογο αποτέλεσμα). Ο δρόμος πρέπει να κοπεί με κατά ξηράν δράση, που θα ξεκινά από το Δέλτα του Τονκίνου. Οι μελέτες που έκανε το αρχηγείο του εκστρατευτικού σώματος καταλήγουν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν κατορθωτό, μόνον εάν καταλαμβανόταν το Γιέν Μπάι, στην όχθη του Ερυθρού Ποταμού, 100 χιλιόμετρα από το Ανόι.
Αλλά το Γιέν Μπάι ήδη θεωρήθηκε ανέφικτος στόχος εδώ και δεκαοκτώ μήνες, κατά την Επιχείρηση «Λωρραίνη». Τώρα τα μέσα είναι ακόμη ολιγότερα από τοτε. Μόνον γιά να προστατευθεί το Δέλτα του Τονκίνου από τις μοναδες της περιοχής χρειάζονται 100.000 άνδρες, που και αυτοί δεν κατορθώνουν να εμποδίσουν την καθημερινή δολιοφθορά του σιδηροδρόμου Χαϊφόνγκ – Ανόι. Η Επιχείρηση «Άτλας» διαιρεί τις γαλλοβιετναμικές δυναμεις. Η ιδέα γιά μιάν αντεπίθεση στην μεσοποτάμια περιοχή, μεταξύ του Ερυθρού και του Διαυγούς Ποταμού απορρίπτεται ως ανέφικτη.
Ο Ναβάρ πετά στο Σενό του Λάος, συναντά τον συνταγματάρχη ντε Κρεβκέρ, προσπαθεί να επαναφέρει σε εφαρμογή το σχέδιο της προωθήσεως, που είχε αποφασισθεί τον Δεκέμβριο γιά να σπάσει η απομόνωση του Ντιέν Μπιέν Φου. Τέσσερα τάγματα που θα συγκεντρώνονταν στην κοιλάδα του Ου, τρία τάγματα που θα ρίχνονταν μέ αλεξίπτωτα στην περιοχή του Μουόνγκ Χούα, θα έτειναν το χέρι προς το περιχαρακωμένο στρατοπεδο. Η Επιχείρηση «Κόνδωρ» ή «Επιχείρηση D», όπως την είχαν ονομάσει, χαρακτηρίζεται από τον Ναβάρ ως «απολύτως πραγματοποιήσιμη». Θα είχε ως ελάχιστο αποτέλεσμα να ελαττώσει την πίεση που εδέχοντο οι πολιορκούμενοι. Εκτελείται διστακτικά, με την ευθύνη της «Εξωτερικής Υπηρεσίας Αντικατασκοπίας» της περιβόητης Ζντεκ – SDECE, υπό τις εντολές του καταδρομέα λοχαγού Ζαν Σασί (Jean Sassi).Θα καταφέρει να διασώσει 150 διάσπαρτους επιζώντες φυγάδες μετά την κατάρρευση, μέσα στα δάση.

Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση ήταν απολύτως χιμαιρική. Αναμεσα στο Μουόνγκ Χούα και στο Ντιέν Μπιέν Φου, το έδαφος είναι άβατο. Οι περιοχές όπου μπορούν να πέσουν αλεξιπτωτιστές, ανάμεσα σε άγρια βουνα σκεπασμένα από τη ζούγκλα, είναι ελάχιστες και πολύ κακές. Τα τρία τάγματα των αλεξιπτωτιστων, που αποτελούν την απολύτως ελάχιστη απαιτούμενη δύναμη, για την ολοκλήρωση της διάσπασης – σωτηρίας δεν υπάρχουν. Ακόμη όμως και αν υπήρχαν, δεν θα επαρκούσε η διαθέσιμη αεροπορική δύναμη γιά την πραγματοποίηση τής επιχειρήσεως. Η μάχη του Ντιέν Μπιέν Φου απαιτεί τα πάντα.
Μόλις το επιτρέπουν οι μετεωρολογικές συνθήκες, τα ελαφρά βομβαρδιστικά πολυβολούν, βομβαρδίζουν, ρίχνουν ναπάλμ. Οι πλέον ατρόμητοι είναι οι πιλότοι του Αεροπλανοφόρου «Αρρομάνς», του οποίου ο αρχηγός σμήνους, υποπλοίαρχος Ζάν – Ντομινίκ Αντριέ, εφονεύθη στις 31 Μαρτίου. Αλλά οι θέσεις των Βιετμίνχ είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσβληθούν και από την αεροπορία και από το πυροβολικό. Σε όλη την διάρκεια τής πολιορκίας μόνον ένα πυροβόλο των Βιετμίνχ αχρηστεύθηκε από αέρος ! Γιά τον ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και πολεμοφόδια χρειάζονται 150 τοννοι την ημέρα. Μέ την κακοκαιρία, τα αντιαεροπορικά πυρά, την έλλειψη αλεξιπτώτων» ο αριθμός αυτός γίνεται μιά εντελώς απίθανη ύπόθεση. Ο Ναβάρ παραπονείται πικρά στους Αρχηγούς της Αεροπορίας Λωζέν και Νικό. Του απαντούν μέ οξύτητα ότι αύτοί δεν είναι υπεύθυνοι γιά μιά κατάσταση που σαφώς υπερβαίνει τις δυνατότητές τους.
Ο ντε Καστρί ζητά άνδρες. Του ……έρχονται από τον ουρανό ! Τρία τάγματα αλεξιπτωτιστών ρίπτονται από τις 15 Μαρτίου έως τις 3 Απριλίου. Σε όλη τήν Ινδοκίνα, παρουσιάζονται εθελοντές γιά να πηδήσουν στο Ντιέν Μπιέν Φου. Προσφέρεται ομαδικά, και ένα τάγμα της Λεγεώνος, όχι άλεξιπτωτιστων. Ο συνταγματάρχης Σωβανιάκ, ο αρχηγός των άλεξιπτωτιστων του Τονκίνου, εννοεί στην αρχή να εφαρμόσει τον κανονισμό, που απαιτεί έξη έκπαιδευτικές πτώσεις για το δίπλωμα του αλεξιπτωτιστή, αλλά ύστερα από τις διαμαρτυρίες που ξεσηκώνονται υποχρεώνεται να εγκαταλείψει την προσήλωσή του στους τύπους. Από τούς 2.000 άνδρες που θα φτάσουν γιά ενίσχυση, εκτός από τις συγκροτημένες μοναδες, περισσότεροι από 700 θα είναι εθελοντές που πέφτουν γιά πρώτη φορά. Και ο κατάλογος μεγαλώνει διαρκώς !
Η μάχη του Ντιέν Μπιέν Φου στέλνει μιάν αληθινά επική πνοή επάνω από ένα εκστρατευτικό σώμα εξαντλημένο κι εξουθενωμένο.
«Κάποια νύκτα, αφηγείται ο Λανγκλαί, ένας λεβέντης ανθυπολοχαγός, πρωτάρης στο αλεξίπτωτο, που μόλις είχε βγει από το Σαίν Σύρ, έπεσε σχεδόν επάνω στο κεφάλι μου. Του έδειξα σε ποιά μοναδα έπρεπε να πάει. Λίγες ώρες αργότερα, καθώς χάραζε η αυγή, παραμέρισα γιά να περάσουν μερικοί άνδρες που κουβαλούσαν ένα φορείο. Παγωμένο από τον θανατο, αναγνώρισα το ωραίο προσωπο του ανθυπολοχαγού μου».
Στις 15 Απριλίου, ύστερα από ένα μήνα εξοντωτικής πολιορκίας, το περιχαρακωμένο στρατοπεδο του Ντιέν Μπιέν Φου διαθέτει ακόμη τα μεγάλα οχυρά Ελιάν, Κλωντίν και Υγκέτ, με τα ενδιάμεσα οχυρωματικά έργα Γεράκι, Ήρα και Λιλή. Η 308η ερυθρή μεραρχία βάλλει στην αριστερή όχθη του Γιούμ, απέναντι από το Ελιάν και το τελευταίο σημείο στηρίξεως που απέμεινε από το Ντομινίκ. Το βάρος πέφτει στήν 312η μεραρχία, στήν δεξιά όχθη και η σφοδρότερη μάχη δίνεται γιά το Υγκέτ.
Καταμεσής τού ορυζώνα, το Υγκέτ 6, που καλύπτει τήν άκρη του αεροδρομίου, είναι ένα οχυρό τρίγωνο, που εάν χανόταν θα μίκραινε ακόμα περισσότερον ο άξονας των ρίψεων και θα μεγάλωνε ακόμα περισσότερον η αναλογία των κιβωτίων που πέφτουν στις θέσεις του εχθρού. Ένας αξιωματικός του ιππικού, ο λοχαγός Μπιζάρ, υπερασπίζει το σημείο στηρίξεως με έναν λόχο που τον αποτελούν Βιετναμέζοι αλεξιπτωτιστές, Τάι που απέμειναν πιστοί και ολίγοι άνδρες που έχουν αποκοπεί από τις μοναδες τους. Οι έπιθέσεις των Βιέτ συντρίβονται πάνω σε αυτό το γενναίο ετερόκλητο χαλύβδινο σύνολο.
Πεισματάρης, ο εχθρός όλο σκάβει. Τά λαγούμια που ανοίγει όλο και πληθαίνουν, όλο και περισφίγγουν το σημείο στηρίξεως. Βρίσκοντας κάλυψη από τους λεγεωναρίους, που έχουν αναπτυχθεί, ομάδες από αιχμαλώτους ξεγλιστρούν υπό τα πυρά των όλμοβόλων. Ο Μπιζάρ, οχυρωμένος στο Υγκέτ 6, κάνει καταγραφή. Ό ασύρματος του είχε πει πως θα έπαιρνε 35 δοχεία νερό. Φτάνουν 5. Ο ορυζώνας είναι στεγνός και στά πηγάδια που άνοίγουν το μόνο που βρίσκουν είναι μιά μαύρη λάσπη. Μέσα στήν έξουθενωτική ζέστη, κάτω από τον ήλιο που λυώνει σίδερο, οί ύπερασπισταί τού Υγκέτ πεθαίνουν από τη δίψα !
Τήν προηγούμενη μέρα, 15 Απριλίου, το ύπουργικδ συμβούλιο προήγαγε τον συνταγματάρχη ντέ Καστρί στον βαθμό τού ταξιάρχου. Όλος ο τύπος τού ελεύθερου κόσμου εξυμνεί τον ένδοξο υπερασπιστή του Ντιέν Μπιέν Φου. Εκείνος ο ίδιος, ο σπαχής, ο έκπαιδευτής των ευκινήτων μοναδων, ξέρει ότι ή μάχη αυτή, βήμα- βήμα, δεν είναι το στοιχείο του. Εδώ θα χρειαζόταν ένας άνθρωπος δεμένος με την γη, κάποιος σκαπανέας ή πεζικάριος, αποφασισμένος να πολεμήσει γιά κάθε σβώλο χώμα και να το πληρώσει με την ίδια την ζωή του μέσα στα χαρακώματα. Ο ντε Καστρί, που αλώνιζε ολόκληρο το περιχαρακωμένο στρατοπεδο μέ το τζίπ του, με την σημαία του και με την κόκκινη εσάρπα του να ανεμίζει περήφανη στον αέρα, κλείνεται τώρα στην μελαγχολία και στην πίκρα του δίπλα στον ασύρματο που τον συνδέει με το Ανόι.
Λείπει δυστυχώς από το πολιορκημένο Ντιέν Μπιέν Φου η φλόγα του μεγάλου Αρχηγού, ενός νέου Αντρέ Μασσενά (André Masséna) στην ανυποχώρητη άμυνα της Γένοβας – «το αγαπημένο παιδί της νίκης» του Ναπολέοντος («l’enfant chéri de la victoire»)- ή ενός χαλύβδινου Φραντς Έντουαρντ φον Τοτλέμπεν (Franz Eduard von Totleben) στην πολιορκία της Σεβαστουπόλεως από Τούρκους και Αγγλογάλλους κατά τον κριμαϊκό πόλεμο. Είτε γιατί το ξέρουν, είτε γιατί δεν θέλουν να χαρίσουν στους Βιετμίνχ την δόξα ότι θα αιχμαλωτίσουν ένα Γάλλο ταξίαρχο, πολλοί υπουργοί της γαλλικής κυβερνήσεως αντιτίθενται στην προαγωγή του καρτερικού ντε Καστρί. Ο Λανιέλ επιμένει. Συγχαίροντας το νέο του συνάδελφο ανώτατο αξιωματικό, ο Κονύ προσθέτει: «Σας στέλνω με το αλεξίπτωτο τα αστέρια σας». Πέφτουν στους Βιέτ !
Ανήμερα το Πάσχα, 18 Απριλίου, ο ντε Καστρί παίρνει την Απόφαση να θυσιάσει το Υγκέτ 6. Γιά να περισυλλέξει την εξηντλημένη από την μάχη φρουρά θα χρειαζόταν ένας αγών που θα στοίχιζε τόσο αίμα όσο δεν είχε την δυνατοτητα να θυσιάσει. Παραγγέλλουν στον λοχαγό Αλαίν Μπιζάρ (Alain Bizard), επικεφαλής του Υγκέτ ότι κανείς δεν θα τον επικρίνει αν παραδοθεί. Ο Μπιζάρ προτιμά μιάν απεγνωσμένη έξοδο επάνω από τά χαρακώματα των Βιέτ. 120 άνδρες εξορμούν, 60 κατορθώνουν να περάσουν.
Το Υγκέτ 1 έχει την ίδια μοίρα με το Υγκέτ 6. Οι Βιέτ απομονώνουν το σημείο στηρίξεως, εισδύουν σε αύτο μέσα από τα λαγούμια τους, ξεπροβάλουν … ανάμεσα στα πόδια των υπερααπιστων. Αυτήν τη φορά ο άξονας των ρίψεων περιορίζεται τοσο πολύ, ώστε ο ντε Καστρί δίνει διαταγή να ανακαταληφθεί η χαμένη θέση. Αλλά η κούραση βαραίνει επάνω στην φρουρά. Η αντεπίθεση, που ανατίθεται στο 2ο τάγμα αλεξιπτωτιστων, δεν έχει καθόλου την ορμή εκείνης που ξανακέρδισε το Ελιάν 2 δεκαπέντε ημέρες νωρίτερα. Αποτυγχάνει. Στα τέλη Απριλίου το Υγκέτ έχει χαθεί.
Οι γαλλικές θέσεις περιορίζονται πλέον σε έναν κύκλο μέ διάμετρο 1.500 μέτρα. Χίλιοι διακόσιοι τραυματίες στριμώχνονται ο ένας επάνω στον άλλο μέσα στις φωλεές του υπόγειου νοσοκομείου. Άλλοι τοσοι ευρίσκονται στά σημεία στηρίξεως, υπό τις φροντίδες των ιατρών των ταγμάτων που, καθώς λέει ένας αυτόπτης, δεν κάνουν τίποτε άλλο από αλλαγή στους επιδέσμους όταν αρχίζουν να βρωμούν. Εδώ και πολύν καιρό οι νεκροί θάβονται επί τοπου ή, όπως έγινε στο Ελιάν 2, σαπίζουν …. ανάμεσα στους ζωντανούς, αναδύοντας μια φρικτή δυσωδία. Η εποχή των βροχών δεν άρχισε άκόμη, αλλά οι θύελλες που την προαναγγέλλουν είναι παραπάνω από αρκετές γιά να μαζευτεί μισό μέτρο λάσπης μέσα στά καταφύγια ! Μιά καταμέτρηση που ζήτησε ο Μπιζάρ παρουσιάζει 3.620 μαχητές στο Ντιέν Μπιέν Φου και 1.250 στο Ιζαμπέλ, που έχει απομονωθεί από τις αρχές Απριλίου. Δηλαδή, μαζί μέ τους πυροβολητές, τους άνδρες των αρμάτων και τους άνδρες του μηχανικού, τους ακάματους «σκαπανείς», συνολικά κάπου 6.000 πολεμιστές. Στις 13 Μαρτίου μέσα στο περιχαρακωμένο στρατοπεδο ευρίσκοντο 12.000 άνδρες, ενώ άλλες 4.000 έπεσαν με αλεξίπτωτο. Η διαφορά που προκύπτει είναι οι νεκροί και οι τραυματίες, αλλά και οι χιλιάδες λιποτάκτες, οι δειλοί «αρουραίοι» από τους οποίους άλλοι επέρασαν στον εχθρό και άλλοι κατέφυγαν στην «πόλη των τρωγλοδυτών» στις όχθες του Γιούμ. 700 Τάι, 75 Αλγερινοί και 300 Μαροκινοί έμειναν πιστοί στην γαλλική σημαία !
Από τον βαρύ οπλισμό του φρουρίου, 8 πυροβόλα των 105mm και 2 των 155mm μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν. Τέσσερα ή πέντε άρματα μάχης μπορούν ακόμη να κινούνται. Τα πολεμοφόδια σπανίζουν. Ένα κινεζικό σύνταγμα αντιαεροπορικού πυροβολικού, μέ 67 (!) πυροβόλα των 37mm, έχει λάβει αριστοτεχνική θέση μάχης καθιστώντας τις πτήσεις πάνω από το λεκανοπέδιο εξαιρετικά δύσκολες νύκτα και ημέρα. Τα πολιτικά αμερικανικά πληρώματα των DC 119, πολίτες που πληρώνονται από την CIA γιά κάθε ώρα πτήσεως, αρνούνται να ρίχνουν αλεξίπτωτα από χαμηλό ύψος. Έτσι, περισσότερα από τα μισά ριπτόμενα κιβώτια πέφτουν στά χέρια του εχθρού. Οι εθελοντές που πρωτοπέφτουν με αλεξίπτωτο εξακολουθούν να ρίχνωνται στο κενό κάθε φορά που το επιτρέπει ο καιρός : 52 στις 27 Απριλίου, 83 στις 30, 43 την 1η Μαΐου ….
Πόσον καιρό ακόμη μπορεί να αντέξει το Ντιέν Μπιέν Φου; Εκεί, οι πολεμιστές πιστεύουν ακόμη ότι θα αντέξουν ως το τέλος, δηλαδή έως την ώρα που οι Βιέτ, εξαντλημένοι από την συνεχή αιμορραγία, θα εγκαταλείψουν τον αγώνα. Στο επιτελείο του Ναβάρ ορίζουν την 15η Μαΐου ως ακρόριο της αντοχής του περιχαρακωμένου στρατοπέδου. Στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο Τσώρτσιλ κάνει μιά παγερή, τάχα «φλεγματική αγγλική» δήλωση, καλώντας τους συμπατριώτες του να μην παρασυρθούν από την «συναισθηματική νότα που φέρνει στο πρόβλημα της Ινδοκίνας η Ιλιάδα του Ντιέν Μπιέν Φου». Εκδηλώνει άλλη μιά φορά την αντίθεσή του γιά κάθε είδος δραστηριότητα, εάν δεν λήξει η διάσκεψη της Γενεύης, η «τελευταία ελπίδα» των πολιορκημένων.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΡΟΘΑΝΑΤΙΕΣ ΩΡΕΣ – Στη Γενεύη, η άνοιξη σκορπίζει την χαρωπή λάμψη της. Με τις δεκαεννέα αντιπροσωπίες και τους πεντακόσιους δημοσιογράφους που έφθασαν, η πρωτεύουσα της …. μακαρίτισσας άχρηστης «Κοινωνίας των Εθνών» ξαναπαίρνει κάποια ζωντάνια. Ιστορική νεκροφάνεια! Αλλά, κάθε φορά που προσπαθούν να πετύχουν μιαν άμεση ανακωχή με την μεσολάβηση του Μολότωφ και του Τσου Εν Λάι, οι Γάλλοι δέχονται κατά πρόσωπο την ίδια αμετάκλητη άρνηση.
Η αντιπροσωπεία των Βιετμίνχ, με την υποστήριξη των μεγάλων συμμάχων της, σοφίζεται αλληλοδιάδοχες διαδικαστικές πανουργίες ώστε να δώσει καιρό στον Γκιάπ να εξαπολύσει ασταμάτητα τη μιά μετά την άλλη τις θυελλώδεις επιθέσεις του. Θα ήταν πολύ σπουδαίο εάν η αντιπροσωπεία των Βιετμίνχ ερχόταν να «ποντάρει» στο πράσινο τραπέζι του διπλωμετικού παιγνίου της διασκέψεως με ατού της την πτώση του Ντιέν Μπιέν Φου.
Τη νύκτα της 1 προς 2 Μαίου σημαίνει η έναρξη της τελικής επιθέσεως. Με στοχο τα δύο πλευρά του περιχαρακωμένου στρατοπέδου, οι Βιέτ επανέρχονται στην τακτική των ανθρωπίνων κυμάτων και των «εθελοντών του θανάτου». Στα ανατολικά του Γιούμ κυριεύουν τους λόφους Ντομινίκ 3 και Ελιάν 1, τον τελευταίο ολότελα ανασκαμμένο και σκεπασμένο από πτώματα, όπως τα θρυλικά υψώματα του Βωκουά (Vauquois) κατά τον Α’ Μεγάλο Πόλεμο, με τον ναρκοπόλεμο των 519 εκρήξεων. Στα ανατολικά, καταλαμβάνουν το Υγκέτ 5. Ή ηρεμία, όπως συνήθως, ξανάρχεται μαζί με το φώς της ημέρας και κρατά έως την επομένη νύκτα. 150 εθελοντές πέφτουν με αλεξίπτωτο στο περιχαρακωμένο στρατοπεδο. Οι πολιορκημένοι αρχίζουν να πιστεύουν σε ένα θαύμα: Ο εχθρός αφού εξεδήλωσε την τελευταία του προσπάθεια αποτραβήχθηκε…
Αυτή η παρηγορητική γλυκειά αυταπάτη δεν βασιλεύει βεβαίως και στο Ανόι, όπου ο συνταγματάρχης ντε Κρεβκέρ ήλθε να συναντήσει τον Ναβάρ και τον Κονύ γιά να εξετάσουν μέ ποιόν τρόπο θα σωθεί ό,τι άπέμεινε από την ηρωική φρουρά. Εγκαταλείποντες τα πυροβόλα και τους τραυματίες τους, οι επιζώντες μπορούν να επιχειρήσουν μιάν έξοδο προς την ασθενή φάλαγγα που έρχεται από το Λάος. Ο επιτελάρχης του Κονύ αντιτάσσεται, λέγοντας ότι αυτή η άτακτη φυγή θα κηλιδώσει την δόξα μιας τοσο ηρωικής αντιστάσεως και δεν θα σώσει παρά μόνο μιά χούφτα ανθρώπους. Ο Ναβάρ περιορίζεται να συντάξει μιά διαταγή που ζητεί «να μελετηθεί και να προπαρασκευασθεί η απαγκίστρωση της “Βορειοδυτικής Ομάδος Επιχειρήσεων”». Αυτό είναι το επίσημο ονομα της μελλοθάνατης φρουράς. Τα έγγραφα του επιτελείου δεν δείχνουν την πραγματικότητα και την αλήθεια ούτε στο τέλος.
Μιά άλλη ανόητη απόφαση είναι να ριφθεί στην καταδικασμένη περιοχή το τελευταίο τάγμα Αλεξιπτωτιστών που απέμεινε διαθέσιμο στο Τονκίνο, το 1ο των αλεξιπτωτιςτων. Ένας από τους λοχαγούς του, ο Ζαν Πουζέ, λέει σε κάποια αφήγησή του ότι γευμάτιζε στο ίδιο τραπέζι μαζί με τον στρατηγό Μποντέ, επιτελή του Ναβάρ, αμέσως μετά τη λήψη της σχετικής διαταγής. Όλοι οι συνδαιτημόνες συμφωνούσαν ότι το Ντιέν Μπιέν Φου δεν θα κρατούσε παραπάνω από 48 ώρες. Ο Πουζέ, ενώ ζητούσε την άδεια να φύγει, είπε: «Αύριο θα γευματίζω εκεί». Όλοι σηκώθηκαν ταραγμένοι από τα τραπέζια τους σε στάση προσοχής σεβασμού: «Γιατί δεν μας το είπατε κύριε λοχαγέ;».
Δυό λόχοι τού 1ου τάγματος αλεξιπτωτιστων επήδησαν κατά μικρές ομάδες τη νύκτα της 4ης προς 5η Μαίου. Το βράδυ της 6ης επιβιβάσθηκε σε πέντε Ντακότα και ο τελευταίος λόχος, με επικεφαλής τον λοχαγό Φωσσυριέ. Όταν πλέον ευρίσκετο επάνω από το Ντιέν Μπιέν Φου, έλαβε από το έδαφος την διαταγή να γυρίσει στο Ανόϊ.
Οι ίδιοι οι υπερασπιστές του οχυρού είχαν καταλάβει ότι τώρα πλέον όσο τροφοδοτούσε κανείς τή μάχη δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να τροφοδοτεί τον θανατο ή την αιχμαλωσία των γενναίων!
Τήν ίδια στιγμή το μόνο που απομένει στην αριστερή όχθη του Γιούμ είναι το σημείο στηρίξεως Ελιάν 4, που το υπερασπιζόταν ο Μποτελλά, και το σημείο στηρίξεως Ελιάν 2, που το υπερασπιζόταν ο Πουζέ. Μία ναρκη, που σκάει κάτω από το Ελιάν 2, «αποκεφαλίζει» τον αιματοβαμμένο λόφο.
Ο Πουζέ με μιά χούφτα άνδρες ανακαταλαμβάνουν την χοάνη, αλλά τα πολεμοφόδιά τους έχουν ολότελα εξαντληθεί και καθώς επιχειρούν να εισδύσουν στον κεντρικό πυρήνα, σκοτωνονται ή συλλαμβάνονται. Την αυγή, πέφτει με την σειρά του και το Ελιάν 4. Στην άλλη όχθη, χάνεται ένα μέρος του οχυρού Κλωντίν. Ανάμεσα σε 4.000 τραυματίες, χίλιοι μόλις αλεξιπτωτιστές, λεγεωνάριοι, Αλγερινοί και Βιετναμέζοι πολεμούν στα τυφλά, χωμένοι στη βρωμερή λάσπη. Το πρωί έρχεται, αλλά δεν φέρνει την συνηθισμένη ανάπαυλα. Ο Γκιάπ διέταξε τον στρατο του να αποτελειώσει το Ντιέν Μπιέν Φου πρίν νυκτώσει.
Ο ντε Καστρί και ο Κονύ αποχαιρετούνται. Ο Κονύ θυμίζει: «Προς θεού, να μην υψωθεί λευκή σημαία!» Το σύμβολο της παραδόσεως δεν πρέπει να κηλιδώσει μιά λαμπρή σελίδα δόξας που προκαλεί τον θαυμασμό όλου του κόσμου. Ένας τελευταίος αεροπορικός βομβαρδισμός ξεσηκώνει τους άντίλαλους μέσα στο μικρό λεκανοπέδιο. Οι θέσεις που χάθηκαν την νύκτα πολυβολούνται και βομβαρδίζονται με κάθετες έφορμήσεις.
Μάταια: Οι επιζώντες τού Ντιέν Μπιέν Φου δεν έχουν πιά καμία δύναμη να ξαναρχίσουν την μάχη ! Σπάζουν τα όπλα τους. Σαμποτάρουν τους κινητήρες των τελευταίων αρμάτων τους. Στο Ιζαμπέλ, ο συνταγματάρχης Λαλάντ ετοιμάζεται να επιχειρήσει μιάν έξοδο προς το Λάος.
Το πυροβολικό των Βιέτ σωπαίνει. Ο παράξενος θόρυβος που ακούγεται ύστερα θα μείνει γιά πάντα χαραγμένος στην μνήμη των ηττημένων: Είναι τα πατήματα μέσα στη λάσπη χιλιάδων πελμάτων που πλημμυρίζουν το ερειπωμένο στρατοπεδο και συγκλίνουν προς το αμπρί του διοικητή. Η ώρα είναι 5 το απόγευμα. Κάθε αντίσταση έχει πλέον σταματήσει !
Οι πιό περήφανοι στρατιώτες τού γαλλικού στρατού, ο Μπρεσινιάκ, ο Λανγκλαί, ο Μπιζάρ, παραδίδονται. Οι στρατιώτες του Λαλάντ θα βρουν τον δρόμο της εξόδου αποκλεισμένο και θα παραδοθούν.
Σκορπισμένα παντού, στον πυθμένα και στα πλευρά της λεκάνης του θρυλικού Ντιέν Μπιέν Φου, 60.000 αλεξίπτωτα σχηματίζουν ένα πελώριο λευκό σάβανο.
ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΛΩΝ !

Ισίδωρος Ιγνατιάδης
