Α’ Καρχηδονιακός πόλεμος (264 – 241 π.Χ)
Μέρος 1
Μεσόγειος Θάλασσα και κράτη πέριξ αυτής
Τα κράτη της Μεσογείου πριν την έναρξη των Καρχηδονιακών πολέμων ετέλουν ακόμη υπό το βαθύ «αποτύπωμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου», μετά το θάνατον του οποίου (323 π.Χ) η αυτοκρατορία του κατέρρευσεν και οι Διάδοχοι στρατηγοί του «έδιναν μάχες για λάφυρα». Τότε ενεφανίσθησαν τρία μεγάλα διάδοχα κράτη, η Μακεδονική – Πτολεμαϊκή Αίγυπτος, η Μακεδονική – Σελευκιδική Συρίακαι η καθαυτήν Μακεδονία, πολλές Ελληνικές πόλεις επανέκτησαν την ανεξαρτησία τους ενώ ο Μείζων Ελληνισμός περιελάμβανε αποικίες στη Νότιον Ιταλία, Σικελία και στις νότιες ακτές της Γαλλίας και της Ισπανίας. Η ενδοχώρα της Γαλλίας και της Ισπανίας εκυριαρχείτο από πολυπληθείς ινδοευρωπαϊκές φυλετικές ομάδες, κυρίως Κέλτες (Γαλάτες και Ίβηρες), οι οποίοι ήσαν σε μεγάλον βαθμό πολεμοχαρείς και ατρόμητοι, ενώ η Ελληνική επιρροή είχεν αρχίσει να γίνεται αισθητή σε ορισμένους πολιτιστικούς τομείς των εν λόγω ευρέων περιοχών.
Ρώμη
Πριν τους Καρχηδονιακούς πόλεμους, η Ρώμη δεν εθεωρείτο σημαντική δύναμη στη Μεσόγειο. Ωστόσον κατά την έναρξη του Α’ Καρχηδονιακού πολέμου, είχε τον πλήρη έλεγχον στο μεγαλύτερον μέρος της ηπειρωτικής Ιταλίας, παρά την ύπαρξη μικράς αντιστάσεως. Αυτό που καθίστα την Ρώμην «ασυνήθη» ήταν η φύση της σχέσεως μεταξύ της «αιωνίας πόλεως» και των κατακτήσεών της. Κάθε κοινότης ανήκε σε συγκεκριμένη κατηγορία της ρωμαϊκής κοσμοσυνθέσεως : Ορισμένες ήσαν άμεσες αποικίες, που είχαν ιδρυθεί σε κατακτημένα εδάφη. Οι ήδη υπάρχουσες κοινότητες είχαν συμφωνήσει να ενισχύουν την Ρώμη με ικανόν στράτευμα, με αντάλλαγμα τα πλήρη δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη για τους πολίτες τους, χωρίς όμως το δικαίωμα ψήφου στην Ρώμη, ή χωρίς την χορήγηση Λατινικής ιθαγενείας. Αυτή η στάση εσήμαινεν ότι η Ρώμη ενεσωμάτωνε και απερρόφει λειτουργικώς τις κατακτήσεις της, με πολύ επιτυχημένο τρόπον, πράγματι πρωτόγνωρον στην αρχαίαν ιστορία.
Αυτή η αφομοιωτική ενσωμάτωση έπαιξεν εξαιρετικώς σημαντικόν ρόλον στην ακάματο στρατιωτικήν ισχύν της Ρώμης. Ο Ρωμαϊκός στρατός εκείνης της περιόδου ήταν ένα είδος «έμμισθης πολιτοφυλακής». Καθώς η χορήγηση ιθαγένειας «επεξετείνετο» με διάφορες μορφές, ηυξάνετο αντιστοίχως και ο αριθμός των διαθεσίμων ανδρών που ήταν ικανός για το στράτευμα. Η διοίκηση του στρατού είχεν ανατεθεί στους αξιωματούχους της πόλεως και σε περιόδους κρίσεως μετεβιβάζετο σε δύο ανωτάτους κρατικούς αξιωματούχους, τους δύο «Υπάτους». Η κυρία αδυναμία αυτού του πολυπληθούς στρατού ήταν ότι απουσίαζεν το «καθεστώς οργανωτικής μονιμότητος». Κάθε φορά που εσυστήνετο μια νέα λεγεών, έπρεπε η εκπαίδευσή της να αρχίσει εκ του μηδενός, ενώ ταυτοχρόνως η διοίκηση της ρωμαϊκής Στρατιάς ήλλαζεν ανά έτος.
Καρχηδών
Με την έναρξη των Καρχηδονιακών πολέμων, η Καρχηδών, ευρίσκετο σε υψηλότερον οργανωτικόν και κοινωνικοοικονομικνό επίπεδον έναντι της Ρώμης. Οι Φοίνικες έμποροι, που ήδρευαν στην Τύρο ή στην Σιδώνα, διέσχιζαν την Μεσόγειον θάλασσα επί εκατοντάδες έτη και όπως οι πρόγονοί μας, είχαν και αυτοί δημιουργήσει αποικίες, στην Ισπανία και στην Βόρειον Αφρική. Η Καρχηδών πιθανότατα ιδρύθη κατά τον 8ον αιώνα π.Χ και όλως παραδόξως για Φοινικική αποικία κατέστη συντόμως μια υπολογίσιμος στρατιωτική δύναμη στην περιοχή, καθότι ήρχισεν να ιδρύει ιδικές της αποικίες, οπότε αναποφεύκτως ήλθεν σε σύγκρουση με τις αντίστοιχες Ελληνικές αποικίες. Ενώ οι Ελληνικές αποικίες ήσαν συνήθως μεγαλύτερες, οι αποικίες των Καρχηδονίων ηνώθησαν μεταξύ τους πολιτικώς, με αποτέλεσμα να προκληθεί σφοδρά σύγκρουση, η οποία διήρκεσεν επί αιώνες, με μακροϊστορικόν επακόλουθόν της τον Α’ Καρχηδονιακόν πόλεμον.
Αυτός τελικώς θα διήρκει καθ΄όλον το μακρόν διάστημα 264–241 π.Χ. και θα επροξένει στους εμπολέμους 400.000 νεκρούς συνολικώς, όπως αναφέρει σαφώς στο βιβλίον του «The Culture of War: Invention and Early Development» (Westport του Connecticut, εκδόσεις Greenwood Press, 1990, σελίδες 110–111) ο ιστορικός Richard A. Gabriel, Καθηγητής στο Βασιλικό Στρατιωτικό Κολλέγιον του Καναδά: «Ο Πολύβιος απεκάλεσεν αυτόν τον πόλεμο τον πλέον αιματηρόν στην ιστορίαν και είναι πιθανόν ότι η απώλεια της ζωής και στις δύο πλευρές, κυρίως στους Ρωμαίους, έφθασεν τις τετρακόσιες χιλιάδες ανδρών».
Η κρίσιμος ειδοποιός διαφορά του στρατεύματος των Καρχηδονίων έναντι του αντιστοίχου Ρωμαϊκού ήταν πως οι περισσότεροι στρατιώτες του ήσαν εμπειροπόλεμοι μισθοφόροι (δηλαδή επαγγελματίες πολεμιστές). Η Καρχηδών ήταν σε θέση να ενισχύει τα στρατεύματα της από τις αποικίες της στην Αφρική, στην Λιβύη και στην Νουμιδία, καθώς και από την νότιο Ισπανία. Σε αντίθεση με την Ρώμη, οι διοικητές των Καρχηδονιακών μονάδων υπηρέτουν επί μεγάλα χρονικά διαστήματα, όμως οι στρατοί τους ήσαν εθνικώς ετερόκλητοι με αποτέλεσμα για τον λόγον αυτόν η διοίκηση να καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής.
Ένα από τα κύρια επιτεύγματα του περιβοήτου Αννίβα στον Β’ Καρχηδονιακόν Πόλεμον είναι ότι τελικώς μετέτρεψεν αυτούς τους ανομοιογενείς στρατούς σε μιαν ενιαία πολεμικήν δύναμη. Η Καρχηδών ήταν περισσότερον διάσημος για το εξαιρετικό πολεμικό ναυτικό που διέθετεν, το οποίον μονίμως υπερησπίζετο τις θαλάσσιες διαδρομές μεταφοράς εμπορευμάτων από και προς τις αποικίες της. Τα ερείπια του μεγάλου στρατιωτικού λιμένος στην Καρχηδόνα παραμένουν εντυπωσιακά ακόμη και σήμερον, αψευδείς μάρτυρες της ναυτικής της δυνάμεως.

Η τιτάνια σύγκρουση
Ο πόλεμος μεταξύ Ρώμης και Καρχηδόνος δεν ήταν απολύτως αναπόφευκτος : Μεταξύ των δύο πόλεων προϋπήρχαν συνθήκες συμφωνίας για περισσότερον από δύο αιώνες, οι οποίες αφεώρων στους τομείς επιρροής τους (η Ρώμη στην Ιταλία και η Καρχηδών στην Αφρική και στην Σαρδηνία), ενώ στους Ρωμαίους εμπόρους επετρέπετο η ελευθέρα πρόσβαση στην Σικελία, η οποία τελικώς ήταν αυτή που έδωσε την αφορμήν για τον πόλεμον.
Αρχικώς ο έλεγχος της νήσου ημφισβητήθη μεταξύ των Ελληνικών πόλεων – κρατών και της Καρχηδόνος. Από το 315 π.Χ μέχρι το θάνατό του το 289 π.Χ., ο τύραννος των Συρακουσών Αγαθοκλής ηγείτο της αντιπαραθέσεως με την Καρχηδόνα. Μεταξύ των στρατευμάτων του Αγαθοκλέους υπήρχε και ένα μισθοφορικόν σώμα Σαμνιτών από την Καμπανία, οι διαβόητοι Μαμερτίνοι (Mamertini, αποκαλούμενοι έτσι από τον πολεμικόν θεόν τους Μάμερς / Mamers, ανάλογον του Ρωμαϊκού Άρεως / Mars), οι οποίοι μετά το θάνατον του του Αγαθοκλέους απωθήθησαν από τις Συρακούσες.
Οι Συρακούσες έχασαν τον Γ΄ Σικελικόν Πόλεμον και η Ευβοϊκή αποικία Μεσσήνη (με άμεσον θέα στα κρίσιμα στενά της Μεσσήνης και την ηπειρωτικήν Ιταλία) παρεχωρήθη στην Καρχηδόνα, αλλά οι Μαμερτίνοι την πήραν υπό τον έλεγχόν τους. Κατέλαβαν την πόλη ενώ οι ειρηνικοί της κάτοικοι τους εφιλοξένησαν και τους υπεσχέθησαν βοήθειαν και ασφαλή μετάβαση στην Ιταλία. Σε ολίγον καιρόν οι πανούργοι μισθοφόροι εξεγέλασαν τους κατοίκους, τους έριψαν σε ενέδρα και τους εθανάτωσαν, πήραν την περιουσίαν τους, έκαναν ιδικές τους τις συζύγους τους και ανεκηρύχθησαν μοναδικοί κύριοι της Μεσσήνης, απ’ όπου επετίθεντο στις γύρω περιοχές
Τελικώς όταν ανέλαβεν την ηγεσία των Συρακουσών ο τύραννος Ιέρων ο Β’, οι Μαμερτίνοι ενικήθησαν. Ο Ιέρων συνήντησε τους Μαμερτίνους στην πεδιάδα του Μιλάτσο, τους συνέτριψε και ανεκηρύχθη βασιλεύς της Σικελίας. Οι Μαμερτίνοι δεν ήσαν ικανοί να δώσουν ανοικτές μάχες με μεγάλους στρατούς, με αποτέλεσμα να πέσουν στην παγίδα του Ιέρωνος, οπότε απεσύρθησαν στη Μεσσήνη και έκτοτε η παρουσία τους στην Σικελίαν εξησθένησεν σημαντικώς. Όμως, αισθανόμενοι περικυκλωμένοι και απελπισμένοι, εκάλεσαν το 265 π.Χ. για βοήθεια την Ρώμη και την Καρχηδόνα.
Η Καρχηδών ανταπεκρίθη πρώτη, στέλλουσα ένα στολίσκο υπό τον Άννωνα και ένα μικρόν εκστρατευτικόν σώμα, το οποίον εξεδίωξεν τις δυνάμεις των Συρακουσίων, κατέλαβεν καίρια σημεία στην πόλη και ετοποθέτησε μια μικράν ένοπλον δύναμη στην ακρόπολη. Οι Μαμερτίνοι είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν την νέαν, άμεσον απειλήν των Καρχηδονίων.
Η Ρώμη απεφάσισεν να παρέμβει και την επομένη χρονιά έφθασεν απέναντι από τη Σικελία Ρωμαϊκή δύναμη υπό τον Άππιο Κλαύδιο Καύδηκα (Appius Claudius Caudex) Οι Μαμερτίνοι απέβαλλαν την Καρχηδονιακήν δύναμη από την Μεσσήνη και συνεμάχησαν με την Ρώμη. Οι Ρωμαίοι, που αρχικώς ηρνούντο κάθε εμπλοκήν, εν συνεχεία είδαν τους Μαμερτίνους ως ανάχωμα για την προέλαση των Καρχηδονίων και έτσι συνεφώνησαν να τους βοηθήσουν. Αντιμέτωποι με αυτήν την κατάσταση οι Καρχηδόνιοι και οι Συρακούσιοι απήντησαν στην συμμαχίαν ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους Μαμερτίνους με ιδικήν τους συμμαχίαν. Έτσι οι δύο συμμαχίες προεκάλεσαν κλιμάκωση της αντιπαραθέσεως και εν τέλει ωδήγησαν στην έκρηξη του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου.

Σικελία
Οι περισσότερες επίγειες μάχες κατά την διάρκειαν του Α’ Καρχηδονιακού Πολέμου έλαβαν χώρα στην Σικελία. Αφού οι Μαμερτίνοι παρέδωσαν την Μεσσήνη στον Άππιο Κλαύδιο, οι Καρχηδόνιοι επέστρεψαν και την επολιόρκησαν. Εν τω μεταξύ και οι Συρακούσιοι ευρίσκοντο παρατεταγμένοι έξω από την πόλη. Ο Κλαύδιος προσεπάθησε να στείλει πρεσβευτές, τόσον στους Καρχηδονίους, όσον και στους Συρακουσίους, αλλά ηγνοήθη και από τους δύο τους. Στη συνέχεια ωδήγησεν τα στρατεύματά του έξω από την πόλη, ενίκησεν τους Συρακούσιους στην μάχη και ο Ιέρων ο Β΄ υπεχώρησεν στις Συρακούσες. Την επομένην ημέρα ο Κλαύδιος ενίκησεν και τους Καρχηδονίους. Μετά από αυτές τις νίκες ο Άππιος επολιόρκησεν την Eχέτλα, αλλά μετά την απώλεια πολλών στρατευμάτων του, επέστρεψεν στη Μεσσήνη. Κατόπιν έληξεν η θητεία του ως Υπάτου και επέστρεψεν στην Ρώμη.
Οι μάχες στην Σικελία κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες είχαν συχνάκις «ασαφές αποτέλεσμα». Οι πόλεις της Σικελίας απεδείχθησαν εξαιρετικώς ασταθείς σύμμαχοι, πρόθυμοι να αλλάξουν πλευρά, αναλόγως με το ποίος αντίπαλος ήταν ισχυρότερος την συγκεκριμένην στιγμήν. Αυτό απεδείχθη περιτράνως το 263 π.Χ όταν εστάλησαν δύο Ύπατοι στην Σικελία, [Μάνιος Βαλέριος Μάξιμος Μεσσάλας (Manius Valerius Maximus Messalla) και Μάνιος Οτακίλιος Κράσσος (Manius Otacilius Crassus)], με μίαν δύναμη περίπου 40.000 στρατιωτών.
Αυτός ο ισχυρός στρατός ήταν αρκετός για να εκφοβίσει πολλές πόλεις, αλλά και να καταλάβει τις υπόλοιπες. Οι Ρωμαίοι κατάφεραν (χωρίς να δώσουν κάποια σημαντική μάχη ή έστω να αντιμετωπίσουν κάποιαν ενόχληση από αντιπάλους), να καταλάβουν εβδομήντα πόλεις και χωρία της νήσου.
Ο Ιέρων βλέπων την οικτρά θέση όπου ευρίσκετο και μη αναμένων καμίαν βοήθεια από τους συμμάχους του, απεφάσισεν να δεχθεί την πρόταση των Ρωμαίων για συμμαχία και προστασία της πόλεως επί δεκαπέντε έτη, παρέχων εκατό τάλαντα κάθε έτος. Με αυτόν τον τρόπον κατώρθωσε να επιτύχει στον στόχον του «την τελικήν εξάλειψη της απειλής από την Μεσσήνη». Οι Συρακούσες παρέμειναν πιστός σύμμαχος της Ρώμης σε όλο το υπόλοιπον του πολέμου, ενω η βοήθειά τους υπήρξεν ανεκτίμητος στην υλικοεφοδιαστικήν υποστήριξη των Ρωμαϊκών δυνάμεων στην σικελικήν νήσο. Έτσι η συμμαχία αυτή στα επόμενα χρόνια ωφέλησεν τα μέγιστα τους Ρωμαίους.
Παρά το ότι η Ρώμη είχεν επιτύχει πλήρως τους πολεμικούς της στόχους στην Σικελία, ουδεμία πλευρά εφαίνετο να εξετάζει την περίπτωση ειρήνης. Η Ρώμη δεν άφηνε έναν ισχυρόν εχθρόν της να παραμένει αήττητος, ενώ η Καρχηδών δεν έβλεπε κανέναν λόγο ώστε η Ρώμη να παραμείνει στην Σικελία. Η Καρχηδών εσχεδίαζεν να χρησιμοποιήσει την πόλη του Ακράγαντος (Ελληνική αποικία από αποίκους της Γέλας, σήμερα Agrigento) ως βάση, η οποία ευρίσκετο στο μέσον της νοτίου ακτής της Σικελίας. Οι Καρχηδόνιοι λοιπόν, έδωσαν εντολή στον Άννωνα να μεταβεί στην Σαρδώ (την Σαρδηνία) με τον ισχυρόν του στόλον, ώστε να παρενοχλεί τα παράλια της Ιταλίας, ενώ στον στρατηγό Αννίβα (όχι ο διάσημος γνωστός) να πλεύσει προς τον Ακράγαντα, η οποία ήταν η κυριότερη πόλη τους στη Σικελία. Σε αυτή την πόλη συνεκέντρωσεν εντός των τειχών πενήντα χιλιάδες στρατιώτες και την κατέστησεν ορμητήριόν του.
Ωστόσον οι προετοιμασίες της Ρώμης ήσαν ταχύτερες, οπότε όταν οι δύο Ρωμαϊκές Υπατικές στρατιές προωθήθηκαν στον Ακράγαντα το 262 π.Χ. οι Ύπατοι, Λεύκιος Ποστούμιος Μέγελλος και Κόϊντος Μαμίλιος Βίτουλος, είχαν ως αντικειμενικόν σκοπόν τους την ολοκλήρωση της κατακτήσεως της νήσου. Έτσι συνεκέντρωσαν τις δυνάμεις τους έξω από τον Ακράγαντα και εξεκίνησαν την πολιορκίαν.
Τότε μόνον εσυνειδητοποίησεν ο Αννίβας το τεράστιον λάθος που είχε κάνει, να συγκεντρώσει τόσον μεγάλο στράτευμα εντός της πόλεως. Τα τρόφιμα γρήγορα εξηντλήθησαν, ενώ οι ρωμαϊκές λεγεώνες εσιτίζοντο ανελλιπώς από τον Ιέρωνα. Οι πολιορκημένοι ανέμεναν βοήθεια από τον Άννωνα, ο οποίος όμως έκανε δυο ολόκληρους μήνες να συνάψει μάχη με τους πολιορκητές. Με αυτούς συνεκρούσθη όταν πλέον ο Αννίβας και οι πολιορκημένοι είχαν φθάσει στο έσχατον σημείο.
Η πολιορκία του Ακράγαντος διήρκεσε πέντε μήνες, χωρίς να σημειωθεί κάποιο αξιόλογο περιστατικό πριν την άφιξη των ενισχύσεων από την Καρχηδόνα. Αυτή η δύναμη αντεμετώπισε τους Ρωμαίους στην μάχη του Ακράγαντος αλλά ηττήθη. Την νύχτα μετά την μάχη, η φρουρά διέφυγε μέσω των αποδυναμωμένων Ρωμαϊκών γραμμών. Η Ρωμαϊκή κατάληψη του Ακράγαντος απετέλεσεν μεγάλο θρίαμβο για τους Ρωμαίους και συμφώνως με τον Πολύβιο τους ωδήγησεν στην απόφαση απελάσεως των Καρχηδονίων από τη Σικελία, αλλά και στην ναυπήγηση του πρώτου Ρωμαϊκού στόλου, καθώς οι Καρχηδόνιοι, όσον διετήρουν το ισχυρόν ναυτικόν τους, ημπορούσαν να ανεφοδιάζονται και να ενισχύονται συνεχώς. Ήταν λοιπόν φανερόν στους Ρωμαίους ότι για να επικρατήσουν στον πόλεμο θα έπρεπε οπωσδήποτε να ναυπηγήσουν ισχυρό ναυτικό.
Οι Ρωμαίοι ελεηλάτησαν την πόλη και προέβησαν σε αγριότητες κατά του πληθυσμού της και, ως αποτέλεσμα, οι περισσότερες πόλεις της Σικελίας πήραν το μέρος της. Έως το 261 π.Χ., και παρά τις επιτυχίες τους και την ανωτερότητα του στρατού τους, οι Ρωμαίοι μετά από 4 έτη δεν είχαν καταφέρει να επικρατήσουν πλήρως στην Σικελία. Πολλές πόλεις είχαν διαγνώσει την αδυναμία τους και είχαν σπεύσει να αλλάξουν στρατόπεδο.
Παρ’ όλον που αυτή η νίκη έδωσε στην Ρώμη τον έλεγχον μεγάλου μέρους της Σικελίας, η ιδιάζουσα γεωτοπογραφική και πολιτική φύση της νήσου, όπου μέγα μέρος του πληθυσμού ζούσε σε εντοιχισμένες πόλεις, σε συνδυασμόν με την σχετικήν αδυναμία των δύο πλευρών να προβούν σε ικανές πολιορκίες, ωδήγησε σε μια μακράν περίοδον πολεμικών συγκρούσεων. Οι πόλεις επανειλημμένως «ήλλαζαν χέρια», συχνά μετά από προδοσία, ενώ η σταδιακή προώθηση των Ρωμαίων εξηνάγκασεν τους Καρχηδόνιους να περιορισθούν στην βορειοδυτική πλευράν της νήσου.
Γενικώς όμως, παρά την αποτυχίαν τους στην Αφρική, οι Ρωμαίοι ήσαν σαφώς κερδισμένοι στη Σικελία. Το 254 π.Χ κατέλαβαν την Πάνορμο (Ελληνική ονομασία του σημερινού Παλέρμο) μίαν από τις μεγαλύτερες πόλεις που είχαν απομείνει υπό Καρχηδονιακήν κατοχήν. Όταν το 251 π.Χ. το ήμισυ του Ρωμαϊκού στρατού απεσύρθη, ο Καρχηδόνιος διοικητής απεφάσισεν να κάνει μιαν ύστατη προσπάθεια ανακαταλήψεως. Η μάχη του Πανόρμου υπήρξεν η τελευταία χερσαία μάχη του πολέμου και μια ακόμη υπερήφανη Ρωμαϊκή νίκη. Το 250 π.Χ Οι Ρωμαίοι εξεκίνησαν την πολιορκίαν στην Μαρσάλα (τότε Λιλύβαιον / Lilybaeum), διεξάγοντες μιαν από τις πλέον σφοδρές και ενεργές πολιορκίες του πολέμου, αλλά παρά τις έντονες προσπάθειες τους, η πόλη δεν έπεσε και η πολιορκία εσυνεχίσθη για τα υπόλοιπα εννέα έτη του πολέμου !
Κατά το υπόλοιπον διάστημα του πολέμου δεν συνέβη κάτι το αξιόλογον. Το πλέον αξιοσημείωτον γεγονός ήταν η άφιξη του Αμίλκα Βάρκα, πατρός του διασήμου Αννίβα. Ωστόσον, ακόμη και αυτός δεν ήταν σε θέση να φέρει κάποιο ουσιαστικόν αποτέλεσμα και η φήμη του οφείλεται εν μέρει στον διάσημον υιόν του και εν μέρει σε ορισμένες ιδικές του ενέργειες μετά τον πόλεμον. Μέχρι την στιγμήν που επήλθε ειρήνη, η κατάσταση στην περιοχήν η οποία απετέλεσε την πρωταρχικήν αιτίαν πολέμου είχεν τελματωθεί.
Γιάννης Ηλιού
