Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ – ΓΑΛΛΟΒΙΕΤΝΑΜΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΚΙΝΑ / 10
Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΝΤΙΕΝ ΜΠΙΕΝ ΦΟΥ
Ας δούμε όμως τι συνέβη μακριά από το πεδίο της μάχης, τον πόνο το αίμα και τις εκρήξεις. Μακριά από εκεί που το θάρρος συναντά τον θάνατο και ο άνθρωπος τον Πλάστη του : Ολίγες μερες πριν από την τελική επίθεση στο Ντιέν Μπιέν Φου, έγινε στην γαλλική Βουλή μιά συζήτηση γιά την Ινδοκίνα. Ο πορτογαλικής καταγωγής Γαλλοεβραίος σοσιαλιστής βουλευτής του σοσιαλφιλελευθέρου «Ριζοσπαστικού Κόμματος», Πιέρ Ισαάκ Ισιντόρ Μαντές Φράνς (Pierre Isaac Isidore Mendès France) – και μετέπειτα πρωθυπουργός – εκατηγόρησε απερίφραστα τήν κυβέρνηση: «Στην πολιτική σας υπάρχει ένας Ανομολόγητος ευσεβής πόθος, ο πόθος της Αμερικανικής στρατιωτικής eπεμβάσεως. Η διάσκεψη τής Γενεύης δεν είναι για εσάς παρά ένα άλλοθι που θα σας επιτρέπει να συνεχίζετε τον πόλεμο ενώ θα δίνετε την εντύπωση ότι επιδιώκετε την ειρήνη».
Αυτή η βαρεία κατηγορία αποτυπώνει την εξαίρετη ρητορεία του δαιμόνιου Μαντές Φρανς, όμως είναι μάλλον υπερβολική αβάσιμη. Ο συντηρητικός πρωθυπουργός Ζοζέφ Λανιέλ και όλοι σχεδόν οι υπουργοί του εύχονται να διακανονισθεί αυτή η σύγκρουση με διαπραγματεύσεις. Οι στρατιωτικοί και μερικοί πολιτικοί που πιστεύουν ακόμη σε κάποια νίκη, φοβούνται μιάν άμεσο επέμβαση της Αμερικής και παρακολουθούν με την μεγαλύτερη προσοχή την δραστηριότητα της αμερικανικής αποστολής που ρυθμίζει, επί τόπου, την παράδοση του στρατιωτικού υλικού. Φέρνοντας γιά επιχείρημα την πρόσφατη πείρα τους από την Κορέα, οι Αμερικανοί πολύ θα ήθελαν να τους ανατεθεί η δημιουργία και η εκπαίδευση του εθνικού βιετναμικού στρατού. Οι Γάλλοι αντιτίθενται σε αυτό σφοδρά, πεισματικά και ….αλαζονικά.
Ένα μόνον ενδεχόμενο, η άμεση και μαζική επέμβαση των Κινέζων, θα μπορούσε να καταστήσει απαραίτητη την συμμετοχή της Αμερικής στον πόλεμο της Ινδοκίνας. Ο στρατηγός Πωλ Ανρί Ρωμουάλ Ελύ (Paul Henri Romuald Ély, γεννηθείς στην Θεσσαλονίκη το 1897), Αρχηγός του άρτι συσταθέντος « Επιτελείου Αμύνης» [CEMA – «Chef d’État-Major des Armées» – Αρχηγός του Επιτελείου των Στρατιών (Ξηράς, Θαλάσσης, Αέρος), είχε αναλάβει, πριν από την επίθεση στο Ντιέν Μπιέν Φου, να μεταβεί στην Ουάσιγκτον γιά να μελετήσει αυτό το ιδιαίτερα απειλητικό ένδεχόμενο. Όταν αναχωρεί, στις 19 Μαρτίου, το οχυρό «Μπεατρίς» και το οχυρό «Γκαμπριέλ» του «Φρουρίου Ντιέν Μπιέν Φου» έχουν ήδη πέσει. Αυτομάτως η αποστολή του αλλάζει τόνο. Αυτός ο άνδρας που φθάνει στίς Ηνωμενες Πολιτείες είναι πλέον ένας αγγελιαφόρος της τραγικής γαλλικής αγωνίας και αδυναμίας.
Ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίον συζητεί ο Ελύ είναι ο Αμερικανός (ΑΓΕΕΘΑ) – «Πρόεδρος των Αρχηγών Γενικών Επιτελείων» ναύαρχος Αρθουρ Γουίλιαμ Ράντφορντ (Arthur William Radford). Η συντηρητική πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος χαιρέτισε τον διορισμόν του στην θέση αυτήν, διορισμόν ενός ανδρός ο οποίος ακολουθών τις ιδέες τού Μακ Άρθουρ, συνιστούσε τον βομβαρδισμόν της Μαντζουρίας και τον αποκλεισμόν τών κινεζικών παραλίων. Ο σφοδρά αντικομμουνιστής Ράντφορντ υποστηρίζει ότι μιά νίκη του κομμουνισμού στην Άπω Ανατολή θα αποτελούσε υπέρτατον κίνδυνον γιά τον ελεύθερον κόσμον. Κατ΄ αυτόν οι Γάλλοι συνεχίζουν στήν Ινδοκίνα τον αγώνα που εγκατέλειψαν τα Ηνωμένα Έθνη στην Κορέα. Είναι συνεπώς επιτακτικόν καθήκον των Ηνωμενων Πολιτειών να τους βοηθήσουν. Ο Ράντφορντ υπόσχεται στον Ελύ να κάνει ό,τι μπορεί.

Ο πρόεδρος – «στρατιώτης» (που δεν πολέμησε ποτέ) Αϊζενχάουερ έβλεπε, όχι χωρίς έκπληξη, τους Γάλλους να διακινδυνεύουν ένα σημαντικό τμήμα του εκστρατευτικού τους σώματος σε ένα ορεινό λεκανοπέδιο που εξηρτάτο αποκλειστικώς από τον εναέριον ανεφοδιασμό. Είχε προειδοποιήσει το Παρίσι: «Έδωσα εντολή στα δύο υπουργεία Εξωτερικών και Αμύνης να διαβιβάσουν στά γαλλικά αντίστοιχα υπουργεία τις ανησυχίες μου». Έπειτα απευθύνθηκε άμεσα στον πρεσβευτή τής Γαλλίας: «Δεν μπορείτε να τό κάνετε αυτό !». Ο Ανρί Μποννέ απάντησε ότι το Ντιέν Μπιέν Φου ήταν μιά επιχείρηση με σκοπό να παρασύρει τους Βιετμίνχ σε μιά μάχη εκ παρατάξεως, που οι Γάλλοι την επεδίωκαν επί επτά χρόνια, και ότι το μόνο που φοβόταν ο στρατηγός Ναβάρ ήταν μήπως δεν του επιτεθούν! Μιας ημέρας μάχη εστάθη υπεραρκετή γιά να μετατρέψει αυτήν την θρασεία υπεροψία των αιθεροβαμόνων Γάλλων σε απελπισία, την οποίαν στις 22 Μαρτίου αναγκάσθηκε να συμμερισθεί και ο ψύχραιμος Ελύ. Ο «Άϊκ» τον άκουσε με συμπάθεια και έδωσε αμέσως την έγκρισή του γιά τα μετρα που ο Ράντφορντ διέταξε αυθόρμητα να ληφθούν σχετικά με την αύξηση της Αμερικανικής υλικής βοηθείας. Δεν εδημιουργήθη όμως θέμα γιά καμιάν άλλη μορφήν βοηθείας.
Ο Ελύ είδε τον Τζων Φόστερ Ντάλλες την επομένη ημερα. Εξήλθε από την συζήτηση απογοητευμενος και ωργισμενος. Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών του είχε φερθεί ψυχρά και απότομα. Αν και σκληρός αντικομμουνιστής και απολογητής των συμμαχικών συμφώνων (αποκαλούμενος «συμφωνομανής»), είχε υπογραμμίσει εμφατικά την μείζονα αντιδημοτικότητα τού γαλλικού πολέμου τής Ινδοκίνας, «αποικιοκρατικού» στα μάτια τής Αμερικανικής κοινής γνώμης. Επέμεινε στην αναγκη να εξαφανισθεί κάθε ίχνος αποικιοκρατίας με τήν παραχώρηση πλήρους και απεριόριστης ανεξαρτησίας στα κράτη-μελη τής Γαλλικής Ενώσεως. Επιπλέον διευκρίνησε ότι η μόνη περίπτωση που θα μπορούσε να επισύρει την άμεσο επέμβαση των ΗΠΑ στο πλευρόν των Γάλλων, ήταν μιά «μαζική και αποδεδειγμένη» επέμβαση τής Κίνας. Μερά ταύτα ο Ελύ εθεώρησεν ότι η αποστολή του είχε λήξει. Ο ναύαρχος Ράντφορντ τον θερμοπαρεκάλεσε να περιμένει.
Στις 25 Μαρτίου τον εκάλεσε στο Πεντάγωνο γιά να του ανακοινώσει ένα εντελώς απροσδόκητο σχέδιο : Εξήντα Β-29 θα ξεκινούσαν από την βάση Κλάρκσφηλντ των Φιλιππινών, και θα πήγαιναν να κτυπήσουν την γραμμή πολιορκίας του Ντιέν Μπιέν Φου. Τα αεροσκάφη του 7ου Στολου, 300 καταδιωκτικά και ελαφρά βομβαρδιστικά, θα συνώδευαν τά «Ιπτάμενα υπερφρούρια» και θα τα υποστήριζαν επάνω από τό Τονκίνο. Κατά την στρατιωτική συνήθεια, η επιχείρηση είχε ήδη λάβει ένα κωδικό όνομα: «Γύπας» («Vulture»). Ο ναύαρχος Ράντφορντ ήθελε να πληροφορηθεί μόνον, εάν η γαλλική κυβέρνηση θα ήταν διατεθειμενη να απευθύνει πρός την αμερικανική την απαραίτητη επίσημον αίτηση γιά την έναρξή της. Ο Ελύ γυρίζει βιαστικά. Στις 27 Μαρτίου, μιά επιτροπή, που την αποτελούσαν οι κυριώτεροι υπουργοί και οι στρατιωτικοί ηγέτες της Γαλλίας, αρχίζει να εξετάζει την πρόταση του Ράντφορντ και θεωρεί – μέχρι σήμερα άγνωστο γιατί – ότι δεν είναι δυνατόν να αποφανθεί, πριν λάβει και την γνώμη του στρατηγού Ναβάρ. Ο συνταγματάρχης Ραιημόν Μπροόν, επικεφαλής του γραφείου του Ελύ, παίρνει αμέσως το αεροπλάνο γιά το Ανόι.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ «ΓΥΠΑΣ» : ΜΙΑ ΑNΥΠΟΣΤΑΤΗ ΦΑΝΦΑΡΟΝΙΚΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΔΟΛΙΩΝ (;) ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΗΣΗ ΑΦΕΛΩΝ
Η κατάσταση στο Ντιέν Μπιέν Φου σταθεροποιήθηκε. Μερικές ημέρες μάλιστα είναι περίπου ήρεμες. Τα εχθρικά πυροβόλα τών 105mm σχεδόν έπαυσαν να βάλλουν. Η φρουρά ευρίσκεται σε δράση. Ένας λόχος Βιέτ που προσπαθούσε να αγκιστρωθεί μεταξύ «ΚλωντΙν» και «Ιζαμπέλ» εξουδετερώνεται. Μιά εξόρμηση με επικεφαλής τον ακάματο αλεξιπτωτιστή Μπιζάρ επιτυγχάνει να καταστρέψει καμιά εικοσαριά αντιαεροπορικά πυροβόλα. Οί Βιέτ σκάβουν, σκάβουν …. και όλο σκάβουν, αλλά παρά την ελεεινή αυτομόληση των Τάι του «Ανν – Μαρί», οι αμυνόμενοι δεν έχασαν καμιά θέση.

Την νύκτα, τα C-47 «Ντακότα» των υγειονομικών αεροδιακομιδών κατορθώνουν να προσγειωθούν χωρίς άλλον οδηγό εκτός από μερικά σκεπασμενα φώτα. Μερικά ελικόπτερα, που φθάνουν και ξαναφεύγουν περνώντας ξυστά από τό έδαφος, τά βοηθούν στο έργο τους τΙς πρώτες πρωινές ώρες. Τό ρεύμα της ιατροϋγειονομίκής εκκενώσεως είναι τέτοιο ώστε το νοσοκομείο αποφεύγει την οριστική του συμφόρηση, χωρίς όμως και να αδειάζει. Αλλά οι κίνδυνοι μεγαλώνουν : Τά αντιαεροπορικά πυρά είναι τώρα πάρα πολύ πυκνά και πολύ εύστοχα. Στις 23 Μαρτίου, το ελικόπτερο που διεκόμιζε τον ανθυπολοχαγό Αλαίν Γκαμπιέ, γιό του καταδρομέα στρατηγού Φερνάν Γκαμπιέ (Fernand Gambiez), που είχε τραυματισθεί μαχόμενος την προηγουμένη ημέρα, επλήγη από μιάν οβίδα κατά την απογείωση και οι επιβάτες του απανθρακώθηκαν.
Στις 28 το Ντακότα που κυβερνούσε ο ταγματάρχης Μπλανσε, με συνοδό την θρυλική νοσηλέυτρια Ζενεβιέβ ντε Γκαλάρ, επλήγη την στιγμήν που φόρτωνε τούς τραυματίες του. Μιά νέα οβίδα κατεδίκασε σε αποτυχία τις προσπάθειες γιά την επισκευή του. Η γενναία αξιωματικός μηνύει στους γονείς της «Αγαπητοί μου πατέρα και μητέρα σας χαιρετώ. Θα μείνω εδώ με τα παιδιά!» παρέμεινε στο Ντιέν Μπιέν Φου (όπου θα αιχμαλωτισθεί και θα επιβιώσει), ενώ κανένα αεροπλάνο δεν θα προσγειωθεί πλέον στο αεροδρόμιον του Ναμ Γιούμ.

Ο συνταγματάρχης Μπροόν φθάνει στο Ανόι την 1η Απριλίου. Την προηγουμένη ημερα ο Γκιάπ, εξερχόμενος από την σκόπιμον «επιχειρησιακήν απραξία» του, εξαπέλυσε μιάν ορμητική επίθεση εναντίον των οχυρών «Ντομινίκ» και «Ελιάν», που αποτελούν την ανατολική πλευρά τού περιχαρακωμενου στρατοπέδου, στην αριστεράν οχθη του Γιούμ. Οι … επιτήδειοι Μαροκινοί και οι Αλγερινοί (αμφότεροι γνωστοί για την …αβρότητά τους στις Ιταλίδες, ως δυνάμεις κατοχής) που δήθεν κρατούσαν τα σημεία στηρίξεως 2 τού «Ελιάν» και 1, 2 και 6 του «Ντομινίκ», τρέπονται σε άτακτο φυγή, χωρίς να αμυνθούν κατά πρόσχημα …. «ούτε γιά τα μάτια». Οι αλεξιπτωτιστές του ακράτητου Μπιζάρ αντεπιτίθενται και ανακαταλαμβάνουν το Ελιάν. Ένα άλλο τάγμα, με διοικητή τον Μπρεσινιάκ, «αντίζηλο στην δόξα» του Μπιζάρ, εισέχεται με μιάν υπέροχη τολμηρή ενέργεια στο περιχαρακωμενο στρατόπεδο και αναπτερώνει το ηθικό των αμυνομένων. Στην δεξιά όχθη, δώδεκα λεγεωνάριοι λιποτακτούν από το σημείο στηρίξεως 6 του οχυρού «Υγκέτ», κόβοντας τα συρματοπλέγματα — αλλά οι ακατάβλητοι ελλοχεύοντες Βιέτ εκμεταλλεύονται το ρήγμα γιά να εισχωρήσουν στο στρατόπεδο. Αποκρούονται με χειροβομβίδες.
Ο Ναβάρ … παίρνει κουράγιο και γράφει στην κυβέρνηση: «Εάν κρατήσει άλλες δύο – τρεις ημερες το Ντιέν Μπιέν Φου, ελπίζουμε ότι οι Βιετμίνχ θα εγκαταλείψουν την προσπάθεια». Η εποχή των μουσώνων και των καταρακτωδών βροχών πλησιάζει και ο Ναβάρ προσπαθεί να την επισπεύσει βομβαρδίζοντας τα σύννεφα με στερεό διοξείδιο του άνθρακος… Όταν καποιος πιστεύει ότι θα αντέξει πράγματι έως το τελευταίο λεπτό, δεν είναι η καταλληλότερη στιγμή γιά να δεχθεί μιά ταπεινωτική ξένη ενίσχυση.
Ο Μπροόν επιστρέφει από την Ινδοκίνα την Κυριακή 4 Απριλίου. Φτάνοντας στο Ορλύ την αυγή πηγαίνει κατευθείαν στην οικία του στρατηγού Ελύ. «Προς μεγάλη μου έκπληξη, λέει ο Ελύ, μου έφερε μιάν επιφυλακτικήν απάντηση του ανώτατου διοικητή…».Ο Ναβάρ του είχε δηλώσει ότι εφοβείτο μήπως η τυχόν επέμβαση της αμερικανικής αεροπορίας … προκαλούσε μιά κινεζική αντίδραση σε ολόκληρη τήν περιοχή τού Τονκίνου. Στην πραγματικότητα, όπως πάρα πολλοί Γάλλοι αξιωματικοί, δυσπιστούσε για την πραγματική μαχητική στρατιωτική ικανότητα –και όχι για την περίσσεια του υλικού- των Αμερικανών, ενώ από την άλλη μεριά καταλάβαινε ότι η άμερικανική εμφάνιση στο προσκήνιο θα είχε ως αναγκαστικόν αποτέλεσμα να ξεφύγει από τα χέρια του η πολιτική και στρατιωτική διεύθυνση του πολέμου.
Αλλά ο συνταγματάρχης Μπροόν δεν επρόλαβεν να τελειώσει την έκθεσή του, όταν εισήλθεν ένας άξιωματικός με ένα τηλεγράφημα από το Άνόι. «Υπολογίζω, έλεγε ο Ναβάρ, ότι η επέμβαση γιά την οποίαν μου ωμίλησεν ο συνταγματάρχης Μπροόν μπορεί, εάν είναι άμεση, να έχει όντως αποφασιστικά αποτελέσματα».
Δύστυχε Ναβάρ! Η μεταστροφή της γνώμης του εκφράζει απόλυτα και ακριβέστατα την εξαφάνιση της άκτίνας φωτος που είχε συμπέσει με το πέρασμα τού συνταγματάρχου Μπροόν. Παρά τίς αποτυχίες που εσημείωσεν τίς προηγούμενες νύκτες, ο τρομερός Γκιάπ έχει ρίξει τέσσερα ξεκούραστα τάγματα στήν επίθεση κατά του «Υγκέτ». Το σημείον στηρίξεως πίπτει. Το «Ελιάν 1» και όλα τά σημεία στηρίξεως του «Ντομινίκ», εκτός από ένα, κυριεύονται. «Ο αντίπαλος» διαπιστώνει ο ντε Καστρί, «κατέχει τα περισσότερα από τα δεσπόζοντα σημεία της αμύνης μας. Απέχει 1.500 μετρα από τό κέντρον της θέσεώς μας. Θα έχει την δυνατότητα να αχρηστεύσει και έπειτα να καταστρέψει στο σύνολό του το πυροβολικόν μας, προπάντων δε να παρατάξει πυκνότερα τα αντιαεροπορικά μεσα του». Δύο ημερες πριν, υπήρχαν ακόμη ελπίδες στο Ανόι ότι ο Γκιάπ, καταπτοημένος από τις τεράστιες απώλειές του και ακινητοποιημενος από τις δυσκολίες ανεφοδιασμού, θα έλυνε την πολιορκία.
Αλλά ο Γκιάπ έχει κυριολεκτικά μανιάσει. (Δεν λησμονούμε βεβαίως ότι οι Γάλλοι εσκότωσαν στις φυλακες τους τον πατέρα του, την αδελφή του, την γυναίκα του και την ανήλικη κόρη του. με αποτέλεσμα εκτός των άλλων να θρέφει για αυτούς και άσβεστο προσωπικό μίσος). Ο Ναβάρ φθάνει στο σημείο να ομολογήσει ότι «το Ντιέν Μπιέν Φου είναι χαμενο, εάν δεν το σώσουν οι Αμερικανοί».
Στις αγωνίες αυτές του Ναβάρ έρχεται να προστεθεί και μιά ευτελής, πρόστυχη διαμάχη του με τον κακοηθέστατο Κονύ. (H προειδοποίηση του συμμαθητή του στο Σαιν Συρ, του στρατηγού ντέ Λινάρ: «Μην πάρεις μαζί σου τον Κονύ, είναι ένα κάθαρμα !», αντηχεί πάλι στά αυτιά του ανωτάτου διοικητή μεσα στην σιωπή που απλώνεται τις νύχτες). Ανοικτά, δημόσια, ασταμάτητα και συχνά άδικα, ο αθυρόστομος Κονύ εκθέτει την ευθύνη του Ναβάρ γιά την θλιβερή περιπέτεια που βρίσκεται εν εξελίξει. Ο Ναβάρ του θυμίζει ότι οφείλει σεβασμόν στην ιεραρχία και υποταγήν στις αποφάσεις των ανωτέρων με ….. επιστολές παιδαριώδους «αυστηρότητος».
Ο Κονύ του απαντά γραπτώς ότι δεν είναι υπηρετεί υπό τις διαταγές του με την ιδικήν του θέληση (παρά το ότι τον είχε παρακαλέσει για αυτό) και, διά ζώσης, προσθέτει: «Εάν δεν είχατε τα τέσσερα άστρα στον ώμον σας, θα είχατε το ράπισμά μου στην παρειά σας». Ο Ναβάρ, αντί να διατάξει την άμεσο σύλληψη και φυλάκιση του αγνώμονος και απειθάρχου υβριστή, λέει με σβησμενη φωνή: «Αυτά ας μείνουν μεταξύ μας». Ο γιγαντόσωμος Κονύ κτυπά τα τακούνια του σε στάση προσοχής: «Θεωρώ ότι αυτό είναι το πρώτιστο τών καθηκόντων μου».
Καθώς ο Ναβάρ δεν ελπίζει πιά παρά στην επέμβαση των Β-29, εναπόκειται στην γαλλική κυβέρνηση να αποφασίσει εάν θα την ζητήσει ή δεν θα την ζητήσει από την Ουάσιγκτον. Σπανιότατα μία τόσον κλονισμενη κυβέρνηση ετρισκομένη υπό αποσύνθεση χρειάσθηκε να λάβει μιαν απόφαση τόσο σοβαρή σε συνέπειες !

Στίς 31 Μαρτίου, σε μία συγκέντρωση Εφέδρων Αξιωματικών στην Ωσέρ (Auxerre), ο στρατάρχης Αλφόνς Πιέρ Ζουέν (Alphonse Pierre Juin) εξαπέλυσε μιάν οξυτάτη, όσο και αδέξια, πολεμική εναντίον του σχεδίου του Ευρωπαϊκοϋ Στρατού που μόλις είχε γίνει δεκτόν από το υπουργικό συμβούλιο. Ο πρωθυπουργός Ζοζέφ Λανιέλ (Joseph Laniel) τον καλεί γιά να του ζητήσει εξηγήσεις, αλλά, αντί να κατεβάσει τον τόνο του, ο Ζουέν είχε την ελεεινή ιταμότητα να παρακαθήσει σέ ένα συμπόσιον αξιωματικών του ιππικού στο δάσος τής Βουλώνης, όπου, αυτός, εν ενεργεία ανώτατος στρατιωτικός, τολμά να ειπεί ότι η Γαλλία δεν έχει κυβέρνηση. Μάλιστα : Έχει μια κυβέρνηση που τον διατηρεί και τον πληρώνει ως ….στρατάρχη ! Παρίσταται και ο ανεκδιήγητος … υπερ-δημοκράτης στρατηγός Μαξίμ Βεϋγκάν (Maxime Weygand), ως τιμητικώς προσκεκλημενος και…. χειροκροτεί. [Ο Μαξίμ Βεϊγκάν ήταν ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της Γαλλίας στη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Το 1940, σε ηλικία 73 ετών, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη πρόκληση στη στρατιωτική του σταδιοδρομία ως τότε. Την αντιμετώπιση της γερμανικής εισβολής.Πολέμησε λοιπόν τους Γερμανούς και μετά την εξευτελιστική ήττα συνεργάστηκε μαζί τους στην σκληρή κατοχή. Απαλλάχτηκε όμως των κατηγοριών περί συνεργασίας και έζησε μέχρι τα 98 του, διεξάγοντας ….. «υψηλή κριτική» για το γαλλικό στράτευμα.]
Ο παλαιός γαλλικός στρατός, ο στρατός που εδοκίμασε την πλέον ολοκληρωτική ήττα του Β’ Μεγάλου Πολέμου, αφού εγεύθη την πλέον ματωμενη νίκη της ιστορίας της Γαλλίας, δεν αποδέχεται τώρα έναν ανασχηματισμό, που θα τον καθιστούσε σκληρό πυρήνα της Συλλογικής Αμύνης της Εύρώπης. Στην άρνησή του επικαλείται τον …. βαθύ Εθνικισμό που υποθαλπει και εκμεταλλεύεται ο ντεγκωλισμός (!). Οι ανεύθυνοι, οστεοπορωτικοί γηραλέοι συντηρητικοί στρατηγοί μαζί με τους Γάλλους κομμουνιστές, που αρνούνται τον «Ευρωπαϊκό Στρατό», λόγω φόβου «αναγεννήσεως της Βέρμαχτ !».

Την Κυριακή 4 Ιουνίου, καθώς ο συνταγματάρχης Μπροόν συζητεί με τόν στρατηγό Ελύ, κραυγές διαδηλωτών αντηχούν στην Πλάς ντε λ’ Έτουάλ. Μιά τελετή πρός τιμήν των ηρωικών μαχητών τής Ινδοκίνας διαταράσσεται από έναν όχλο που φωνάζει: «Ζήτω ο Ζουέν!». Ο Ρενέ Ζαν Πλεβέν (René Jean Pleven) υπουργός Εθνικής Αμύνης και Ενόπλων Δυνάμεων και ο πρωθυπουργός Λανιέλ περικυκλώνονται, σπρώχνονται και χωρίς αμφιβολία κακοποιούνται. Η Αστυνομία … κάνει πως δεν βλέπει και ατάραχη αφήνει τον προπηλακισμό να εξελίσσεται. Τελικώς, γιά να προστατεύσει τον πρόεδρο της κυβερνήσεως και τον υπουργόν Εθνικής Αμύνης επεμβαίνει μιά ομάδα στρατηγών. Επιβιβάζονται στα αυτοκίνητά τους, ενώ δέχονται ακόμη κατά πρόσωπο χούφτες από προκηρύξεις τις οποίες τους ρίχνουν, εν μέσω ύβρεων και εμπτυσμών….οι οπαδοί του ανεύθυνου μεγαλόστομου «πατριώτη» Ζουέν
Ολίγες ώρες ύστερα από αυτήν την ατιμωτική ταπείνωση, συνέρχεται η «Επιτροπή Πολέμου». Όλα τα μέλη της έχουν συνείδηση των αλυσωτών συνεπειών που απειλεί να προκαλέσει η αμερικανική επέμβαση. Αλλά η κατάσταση στο Ντιέν Μπιέν Φου είναι τόσον κρίσιμη, ώστε το υπουργικό συμβούλιο θεωρεί απαράδεκτο να μην δώσει μιά τελευταία ευκαιρία στην φρουρά. Ο Αμερικανός πρεσβευτής Κλάρενς Ντάγκλας Ντίλλον (Clarence Douglass Dillon) καλείται στίς 23.30′, γιά να πληροφορηθεί ότι η γαλλική κυβέρνηση ζητεί επισήμως από την άμερικανική κυβέρνηση να εξαπολύσει την Επιχείρηση «Γύπας». Στον Γάλλο πρεσβευτή Μπαζίλ Λουί Ζοζέφ Ανρί Μποννέ (Basile Louis Joseph Henri Bonnet) στέλλονται τηλεγραφικώς οδηγίες γιά να διατυπώσει την ίδια αίτηση προς τον Αμερικανόν υπουργόν Εξωτερικών.

Στο μεταξύ, ο Φόστερ Ντάλλες θέλησε να προετοιμάσει την αμερικανική κοινή γνώμη. Ομιλών στην «Λέσχη Ξένων Ανταποκριτών», δήλωσε ότι ή παρουσία 2.000 Κινέζων εκπαιδευτών στις τάξεις των Βιετμίνχ και η αφθονία των κινεζικών αντιαεροπορικών όπλων γύρω από το Ντιέν Μπιέν Φου αποτελούσαν μιάν επέμβαση μπροστά στην οποίαν η Αμερική δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορη. «Τούτο συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους. Αλλά οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι τίποτε εμπρός σε έκείνους που θα υποχρεωθούμε να αντιμετωπίσουμε σε μερικά χρόνια, εάν μας λείψει σήμερα η απαραίτητη αποφασιστικότης…»
Αφού ωμίλησε στούς ξένους δημοσιογράφους γιά να ακούσουν οι συμπατριώτες του, ο Ντάλλες εκάλεσε τους οκτώ κυριώτερους αρχηγούς της Γερουσίας, Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους. Η στάση τους ήταν παραπάνω από χλιαρή – και όχι λιγώτερο χλιαρή από τις επιστολές που φθάνουν στην Ουάσιγκτον ή τα σχόλια των εφημερίδων γιά τον λόγο του στην «Λέσχη Ξένων Ανταποκριτών»-. Ο πρωτεργάτης τού Σχεδίου «Γύπας» ναύαρχος Ράντφορντ δεν έχει με το μερος του ούτε καν τους τρείς άμεσους ύφισταμενους του Αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων Αεροπορίας, Ναυτικού και Στρατού.Ο τελευταίος, ο στρατηγός Μάθιου Ριτζγουαίη, ετοίμασε μιά διεξοδική μελέτη γιά το θέατρο τού πολέμου τής Ινδοκίνας, που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν καλύπτεται καμιά από τίς λογιστικές, νομικές και πολιτικές προϋποθέσεις γιά μιάν αμερικανικήν επέμβαση. Λέει : «Και είναι μεγάλη πλάνη, να φανταζόμεθα ότι η Αμερική θα μπορούσε να περιορισθεί σε ναυτική και αεροπορική δράση. Εάν εμπλακεί σε αυτήν τήν περιπέτεια, θα φθάσει έως τον τελευταίον Βιέτ μεσα στην φωλιά του».
Η απόφαση εναπόκειται στον «μπαρουτοκαπνισμένον» Αϊζενχάουερ. Λαμβάνεται τάχιστα. Ο πρόεδρος πιστεύει ότι δεν εσταμάτησε τον πόλεμο στήν Κορέα γιά να τον ξαναρχίσει στην Ινδοκίνα, και μάλιστα υπό όρους ολιγώτερον ευνοϊκούς για τις ΗΠΑ. Η επιμονή του Ράντφορντ είναι μάταιη. Οι Αμερικανοί θα φθάσουν έως το σημείο να δανείσουν Β 29 στους Γάλλους, «εάν έχουν αυτοί το έμψυχο υλικό γιά να τα επανδρώσουν» — που γνωρίζουν πως δεν έχουν — αλλά η αμερικανική αεροπορία δεν θα βομβαρδίσει με την δικήν της σημαία τους πολιορκητές του Ντιέν Μπιέν Φου !

Έτσι οι … «ρομαντικοί» Γάλλοι ξεγελάστηκαν. Μπέρδεψαν ευχολογιακά και ανόητα την υπόδειξη ενός ΑΓΕΕΘΑ με την συγκεκριμενη πρόταση της Αμερικανικής κυβερνήσεως. Με καποιαν αμηχανία, αυτό εξηγεί ο Ντάλλες σε έναν «παγωμένο» Ανρί Μποννέ. Υπογραμμίζει ότι «η Αμερική είναι έτοιμη να βοηθήσει την Γαλλία, αλλά» …. μόνο στά πλαίσια μιάς συλλογικής επεμβάσεως, που θα συνένωνε τα αντικομμουνισπκά κράτη της Άπω Ανατολής, τις Φιλιππίνες και την Ταϊλάνδη, με την Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία, ακόμη και με την Αγγλία…
Πενιχρή έως μηδενική ανταπόκριση : μόνον η Ταϊλάνδη απαντά ευνοϊκά στις βολιδοσκοπήσεις τής Ουάσιγκτον. Ο Τσώρτσιλ αρνείται και αφήνει να εκδηλωθούν με απροκάλυπτο κυνισμό τα έκπαλαι αντιγαλλικά του αισθήματα: «Δεν βλέπω γιατί θα πολεμούσαμε για τούς Γάλλους στην Ινδοκίνα, θα δεχόμουν να πολεμήσω γιά την Ινδία. ΟΙ Γάλλοι δεν είναι πλέον σε θέση να υπερασπίσουν ούτε την αυτοκρατορία, ούτε την χώρα τους. Βασίζονται στους Αμερικανούς και σε εμάς γιά να πολεμήσουμε εμείς στή θέση τους…». Στην διπλωματική γλώσσα αυτή η ωμή και αγενέστατη άρνηση γίνεται μιά δήλωση, που λέει ότι η κυβέρνηση της Αυτής Βρεταννικής Μεγαλειότητος δεν νομίζει ότι μπορεί να αναλάβει οποιανδήποτε στρατιωτική δράση πριν από την διάσκεψη που συνέρχεται στίς 26 Απριλίου στην Γενεύη ώστε να ρυθμίσει τα προβλήματα της Άπω Ανατολής. Οι Βρετανοί –με πρώτο τον Τσώρτσιλ- ξεχνούν ότι οι Γάλλοι πολέμησαν γι΄αυτούς εναντίον των Γερμανών και ανέχθηκαν την πολύνεκρη καταστροφή του στόλου τους από τον αγγλικό στο Μερς ελ Κεμπίρ. Ότι η Βρετανική αυτοκρατορία επολέμησεν εναντίον του Γερμανικού ράϊχ μέχρι τον …τελευταίο Γάλλο.
Η τελευταία ευκαιρία της ηρωικής φρουράς του Ντιέν Μπιέν Φου είναι να αντέξει μέχρι την έναρξη της διασκέψεως αυτής, που (πιθανόν) θα αποκαταστήσει τήν ειρήνη στην Ινδοκίνα…..Φρούδες ελπίδες !
(συνεχίζεται)
Ισίδωρος Ιγνατιάδης
