ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

[...]
Όπως συνέβαινε τόσο συχνά στην ιστορία των αναγκαστικών απελάσεων, υπήρξε πολύ υψηλό ποσοστό θνησιμότητας κατά τη διάρκεια της μεταφοράς.

Περίπου δέκα χιλιάδες Τσετσένοι και Ινγκούσοι πέθαναν καθ' οδόν.

Υπήρχε λίγο διαθέσιμο φαγητό ή νερό για τους εκτοπισμένους και οι συνθήκες υγιεινής ήταν πρωτόγονες και απάνθρωπες...

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΛΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ
στα εντός των συνόρων “εχθρικά έθνη” της ΕΣΣΔ μέρος 4


Μέρος 4

Ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο Στάλιν ξεκίνησε μια εκστρατεία για να εξυμνήσει
τις αρετές του μεγάλου ρωσικού λαού. Τα βιβλία της ιστορίας αντέστρεψαν την πρότερη σοβιετική καταδίκη του ρωσικού ιμπεριαλισμού στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο
και σταδιακά επαινούσαν όλο και περισσότερο το ρωσικό έθνος που έφερε τον πολιτισμό και την ανάπτυξη στους καθυστερημένους λαούς της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Ο σοβιετικός πατριωτισμός, όπως αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου,
προσπάθησε να απορροφήσει την εμπειρία των υποκειμένων υπό των Ρώσων εθνών. Πολλοί μη Σλάβοι στρατιώτες υπηρέτησαν δίπλα σε Ρώσους, Λευκορώσους και Ουκρανούς, μαθαίνοντας ρωσικά για πρώτη φορά, και ένιωσαν μεγάλη υπερηφάνεια για τις κοινές νίκες. Αλλά κάθε έθνος που στάθηκε εμπόδιο στη συγχώνευση του σοβιετικού και του ρωσικού πατριωτισμού, τέθηκε σε κίνδυνο. Οι απελάσεις των λαών του βόρειου Καυκάσου
και της Κριμαίας το 1944 μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο σε αυτό το πλαίσιο.

Ως συνήθως, ο Στάλιν και ο Μπέρια χρησιμοποίησαν ζητήματα ασφαλείας ως δικαιολογία για την απέλαση των λαών του βόρειου Καυκάσου,τους οποίους κατηγόρησαν
για συνεργασία ή τουλάχιστον συμπάθεια προς τους Ναζί κατά την εισβολή τους
στη Σοβιετική Ένωση.Αναμφίβολα ο Στάλιν και ο Μπέρια ήταν πεπεισμένοι για προδοσία των Τσετσένων και των Ινγκούσων. Συνοπτικά, αποδεικνύεται από επικοινωνίες
όπου ο Μπέρια περιέγραψε στον Στάλιν την αποτελεσματική, στρατιωτικού τύπου επίθεση στους Τσετσένους και τους Ινγκούς που άρχισε τη νύχτα της 23–24 Φεβρουαρίου 1944. «Σύμφωνα με τις εντολές σας», η αποστολή ολοκληρώθηκε, έγραψε ο Μπέρια, καθιστώντας σαφές στους μεταγενέστερους ότι αυτή η ενέργεια έλαβε χώρα με πρωτοβουλία του Στάλιν. Ολόκληρο το έθνος των Τσετσένων και Ινγκούσων, 496.460 άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μέλη του κόμματος και ήρωες της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και απλοί βοσκοί προβάτων, εργάτες πετρελαίου και ορεσίβιοι, συγκεντρώθηκαν μέσα σε λίγες μέρες και απελάθηκαν πρώτα με φυλασσόμενα φορτηγά προς σιδηροδρομικές γραμμές και στη συνέχεια
σε σφραγισμένα τρένα, συχνά λίγο καλύτερα από βοϊδάμαξες, στο Καζακστάν
και την Κιργιζία.

Όπως συνέβαινε τόσο συχνά στην ιστορία των αναγκαστικών απελάσεων, υπήρξε πολύ υψηλό ποσοστό θνησιμότητας κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Περίπου δέκα χιλιάδες Τσετσένοι και Ινγκούσοι πέθαναν καθ' οδόν. Υπήρχε λίγο διαθέσιμο φαγητό ή νερό
για τους εκτοπισμένους και οι συνθήκες υγιεινής ήταν πρωτόγονες και απάνθρωπες. Περιοδικά, τα τρένα σταματούσαν , τα πτώματα πετάγονταν έξω από τα βαγόνια του τρένου και θάβονταν βιαστικά (και μερικές φορές όχι) ,πριν συνεχίσουν τη θανατηφόρα πορεία τους.

Ιατρικοί αξιωματούχοι της NKVD παραπονιόντουσαν ότι οι συνήθεις προμήθειες
για την υγεία και την ευημερία των απελαθέντων εξέλειπαν παντελώς. Όταν τα τρένα έφτασαν στους προορισμούς τους και οι επιζώντες μεταφέρθηκαν στους ειδικούς οικισμούς που επρόκειτο να τους φιλοξενήσουν, επικρατούσε το γνωστό σενάριο: δεν υπήρχαν προμήθειες για να χτίσουν καταφύγια, δεν υπήρχαν τρόφιμα να γεμίσουν την κοιλιά
τους και κανένα εργαλείο για να ξεκινήσουν τη δουλειά.

Οι ντόπιοι κοζάκοι, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να παρέχουν βοήθεια σε κανέναν, αρνήθηκαν να επιτρέψουν την είσοδο στους Τσετσένους και τους Ινγκούσους στους οικισμούς τους.
Οι απελαθέντες έπρεπε να ψάχνουν στη λάσπη για φαγητό και χτυπημένοι από την εξάπλωση του τύφου πέθαναν,σύμφωνα με τους Τσετσενους και Ινγκούς ιστορικούς,
κατά εκατοντάδες και χιλιάδες, έως και το 40 τοις εκατό του πληθυσμού. Τα δεδομένα της NKVD δείχνουν ότι περί το 20 και 25 τοις εκατό των Τσετσένων και των Ινγκούσων πέθαναν κατά τα πρώτα τέσσερα χρόνια της εξορίας, με υψηλότερη την παιδική θνησιμότητα.

Γνωρίζουμε ότι ο Στάλιν διέταξε την επιχείρηση και ο Μπέρια την εκτέλεσε. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι Τσετσένοι και οι Ίνγκους ήταν διασκορπισμένοι σε όλο τον πληθυσμό
του Καζακστάν με σκοπό την αποεθνικοποίησή τους, αν όχι την εξάλειψή τους ως λαού.
Οι Τσετσένοι και οι Ινγκουσοί ιστορικοί μέχρι σήμερα θεωρούν ότι πρόκειται για περίπτωση γενοκτονίας. Υπάρχουν πολλά που ενισχύουν τον ισχυρισμό τους. Η γη των Τσετσένων επρόκειτο να εποικιστεί από άλλες εθνικότητες.
Ο πολιτισμός Τσετσένων και Ίνγκους έμελλε να εξαφανιστεί στις στέπες του Καζακστάν. Πρόκειται τουλάχιστον για απόπειρα πολιτιστικής γενοκτονίας. Ακόμη και μετά το 1956, όταν ο Νικήτα Χρουστσόφ αποκατέστησε πολλούς από τους άλλους «τιμωρημένους λαούς» στην ομιλία του στο Εικοστό Συνέδριο του Κόμματος και τους επέτρεψε να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, τους Τσετσένους και τους Ινγκούς τους διέταξαν να παραμείνουν
στην εξορία. Ωστόσο, αδιαφόρησαν για τις διακρίσεις του Χρουστσόφ και άρχισαν
να επιστρέφουν μόνοι τους στην πατρίδα τους, μερικές φορές ακόμη και πολεμώντας
κατά την επιστροφή τους στον βόρειο Καύκασο, όπου συνέχισαν να αντιστέκονται
στον έλεγχο της Μόσχας μέχρι που τους αναγνωρίστηκε καθεστώς αυτονομίας εντός
της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Η ιστορία ήταν πολύ παρόμοια για τους Τατάρους της Κριμαίας, αν και σε αυτή
την περίπτωση υπήρχαν καλύτεροι λόγοι να αμφισβητούν την πίστη των Τατάρων
και πραγματικές στρατιωτικό-πολιτικές ανησυχίες για την παρουσία των Τατάρων
στη στρατηγικά ευάλωτη χερσόνησο της Κριμαίας. Για άλλη μια φορά ένα ολόκληρο έθνος απελάθηκε σε μια επιχείρηση στρατιωτικού τύπου τον Μάιο του 1944 σε Κεντρική Ασία
και Ουράλια. Η μεταφορά ήταν βίαιη και σκοτώθηκαν στη διάρκεια του ταξιδιού στην Κιργιζία και στο Τατζικιστάν πολλές χιλιάδες απελαθέντες. Η κατάσταση των Τατάρων
στην Κιργιζία ήταν λίγο καλύτερη από αυτή των Τσετσένων και των Ινγκούς στο Καζακστάν. Υπολογίζεται ότι από τις 190.000 Τατάρων της Κριμαίας, 70.000 έως 90.000 πέθαναν
κατά τη μεταφορά ή μέσα στα πρώτα χρόνια της εξορίας. Όπως οι Τσετσένοι και οι Ίνγκους,παρόμοια και οι Τάταροι της Κριμαίας εξορίστηκαν «στο διηνεκές»
και «χωρίς το δικαίωμα να επιστρέψουν στον προηγούμενο τόπο διαμονής τους».
Μετά το 1956 απαγορεύτηκε εκ νέου στους Τάταρους να επιστρέψουν στην πατρίδα
τους στην Κριμαία, αλλά, όπως οι Τσετσένοι και οι Ινγκούς, επέστρεψαν με κάθε τρόπο. .Στην Κριμαία ,οι Τάταροι έπρεπε να αγωνιστούν για το δικαίωμα να διεκδικήσουν
εκ νέου τα εδάφη τους, τα περισσότερα από τα οποία εποικίστηκαν με Ρώσους
και Ουκρανούς αγρότες.

Η πολιτική των εθνοτήτων του Στάλιν στις δεκαετίες του 1930 και του 1940 ήταν
ένα αντιφατικό μείγμα υψηλών υποσχέσεων πολιτιστικής και οικονομικής ανάπτυξης
και κρατικών απαιτήσεων για συμμόρφωση και υποταγή. Από τη μια πλευρά, οι σοβιετικές αρχές επέμειναν στις προσπάθειες οικοδόμησης κοινής εθνικής πίστης μεταξύ εθνοτικών ομάδων των οποίων οι ιστορικές ταυτότητες ήταν πολύ διαφορετικές σε επίπεδο φυλής, θρησκείας, περιοχής, επαγγέλματος και γλώσσας. Από την άλλη, κάποιες εθνότητες εξαλείφθησαν πολιτισμικά επειδή θεωρήθηκαν πολύ μικρές και αδιάφορες, ενώ άλλες ξεχώρισαν ως «εχθροί» και στάλθηκαν στην εξορία με την ιδέα ότι θα εξαφανιστούν έπειτα από ένα συνδυασμό φθοράς, μόνιμης απομάκρυνσης από τις εστίες τους και απορρόφησης από το νέο τους περιβάλλον.

Γ.Φουντάς 

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ