O Απρίλιος του 1900 υπήρξεν το χρονικόν σημείον κορυφώσεως στην διαμάχη μεταξύ των Πυγμάχων και των Κινέζων Χριστιανών. Το κίνημα των πρώτων είχεν εξαπλωθεί ευρύτατα και τα πολυποίκιλα περιστατικά φονικής βίας είχαν αυξηθεί μετά το Κινεζικό νέον «έτος του αρουραίου» (από 31 Ιανουαρίου του ημετέρου ημερολογίου εκείνου του έτους). Καθώς οι Χριστιανοί εξεκίνησαν να εξοπλίζονται για λόγους αυτοπροστασίας, η διαμάχη κατέστη βαθυτέρα και σφοδροτέρα. Η ξηρασία που είχεν οδηγήσει πολλούς αγρότες να ενταχθούν στο κίνημα των Πυγμάχων, έπαυσεν σε ένα μεγάλον μέρος της Κινεζικής Βορείου Πεδιάδος, ωστόσον η επαρχία Ζιλί, στην οποίαν ενετάσσετο τότε το Πεκίνο, παρέμεινεν εκτεθειμένη στις κακουχίες. Ο πρέσβης των Η.Π.Α. Έντγουιν Χερντ Κόνγκερ (Edwin Hurd Conger) κατέθεσεν την εξής αναφορά:
«Οι παρούσες συνθήκες σε αυτήν την επαρχία είναι επί το πλείστον ευνοϊκές για ένα τέτοιο κίνημα όπως οι Πυγμάχοι. Οι άνθρωποι είναι πολύ πτωχοί. Έως εχθές (7 Μαΐου) πρακτικώς δεν είχε πέσει βροχή επί έν έτος, δεν είχε πραγματοποιηθεί άρωση του εδάφους, οι καλλιέργειες δεν είχαν σπαρθεί, το έδαφος ήταν υπερβολικώς ξηρό και δύσκολο να δουλευθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ως εκ τούτου όλη η ύπαιθρος έχει γεμίσει με πεινασμένους, δυσαρεστημένους, απαισιοδόξους νωθρούς, αυτοί δε είναι έτοιμοι να ενταχθούν σε οποιανδήποτε οργάνωση τους προσφερθεί».
Ο σπινθήρ ο οποιος ήναψεν την πυρκαϊά ήταν μία αψιμαχία που προεκλήθη γύρω από ένα ανούσιον ζήτημα, μιαν υποχρέωση την οποίαν επεχείρησεν να επιβάλλει σε έναν Χριστιανό τεχνίτη ένας Πυγμάχος. Η διαφωνία κατέληξεν στον εμπρησμόν δέκα οικιών οι οποίες ανήκαν σε Χριστιανούς και σε τουλάχιστον 20 θανάτους από την πλευράν των Πυγμάχων. Τα νέα διεδόθησαν τάχιστα και οι Πυγμάχοι, θεωρούντες ως υπαιτίους τους Χριστιανούς, ηύξησαν αμέσως τις επιθέσεις τους. Τα κυβερνητικά στρατεύματα ήσαν εξόχως ολιγοστά για να αναχαιτίσουν την ορμή τους. Στις 22αν Μαΐου οι Πυγμάχοι κατώρθωσαν να φονεύσουν έναν συνταγματάρχη, ονόματι Γιάνγκ, σε μάχη εγγύς των περιχώρων του Πεκίνου, οπότε η ενθάρρυνση που έλαβαν από αυτό το γεγονός ωδήγησεν στην κατάληψη της πόλεως Ζουό Ζου, ευρισκομένης σε εγγυτάτη απόσταση από την πρωτεύουσα.
Εκεί η κατάσταση ήταν όντως δραματική, καθώς οι τοπικοί στρατιωτικοί ηγέτες ήσαν ανήμποροι εμπρός στο ενδεχόμενον μίας επικειμένης εισβολής. Ήδη από τον Ιανουάριον, όταν οι αξιωματούχοι των Τσινγκ έδωσαν στους Πυγμάχους το δικαίωμα να συγκεντρούνται και να οργανούνται ανενόχλητοι, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και οι Η.Π.Α κατέκριναν σκληρά την παντελή απραξία από την πλευράν της Ουρανίου Αυτοκρατορίας. Συντόμως, οι διαμαρτυρίες μετετράπησαν σε απειλές. Περί τα μέσα Απριλίου, Δυτικά πολεμικά σκάφη είχαν σταθμεύσει στα επίνεια του Πεκίνου και της Τιαντζίν. Στις 28 Μαΐου η σιδηροδρομική γραμμή που ήνωνε το Πεκίνο με την Τιαντζίν κατεστράφη, γεγονός που ωδήγησεν πολλούς Δυτικούς να πιστεύσουν πως η διαφυγή τους από την αυτοκρατορικήν πρωτεύουσα ήταν πλέον ανέφικτος.
Οι Πυγμάχοι εταξίδευαν από την ύπαιθρον της επαρχίας Ζιλί προς το Πεκίνο σε ομάδες των πέντε έως δέκα ανδρών. Το ξενοφοβικόν τους μένος το εξαπέλυαν και κατά των Δυτικών και των εκκλησιών τους, αλλά και κατά των αντικειμένων δυτικής προελεύσεως: Φανούς, ωρολόγια, φάρμακα, σπίρτα …. και γενικώς οτιδήποτε ήταν ξένης προελεύσεως. Καταστήματα τα οποία επώλουν τέτοια είδη έγιναν στόχος εμπρηστικών επιθέσεων. Στις 12 Ιουνίου εδολοφονήθη ο Ιάπων πρέσβης, ενώ πλέον οι οικίες Χριστιανών Κινέζων εκαίοντο αδιακρίτως. Οι περισσότεροι από τους δυστυχείς αστέγους συνέρρεαν προς την συνοικίαν των Δυτικών, ελπίζοντες ότι οι τελευταίοι θα τους παρείχαν προστασία.
Η Κίνα ευρίσκετο στο χάος. Ήδη κατά τους τελευταίους μήνες, τα συντάγματα των φανατικών εθνικιστών πτωχών νεαρών περιεπλανώντο στην βόρειο Κίνα και εφόνευον τους χριστιανούς και τους αλλοδαπούς. Η «Συμμαχία των οκτώ Εθνών» (ουσιαστικώς μια περιστασιακή πολιτικοστρατιωτική συνεργασία των ξένων δυνάμεων), κατέλαβεν τα οχυρά του Ντακού σε μια προσπάθεια να αναγκάσουν την κυβέρνηση της Δυναστείας των Τσινγκ να αντιδράσει υπέρ των Ευρωπαίων παροίκων του Πεκίνου. Αντιθέτως, οι αυτοκρατορικές αρχές απεφάσισαν να προσβάλλουν με τους Πυγμάχους, στις Διεθνείς Αντιπροσωπείες – Πρεσβείες στο Πεκίνο, που φιλοξενούν τους ξένους διπλωμάτες και πολίτες. Τώρα ο χώρος των πρεσβειών ευρίσκεται υπό πολιορκίαν από τους Πυγμάχους και από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Στις τελευταίες εβδομάδες υπήρχεν επίσης και ένας άλλος θύλαξ χριστιανικής και ξένης αντιστάσεως στο Πεκίνο, στον καθολικόν καθεδρικόν ναόν του Μπεϊτάν. Οι εκεί ιθύνοντες αρχιτέκτονες και ο Βικάριος (Καθολικός Εκπρόσωπος) Αποστολικός Επίσκοπος Πιέρ, Μαριέλ, Φραντς Φαβιέ είχαν συλλέξει προμήθειες και πολεμοφόδια, για την αντιμετώπιση των κινδύνων της τρεχούσης καταστάσεως. 41 Γάλλοι και Ιταλοί στρατιώτες υπό τις διαταγές δύο Γάλλων αξιωματικών, είχαν επίσης αποσταλεί από την δύναμη φυλάξεως των πρεσβειών για να φυλάξουν τον καθεδρικόν ναόν, όπου περισσότεροι από 3.000 Κινέζοι Χριστιανοί είχαν καταφύγει με μερικές δωδεκάδες αλλοδαπούς, συμφώνως με πληροφορίες, κυρίως γυναίκες και παιδιά. Από τις 14 Ιουνίου ο καθεδρικός ναός ευρίσκετο υπό πολιορκίαν από ορδές Πυγμάχων.
Η εκεί κατάσταση εχειροτέρευσεν μετά τις 17 Ιουνίου, οπότε έφθασεν στην Αυτοκράτειρα ένα έγγραφον που ουσιαστικώς αποτελούσε ένα τελεσίγραφον από την πλευράν των Δυτικών: Εκάλει για ένα κεχωρισμένο κατάλυμα της Αυτοκρατείρας και προέτεινεν ο έλεγχος των οικονομικών και του στρατού να περάσει στα χέρια των Δυνάμεων. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια μηχανορραφία του Πρίγκιπος Ντουάν και ενός μέρους της αυλής που μέχρις λίαν προσφάτως εστήριζεν την εξέγερση. Η απάντηση ήταν η κήρυξη του πολέμου κατά των ξένων. Εδόθη περιθώριον 24 ωρών στους πρέσβεις και στις οικογένειές τους να εγκαταλείψουν την πρωτεύουσα. Η διστακτικότης τους επαληθεύθη με τον φόνον του Γερμανού πρέσβη Βαρόνου φον Κέτελερ στις 20 Ιουνίου, από στρατιώτες των Τσινγκ.
H πολιορκία του Πεκίνου ευρίσκετο πλέον σε πλήρη εξέλιξη, καθώς οι Πυγμάχοι και τα συμμαχικά τους κυβερνητικά στρατεύματα εστράφησαν αναφανδόν κατά των δυτικών κατοίκων της πρωτευούσης, οι οποίοι είχαν κλεισθεί στις πρεσβείες τους. Οι Κινέζοι εξετόξευσαν περίπου 4.000 βλήματα εναντίον τους, επέτυχαν όμως μόνον 14 απώλειες μεταξύ των ξένων. Μεγαλύτερος κίνδυνος για τους Ευρωπαίους υπήρξεν η φωτιά, η οποία εχρησιμοποιείτο για να καούν ζώντες οι οχυρωμένοι Δυτικοί. Οι Πυγμάχοι περιεπόλουν στους δρόμους, προέτρεπαν τον λαό να προσεύχεται στους θεούς και διετήρουν αμείωτον την πίεση επί των Χριστιανών και της τελευταίας εναπομεινάσης εκκλησίας τους, τον Βόρειον Καθεδρικόν των Καθολικών. Εκεί, 10.000 Πυγμάχοι προσεπάθησαν να σφαγιάσουν τους 3.000 Χριστιανούς ικέτες, ενισχυμένους από 40 Γάλλους και Ιταλούς πεζοναύτες, ωστόσον οι επιθέσεις τους απέτυχαν. Η πολιορκία διήρκεσε 55 ημέρες, οπότε τα στρατεύματα του πολιτισμένου κόσμου κατέφθασαν για να πάρουν την εκδίκησή τους.
Εκτός από το Πεκίνο, η εκστρατεία της «Συμμαχίας των οκτώ εθνών» υπό τον Σέϊμουρ με την δύναμη που απεστάλη αρχικώς για την διάσωση των πρεσβειών είχεν νικηθεί στο Λανγκ Φάνγκ από έναν στρατόν κρατικών ενόπλων δυνάμεων και Πυγμάχων και τώρα υπεχώρησεν στην Τιαντζίν, όπου ευρίσκοντο οι ξένοι οικισμοί. Οι ξένοι οικισμοί της Τιαντζίν εφιλοξένησαν μερικές δυνάμεις φρουράς της «Συμμαχίας των οκτώ εθνών», οι οποίες σύντομα θα επετίθεντο κατά του εχθρού. Στις 21 Ιουνίου του 1900, μέσω ενός αυτοκρατορικού διατάγματος, η Αυτοκράτειρα Τσουσί ουσιαστικώς εκήρυξεν τον πόλεμον ενάντια σε όλες τις ξένες δυνάμεις (που περιελάμβαναν την «Συμμαχία των οκτώ εθνών» και στις Κάτω Χώρες, στην Ισπανία και στο Βέλγιον, οι οποίες είχαν επίσης πρεσβείες στο πρεσβευτικό τετράγωνο του Πεκίνου). Τα συντάγματα των Πυγμάχων ετέθησαν επίσης επισήμως υπό την διοίκηση δύο αξιωματούχων της δυναστείας Τσινγκ υψηλού επιπέδου. Αυτό το έγγραφον διενεμήθη αμέσως σε όλην την «Ουράνιον Αυτοκρατορία». Κάθε αντιβασιλεύς και περιφερειακός κυβερνήτης διετάχθη να κινητοποιηθεί εναντίον των αλλοδαπών. Ωστόσον, οι εκσυγχρονιστές και έλλογοι αξιωματούχοι, όπως ο αντιβασιλεύς Λι Χονγκ Ζανγκ στην Λιάν Γκουάνγκ ή ο κυβερνήτης Γιουάν Σικάϊ στο Σαντόνγκ, εσυνειδητοποίησαν την παράνοιαν μιας τέτοιας πράξεως και απεφάσισαν να παραβιάσουν απροκαλύπτως τις άμεσες αυτοκρατορικές διαταγές. Ο Λι Χονγκ Ζανγκ εδήλωσεν ότι πρόκειται για ψευδές διάταγμα το οποίον δεν θα υπακούσουν ποτέ οι επαρχίες του Γκουανσί και της Καντώνος. Αυτοί οι αντιβασιλείς και οι κυβερνήτες συνεκεντρώθηκαν σε μιαν ομάδα που απεκλήθη «Αμοιβαία προστασία της νοτιοανατολικής Κίνας». Ηρνήθηκαν κατηγορηματικώς να διεξάγουν πόλεμο με τις ξένες δυνάμεις.
Ο στρατηγός Γιουάν Σικάϊ εσυνέχισεν να καταστέλλει τους Πυγμάχους στο Σαντόνγκ, καθώς πάντα τους περιεφρόνει και τώρα ακόμα ριζικότερον. Ωστόσον, οι περισσότεροι κρατικοί αξιωματούχοι υπήκουσαν στην μαντσουριανή αυτοκρατορική τάξη βλέποντες τις αυτοκρατορικές δυνάμεις να βομβαρδίζουν την ρωσική συνοριακήν πόλη Μπλαγκόβιτσκ, καθώς οι Πυγμάχοι προέβαιναν σε εκτενείς δολιοφθορές του ρωσικού κινεζικού ανατολικού σιδηροδρόμου (μιας κατασκευής ρωσικής ιδιοκτησίας στην ανατολικήν περιοχή). Κατά συνέπειαν αυτού, οι ρωσικές αρχές απεφάσισαν να απελαθούν όλοι οι Κινέζοι και οι Μαντσουριανοί κάτοικοι του Μπλαγκόβιτσκ, όπου απετέλουν την μεγάλην πλειοψηφίαν της πόλεως και των φερομένων ως «64 χωρίων» ανατολικώς του ποταμού, μιαν ομάδα οικισμών στα ρωσικά σύνορα, κατοικουμένων από από χιλιάδες Μαντσουριανούς πολίτες. Χιλιάδες πολίτες απηλάθησαν με την βία και περίπου τρεις χιλιάδες εδολοφονήθηκαν με πνιγμόν στον ποταμό Αμούρ ή επυροβολήθησαν από την ρωσικήν αστυνομία. Μετά από αυτό, περισσότεροι από δέκα χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες διέσχισαν τον ποταμόν Αμούρ και εισέβαλαν στη Μαντζουρία, δραττόμενοι της ευκαιρίας να επεκτείνουν την επιρροήν τους. Κατά την διάρκειαν των επομένων ημερών, οι κυβερνήσεις των ξένων δυνάμεων στην Ευρώπη και στην Αμερική έμαθαν σταδιακώς για την ακραία κατάσταση στην Κίνα και όλοι ήρχισαν να κινητοποιούν τους στρατούς τους.
Γιάννης Ηλιού
