Η μάχη στο Κίτο Κουαναβάλε υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια του εμφυλίου πολέμου της Αγκόλας (1975-2002), αλλά και του «Nοτιοαφρικανικού Πολέμου των Συνόρων» (Zuid-Afrikaanse Grensoorlog). Οι στρατοί της Κούβας, της Αγκόλας και της Νοτίου Αφρικής συναντήθηκαν, για πολλοστή φορά, στο Κίτο Κουαναβάλε το 1987,
σε μια σφοδρότατη παρατεταμένη μάχη, η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως «η μεγαλυτέρα χερσαία μάχη στο αφρικανικό έδαφος μετά τον Β΄ Μεγάλο Πόλεμο».
Το Κίτο Κουαναβάλε που απεκλήθη «Στάλινγκραντ του Απαρτχάιντ» παριστά μια μεγάλη νίκη και συνάμα μία δήθεν «ήττα» της λευκής Νοτίου Αφρικής.

Με όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές να διαφιλονικούν εκ των υστέρων την νίκη, η μάχη στο Κίτο Κουαναβάλε μετά την αβεβαία τελική της έκβαση θεωρήθηκε ως η κρισιμότερη καμπή στον εμφύλιο πόλεμο της Αγκόλας, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην οριστική αναχώρηση του κουβανικού και του νοτιοαφρικανικού στρατού, αλλά και των άλλων ξένων στρατευμάτων από το έδαφος της Αγκόλας.
Επί 16 συναπτά έτη, έως το 1975, τρεις ένοπλες ομάδες Αφρικανών Αγκολέζων είχαν αγωνισθεί για την ανεξαρτησία της Αγκόλας από την Πορτογαλία :
Το μαρξιστικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο της Αγκόλας (MPLA – Movimento Popular de Libertacao de Angola) με την ένοπλη πτέρυγά του Λαϊκές Ένοπλες Απελευθερωτικές Δυνάμεις της Αγκόλας (FAPLA – Forcas Armadas Populares de Libertacao de Angola), υπό την καθοδήγηση του πιστού μαρξιστή διανοουμένου Αντόνιο Αγκοστίνιο ντα Σίλβα Νέτο
(1922 –1979).
Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο της Αγκόλας (FNLA – Frente Nacional de Libertacao de Angola) υπό την καθοδήγηση του δυτικόφιλου συντηρητικού Αλβάρο Χόλντεν Ρομπέρτο (1923–2007).
Η Εθνική Ένωση για την Ολοκληρωτική Ανεξαρτησία της Αγκόλας (UNITA – (Uniao Nacional para la Independencia Total de Angola), υπό την καθοδήγηση του πρώην μαοϊκού και κατόπιν παθιασμένου αντικομμουνιστή, δεινού μαχητή και χαρισματικού ηγέτη Τζόνας Μαλιέϊρο Σαβίμπι (1934–2002).
Κάθε μία από τις ένοπλες παραπάνω περιγραφείσες ομάδες ήλεγχε συγκεκριμένη περιοχή της εκτενούς χώρας: Το MPLA την κεντρική ζώνη με την πρωτεύουσα Λουάντα, η UNITA
το νότιο τμήμα της Αγκόλας και το FNLA το βόρειο τμήμα.
Μετά την «επανάσταση των γαρυφάλλων» στην Πορτογαλία, η οποία προξένησε μείζονες ραγδαίες πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις, η Λισαβών αποσύρθηκε από τις αφρικανικές της αποικίες και η Αγκόλα οδηγήθηκε στην πολυπόθητη ανεξαρτησία της.
Η Συνθήκη του Άλβορ, που είχε προετοιμάσει το έδαφος για την πλήρη εθνική κυριαρχία της Αγκόλας, περιελάμβανε μία σειρά συμφωνιών μεταξύ των τριών επαναστατικών φατριών και της κυβερνήσεως της Πορτογαλίας. Υπό τους όρους της Συνθήκης διαμορφώθηκε μία μεταβατική κυβέρνηση, ενώ προεξαγγέλθηκαν ελεύθερες εκλογές περί το τέλος του έτους, την 11η Νοεμβρίου του 1975, μιαν ημέρα ήδη χαρακτηρισμένη από όλες τις επαναστατικές ομάδες ως «ημέρα ανεξαρτησίας» της Αγκόλας.
Οταν έφθασε αυτή η ημέρα ο πολιτικά εμπειρότατος και αριστοτέχνης του πολιτικού πολέμου μπολσεβίκος Αγκοστίνιο Νέτο δήλωσε: «Στις 00.00 της 11ης Νοεμβρίου του 1975, στο όνομα του λαού της Αγκόλας και της Κεντρικής Επιτροπής του MPLA, ανακηρύσσω την ανεξαρτησία. Με αυτήν την αριστοτεχνικά προσχεδιασμένη στρατηγική δήλωση του Νέτο,
(η οποία δικαιολογημένα θεωρήθηκε από τους αντιπάλους του ως θρασύς σφετερισμός του αγώνα της ανεξαρτησίας), το MPLA κατέστρεψε συνειδητά την εύθραυστη ανακωχή και την περιστασιακή υποκριτική σύμπνοια μεταξύ των τριών επαναστατικών ομάδων, η δε χώρα οδηγήθηκε σε έναν ανηλεή και αιματηρό εμφύλιο πόλεμο.
Ο εμφύλιος πόλεμος της Αγκόλας ξέσπασε μεταξύ των τριών επαναστατικών ομάδων με αφορμή την δόλια υποβολιμαία δήλωση του MPLA και συνεχίστηκε, λίγο πολύ αδιάπτωτα, έως το 2002. Υπήρξε μία από τις πλέον σύνθετες και βίαιες συγκρούσεις της αφρικανικής ιστορίας, εκτός δε από τους εντόπιους εμπλεκομένους συμπαρέσυρε και τις υπερδυνάμεις της ψυχροπολεμικής περιόδου. Εκτιμάται αδρά ότι αυτός ο πόλεμος στοίχησε την ζωή σε περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους και οδήγησε την γενική υποδομή της χώρας σε πλήρη κατάρρευση.
Η εθνική τραγωδία των Αγκολέζων αποτέλεσε μιαν ακόμη πτυχή της πολυσύνθετης ρήξης του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ της Σοβιετικής ενώσεως και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι δύο υπερδυνάμεις είχαν κατανοήσει πληρέστατα την τεράστια στρατηγική σημασία της ευρύτερης Νότιας Αφρικής, μιας περιοχής ιδιαίτερα πλούσιας σε φυσικούς πόρους (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, χρυσό, διαμάντια), γεωγραφικά συνεχούς, καθώς και με πολυάριθμες διεθνείς εμπορικές οδούς κατά μήκος της ακτής της.
Και οι δύο πλευρές προσπάθησαν να επηρεάσουν την έκβαση του εμφυλίου πολέμου μέσω των υποστηριζομένων «πληρεξουσίων» – αντιπροσώπων τους.
Η Κούβα και ο ευρύτερος σοβιετόφιλος Ανατολικός Συνασπισμός παρείχαν εμφανώς ποικιλόμορφο και ογκώδη στρατιωτική υποστήριξη στο MPLA, όπως και στους σοβιετόφιλους επαναστάτες της Ναμίμπια. Από πλευράς τους οι Ηνωμένες Πολιτείες και
σε πολύ μικρότερο βαθμό η Γαλλία, αντέδρασαν υποστηρίζοντας την UNITA και
την προστάτιδά της Νότια Αφρική με την διάθεση συγχρόνου πολεμικού υλικού.
Όταν το 1975 ανεξαρτητοποιήθηκε η Αγκόλα από την πορτογαλική διακυβέρνηση,
δεν ανέλαβε την εξουσία κάποια νομίμως εκλεγμένη κυβέρνηση, αλλά ένα κομμουνιστικό κίνημα ανταρτών, το MPLA. Αυτό μετατράπηκε σε ντε φάκτο κυβερνήτη της χώρας, γεγονός το οποίο καταδικάστηκε αμέσως από τις μικρότερες αντικομμουνιστικές φατρίες FNLA και UNITA.
Όταν άρχισαν να συρρέουν στην χώρα Κουβανοί, Σοβιετικοί, Ανατολικογερμανοί, Βορειοκορεάτες και Βιετναμέζοι «σύμβουλοι» προκειμένου να υποστηρίξουν το κυβερνών MPLA, ο Νοτιοαφρικανικός Στρατός απάντησε με αποστολή μικρών «ομάδων μάχης»
στον εξελισσόμενο εμφύλιο πόλεμο.
Αντικειμενικός του σκοπός ήταν η αρωγή του FNLA και της UNITA και συγχρόνως η επέλευση πληγμάτων κατά της απειλής από την Λαϊκή Οργάνωση της Νοτιοδυτικής Αφρικής
(South West Africa People΄s Organisation – SWAPO). Αυτή ήταν μία ιδιαιτέρως πολυμελής δύναμη ανταρτών η οποία υποστηριζόμενη πολύμορφα από τους κομμουνιστές, πάλευε για την ανεξαρτησία της Ναμίμπια (της πρώην Νοτιοδυτικής Αφρικής) εδραζόμενη σε πολυάριθμες βάσεις στο Αγκολέζικο έδαφος. Επισημαίνεται ότι στην πραγματικότητα η εμπλοκή της Κούβας στην Ανγκόλα ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, κατά τη δεκαετία του ’60,
όταν εδραιώθηκαν οι σχέσεις της Αβάνας με το MPLA. Ετσι, αντισταθμιστικά, τον Αύγουστο του 1975 η Νοτιοαφρικανική Αμυντική Δύναμη (South African Defense Force – SADF), εισέβαλε στην Ανγκόλα με δύο μικρές ομάδες μάχης, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στη σαβάνα.
[Οι νοτιοαφρικανικές ομάδες μάχης, με την πρόθυμη ανοχή και συγκεκαλυμμένη υποστήριξη των ΗΠΑ, εισχώρησαν στην Ανγκόλα και αγωνίστηκαν σε ολόκληρο το έδαφος της, φθάνοντας μέχρι την πρωτεύουσα Λουάντα και διενεργώντας έναν «αστραπιαίο πόλεμο» μικρής κλίμακας. Κατόπιν ανακλήθηκαν την τελευταία στιγμή, πριν να καταγάγουν οριστικό πλήγμα στο καθεστώς, καθώς οι Αμερικανοί απέσυραν την πολιτική τους υποστήριξη.]
Στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, σε απάντηση ενός αιτήματος για βοήθεια από το MPLA,
η κουβανική κυβέρνηση άρχισε την ανάπτυξη των στρατευμάτων της στην Ανγκόλα (επιχείρηση «Καρλότα», που επονομάστηκε προς τιμήν της ηγέτιδας μιας επανάστασης των νέγρων σκλάβων στην Κούβα στις 5 Νοεμβρίου 1843).
Πρέπει βεβαίως να υπογραμμιστεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, η στρατιωτική θητεία όλων των Κουβανών στην Ανγκόλα γινόταν σε εθελοντική βάση, γεγονός που καταδεικνύει και τον βαθύτατο ιδεολογικό χαρακτήρα της κουβανικής προσπάθειας.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, το MPLA παγίωσε την εξουσία του στην Ανγκόλα,
αλλά συγχρόνως, η UNITA αύξησε τη δύναμή της σε περίπου 30.000 μαχητές, ελέγχοντας το μεγαλύτερο μέρος της νότιας Ανγκόλας και απολαμβάνοντας την υποστήριξη του τοπικού πληθυσμού. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η «αντεπαναστατική απειλή»,
τέθηκαν κλιμακωτά στη διάθεση του MPLA όλο και περισσότερα κουβανικά στρατεύματα, μαζί με Σοβιετικούς «συμβούλους» και τεράστιες ποσότητες εξοπλισμού: κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 1975, το MPLA εφοδιάστηκε με μια άρτια στρατιωτική σχολή στελεχών, με πληθώρα ελαφρών και βαρέων όπλων, μεταφορικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων, στολών και πάσης φύσεως στρατιωτικό υλικό.
Μετά από την καταστροφική για το MPLA μάχη του Κιφαντόνγκο εναντίον της UNITA και μέχρι το τέλος του 1975, πολυάριθμα κουβανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στο έδαφος της Ανγκόλας για να υποστηρίξουν τις FAPLA.
Έως τον Μάρτιο του 1976, η Κούβα είχε αποστείλει περίπου 36.000 άνδρες στην περιοχή, επισήμως «…για να παρέχει υποστήριξη διοικητικής μέριμνας στους αξιωματικούς των FAPLA». Εκτός όμως από τα κουβανικά στρατεύματα και τον κουβανικό εξοπλισμό,
μέλη του Ανατολικού Συνασπισμού, παρείχαν επίσης (υπό τη σοβιετική καθοδήγηση) ικανή υποστήριξη στο MPLA, συνήθως υπό μορφήν εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού (συμπεριλαμβανομένων και πολυάριθμων πιλότων πολεμικών αεροσκαφών).
Τέλος, τη γενικότερη εξέλιξη των επιχειρήσεων ήλεγχαν από ηγετικές θέσεις οι άριστα καταρτισμένοι Σοβιετικοί στρατηγοί.
Ο Στρατός και η Αεροπορία της Ανγκόλας ενισχύθηκαν αρκετά, με περισσότερα νέα όπλα που παραδόθηκαν από τους Σοβιετικούς, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρών αεροσκαφών MiG-23 και των μαχητικών ελικοπτέρων Mi-25.
Η τεράστια, ιδιαίτερη ιδεολογική σημασία της κουβανικής στρατιωτικής βοήθειας υπογραμμίστηκε χαρακτηριστικά από τη μεγαλύτερη σε κυκλοφορία νοτιοαφρικανική εφημερίδα «The World», η οποία δήλωνε εμφατικά: «Η μαύρη Αφρική κατευθύνει την κορυφή ενός κύμα τος που παράγεται από την κουβανική προσπάθεια στην Ανγκόλα.
Η μαύρη Αφρική δοκιμάζει το μεθυστικό κρασί της δυνατότητας,το όνειρο της καθολικής απελευθέρωσης».
Με την αφειδή διεθνή και διεθνιστική αρωγή οι FAPLA μεταμορφώθηκαν εύλογα σε έναν ισχυρό στρατιωτικό μηχανισμό και κατά τη διάρκεια της πρώιμης δεκαετίας του ’80 διενήργησαν πολυάριθμες επιθέσεις εναντίον της UNITA, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Παράλληλα, η UNITA έλαβε τεράστια υποστήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την λευκή νοτιοαφρικανική κυβέρνηση του Απαρτχάιντ.
Ενώ οι ΗΠΑ βοήθησαν την UNITA με χρήματα και εξοπλισμό, η Νότια Αφρική έστειλε κλιμακωτά ενισχύσεις, που ανήλθαν τελικά σε δύναμη περίπου 5.000 ανδρών.
[Τα στρατηγικά ενδιαφέροντα της Νότιας Αφρικής για την Ανγκόλα αφορούσαν στην παρεμπόδιση της ενδεχόμενης ανάληψης απόλυτης εξουσίας από το MPLA. Η Ανγκόλα συνόρευε με το νοτιοαφρικανικό προτεκτοράτο της Ναμίμπιας, το οποίο τελούσε υπό την απειλή της SWAPO. Η Νότια Αφρική στόχευε να εκκαθαρίσει τις δυνάμεις των FAPLA και της SWAPO από τη νότια Ανγκόλα και να εδραιώσει μια περιφερειακή «ουδέτερη ζώνη», αποτρέποντας έτσι τις περαιτέρω εισβολές στη Νοτιοδυτική Αφρική].
To FNLA υποστηριζόταν από τον δικτάτορα του Ζαΐρ, Μομπούτου Σέσε Σέκο (γαμπρό του Χόλντεν Ρομπέρτο), ο οποίος απέστειλε περίπου 2.000 άνδρες στην Ανγκόλα. Ωστόσο,
κατά τη μάχη του Κίτο Κουαναβάλε, το FNLA είχε παύσει πλέον να υφίσταται ως συμπαγής δύναμη, καθώς είχε χωριστεί ήδη από καιρό σε δύο αντίπαλες φατρίες, οι ηγέτες των οποίων ζούσαν εξόριστοι. Τα στρατεύματα της μίας από τις δύο αυτές φατρίες ενσωματώθηκαν τελικά στη SADF ως Νοτιοαφρικανικό 32ο Τάγμα, γνωστό και ως
«Τάγμα των Βουβάλων» ή «Οι Τρομεροί» («Os Terriveis»), λόγω της θρυλικής φήμης που απέκτησαν στους αντιπάλους τους για την αξεπέραστη μαχητική τους αξία και την ακατάβλητη γενναιότητα που τους διέκρινε.
ΤΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΚΙΤΟ ΚΟΥΑΝΑΒΑΛΕ
Το 1985 οι FAPLA απέστειλαν προς νότον είκοσι ταξιαρχίες, εξαπολύοντας τη μεγαλύτερη έως τότε επίθεσή τους. Ετσι, η νοτιοαφρικανική κυβέρνηση αποφάσισε ότι η συνδυασμένη απειλή Κουβανών, FAPLA και δυνάμεων της SWAPO (που συνέρρεαν ταχέως προς τα νοτιοαφρικανικά σύνορα) ήταν πλέον απτή και πολύ ισχυρή για να αγνοηθεί, και απέστειλε αμέσως επιπλέον δυνάμεις στην Ανγκόλα ώστε να βοηθήσει τη UNITA. Προκειμένου να αντιμετωπίσει την από αέρος απειλή, η Νοτιοαφρικανική Αεροπορία (South African Air Force – SAAF) εκτέλεσε αρκετές εξόδους μαχητικών αεροσκαφών, καταρρίπτοντας ένα ανγκoλέζικο MiG και αρκετά σοβιετικά ελικόπτερα, σε ένα από τα οποία επέβαιναν δέκα Σοβιετικοί αξιωματικοί, επικεφαλής της επίθεσης. Η επίθεση κλιμακωτά σταμάτησε,
με σημαντικές ανθρώπινες απώλειες για τις FAPLA και με πολλούς Κουβανούς νεκρούς, γεγονός που ώθησε τον Φιντέλ Κάστρο να αυξήσει τη δύναμη των κουβανικών στρατευμάτων στην Ανγκόλα σε 48.000 άνδρες.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1986 προπαρασκευάστηκε μια νέα επίθεση των FAPLA, η οποία καθυστέρησε και τελικά ανεστάλη, καθώς νοτιοαφρικανικές μονάδες ειδικών δυνάμεων βύθισαν ένα κουβανικό φορτηγό, κατέστρεψαν δύο σοβιετικά φορτηγά πλοία και αρκετά πετρελαιοφόρα στο λιμάνι Ναμίμπε, προξενώντας αναστολή του επιχειρησιακά αναγκαίου εφοδιαστικού ρεύματος. Η πρώτη σύγκρουση μεταξύ της SADF και των κουβανικών στρατευμάτων έλαβε χώρα νότια της Μπενγκουέλα, ενός θαλάσσιου λιμένα στη νοτιοδυτική Ανγκόλα. Ηταν μια πικρή ήττα για τους Κουβανούς, οι οποίοι απέτυχαν οικτρά να εξουδετερώσουν τις δυνάμεις της SADF.
Μετά από αυτή τη σωρεία πολυεπίπεδων ηττών, οι FAPLA και οι κουβανικές δυνάμεις υποχώρησαν και αναδιοργανώθηκαν σε μια πόλη με έναν παλαιό διάδρομο προσγείωσης, αποκαλούμενη Κίτο Κουαναβάλε, στην επαρχία Κουάντο Κουμπάνγκο της νοτιοανατολικής Ανγκόλας.
Το Κίτο Κουαναβάλε ήταν ουσιαστικά μια στρατηγική στρατιωτική τοποθεσία, ιδιαίτερα σημαντική ως προωθημένη αεροπορική βάση για αεροσκάφη επιτήρησης-περιπολιών-υποστήριξης των ανταρτών, απ’ όπου η αεροπορία των FAPLA προσέβαλλε συχνότατα τη νότια Ανγκόλα.Εντούτοις, τον Ιούνιο η επίθεση επαναλήφθηκε, αλλά και πάλι διακόπηκε απότομα, όταν δυνάμεις της UNITA υποστηριζόμενες από νοτιοαφρικανικά στρατεύματα επιτέθηκαν εκ νέου στην αεροπορική βάση του Κίτο Κουαναβάλε, θέτοντάς την εκτός ενεργείας. Δίχως διαθέσιμη αεροπορική υποστήριξη, οι FAPLA οπισθοχώρησαν.
Κατά τη διάρκεια του Ιουλίου του 1986 οι Νοτιοαφρικανοί διενήργησαν μιαν επιχείρηση περιορισμένης κλίμακας με σκοπό να βοηθήσουν τη UNITA να αναπτύξει
αντιαρματική ικανότητα. Συγχρόνως, ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών για τις Αφρικανικές Υποθέσεις, Τσέστερ Κράκερ, συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις ειρήνης με τους Κουβανούς και τους Ανγκολέζους, αλλά στα τέλη Ιουλίου επέστρεψε στην Ουάσιγκτον απογοητευμένος από την άρνησή τους να συζητήσουν σοβαρά για ειρήνη.
Στα τέλη του 1986 και στις αρχές του 1987, οι κουβανικές δυνάμεις στην Ανγκόλα προετοιμάστηκαν να εξαπολύσουν μια επίθεση μεγάλης κλίμακας, με στόχο την οριστική καταστροφή της UNITA και την κατάληψη του αρχηγείου της στην Τζάμπα και της πόλης-φρουρίου Μαβίνγκα. Μετά την αποτυχία τους στις επιθέσεις του 1985 και του 1986,
οι Κουβανοί ήταν πλέον αποφασισμένοι να κερδίσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων,
να αποδείξουν ότι ήταν άξιοι αντίπαλοι της SADF και να καθιερωθούν ως οι «απελευθερωτές» της νότιας Αφρικής, επιφέροντας οριστική στρατιωτική λύση στο πρόβλημα της Ανγκόλας.
Η Σοβιετική Ενωση έστελνε καθημερινά βαρύ εξοπλισμό στην Ανγκόλα, μέρος του οποίου αποτελούσε το πλέον σύγχρονο υλικό που εξήλθε ποτέ εκτός Σοβιετικής Ενωσης:
μαχητικά ελικόπτερα και αεριωθούμενα, άρματα μάχης, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, ραντάρ και πολυάριθμα οχήματα. Στην πλειοψηφία του παραδόθηκε στο Μενόνγκουε και κατόπιν μεταφέρθηκε στη βάση του Κίτο Κουαναβάλε, η οποία θα λειτουργούσε ως αφετηρία της επίθεσης. Οι Νοτιοαφρικανοί και η UNITA δεν είχαν την παραμικρή αμφιβολία ότι αυτή η τεράστια συγκέντρωση δυνάμεων αποτελούσε την προπαρασκευή της μεγαλύτερης έως τότε επίθεσης των Κουβανών και του Ανγκολέζικου Στρατού.
Ο επικεφαλής στρατηγός της SADF Μάγκνους Μάλαν προειδοποίησε δημόσια ότι η επίθεση ήταν «άμεσα επικείμενη», αλλά και o πολύπειρος διεθνής ανταποκριτής της «Washington Post», ο Γουίλιαμ Κλέμπορν, επιβεβαίωσε τις προειδοποιήσεις του Μάλαν, καθώς του είχε επιτραπεί προσωπικά να δει την τεράστια συγκέντρωση δυνάμεων του αντιπάλου.
Εως το τέλος Ιουλίου, οι συγκρούσεις μικρής κλίμακας μεταξύ της SADF και των μονάδων των FAPLA πλήθαιναν και μέχρι τις αρχές Αυγούστου η γενικευμένη επίθεση είχε αρχίσει.
Η βασική δύναμη των Κουβανών και των FAPLA αποτελείτο από τις 16η, 21η, 47η και 59η Ταξιαρχίες του Στρατού της Ανγκόλας, που προωθήθηκαν προς την πόλη Τούμπο, ανατολικά του Κίτο Κουαναβάλε, ενώ αρκετές ακόμα ταξιαρχίες ξεκίνησαν την προώθησή τους από το Λουκάσε, υποστηριζόμενες από αεροσκάφη χερσαίας επίθεσης, σε μια προσπάθεια να διαμορφωθεί μια διαξονική διείσδυση πέρα από τον ποταμό Λάμπα.
Η μία δύναμη κινήθηκε δυτικά, σκοπεύοντας να καταλάβει τις πόλεις Κανγκάμπα και Λουμπάλα, αλλά τη σταμάτησε η UNITA χωρίς νοτιοαφρικανική βοήθεια και τελικά καμία πόλη δεν κατελήφθη.
Η δεύτερη δύναμη, αποτελούμενη από τη 16η και 21η Ταξιαρχίες οι οποίες εκινούντο προς ανατολάς, σκόπευε να ελιχθεί σε νότια κατεύθυνση και να προωθηθεί στη Μαβίνγκα,
ενώ οι 47η και 59η Ταξιαρχίες κινούντο απευθείας προς νότον, επίσης στην κατεύθυνση της Μαβίνγκα. Ενας μικρός αριθμός Νοτιοαφρικανών αξιωματικών προσκολλήθηκε στις δυνάμεις της UNITA προκειμένου να παρατηρήσει τον εχθρό και να καταστρώσει επιτόπου μια «στρατηγική ανάσχεσης» της εκδηλούμενης επίθεσης.
Οταν έγινε προφανές ότι η επίθεση είχε αρχίσει, η SADF μετακίνησε στο μέτωπο μία πυροβολαρχία πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών των 127 mm και μία πυροβολαρχία όλμων των 120 mm, καθεμία εκ των οποίων συνοδευόταν από μια διμοιρία πεζικού του 32ου Τάγματος των διαβόητων «Βουβάλων», για να υποστηρίξει τη UNITA.
Το μέγεθος της επίθεσης ήταν τόσο μεγάλο, ώστε μετά από προσεκτικότερη επανεξέταση της κατάστασης, οι διοικούντες της SADF έστειλαν επιπλέον μια πυροβολαρχία βαρέος πυροβολικού με πυροβόλα G-5, στη Μαβίνγκα για υποστήριξη των αμυνομένων, προκαλώντας μεγάλο ενθουσιασμό και δέος μεταξύ των ανδρών της UNITA, οι οποίοι δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τόσο μεγάλα όπλα. Λίγο αργότερα, εστάλη στη Μαβίνγκα ως εφεδρεία και το 61ο Μηχανοκίνητο Τάγμα, που χρησιμοποιούσε τροχοφόρα τεθωρακισμένα οχήματα μάχης πεζικού Ratel.
[Το νοτιοαφρικανικό 61ο Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού διέθετε 55 οχήματα ποικίλων τύπων, είχε ικανή μαχητική εμπειρία και προϋπηρεσία πολλών ετών στην παραμεθόριο ζώνη, αλλά στερείτο αρμάτων. Υπήρξε η μόνη «συμβατική» – μη ειδική μονάδα της SADF, η οποία ενεπλόκη στις επιχειρήσεις.]
(Συνεχίζεται)
