Παρακολουθώ την ιστοσελίδα απ’ όταν ξεκίνησε την παρουσία της στο διαδίκτυο. Πραγματικά είμαι ενθουσιασμένος με τη συνολική θεματολογία και απολαμβάνω τα άρθρα του κυρίου Ηλιού γύρω από τις μεγάλες συγκρούσεις των ανθρώπινων φυλών, που ειλικρινά πιστεύω πως αποτελούν τον σημαντικότερο πυλώνα της ιστορίας. Έτσι αποφάσισα να συνεισφέρω με τις μικρές μου δυνάμεις στην διαφωτιστική σας προσπάθεια. Στο παρόν άρθρο ασχολούμαι με το παρελθόν της Αϊτινής δημοκρατίας, με αφορμή την επίκαιρη ασταμάτητη κλιμάκωση και κτηνώδη αναρχία στην τροπική χώρα.
Η μνημειώδης σημασία της πτώσης του Σεν-Ντομένγκ (Άγιου Δομίνικου / Saint-Domingue), του διαμαντιού του στέμματος της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, όπως και η συνακόλουθη καταβύθισή του στη βαρβαρική αφρικανική αγριότητα της Αϊτής δεν μπορεί να περιφρονηθεί όταν μελετάμε τον φυλετικό «πόλεμο των κόσμων». Η τρομερή γέννηση της Αϊτής ως τσακισμένου, (θνησιγενούς) φοίνικα θρεμμένου από ένα ποτάμι αθώου λευκού αίματος, αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα των κολασμένων σχεδίων που απεργάζονται οι Διεθνείς Επικυρίαρχοι: Της λευκής γενοκτονίας στην πράξη και της αντικατάστασης των πληθυσμών. Οι ιδιοκτήτες φυτείας του αμερικάνικου Νότου παρατήρησαν προσεκτικά και κατάλαβαν τη σημασία της αϊτινής εξέγερσης και ο θάνατος του λευκού Άγιου Δομίνικου ορθώνονταν πελώριος οδηγός στις προσπάθειές τους να κρατήσουν υπό έλεγχο τους Αφρικανούς τους, στην προσπάθειά τους να προφυλαχτούν από τεράστια δεινά.
Στο παρόν άρθρο καλό θα ήταν να θυμόμαστε ότι οι μαύροι κάτοικοι του Άγιου Δομίνικου δεν ξεκίνησαν την εξέγερσή τους «στο κενό». Στην πραγματικότητα, η περιβόητη «Αϊτινή Επανάσταση» είναι καλύτερα κατανοητή ως προέκταση της Γαλλικής Επανάστασης και βέβαια ήταν αναπόσπαστο μέρος της. Όπως ακριβώς και με την συνεχιζόμενη, εξελισσόμενη πολύμορφη έγχρωμη σιωπηρή «επανάσταση» στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, οι υπεύθυνοι δεν προέρχονταν από τις μάζες, αλλά «από ψηλά». Οι ηγέτες της εξέγερσης ήταν η έγχρωμη αστική τάξη, η προνομιούχος ενδιάμεση τάξη μεταξύ των ιδιοκτητών φυτείας και των σκλαβωμένων Αφρικανών. Πολλοί από αυτούς τους άνδρες είχαν υπηρετήσει στις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις ή είχαν σπουδάσει στη Γαλλία και όλοι τους είχαν εμποτιστεί διψασμένα με το ποτό της ισότητας που «πρωτοκυκλοφόρησε» στην πολιτική αγορά του Παρισιού.
Μέχρι τη στιγμή που ξέσπασε η εξέγερση το 1791, ένας ελεύθερος πληθυσμός λιγότερο από πενήντα χιλιάδες λευκών ασκούσε μια …. ισχνή κυριαρχία πάνω σε μισό εκατομμύριο μαύρους ! Εκείνη την εποχή, φυσικά, οι περισσότεροι από τους ιδιοκτήτες φυτείας του Άγιου Δομίνικου είχαν μόνο μια αμυδρή και λειψή αντίληψη ότι «κάθονταν στην κορυφή ενός ηφαιστείου». [βλέπε Stewart R. King, «Slavery and the Haitian Revolution»», στο συλλογικό «The Oxford Handbook of Slavery in the Americas», των Paquette και Smith, εκδόσεις Oxford University Press, 2016, σλίδες 600, 603.]
Οι λευκοί σίγουρα δεν είχαν διόλου αυταπάτες για την εγγενή αγριότητα των μαύρων τους, ωστόσο, επειδή «η βάση των κοινωνιών των σκλάβων είναι ο φόβος. . . Γιατί, αν ο σκλάβος φοβόταν τον αφέντη, και ο κύριος φοβόταν τον σκλάβο. Στο υπόβαθρο της ζωής του Άγιου Δομίνικου, χαμήλωσε μια σκοτεινή σκιά, για την οποία οι άντρες σκέφτονταν πολύ, έστω κι αν μιλούσαν ελάχιστα» [βλέπε Lothrop Stoddard, «The French Revolution in San Domingo», Βστώνη, εκδόσεις Houghton Mifflin Company, 1914, σελίδα 62.]. Βέβαια από το 1679, ήδη υπήρξαν πολυάριθμες εξεγερτικές συνωμοσίες διαφορετικών επιπέδων επιτυχίας.
Η πιο ανησυχητική από αυτές συνέβη γύρω στο 1750, όταν ο Φρανσουά Μακαντάλ, ένας απελεύθερος νέγρος από τη Σενγάλη, που ισχυριζόταν ότι ήταν «ο Μαύρος Μεσσίας», συγκέντρωσε πολυάριθμους ακόλουθους. Ο «στρατός» του σχεδίαζε να δηλητηριάσει την παροχή νερού και να εξοντώσει τους λευκούς ενώ «θα είχαν σπασμούς». Η συνωμοσία ανακαλύφθηκε στην αρχή της και ο αρχηγός της εκτελέστηκε, «αλλά ακόμη και μετά το θάνατό του άφησε πίσω του μια κληρονομιά αναταραχής. . . η αποικία δεν ήταν ποτέ απαλλαγμένη από δηλητηριάσεις και αναταραχές». Το 1785, ένας βασιλικός αξιωματικός έγραψε ότι «βαδίζουμε πάνω σε βαρέλια πυρίτιδας», απηχώντας τα λόγια ενός βασιλικού κυβερνήτη έναν αιώνα πριν : «Έχουμε ανάμεσα στους νέγρους μας τους πιο επικίνδυνους εχθρούς». Σύντομα, «οι σπινθήρες από τα διατάγματα της Επαναστατικής Γαλλίας επρόκειτο να πέσουν σύντομα πάνω σε αυτά τα βαρέλια πυρίτιδας».
Με το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, ο Άγιος Δομίνικος γνώρισε σχεδόν αμέσως μια απότομη αύξηση της αναταραχής μεταξύ των δούλων. Ένας βασιλικός αξιωματικός, σε μια αναφορά που διαβιβάστηκε στον Υπουργό Ναυτιλίας, έγραψε: «Κύριε, αυτή η λέξη “Ελευθερία”, που αντηχεί τόσο δυνατά σε όλη τη διαδρομή από τη μακρινή Ευρώπη μέχρι εκείνα τα μέρη, και η οποία επαναλαμβάνεται παντού με τέτοιο ενθουσιασμό. σπέρνει έναν μοιραίο σπόρο, του οποίου η βλάστηση θα είναι τρομερή. . . θα δούμε μόνο αίμα, σφαγή και βέβαιη καταστροφή της μιας ή της άλλης από αυτές τις ασύμβατες φυλές ανθρώπων που κατοικούν σε αυτή την αποικία». Φαινόταν πράγματι ότι «οι θεοί είχαν. . . διατάξει την καταστροφή του Άγιου Δομίνικου».
Την παραμονή της εξέγερσης, η Γαλλία είχε στον Άγιο Δομίνικο «την καλύτερη αποικία στον κόσμο. Οι ιστορικοί της δεν κουράζονται ποτέ να απαριθμούν την ποσότητα των προϊόντων της, το μεγάλο εμπόριο, τις αποθήκες γεμάτες ζάχαρη, βαμβάκι, καφέ, λουλάκι και κακάο. Οι πεδιάδες του καλυμμένες με υπέροχα κτήματα, οι πλαγιές των λόφων του διάσπαρτες από αρχοντικά σπίτια. Eνας λευκός πληθυσμός, πλούσιος, εκλεπτυσμένος, που απολαμβάνει τη ζωή όπως μόνο μια πολυτελής αποικιακή κοινωνία μπορεί να την απολαύσει». Όταν η Συντακτική Συνέλευση στο Παρίσι αποφάσισε τον Μάιο του 1791, ότι «κάθε έγχρωμος που γεννιέται από ελεύθερους γονείς πρέπει να απολαμβάνει ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους λευκούς», οι ιδιοκτήτες των φυτειών προέβλεψαν, αρκετά προφητικά, ότι αυτό θα υποδαυλίσει τον εμφύλιο πόλεμο και την απώλεια της αποικίας. Σε απάντηση, ο χημικός, ζάπλουτος βιομήχανος εκρηκτικών και …. Γιακωβίνος(!) Ελευθέριος Ειρηναίος Ντυπόν ντυ Νεμούρ (Éleuthère Irénée du Pont de Nemours) και ο διαβόητος Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος απάντησαν: «Να χαθούν οι αποκίες μας παρά να χαθεί μια αρχή μας», [βλέπε Sir Spenser St. John, «Hayti, or the Black Republic», Λονδίνο, εκδόσεις Smith, Elder, & Co., 1884) σελίδες 30, 365]
Όπως επισημαίνει ο Stoddard σύμφωνα με τα λόγια του Γάλλου Γιακωβίνου συγγραφέα και πολιτικού Ονορέ-Γκαμπριέλ Ρικετί, κόμη ντε Μιραμπώ (1749-1791), του περιβόητου «αριστοκράτη επαναστάτη» Μιραμπώ, από τις σπουδαιότερες μορφές στο πρώτο στάδιο της Γαλλικής επανάστασης , οι λευκοί «κοιμήθηκαν στην άκρη του Βεζούβιου».
Στις 22 Αυγούστου 1791, μια καμπανοκρουσία στο Σεν-Ντομένγκ σήμανε τον επερχόμενο θάνατο όλων των ανθρώπων λευκής φυλής. Αν και η πλήρης λεπτομέρεια της προέλευσής της θα καλύπτεται για πάντα από μυστήριο, η επίθεση που εξαπολύθηκε στη συνέχεια στη Βόρεια Πεδιάδα του νησιού ήταν καλά συντονισμένη και εκτελέστηκε συστηματικά. Οι διάσπαρτοι, απομονωμένοι λευκοί της πεδιάδας δεν μπορούσαν να προβάλουν αντίσταση καθώς οι άντρες σφαγιάζονταν ανηλεώς «με κάθε είδους θηριωδία» και οι γυναίκες βιαζόταν βάναυσα, συχνά πάνω στα ίδια τα σώματα των συζύγων, των πατέρων, των αδελφών και των παιδιών τους. Λίγο πριν τα ξημερώματα της 23ης Αυγούστου, ένα κύμα αναμαλλιασμένων προσφύγων διείσδυσε στο Λε Καπ, φωτισμένο από τη ζοφερή λάμψη της φλεγόμενης πεδιάδας, φέρνοντας αναφορές για τη φρικτή σφαγή και την είδηση ότι οι μαύροι ισοπέδωσαν τα χωράφια με τα καλάμια και τις φυτείες. Ένας άποικος περιέγραψε το τραγικό θέαμα των λευκών προσφύγων:
«Είδα μια μεγάλη έκταση του δρόμου κυριολεκτικά γεμάτη από ένα απογοητευμένο κι εξαθλιωμένο πλήθος. Ένιωσα κυριευμένος από ακαταμάχητα συναισθήματα. Η καρδιά μου φούσκωσε σαν έτοιμη να σκάσει. Τι συγκλονιστική σκηνή! Αμέτρητος αριθμός θηλυκών. . . ηλικιωμένων και νέων, σέρνοντας τα κουρασμένα κορμιά τους — άλλες κουβαλούσαν τα μωρά και τα παιδιά τους, άλλες μετρούσαν τα βήματά τους για να αποφύγουν τα αργά βήματα των γιαγιάδων και των παππούδων τους — πολλοί από τους οποίους ήταν πάνω από εβδομήντα χρονών! Εξαντλημένες από τον μεσημβρινό καύσωνα, τη δίψα και την πείνα, είχαν πετάξει στο δρόμο όλα τα αντικείμενα που πίστευαν ότι θα εμπόδιζαν ή θα καθυστερούσαν την πορεία τους», [βλέπε Jeremy David Popkin, «Facing Racial Revolution: Eyewitness Accounts of the Haitian Insurrection», Σικάγο, εκδόσεις The University of Chicago Press, 2007, σελίδες 34-48]
Ένας από τους πρώτους λευκούς που βίωσαν το χάος στην πεδιάδα – και ένας από τους λίγους επιζώντες που έζησαν για να αφηγηθούν την ιστορία – ξύπνησε από τον ήχο των πυροβολισμών. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η γη του πλημμύρισε από την ορδή των μαύρων. Φώναξε: «Ποιος είναι εκεί;» Μια βροντερή φωνή απάντησε: «Είναι ο θάνατος!» Οι άγριοι φώναζαν ρυθμικά «Σκοτώστε, σκοτώστε !». Ο άνδρας, παρά τον κατανοητό τρόμο του, έκανε την εντυπωσιακή παρατήρηση ότι «πραγματικά, η απάθεια και η απροθυμία αυτών των ζώων ήταν τέτοια που αν είχαν φτάσει δέκα μόνο λευκοί αυτή τη στιγμή, θα είχαν διαλύσει αυτή την άγρια ορδή χωρίς αντίσταση». Μια γυναίκα, που κοιμόταν στη βεράντα της, ξύπνησε όταν πέταξαν στην αγκαλιά της το κομμένο κεφάλι του συζύγου της. Κατά την φυγή της, σταμάτησε για να δει την αντανάκλασή της σε ένα ρυάκι. Τα μαλλιά της, «που ήταν καστανά λίγες μέρες πριν, είχαν γίνει εντελώς λευκά». Ένας άλλος αυτόπτης μάρτυρας στη Βόρεια Πεδιάδα περιέγραψε τον τρόμο ως εξής:
«Την επομένη της άφιξής μου, ενώ απολάμβανα με την οικογένειά μου τις απολαύσεις ενός εξαιρετικού μεσημεριανού γεύματος, έφτασε ένας αγγελιαφόρος για να παραδώσει στον πατριό μου, διοικητή της περιοχής στην οποία βρίσκεται το ακίνητό μας, μια επιστολή γεμάτη από τα πιο τρομακτικά νέα. Οι σκλάβοι, πυρωμένοι από απεσταλμένους από τη Γαλλία, είχαν κάψει τις κατοικίες των γειτόνων μας κοντά στο Λε Καπ, αφού δολοφόνησαν τους ιδιοκτήτες, χωρίς διάκριση ηλικίας και φύλου. . . Φοβόμασταν ότι σύντομα θα έφταναν στον τόπο της κατοικίας μας. Ο απολογισμός αυτής της τρομερής καταστροφής διαδόθηκε ευρέως. Οι φοβισμένες οικογένειες των γειτόνων μας συναντήθηκαν μαζί μας στη φυτεία μας. Οι άνδρες οπλισμένοι για να αντιμετωπίσουν την καταιγίδα. Οι μητέρες, οι σύζυγοι, οι αδερφές θρηνούσαν και μάζευαν βιαστικά μερικά πολύτιμα πράγματα. Η απόγνωση και ο φόβος ήταν ζωγραφισμένα σε όλα τα πρόσωπα. Ο ουρανός φαινόταν να παίρνει φωτιά. Από μακριά ακούγονταν όπλα και οι καμπάνες των φυτειών έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου. Ο κίνδυνος αυξήθηκε. Οι φλόγες κάθε στιγμή πλησίαζαν και μας περιέκλειαν. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Φυγαμε. . . . Τα θύματα που δραπέτευσαν με το ξίφος ήρθαν να αυξήσουν τον αριθμό των φυγάδων και μας διηγήθηκαν τη φρίκη που είχαν δει. Είχαν δει απίστευτα βασανιστήρια για τα οποία κατέθεσαν. Πολλές γυναίκες, νέες, όμορφες και ενάρετες, χάθηκαν κάτω από τα άθλια χάδια των ληστών, ανάμεσα στα πτώματα των πατέρων και των συζύγων τους. Κορμιά, που ακόμα είχαν σφυγμό, σύρθηκαν στους δρόμους με φρικιαστικές επιδοκιμασίες. Τα μικρά παιδιά καρφωμένα σε αιχμές των λογχών ήταν οι αιμορραγικές σημαίες που ακολουθούσε το στράτευμα των κανίβαλων. Αυτές οι εικόνες δεν ήταν υπερβολικές, και είδα περισσότερες από μία φορές αυτό το θλιβερό θέαμα.»
Στέργιος Απρίλης – Σαμαρινιώτης
