ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ ΗΡΩΙΚΗ ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΑ ΣΤΟ ΝΤΙΕΝ ΜΠΙΕΝ ΦΟΥ

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ – ΓΑΛΛΟΒΙΕΤΝΑΜΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΚΙΝΑ / 9

Στις 20 Νοεμβρίου του 1953, Γάλλοι και Βιετναμέζοι αλεξιπτωτιστές προσγειώθηκαν γύρω από το χωριό Ντιεν Μπιέν Φου και έπειτα από σκληρή μάχη με τους κομμουνιστές αντάρτες κατέλαβαν την κοιλάδα. Το σχέδιο του Γάλλου Γενικού Στρατιωτικού Διοικητή, στρατηγού Ναβάρ ήταν σαφές και απλό: Nα δημιουργήσει μία πανίσχυρη προκεχωρημένη βάση στα βουνά του Βιετνάμ με σκοπό να υποχρεώσει τον στρατηγό Βο Νγκουέν Γκιαπ να παύσει τον ανταρτοπόλεμο και να εξέλθει στο πεδίον της μάχης, απέναντι στην γαλλική οχύρωση και τα  γαλλικά άρματα μάχης. Η φρουρά του Ντιέν Μπιέν Φου θα δρούσε ως «δόλωμα» για τους αρειμάνιους και εμπειροπόλεμους άνδρες του Γκιάπ. Όμως η παγίδα που πήγε να στήσει ο Ναβάρ στον Γκιάπ, εν τέλει …. περίμενε τον ίδιο. Ο Γκιάπ διέταξε τρεις μεραρχίες του να κατευθυνθούν προς το Ντιέν Μπιέν Φου. Οι Γάλλοι παρέταξαν 16.000 άνδρες απέναντι σε 65.000 Βιετμίνχ.

Γκιάπ

Στο φρούριον του Ντιέν Μπιέν Φου οι Γάλλοι διέθεταν συνολικώς τους 16.000 μαχητές τους, σε εννέα αλληλοκαλυπτόμενες αυτόνομες βάσεις – οχυρά, με γυναικεία ονόματα, πυροβολικό και ένα αεροδρόμιο. Μεταξύ των δυνάμεών τους υπήρχαν τμήματα της περιβόητης «Λεγεώνος των ξένων» (συνολικής δυνάμεως 5000 ανδρών), καθώς και μικρά τμήματα της γαλλικής μεραρχίας των Βάφεν SS «Καρλομάγνος» («Charlemagne») και της «Λεγεώνος Γάλλων Εθελοντών ενάντια στον Μπολσεβικισμό». Αυτός ο αξιόμαχος πολυσυλλεκτικός στρατός κατά την διάρκεια της μάχης έλαβε ενισχύσεις με άλλες αερομεταφερόμενες μονάδες.

Ο Ναβάρ απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων του Σαιν Συρ είχε υποτιμήσει απολύτως  τον μπολσεβίκο καθηγητή Ιστορίας Γκιάπ! Σύντομα το οχυρό των Γάλλων περικυκλώθηκε και οι στρατιώτες του Ναβάρ κατάλαβαν ότι οι συνθήκες δυσκολεύουν. Τα εφόδια συνήθως δεν έφθαναν στον προορισμό τους, τα άρματα δεν μπορούσαν να κινηθούν στα λασπώδη εδάφη και οι καιρικές συνθήκες «βούλιαξαν» το ηθικό των περήφανων αντιπάλων αυτών των «βαρβάρων ανταρτών». Οι Γάλλοι επερίμεναν επί μήνες την γενική επίθεση των ανταρτών του Γκιάπ. Η αναμονή τους ελύγισε.

Εν τέλει οι καρτερικοί «κόκκινοι κούληδες» του Γκιάπ δεν ήσαν περίπου 20.000 όπως υπελόγισαν επιπόλαια οι Γάλλοι, αλλά 80.000. Οι Βιετναμέζοι μετέφεραν τα βαρέα πυροβόλα τους (που το καθένα εζύγιζε περισσότερον από δύο τόνους) και αντιαεροπορικά, αποσυναρμολογημένα και τα ετοποθέτησαν σε καλυμμένες θέσεις βολής περιμετρικώς του γαλλικού φρουρίου. Οι σχεδόν ογδόντα χιλιάδες χωρικοί, υπό τις διαταγές του «ερυθρού Ναπολέοντος Γκιάπ», μέσα από την απάτητη ζούγκλα, τα βράχια και τα ποτάμια, σχημάτισαν ένα «επαναστατικό ανθρώπινο τρένο» που μετέφερε στις βάσεις των Βιετμίνχ τα πυροβόλα, αλλά και 60 τόνους τροφής και πυρομαχικών… την ημέρα!!! Χωρίς αυτοκίνητα και υποζύγια.

Το φρούριο και τα οχυρά του

«Η θέση των Γάλλων μοιάζει με κύπελλο γεμάτο ρύζι. Καλά, δεν κατανοούν ότι έπεσαν μόνοι τους στην παγίδα που πήγαν να μας στήσουν;» είπε ο σταρτιωτικός θρύλος Γκιάπ, στον τιτάνιον ηγέτη του Βιετνάμ τον Χο Τσι Μινχ. Η απάντηση του δευτέρου στο ενημερωτικό τηλεφώνημα ήταν μια λέξη: «Ξεκινήστε !».

Κριστιάν ντέ Καστρί

Και τον Μάρτιο ο Γκιάπ κτυπά ανελέητα τον εχθρό. Οι Γάλλοι πραγματικά «σοκάρονται» από την «επιλεκτικά μετακινούμενη» τακτική υπεροχή των ανταρτών. Τα κύματα των επιθέσεων είναι ραγδαία και ασταμάτητα, όπως και η βροχή. Στο σκυθρωπό λεκανο­πέδιο του Ντιέν Μπιέν Φου, στην ημερησία αναφορά του της 12ης  Μαρτίου ο διοικητής της φρουράς συνταγματάρχης Κριστιάν ντέ Καστρί (Christian De Castries) α­νήγγειλε στους υπαξιωματικούς του τις υφιστάμενες πληροφορίες: «Κύριοι, αποφασίστηκε γιά αύριο, στίς 5 τό Απόγευμα».Όλοι απαντουν ότι είναι έτοιμοι.

Όταν εξεκίνησε η επίθεση, ο συνταγματάρχης ντέ Καστρί, επρόλαβε να πει : «Πότε στο διάβολο οι κιτρινιάρηδες εγέμισαν τα βουνά με πυροβόλα;» και διέταξε να σηκωθούν τα αεροπλάνα. Αλλά ούτε αυτά μπορούσαν να επιλύσουν το πρόβλημα. Όσα δεν κατεστράφησαν στο έδαφος από τις οβίδες, έπεφταν μετά την απογείωση από τα αντιαεροπορικά πυρά. Το ίδιο και τα μεταγωγικά που επιχειρούσαν να φέρουν βοήθεια στο… «κύπελλο του ρυζιού», που ήταν περικυκλωμένο και από αντιαεροπορικά.

Από τήν αυγή κιόλας αρχίζει μιά μονομαχία πυροβολικού. Οι Βιέτ κτυπούν το αεροδρόμιο, καταστρέφουν τρία αεροπλάνα, σκοτώνουν τον φωτορεπόρτερ Σερζ Μαρτινόφ. Τά πυροβόλα 155mm του συνταγματάρχου Σαρλ Ζαν Κλεμάν Πιρότ (Charles Jean Clément Piroth) απαντούν. Τά πυρά διακόπτονται λίγο μετά τό μεσημερι. Τα «Χέλλκατς» και τα Β-26 που απογειώνονται από το Ανόι αρχίζουν να πολυβολούν και να βομβαρδίζουν τις εχθρικές θέσεις. Αλλά η αιθρία που επέτρεψε την σωτήρια επέμβαση της γαλλικής αεροπορίας δεν διαρκεί πολύ. Ένα – ένα τα αεροσκάφη χάνονται στα βάθη του θολού ουρανού. Ασφυκτικά οδυνηρές στιγμες…

Πωλ Πεγκό

ΣτΙς πλάκες τών ρολογιών ο δείκτης, πλησιάζει στην γραμμή της 5ης  ώρας. Μερικά λεπτά ακόμη περνούν σε μιάν αγωνιώδη αναμονή. Οι στρατιώτες του Ντιέν Μπιέν Φου αρ­χίζουν να πιστεύουν πως ο ψευτοσυναγερμός της 25ης Ιανουά­ριου επαναλαμβάνεται, ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών έκα­ναν πάλι λάθος. O βρυχηθμός του πυροβολικού των Βιέτ τους κάνει να καταλάβουν ότι απατήθηκαν. Τα ερυθρά πυροβόλα βάλλουν ενάντια σε δυό στοχους, στον κεντρικό πυρήνα και στο oχυρό «Μπεατρίς», βορειοανατολικό προπύργιο του περιχαρακωμενου στρατοπέ­δου. Έχει γιά φρουρά του το 3ο  τάγμα της 13ης  Ημιταξιαρχίας της Λεγεώνος, και γιά αρχηγό έναν απελπισμενο άνθρωπο : Δύο χρόνια πριν περάσει στήν αποστρατεία του, ο διοικη­τής τής φρουράς ταγματάρχης Πωλ Πεγκό (Paul Pégot) είχε κάποια διοικητική θέση σε μιά βάση τών μετόπισθεν. Στο μεσονύκτιο, στην μέση της θαλάσσης, η γυναίκα του χάθηκε από το πλοίο που την μετέφερε από την Μασσαλία στην Σαϊγκόν. Ο Πεγκό ζή­τησε να τού δώσουν ένα τάγμα στο Ντιέν Μπιέν Φου.

Οι οβίδες των Βιέτ πέφτουν ασταμάτητα επάνω στο οχυρό «Μπεατρίς» με εκπληκτική ακρίβεια. Μιά από τις πρώτες πέφτει στο αρχηγείον του τάγματος. Από τον ασύρματο, μιά σαστισμενη φω­νή πληροφορεί τον αντισυνταγματάρχη Ζυλ Γκωσέ (Jules Gaucher), διοικητή της 13ης  Ημιταξιαρχίας της Λεγεώνος και του κεντρικού τομέως του φρουρίου Ντιέν Μπιέν Φου, ότι ο διοικητής του τάγματος και όλοι οι αξιωματικοί σκοτώθηκαν. Ο απαρηγόρητος δυστυχής χήρος Πεγκό βρήκε τον λυτρωτικόν θανατο που επιζητούσε.

Οι οβίδες από τα πυροβόλα των  105mm των Βιέτ τρυπούν και τα καταφύγια του κεν­τρικού οχυρωματικού πυρήνος. Μιά οβίδα εισδύει στο κατάλυμα του συν­ταγματάρχου Λανγκλαί και καρφώνεται στον τοίχο χωρίς όμως να εκραγεί. Λίγο πιό πέρα, το αρχηγείο του Γκωσέ  εί­ναι εγκατεστημενο σε τέσσερα μικρά υπόστεγα. Ο υπολοχαγός Βεγιέ σημείωνε τήν ώρα ενός σήματος, 19.45′, όταν μιά τρομερή έκρηξη τον έρριξε στην γη. Η οβίδα έσκα­σε μεσα στο γραφείο τού συνταγματάρχη. Ο Γκωσέ, με κομμενα και τα δυό του χέρια, χάνει όλο του το αίμα και πεθαίνει μεσα σε λίγα δευτερόλεπτα.Θεωρείται πως η πρόωρη απώλειά του επηρέασε ιδιαιτέρως την έκβαση της μάχης.

Ζυλ Γκωσέ

Έξω, το σούρουπο φωτίζεται από μεγάλες φλόγες. Στις όχθες του Γιούμ καίγονται οι αποθήκες του μαζούτ και των ναπάλμ. Πολλά αεροπλάνα έχουν καταστραφεί, αναμεσά τους και εκείνο που το άλλο πρωί θα πήγαινε πίσω στο Ανόι μιάν ομάδα επισκεπτών. Τριγυρίζουν τώρα σαν χαμενοι, βλέποντας μιάν ενδιαφέρουσα εκδρομή να καταλήγει σε τραγωδία ! Στο «Μπεατρίς» δρα το χαλύβδινο πεζικό τών Βιέτ από τα συντάγματα 141 και 209 της 312ης μεραρχίας «Τσιέν Θανγκ» – «Νίκη». Οι εθελοντές του θανατου ανοίγουν ρήγματα στά συρματοπλέγμα­τα φορτωμενοι πυρομαχικά. Το φράγμα του πυροβολικού, οι θεριστικές βολές τών αυτομάτων δεν κατορθώνουν να αναχαιτίσουν τους μικρόσωμους στρατιώτες με τις μαύρες βαμβακερές στολές τους. Ένα Β-26 διαγράφει κύκλους επάνω από το λεκανοπέδιο σπέρνοντας στον ουρανό φωτοβολίδες, που η λάμψη τους, καθώς πνίγεται μεσα στή σκόνη και τούς κα­πνούς, δημιουργεί ένα απόκοσμο και δραματικό ημίφως.

Οί λεγεωναριοι του «ΜπεατρΙς» θερίζουν ασταμάτητα τις σιλουέττες που προβάλλουν μεσα στο σκοτάδι, άλλά τα κύματα των επιτιθεμενων έρχονται το ένα πίσω από το άλλο, όπως τα κύματα της θαλασσας. Μάχη απίθανη: Υπάρχουν στην λε­κάνη του Ντιέν Μπιέν Φου δώδεκα γαλλικά τάγματα. Ο Γκιάπ ρίχνει μόνο σε ένα από αυτά όλο τον όγκο μιάς με­ραρχίας. Ενώ 500 Γάλλοι δίνουν μάχη, 12.000 είναι απλοί θεατές ! Η αντίσταση του «Μπεατρίς» παύει στις 23.15’. Μερικοί λεγεωναριοι γλυτώνουν. Όλοι οι άλλοι είναι νεκροί ή αι­χμάλωτοι.

Βορειοβιετναμικό πεζικό

Η άλλη ημέρα είναι Κυριακή. Τό πυροβολικό σωπαίνει. Οι ιερείς ψάλλουν την λειτουργία τους μεσα στην απελπισία του περιχαρακωμενου στρατοπέδου. Ο ντε Καστρί, εξουθενωμένος, δίνει με το ραδιοτηλέφωνο εξηγήσεις στο Γενικό Ε­πιτελείο του Ανόι. Γιατί δεν κάνει αντεπίθεση γιά να ξαναπάρει το «Μπεατρίς»; Γιατί τα πολεμοφόδια έχουν λιγοστέψει εξαιρετικά και οι εφεδρικές μοναδες του έχουν αποδεκατισθεί από τον νυκτερινό βομβαρδισμό. Ζητεί ενισχύσεις, του υπόσχονται το 5ο  τάγμα τών Βιετναμεζων Αλεξιπτωτιστών, που θα ριφθεί εντός της ημέρας, υπό τον λοχαγό Μποτελλά, εάν το επιτρέψει ο καιρός και το εγκρίνει ο Ναβάρ. Αυτός φθάνει από την Σαϊγκόν γιά να διευθύνει την μάχη. Τήν προηγουμένη ημερα, 13η  Μαρτίου, η Εφημερίς της Κυβερνήσεως εδημοσίευσεν ότι του απένειμαν τον τίτλον του μεγά­λου αξιωματούχου τής Λεγεώνος τής Τιμής.

Ένας υπολοχαγός του Μπεατρίς, που τον άφησαν έλεύθερο οι Βιέτ, φέρνει μιά πρόταση ανακωχής γιά τήν περισυλλογή τών τραυματιών. Με την έγκριση του Κονύ, ο Καστρί τή δέχεται. Ο λοχαγός Ιατρός Λε Νταμανύ, ο ιερεύς Τρενκάν και καμιά εικοσαριά τραυματιοφορείς ξεκι­νούν με την σημαία του Ερυθρού Σταυρού γιά τα απωλεσθέν οχυρό. Διαπιστώνουν ότι οι καταστροφές είναι μικρότερες από όσο περίμεναν. Το πεδίο δεν έχει ανασκαφεί από τα καταιγιστικά πυρά ! Πολλές θέσεις μάχης είναι άθικτες. Δεν ήσαν λοιπόν τα πυρά των πυροβόλων, ήταν η ακατάχετη έφοδος του πεζικού —«του καλύτερου πε­ζικού τού κόσμου»— η δύναμη εκείνη που «έπνιξε» τους φιλότιμους υπερασπιστές του Μπεατρίς. Ο Τρενκάρ και ο Λέ Ντα­μανύ φέρνουν πίσω καμιά δεκαπενταριά ετοιμοθανάτους επιζώντες.

Το υγειονομικό σχέδιο του Ντιέν Μπιέν Φου δεν προέβλεπε παρά μόνον ένα νοσοκομείον εκστρατείας με σαράντα κλίνες. Οι τραυ­ματίες πρέπει να αποστέλλωνται το ταχύτερο στο Άνόι. Η κατάσταση στο αεροδρόμιο είναι τέτοια ώστε μόνον ένα μι­κρό Σιμπέλ καταφέρνει να προσγειωθεί, με κυβερνήτη του τον σμήναρχο Ντεβουκού. Φέρνει έξη λίτρα πλάσμα αίματος στον Αρχίατρο Πώλ Γκρωβέν. Παίρνει τέσσαρες βαρειά τραυ­ματίες και την Πωλίν Μπουρζάντ, γραμματέα του συνταγμα­τάρχου ντε Καστρί.

Το μεσημέρι, τα πυροβόλα των Βιέτ αντηχούν και πάλι εναντίον των Ντακότα που ρίπτουν τους Βιετναμεζους αλεξιπτωτιστές του Μποτελλά. Αναμεσα σε δυό ομοβροντίες γίνεται η ταφή του Γκωσέ, με σάβανό του ένα άλεξίπτωτο. Η διαλυτική αποθάρρυνση φτάνει έως την κορυφή της ιεραρχίας. Ο ντε Καστρί είναι άθέατος. Ο φαιδρός επιτελάρχης του, αντισυνταγματάρχης Κελλέρ «χώθηκε» στο καταφύγιό του γιά να κρυφτεί, ουρεί μεσα σε ένα κουτί από κονσερβα γιά να μην βγει έξω και ικετεύει να τόν στείλουν πίσω στο Ανόι. Ο μονόχειρ πυροβολητής Σάρλ Πιρότ (που είχε χάσει το ένα χέρι του το 1946 σε ενέδρα των Βιετμίνχ) κλαίει λέγοντας ότι είναι ένοχος, διότι είχε υποσχεθεί να συντρίψει τα πυροβόλα των Βιέτ και δεν μπόρεσε να τηρήσει τήν υπόσχεσή του.

Στίς 17.00′, όπως και τήν προηγουμένη, όλα τά πυρο­βόλα των Βιέτ ανοίγουν πυρ. Ο νέος στοχος είναι το Γκαμπριέλ. Το οχύρωμα είναι υπό τις διαταγές του ταγματάρ­χη Κα, που είχε φθάσει την προηγουμένη, αλλά ο προκάτοχός του, ταγματάρχης Μεκενέμ, βρίσκεται ακόμη στο πλευρό του, παρατείνοντας την παραμονή του στο Ντιέν Μπιέν Φου γιά να διευκολύνει τον αντικαταστάτη του. Μόλις αρχίζει η μάχη, σκοτώνεται ο Κά και τραυματίζεται ο Μεκενέμ. Και όμως, η φρουρά, ένα τάγμα του 7ου των Αλγερινών Ακροβολιστών, αμύνεται με τέτοιο απρόσμενο σθένος, ώστε, στίς 3 η ώρα το πρωί, ο ΚαστρΙ τηλεφωνεί στο Ανόι ότι η έπίθεση άπέτυχε. Όμως ξαναρχίζει έπειτα από μια σύντομη παύση. Την αυγή, το μόνο που κρατούν οι αμυνόμενοι, στήν κορυφή τού λόφου, είναι το τελευταίο σημείο στηρίξεως.

Αυτή τή φορά εξαπολύεται αντεπίθεση. Βρέχει, το έδα­φος είναι μουσκεμενο και, το χειρότερο, οι αλεξιπτωτιστές που ερρίφθησαν τήν προηγουμένη μερα —επίλεκτοι του μπαονταϊκοΰ στρατού— αρνοϋνται να προχωρήσουν ! Ο λοχαγός Μποτελλά, έξαλλος από θυμό, κτυπά με την κάννη του όπλου του τους άνδρες του που έχουν αποκρυβεί μεσα στις «αλεπότρυπές» τους. Είναι σαν να κτυπά πτώματα, αρνούνται να κινηθούν.

Ένας μόνον λόχος του 1ου  τάγματος αλεξιπτωτιστών έχει αντεπιτεθεί μαζί με τους Βιετναμεζους. Ο αξιωματικός που τον διοικεί, ο λοχαγός Μαρτέν, ικετεύει τόν Λανγκλαί να του δώση ολόκληρο το τάγμα, κάνοντας όρκο ότι θα ξαναπάρει το Γκαμπριέλ από τον εχθρό που έχει αποδιοργανωθεί έπειτα από τις τρομερές απώλειες που υπέστη. Αλλά ο Λανγκλαί έχει πάρει από τον ντε Καστρί διαταγή να κάνει οικονομία στις πολύτιμες δυναμεις των αλεξιπτωτι­στών του. Ο Μαρτέν πρέπει λοιπόν να αρκεσθεί σε μιά χούφτα από τους ακροβολιστές που απέμειναν.

Στο Ανόι η μόνη ένδειξη αγωνίας από μερους του στρα­τηγού Ναβάρ είναι η τηλεφωνική του συνδιάλεξη με τον υπολοχαγό Ζάν Φερραντί, τού 2ου  Γραφείου, παρά τόν χαμηλό βαθμόν του. «Ήταν η πρώτη φορά που ο Ανώτατος διοικη­τής καταδεχόταν να ανταλλάξει μερικές φράσεις με καποιον που δεν ήταν τουλάχιστον διευθυντής μιας υπηρεσίας…». Ο Φερραντί δίνει μιάν εικόνα των δυναμεων του εχθρού και ο Ναβάρ, αντί να τον εξαποστείλει, του ανακοινώνει ότι θα στείλει στο Ντιέν Μπιέν Φου τους αλεξιπτωτιστές του Μπιζάρ. «Εάν κατορθώσουν να ανακαταλάβουν τις θέσεις που χάσαμε», λέει ο Φερραντί, «θα μπορέσουμε ίσως να γλυτώσουμε». «Θέλετε να ειπείτε», παρατηρεί ο Ναβάρ, «ότι στην αντί­θετη περίπτωση, δεν μου μένει παρά να τα μαζεύω; Έ, όχι! Θα δώσω την μάχη!».

Σάρλ Πιρότ

Εκείνη τη στιγμή ο στρατηγός Ναβάρ έλαβε το ραδιο­γράφημα του συνταγματάρχου ντε ΚαστρΙ που έλεγε : «Συν­ταγματάρχης Πιρότ έπεσε στο πεδίο της τιμής !». Ζητά λε­πτομερειες. Η ίδια απάντηση : «Συνταγματάρχης Πιρότ έ­πεσε στο πεδίο τής τιμής !».Τό δράμα επήλθε ύστερα από την ανασχεση της αντεπιθέσεως της αυγής. Ο Σάρλ Πιρότ (Charles Pirroth) εισήλθε στο όρυγμά του (αμπρί / abri), απασφάλισε μιά χειροβομβίδα με το μοναδικό χέρι του και την εκράτησε σφικτά στο στήθος του επί πέντε δευτερόλεπτα, όσο χρειαζόταν γιά να εκραγεί. Ο Καστρί διέταξε να θαψουν το πτώμα επί τόπου, έβαλε να φράξουν την είσοδο από το άμπρί, εζήτησε από όλους τους μάρτυρες να κρατήσουν ευλαβικά το τραγικό μυστικό. Αλλά το νέο μαθεύτηκε. Η αυτοκτονία του μονόχειρος συνταγματάρχου που ήταν τόσο περήφανος, τόσο έντιμος, όσο και σίγουρος γιά το πυροβολικό του («Τά πυροβόλα τών Βιέτ δεν θα προλάβουν να ρίξουν ούτε τρεις βολές και θα καταστραφούν…») κάνει την απελπισία των αμυνομένων μεγαλύτερη.

Και άλλα κακά νέα : Οι Τάι, γαλλόφιλοι όταν όλα πάνε καλά, τώρα λιποτακτουν μαζικά. Οι ΒορειοαφρικανοΙ έχουν μιάν όψη που εμπνέει ανησυχία, και μερικοί λεγεωναριοι ακούν με προσοχή τα μηνύματα που τους απευθύνουν με με­γάφωνα οι λιποτάκτες. Το σαθρό στρατιωτικό μωσαϊκό τής Γαλλικής Ενώσεως αποσυντίθεται.       

Με ένα τηλεγράφημά του πρός την κυβέρνηση, ο Ναβάρ την προετοιμάζει γιά τα χειρότερα: «Τό περιχαρακωμενο στρατόπεδο μπορεί να διαλυθεί από την επόμενη έπίθεση… Έχω την εντύπωση ότι οι ΒιετμΙνχ θα επιχειρήσουν απόψε την γενική τους επίθεση…».

Ο Γκιάπ την επεξεργάζεται, την μελετά και την προπαρασκευάζει. Η κατάληψη, μεσα σε λίγες ώ­ρες, του Χίμ Λάμ («Μπεατρίς») και του Ντόκ Λάπ («Γκαμπριέλ») ετόνωσε εκπληκτικά το ηθικό των στρατιωτών του. Οι γαλλικές διαβιβάσεις συλλαμβάνουν την παράκληση του διοικητή ενός ερυθρού συντάγματος που ζητούσε να του επιτρέψουν να επιτεθεί στο Μπάν Κέο («Ανν – Μαρί»), με την υπόσχεση ότι θα το έπαιρνε μεσα σε ένα τέταρτο τής ώρας από τά χέρια των αποθαρρημενων Τάι που το κρατούν. Αλλά ο μαρξι­στής Γκιάπ φυλάγεται από τον «υποκειμενισμό» της σκέψεως. Λίγο έλειψε να αποτύχει η επίθεση κατά του Γκαμπριέλ, και οι απώλειες που στοίχισε είναι εξαιρετικά βαρειές. ΑντΙ γιά ένα τολμηρό εγχείρημα που θα μπορούσε να αποπειραθεί, ο Γκιάπ προτίμησε την βραδεία βεβαιότητα της κλασσικής πολιορκίας. Θα πλήξει το Ντιέν Μπιέν Φου όχι όπως έπληξε ο Αδόλφος Χίτλερ το Έμπεν – Εμαέλ, ή όπως εκτύπησαν οι Ιάπωνες του Γιαμασίτα την Σιγκαπούρη, αλλά όπως έπληττε τον 17ο αιώνα ο Σεμπαστιάν Λε Πρεστρ, Μαρκήσιος του Βωμπάν (Sébastien Le Prestre, marquis de Vauban) την Λίλλη ή το Λουξεμβούργο. Το περιχαρακωμενο στρατόπεδο θα τυλιχθεί μέσα σε ένα δίκτυο από υπόγειες στοές, οι οποίες φέρνουν τους στρατιώτες των Γάλλων σε απόσταση χειροβομβίδος από τον εχθρό. Εύλογα, το αεροδρόμιο είναι ο στοχος συνεχών συστηματικών βομβαρδισμών.

Επίσης ένα ολόκληρο σύνταγμα κινεζικού αντιαεροπορικού πυροβολικού (!) αναπτύσσεται στις πλαγιές γιά να μετατρέψει  τον ουρανό του Ντιέν Μπιέν Φου σε σωστή κόλαση. Από την αρχική απόφαση για γρήγορο και αποφασιστικό χτύπημα χωρίς εξασφαλισμένη επιτυχία, ο  Γκιάπ πέρασε στην εφαρμογή της τακτικής του βεβαιου πλήγματος και της σταθερής ελεγχόμενης προώθησης, με ιδέα ενεργείας «κτύπα για τη νίκη, κτύπα μόνον όταν η επιτυχία είναι βέβαιη, εάν δεν είναι, τότε μην χτυπήσεις!». Η συνακόλουθη με την προσεκτική δράση καθυστέρηση, φυσικά δημιουργούσε νέες δυσκολίες στον κομμουνιστικό Λαϊκό Στρατό, διότι εσήμαινε πως η προετοιμασία διαρκούσε περισσότερον, ότι οι άνδρες για τον λόγον αυτόν θα ήσαν περισσότερο καιρό εκτεθειμένοι, ότι το πρόβλημα της τροφοδοσίας και των προμηθειών πολλαπλασιαζόταν, αλλά και ότι πλησίαζε η δυσχερέστατη εποχή των μουσώνων, που θα καθιστούσε τις επιχειρήσεις σε αυτά τα υψόμετρα  εξαιρετικά δύσκολες και επικίνδυνες

Η νύκτα της 15ης  προς 16η  περνα χωρίς κανένα επεισόδιο εκτός από την σχεδόν ομαδική λιποταξία των Τάι του οχυρού «Ανν – Μαρί». Τα χαράματα προσγειώνεται ένα ελικόπτερο και παραλαμβάνει έξη τραυματίες. Ένα αεροπλάνο κάνει κύκλους επί πολλή ώρα πάνω από το λεκανοπέδιο και δυό φορές επιχειρεί να προσγειωθεί. Ο γιγαντόκορμος στρατηγός Κονύ είναι μέσα και ο ντε Καστρί τον περιμένει στην ανασκαμμένη πίστα. Αλλά ο πι­λότος εκτιμά ότι η προσγείωση θα ήταν σωστή αυτοκτονία. Κερδίζει ΰψος και ξαναγυρίζει με τον επιβάτη του στο Άνόι.

Δύο ώρες αργότερα 42 C-47 «Ντακότα» σκεπάζουν τον ουρανό. Ξεδιπλώνονται εξακόσια αλεξίπτωτα. Κατεβαίνει το 6ο  τά­γμα άλεξιπτωτιστών. Ο Μπιζάρ φτάνει στο «Ιζαμπέλ» χωλαίνοντας γιατί καποιος μύς του έπαθε ψύξη. Ο συνταγμα­τάρχης Λαλάντ τού παραχωρεί ένα τζίπ, που τον φέρνει στον σταθμό διοικήσεως αποφεύγοντας με ελιγμούς τίς οβίδες που σκάζουν δίπλα του. Οι αλεξιπτωτιστές του συγκεντρώνον­ται στο Ελιάν. Η άφιξή τους, η φήμη του Μπιζάρ και η διακοπή των επιθέσεων αναστηλώνουν το ηθικό της φρου­ράς. Πολλοί αξιωματικοί υπολογίζουν ότι οι Βιετμίνχ έχουν εξαντλήσει την επιθετική τους δύναμη, έχουν κατασπατα­λήσει τά πυρομαχικά τους και δεν τούς απομένει παρά να λύ­σουν την πολιορκία.

Στίς 17, τρία C-47 Ντακότα κατορθώνουν να προσγειωθούν. Δύο αναγκάζονται να απογειωθούν αμεσως, κυνηγημενα από τις οβίδες. Στο τρίτο στοιβάζονται 32 επιβάτες και πολλοί κρέμονται από αυτό την ώρα που ξεκινά, έως την στιγμή που η ταχύτητα της απογειώσεως τους αναγκάζει να απαγκιστρωθούν και να πέσουν! Μιά οβίδα που αστόχησε εξερράγη επάνω στους ανθρώπους που είχαν πέσει στην γη. Πολλοί φονεύθηκαν. Η πίστα του αεροδρομίου δεν είναι πλέον σε κατάσταση να παίξει τον ρόλο που επερίμεναν από αυτήν. Γίνονται προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί την ημέρα γιά απομάκρυνση των τραυματιών, αλλά τα βιετναμικά πυροβόλα πλήττουν  αδιακρίτως τα αεροπλάνα τού Ερυθρού Σταυρού όπως και τα άλλα. Ο ανελέητος και αποφασισμένος Γκιάπ ξέρει πολύ καλά ότι εξαντλεί το περιχαρακωμενο στρατόπεδο, υλικά και ηθικά, επιτρέπων να συσσωρεύωνται εκεί μέσα τά «ανθρώπινα ράκη» τών μαχών. Οι μεταφορές τραυματιών δεν μπο­ρούν να γίνουν παρά μόνον την νύκτα. Όσο γιά τον ανεφοδια­σμό και την ενίσχυση των πολιορκουμένων, μοναδική τους ελπίδα είναι οι ρίψεις με αλεξίπτωτα.

(συνεχίζεται)

Ισίδωρος Ιγνατιάδης

Please follow and like us: