Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ : Η Εξέγερση των «Πυγμάχων» Η πολιορκία, η κατάληψη και οι καταστροφές των πόλεων – μ4

Η ηττηθείσα αποστολή του Αντιναύαρχου Σέϊμουρ επέστρεψεν επιτυχώς στους ξένους οικισμούς του Τιαντζίν, αυξάνουσα με την παρουσίαν της τον αριθμόν των τοπικών συμμαχικών στρατιωτών σε περισσότερους από έξ χιλιάδες άνδρες. Ο κυβερνητικός στρατηγός Νιέ Σι Τσενγκ, ο οποίος είχε διαταχθεί να τους καταστείλει ήρχισεν την πολιορκία του στους εκεί οικισμούς, τους οποίους εβομβάρδισεν αμειλίκτως. Σε απάντηση, στις 13 Ιουλίου, η συμμαχική δύναμη απεφάσισε να αντεπιτεθεί και να καταλάβει την περιτειχισμένη πόλη της Τιαντζίν, επιτιθεμένη αμέσως τόσον από τον νότο όσον και από την ανατολήν.

Επί πολλές ώρες ανεξάρτητες και ασύντακτες συμμαχικές επιθέσεις εξετέθησαν στα συνεχή πυρά της κινεζικής αμύνης, καθώς οι σύμμαχοι δεν ημπορούσαν να συμφωνήσουν ποιος πρέπει να είναι ο συντονίζων γενικός διοικητής. Η κακίστη επικοινωνία ωδήγησε σε χάος την επίθεση μετά από μερικές επί πλέον ώρες απελπισμένης μάχης. Η επίθεση τελικώς έπαυσεν. Αυτή η καταστροφική κίνηση προεκάλεσε βαρείες απώλειες στα συμμαχικά στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένων των θανάτων αρκετών υψηλοβάθμων αξιωματικών.

Έτσι οι Δυτικοί επικεφαλής συνεκεντρώθησαν και ήλλαξαν την στρατηγικήν τους. Κατά την διάρκειαν της επομένης νυκτός Ιάπωνες στρατιώτες ανετίναξαν επιτυχώς τη νοτίαν πύλη και εισήλθαν στην Τιαντζίν. Συντόμως ηκολούθησαν και άλλα συμμαχικά συντάγματα.Στην επομένην μάχη ο στρατηγός Νιέ Σι Τσενγκ εφονεύθη μαχόμενος και οι δυνάμεις του απεσύρθησαν. Οι σύμμαχοι είχαν απωλέσει περίπου 250 άνδρες και επίσης είχαν 500 τραυματίες, ωστόσον η Τιαντζίν κατελήφθη.

Μετά, εκατοντάδες Πυγμάχοι συνελήφθησαν, κατεγράφησαν και εξετελέσθησαν. Μεταξύ αυτών ήταν η Λιν Χα Ιέρ, η διοικητής των «Ερυθρών Φανών», μιας εξ ολοκλήρου γυναικείας ομάδος Πυγμάχων. Τα ρωσικά και τα γερμανικά στρατεύματα, συμφώνως προς πληροφορίες, διενήργησαν λεηλασίες, βιασμούς και δολοφονίες  αμάχων, ενέργειες  που έως τούδε υποβαθμίζουν σε μεγάλον βαθμόν την εξαίρετο μαχητικήν φήμη τους.

Η ιδία η πόλη Τιαντζίν υπέστη εκτεταμένες ζημίες από την δράση του πυροβολικού και τις εκτενείς ενδοαστικές μάχες. Οι συμμαχικές δυνάμεις συζητούσες στην συνέχειαν περί του πρακτέου, έκριναν ότι ήταν καλύτερον να αναμείνουν την άφιξη των ενισχύσεων, καθώς οι αριθμοί τους ήσαν ανεπαρκείς για μιαν αποστολήν διασώσεως των πρεσβειών στο Πεκίνο. Εκεί οι πολιορκημένοι ετέλουν υπό τεραστίαν πίεση στις τελευταίες εβδομάδες. Η αρχική περίμετρος του προστατευτικού φράκτη ήταν πολύ μεγάλη για να προφυλαχθεί, οπότε είχεν μειωθεί δύο ημέρες μετά την έναρξη του αγώνος.

Οι ξένοι πολίτες είχαν ανεύρει ως επί το πλείστον κάλυψη στην βρετανική πρεσβείαν, στο πλέον υπερασπίσιμο μέρος, φυλασσόμενο από βρετανικά στρατεύματα. Οι Κινέζοι χριστιανοί πρόσφυγες ευρίσκοντο στο αρχοντικό του Πρίγκηπος Σου που εφυλάσσετο από τους Ιάπωνες και τους Ιταλούς, με περιστασιακή βοήθειαν από στρατιώτες άλλων εθνών. Οι Γάλλοι εφρούρουν την ιδικήν τους αντιπροσωπείαν, βοηθούμενοι από τους Αυστρο-Ούγγρους. Επίσης τα ρωσικά στρατεύματα κατείχαν την ιδικήν τους αντιπροσωπείαν και από την άλλην πλευρά οι Αμερικανοί και οι Γερμανοί υπερησπίσθησαν το τμήμα του λεγόμενου Ταταρικού τείχους.

Σημαίνον μέρος των τεραστίων αμυντικών εγκαταστάσεων της πόλεως του Πεκίνου, αυτό το στρατηγικό σημείον ήταν πρωταρχικής σημασίας, καθώς εάν απώλετο, οι Κινέζοι θα ημπορούσαν να πυροβολούν ευχερώς τις εκτεθειμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όσον αφορά στα όπλα, οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν ολίγα πυρομαχικά για τα τυφέκιά τους και τα τρία πολυβόλα, ενώ ανεκάλυψαν επίσης και ένα παρωχημένο πυροβόλο. Ήταν κερματισμένο και χρησιμοποιούντες τμήματα από άλλους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, οι σύμμαχοι στρατιώτες ημπόρεσαν να κατασκευάσουν ένα αυτοσχέδιο πυροβόλο που εβάπτισαν «Διεθνές Όπλο».

Οι μετακινήσεις του αμάχου πληθυσμού εμειώθησαν με ανησυχητικόν ρυθμό και πολλοί Κινέζοι χριστιανοί πρόσφυγες, κυρίως Καθολικοί, παρημελήθησαν και έπρεπε να φροντίσουν από μόνοι τους τον εαυτόν τους ή να κερδίσουν πενιχρούς μισθούς συμβάλλοντες εργασιακώς στην υπεράσπιση των εγκαταστάσεων. Οι διεθνείς αντιπροσωπείες περιεβάλλοντο από χιλιάδες Πυγμάχους αντάρτες προς κάθε κατεύθυνση. Τα αυτοκρατορικά στρατεύματα είχαν πλέον ενταχθεί στην πολιορκία. Προς Δυσμάς ήσαν οι «Γενναίοι του Γκανσού» του στρατηγού Φου Σιάνγκ, ενώ προς Ανατολάς  ήταν η «Εκστρατευτική Δύναμη του Πεκίνου». Τα αυτοκρατορικά στρατεύματα ετέλουν υπό την γενικήν διοίκηση του Ρονγκ Λου, ενός αξιωματικού διακειμένου κατά των Πυγμάχων, ο οποίος αντετίθετο παντελώς στον πόλεμον εναντίον των ξένων δυνάμεων.

Ο Ρονγκ Λου ημπόδισε όλες τις επιθέσεις των Πυγμάχων και  ηρνήθη να τους παραδώσει βαρύ πυροβολικό που θα ημπορούσε να εξαλείψει την συμμαχικήν άμυνα. Στηριζόμενοι σε κλασικά στρατηγήματα, οι Κινέζοι εξεδήλωσαν πρώτον μιαν επίθεση με φωτιά. Προξένησαν πυρκαϊά στα κτίρια έξω από την βρετανική πρεσβεία, οπότε οι φλόγες εξηπλώθηκαν στην φησμένη και αριστοκρατικήν Ακαδημία Χανλίν. Πολλά ανεκτίμητα αρχαία βιβλία κατεστράφησαν από την πυρκαϊά, ενώ εν τέλει η επίθεση απέτυχε. Μετά από αυτήν την ενέργειαν, οι Κινέζοι επετέθησαν σε πολλά μέτωπα : Μερικά στρατεύματα επετέθησαν στο αρχοντικό του Πρίγκιπος Σου, άλλοι επετέθησαν στη γαλλικήν πρεσβεία. Τέλος, ένα μεγάλο μέρος του αγώνος διεξήχθη στον Ταταρικόν τείχος. Κάθε ημέρα και κάθε νύκτα οι αντιπροσωπείες υφίσταντο απώλειες που έφθιναν απελπιστικώς τους αριθμούς των δυνάμεών τους.

Στις 13 Ιουλίου, οι Ιάπωνες και οι Ιταλοί στο αρχοντικό του Πρίγκιπος Σου ωδηγήθησαν στην τελευταία γραμμήν αμύνης, τρομοκρατούντες με την  οπισθοχώρησή τους  τους παρατηρούντες παγιδευμένους πολίτες. Επί πλέον, μία νάρκη την οποίαν «ενεφύτευσαν» Κινέζοι ναρκοθέτες στα θεμέλια της γαλλικής πρεσβείας κατέστρεψεν το κτίριο και προεκάλεσε πολλές απώλειες που ηνάγκασαν την γραμμή αμύνης να αποσυρθεί από αυτήν την πλευρά. Ο Βρετανός πρέσβης, ως γενικός υπεύθυνος για την άμυνα, θα εδήλωνεν αργότερον ότι αυτή η ημέρα υπήρξεν η πλέον απελπιστική καθ’ όλην την πολιορκία. Μέχρι τώρα περίπου το έν τρίτον της αμύνης των πρεσβειών είχεν καταρρεύσει, οι δε ελπίδες σωτηρίας έσβηναν καθώς η ολοσχερής καταστροφή εφαίνετο εγγυτέρα. Ωστόσον, ο εχέφρων στρατηγός Ρονγκ Λου, ο γενικός διοικητής των αυτοκρατορικών δυνάμεων, απεφάσισεν να αποκαταστήσει την επαφήν με τους ξένους διπλωμάτες.

Αυτοί εξηντλημένοι από την πολιορκία, με ευχαρίστηση αξιοποίησαν αυτήν την απροσδόκητον ευκαιρία. Μια κατάπαυση του πυρός εκηρύχθη στις 17 Ιουλίου, επιφέρουσα μεγάλην ανακούφιση στις πρεσβείες που περιεσώθησαν από την βεβαίαν καταστροφή. Παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορική αυλή των Τσινγκ παρέμεινεν εξαιρετικώς επίκουρος προς τους Πυγμάχους. Έξι υψηλόβαθμοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι με επικεφαλής τον διπλωμάτη Σου Τζιν Τσενγκ υπέβαλαν αίτημα στην αυλή να καταστραφούν οι μάζες των Πυγμάχων και να υπογράψουν ειρήνη με τις ξένες δυνάμεις. Ένεκα τούτου εξετελέσθησαν δημοσίως με αυτοκρατορικές εντολές. Επιπλέον, οι Πυγμάχοι και κάποιοι φανατικοί «γενναίοι» του στρατηγού Ντον Φου Σιάνγκ εξεκίνησαν νέες επιθέσεις στις πρεσβείες, επιθέσεις για τις οποίες η αυλή είχεν «κλειστούς οφθαλμούς».

Στις 28 Ιουλίου έφθασαν στους πολιορκημένους τα πρώτα νέα ύστερα από έναν μήνα αποκλεισμού από τον έξω κόσμο: οι Δυνάμεις είχαν καταλάβει την Τιαντζίν και εκινούντο προς την πρωτεύουσα με 24.000 άνδρες. Η πορεία προς την πρωτεύουσα και η κατάληψή της εσημαδεύθησαν από θηριώδεις καταστροφές και βιαιοπραγίες κατά του εντοπίου πληθυσμού, από την πλευράν των στρατευμάτων των Δυνάμεων. Είναι ενδεικτικός ο αποχαιρετιστήριος καθοδηγητικός λόγος του Αυτοκράτορος Γουλιέλμου του Β’  της Γερμανίας, στις 27 Ιουλίου του 1900, προς τα αποχωρούντα για την Άπω Ανατολην γερμανκά στρατεύματα (ο οποίος εχρησιμοποιήθη κατά κόρον από τους Αγγλοαμερικανούς και Γάλλους κατά τους επακολουθήσαντες δύο Μεγάλους Πολέμους προς αμαύρωση και συκοφάντηση του ήθους των Γερμανών μαχητών) :

«[…]Ανσυναντήσετε τον εχθρό, θα τον νικήσετε! Δε θα δειχθεί κανένα έλεος! Δε θα συλληφθούν κρατούμενοι! Όποιος πέσει στα χέρια σας, εχάθη! Μόλις χίλια χρόνια πριν οι Ούννοι, υπό τον βασιλέα Αττίλα, απέκτησαν μία τέτοιαν φήμη, η οποία μέχρι σήμερον τους κάνει να φαίνονται πανίσχυροι στην ιστορία και στους θρύλους. Είθε το όνομα Γερμανός να επαληθευθεί στην Κίνα από εσάς με τέτοιον τρόπον, ώστε κανείς Κινέζος να μην τολμήσει πάλιν να λοξοκοιτάξει έναν Γερμανό[…]»

Στην Δύση, η «Συμμαχία των οκτώ εθνών» είχε τελειώσει την προετοιμασίαν αποστολής των συνταγμάτων στην Άπω Ανατολή. Η συνολική διοίκηση της συμμαχικής δυνάμεως ανετέθη  στον Γερμανό στρατάρχη Άλφρεντ φον Βαλντερζέε. Δεδομένου ότι οι δυνάμεις ευρίσκοντο ως επί το πλείστον στην Ευρώπη, θα έπρεπε να σταλούν στην Κίνα με  πλοία, ο πλους των οποίων θα διήρκει αρκετές εβδομάδες. Εν τω μεταξύ, η δοίκηση ανετέθη προσωρινώς στον Βρετανό υποστράτηγο σερ Άλφρεντ Γκάσλη που εστάθμευεν στην Βρετανικήν Ινδία. Τα ινδικά αποικιακά στρατεύματα θα απετέλουν ένα σημαντικόν μέρος της συμμαχικής δυνάμεως. Η Γαλλία θα έστελλε πολλά τάγματα από την επικράτειά της στην Ινδο-Κίνα, η δε Ρωσία αλλά και ιδιαιτέρως η Ιαπωνία, ως γείτονες της Κίνας, θα έστελλν το μεγαλύτερον μέρος της συμμαχικής δυνάμεως.

Συνολικώς εκινητοποιήθη ένα συνδεδυασμένο στράτευμα  με περισσοτέρους από 55000 άνδρες από τις 8 δυνάμεις. Περιελάμβανε 20000 Ιάπωνες  (πολλοί  από τους οποίους είχαν ήδη υπηρετήσει στον πρώτον Σινο – Ιαπωνικό Πόλεμο), 13000 Ρώσους, 12000 βρετανικές δυνάμεις, (κυρίως ινδικά αποικιακά στρατεύματα), 3500 Γάλλους, περίπου άλλους τόσους Αμερικανούς και τέλος Γερμανικά, Ιταλικά και Αυστρο-ουγγρικά στρατεύματα αριθμούντα συνολικώς περί τους 1000 άνδρες. Όλες αυτές οι δυνάμεις θα απεστέλοντο από πολλά διαφορετικά σημεία και θα έφταναν σταδιακώς στο Σεντσέν.

Μέχρι τις 4 Αυγούστου είχαν αφιχθεί περίπου 20.000 στρατεύματα της «Συμμαχίας των οκτώ εθνών». Αντί να περιμένει και τα περαιτέρω αποσπάσματα, ο σερ Άλφρεντ Γκάσλη απεφάσισεν ότι ήταν καλύτερον να εκκινήσει η εκστρατεία ανακουφίσεως προς το Πεκίνο για την διάσωση των πρεσβειών. Ωστόσον, οι ρωγμές στην συμμαχία ήρχισαν να φαίνονται καθώς η απόφαση του αυτή, (όπως και πολλές μελλοντικές), ημφισβητήθησαν από αξιωματικούς των άλλων εθνών. Η εκστρατεία του Γκάσλη επλήγη  αμέσως από τον καυτό θερινό καιρό, με θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 40 βαθμών Κελσίου. Πολλοί στρατιώτες και ίπποι κατέστησαν ανίκανοι ή απέθαναν από εγκεφαλικό επεισόδιο και αφυδάτωση.

Γιάννης Ηλιού

Please follow and like us: