ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

[...]
Τα πρώτα θύματα του τρόμου ήταν οι «Σοσιαλιστές Επαναστάτες» ή «Εσέροι»
[το «Κόμμα των Σοσιαλεπαναστατών» (Партия социалистов-революционеров -ПСР) ή СР (Ες-Ερ), απ΄όπου και ο όρος Εσέροι].

Κατά τη διάρκεια των μηνών της εκστρατείας, εκτελέστηκαν περισσότερα από 800 μέλη των Εσέρων, ενώ χιλιάδες άλλα οδηγήθηκαν σε εξορία ή σε στρατόπεδα εργασίας... 

ΚΟΚΚΙΝΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ – 3


Ένας από τους κύριους διοργανωτές της Κόκκινης Τρομοκρατίας ήταν ο Λετονός «Στρατιωτικός Κομισσάριος 2ου Βαθμού» (Αντιστράτηγος) Γιάν Κάρλοβιτς Μπερζίν (1889-1938), του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Πέτερις Κούζις. Συμμετείχε στην Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και στη συνέχεια εργάστηκε στην κεντρική οργάνωση της Τσεκά.
Κατά τη διάρκεια της Ερυθράς Τρομοκρατίας, ο Μπερζίν επινόησε και ξεκίνησε το σύστημα σύλληψης και εκτέλεσης ομήρων για να σταματήσει τις λιποταξίες, καθώς και άλλες «πράξεις απιστίας και σαμποτάζ». Ως αρχηγός ενός ειδικού τμήματος του Λετονικού Κόκκινου Στρατού (αργότερα της 15ης Στρατιάς), ο Μπερζίν έπαιξε ρόλο στην επιτυχή εξοντωτική καταστολή της ανταρσίας των Ρώσων ναυτών στην Κρονστάνδη τον Μάρτιο του 1921. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στις αθρόες συλλήψεις και εκτελέσεις των συλληφθέντων επαναστατημένων κόκκινων ναυτών.

[Ο στόλος της Κροστάνδης ήταν από τις κύριες δυνάμεις που στήριξαν την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, ήταν όμως και αυτοί που, μαζικότερα από κάθε άλλον, αμφισβήτησαν «εκ των έσω» το καθεστώς που διαμορφώθηκε από αυτήν.

Την 1/3/1921 περίπου 16.000 ναύτες, στρατιώτες και πολίτες της Κροστάνδης οργάνωσαν ανοικτή συνέλευση, η οποία απαίτησε ομόφωνα περισσότερες πολιτικές ελευθερίες, τερματισμό του «πολεμικού κομμουνισμού», ελευθερία δράσης για τα μικρότερα σοσιαλιστικά κόμματα και περιορισμό των αφανιστικών μέτρων κατά της μικρής ατομικής ιδιοκτησίας. Επρόκειτο για ευθεία αμφισβήτηση του νέου καθεστώτος από τις ίδιες τις δυνάμεις που το ανέδειξαν μαχόμενες για τους σκοπούς του. Η απάντηση των Μπολσεβίκων ήταν ταχύτατη και δυναμική: Έξι ημέρες αργότερα ο Λέων Τρότσκυ, παρά το γεγονός ότι μειοψήφησε στην ψηφοφορία της Κεντρικής Επιτροπής όντας αντίθετος με την επέμβαση, ως αρχηγός του Κόκκινου Στρατού πειθάρχησε στην απόφαση του Κόμματος, κι έστειλε στην Κροστάνδη δύναμη 50.000 ανδρών από το Πέτρογκραντ (Αγ. Πετρούπολη) υπό τη διοίκηση του φημισμένου και αξιόμαχου Μιχαήλ Νικολάγεβιτς Τουχατσέφσκι. Υπό κανονικές συνθήκες η κατάληψη του οχυρού νησιού θα ήταν αδύνατη, δεδομένης της απόλυτης ναυτικής υπεροχής των εξεγερμένων. Αλλά η παγωμένη θάλασσα τους στέρησε αυτό το πλεονέκτημα, παρέχοντας στους άνδρες του Τουχατσέφσκι τη δυνατότητα να κινηθούν επάνω στον πάγο ως στρατός ξηράς.

Οι μάχες κράτησαν έως τις 17 Μαρτίου, όταν ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε την πόλη με βαρύτατες απώλειες (περίπου το 1/5 της δύναμής του). Μεγάλος αριθμός εξεγερμένων εκτελέσθηκε επί τόπου ή μεταφέρθηκε σε στρατόπεδα «αργού αφανισμού» στη Σιβηρία, ενώ άλλοι διέφυγαν στη Φινλανδία. Παρά την ήττα του όμως, ο φόβος για νέα κινήματα σαν αυτό την Κροστάνδης ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν τον Λένιν να προβεί σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις (προώθησε τη «Νέα Οικονομική Πολιτική»).]


Μεταξύ των υπεραφθόνων θυμάτων της Ερυθράς Τρομοκρατίας ήσαν τσαρικοί, φιλελεύθεροι, μη Μπολσεβίκοι σοσιαλιστές, κληρικοί, κουλάκοι («εύποροι» αγρότες - кула́к, «γροθιά» ή «σφιχτή γροθιά», ήταν ο όρος που χρησιμοποιούταν περί το τέλος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, για να περιγράψει αγρότες που είχαν ιδιοκτησία περισσότερα από 32 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης), Μενσεβίκοι (ρωσικό σοσιαλιστικό ρεύμα προερχόμενο από τον Μαρξισμό, που από την μειοψηφική παράταξη του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας), αντικομμουνιστές αλλοδαποί, ύποπτοι «αντεπαναστάτες» και άλλοι πολιτικοί αντιφρονούντες. Αργότερα έγιναν στόχος και οι βιομηχανικοί εργάτες που δεν κατάφερναν να τηρήσουν τις ποσοστώσεις παραγωγής.

[Ο όρος της «μειοψηφίας» των Μενσεβίκων προήλθε από το αποτέλεσμα μιας εκλογικής διαδικασίας, που πραγματοποιήθηκε για το ζήτημα της οργάνωσης και στρατηγικής. Συγκεκριμένα, οι Μπολσεβίκοι υπό την ηγεσία του Λένιν υποστήριζαν την οργάνωση ενός κόμματος στελεχών, αποτελούμενου από ενεργούς επαναστάτες, σε αντίθεση με την ιδεολογία των Μενσεβίκων, με επικεφαλής τον Γιούλι Μαρτώφ, οραματίζονταν ένα λαϊκό κόμμα, η ένταξη στο οποίο ήταν ανοιχτή στο ευρύτερο κοινό].

Τα πρώτα θύματα του τρόμου ήταν οι «Σοσιαλιστές Επαναστάτες» ή «Εσέροι» [το «Κόμμα των Σοσιαλεπαναστατών» (Партия социалистов-революционеров -ПСР) ή СР (Ες-Ερ), απ΄όπου και ο όρος Εσέροι]. Κατά τη διάρκεια των μηνών της εκστρατείας, εκτελέστηκαν περισσότερα από 800 μέλη των Εσέρων, ενώ χιλιάδες άλλα οδηγήθηκαν σε εξορία ή σε στρατόπεδα εργασίας με έμμεση εξόντωσή τους. Σε λίγες εβδομάδες, οι εκτελέσεις που διενεργήθηκαν από την Τσεκά ήσαν διπλάσιες ή τριπλάσιες από τον αριθμό των θανατικών ποινών που εκδόθηκαν από τη Ρωσική Αυτοκρατορία κατά την 92ετή περίοδο από το 1825 έως το 1917 !

Τα «Εσωτερικά Στρατεύματα», που συγκροτήθηκαν ως στρατιωτική μορφή της Τσεκά, ασκούσαν την τρομοκρατική τακτική της σύλληψης και επιτόπιας εκτέλεσης πολλών ομήρων, συχνά σε σχέση με λιποταξίες βίαια επιστρατευμένων αγροτών. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ορλάντο Φίτζες, («A People's Tragedy: The Russian Revolution 1891–1924», εκδόσεις Penguin Books, 1998). περισσότεροι από 1 εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τον Κόκκινο Στρατό το 1918, περίπου 2 εκατομμύρια το 1919 και σχεδόν 4 εκατομμύρια διέφυγαν από τον Κόκκινο Στρατό το 1921. Περίπου 500.000 λιποτάκτες συνελήφθησαν το 1919 και περίπου 800.000 το 1920 από την Τσεκά και βοηθητικά ειδικά τμήματα «κόκκινης στρατονομίας», που δημιουργήθηκαν για την καταπολέμηση της λιποταξίας. Χιλιάδες λιποτάκτες εκτελέστηκαν, ενώ συχνά αιχμαλωτίστηκαν οι οικογένειές τους.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, κατά τη διάρκεια της καταστολής της αγροτικής εξέγερσης του Ταμπόφ του 1920-1921, περίπου 100.000 εξεγερμένοι αγρότες και οι οικογένειές τους φυλακίστηκαν ή απελάθηκαν και εκτελέστηκαν περί τις 15.000 (βλέπε και Ρόμπερτ Τζελατέλυ «Lenin, Stalin, and Hitler: The Age of Social Catastrophe», εκδόσεις Knopf, 2008)

Αυτή η εκστρατεία σηματοδότησε την αρχή της λειτουργίας του συστήματος των Γκουλάγκ, ενώ ορισμένοι μελετητές υπολόγισαν ότι 70.000 φυλακίστηκαν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1921. Οι συνθήκες σε αυτά τα στρατόπεδα οδήγησαν σε υψηλά ποσοστά θνησιμότητας και πραγματοποιήθηκαν «επαναλαμβανόμενες σφαγές».

[Αυτός ο αριθμός δεν περιλαμβάνει τα άτομα σε πολλά στρατόπεδα περιοχών που ήταν σε εξέγερση, όπως στην προαναφερόμενη μεγάλη «Εξέγερση του Ταμπόφ» (με την σοβιετική εσφαλμένη ονομασία: «Αντονόφτσινα») η οποία εκδηλώθηκε μεταξύ του 1920 και 1921, ήταν μια από τις μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες αγροτικές εξεγέρσεις αμφισβήτησης του καθεστώτος των Μπολσεβίκων κατά τον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο.
Η εξέγερση έλαβε χώρα στις περιοχές της σύγχρονης Επαρχίας Ταμπόφ και μέρους της Επαρχίας Βορονέζ, λιγότερο από 300 μίλια νοτιοανατολικά της Μόσχας.

Στη σοβιετική ιστοριογραφία, η εξέγερση αναφερόταν ως η «Ανταρσία του Αντόνοφ» ή «Αντονόφτσινα», που ονομάστηκε έτσι από τον Αλεξάντερ Αντόνοφ, πρώην στέλεχος του Σοσιαλ-Επαναστατικού Κόμματος, αρχηγού των ανταρτών. Το κίνημα περιγράφηκε αργότερα από τους Σοβιετικούς ως ένα είδος αναρχικής ληστείας, όπως και άλλα αντι-Σοβιετικά κινήματα, τα οποία αντιτάχθηκαν στους Μπολσεβίκους εκείνη την περίοδο.]

Το Χολμογκόρυ της Επαρχίας του Αρχαγγέλου είχε χρησιμοποιηθεί προ δύο αιώνων ως τόπος εξορίας πολιτικών κρατουμένων και επανήλθε σε ανάλογη χρήση από τον πληρεξούσιο της Τσεκά για την περιοχή, Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς Κεντρόφ. Αυτός μετέτρεψε την φυλακή σε στρατόπεδο θανάτου όπου εξοντώνονταν απόστρατοι Λευκοί αξιωματικοί και πολιτικοί αντίπαλοι των Μπολσεβίκων. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων ήταν τόσο μεγάλος και η συμπεριφορά του Κεντρόφ τόσο κτηνώδης, ώστε απαλλάχθηκε των καθηκόντων του και στάλθηκε σε ψυχιατρείο για φροντίδα.

Η Τσεκά στο Χολμογκόρυ υιοθέτησε την πρακτική του πνιγμού κρατουμένων δεμένων μεταξύ τους, που ρίχνονταν στον κοντινό ποταμό Ντβίνα, για λόγους …. ευκολίας και εγγύτητας. Περιστασιακά, ολόκληρες φυλακές τις «άδειαζαν» από κρατουμένους με εκτελέσεις, ιδίως πριν εγκαταλειφθεί μια πόλη στις δυνάμεις των Λευκών (όπως ακριβώς έκαναν και κατά την γερμανική εισβολή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο).

Στις 16 Μαρτίου 1919, η Τσεκά εισέβαλε στο εργοστάσιο του Πιτίλοφ. Συνελήφθησαν περισσότεροι από 900 εργαζόμενοι που απεργούσαν, εκ των οποίων περισσότεροι από 200 εκτελέστηκαν χωρίς δίκη κατά τις επόμενες ημέρες. Πολλές απεργίες πραγματοποιήθηκαν την άνοιξη του 1919 στις πόλεις Τούλα, Οριόλ, Τβερ, Ιβάνοβο και Αστραχάν.
Λιμοκτονούντες εργάτες διεκδικούσαν να λάβουν δελτία τροφίμων αντίστοιχα με εκείνα των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού. Απαίτησαν επίσης την κατάργηση των προνομίων για τους Μπολσεβίκους, την ελευθερία του Τύπου και τις ελεύθερες εκλογές.
Η Τσεκά κατέστειλε ανελέητα όλες τις απεργίες, χρησιμοποιώντας εκτεταμένες συλλήψεις και μαζικές εκτελέσεις.

Στην πόλη του Αστραχάν ξέσπασε μια εξέγερση υπό την ηγεσία των δυνάμεων της Λευκής Φρουράς. Κατά την προετοιμασία αυτής της εξέγερσης, οι Λευκοί κατάφεραν να εισάγουν κρυφά περισσότερα από 3.000 τουφέκια και πολυβόλα στην πόλη. Οι ηγέτες της συνωμοσίας αποφάσισαν να ενεργήσουν τη νύχτα στις 9-10 Μαρτίου 1919.
Πλούσιοι αγρότες από τα χωριά ενώθηκαν με τους αντάρτες σε αντισοβιετικές ομάδες, τις οποίες κατέστειλαν οι κομμουνιστικές «Επιτροπές των Φτωχών» και διέπραξαν σφαγές εναντίον των ακτιβιστών αγροτών και των οικογενειών τους. Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν φρικαλεότητες σε χωριά όπως τα Ιβάντσουγκ, Τσαγκάν και Καραλάτ. Σε απάντηση, σοβιετικές δυνάμεις με επικεφαλής τον Σεργκέϊ Μιρόνοβιτς Κίροφ - Κόστρικοφ ανέλαβαν την υποχρέωση να καταστείλουν αυτήν την εξέγερση στα χωριά, και μαζί με τις Επιτροπές των Φτωχών αποκατέστησαν τη σοβιετική εξουσία. Η εξέγερση στο Αστραχάν τέθηκε υπό έλεγχο έως τις 10 Μαρτίου και ηττήθηκε πλήρως στις 12. Τα μέσα ενημέρωσης της αντιπολίτευσης, (καθώς και άλλοι αργότερα), ανέφεραν ότι πυροβολήθηκαν ή πνίγηκαν περίπου 4.000 άνθρωποι, από τις 12 έως τις 14 Μαρτίου 1919.

Ωστόσο, οι απεργίες, παρά την κτηνώδη καταστολή, συνεχίστηκαν. Ο Λένιν είχε ανησυχίες για την τεταμένη κατάσταση όσον αφορά τους εργαζόμενους στην περιοχή του Ουράλ.
Στις 29 Ιανουαρίου 1920, έστειλε ένα τηλεγράφημα στον Βλαντίμηρ Μιχαήλοβιτς Σμυρνόφ δηλώνοντας «Είμαι έκπληκτος που παίρνετε το θέμα τόσο ελαφρά, και δεν εκτελείτε αμέσως μεγάλο αριθμό απεργών για το έγκλημα του σαμποτάζ !».

Όπως καταγράφει ο George Legget στο μνημειώδες βιβλίο του «Τσεκά – Η πολιτική αστυνομία του Λένιν» («The Cheka-«Lenin’s political police», εκδόσεις Oxford University Press, 1981), εκείνη την εποχή υπήρξαν πολλές αναφορές ότι οι ανακριτές της Τσεκά χρησιμοποίησαν τερατώδη βασανιστήρια. Οι τοπικές Τσεκά κατεφυγαν σε μια ευρεία ποικιλία ιδιότυπων βασανιστηρίων, που ήσαν συγκρίσιμα μόνο μ’ εκείνα της Ιεράς Εξετάσεως. Συγκεκριμένες Τσεκά ειδικεύονταν σε ειδικές μορφές βασανιστηρίων:
Στην Οδησσό, η Τσεκά έδενε τους Λευκούς αξιωματικούς σε σανίδες και τους έβαζε αργά σε διάπυρους φούρνους ή σε δεξαμενές με βραστό νερό, κατόπιν στην παγωμένη θάλασσα και πάλι πίσω. Ο Johnson, ο νέγρος εκτελεστής της Τσεκά Οδησσού, απέκτησε κακή φήμη: μερικές φορές έγδερνε τα θύματά του ζωντανά πριν τα σκοτώσει. Όταν η Οδησσός έπεσε στα χέρια των Λευκών τον Αύγουστο του 1919, συνελήφθη και λυντσαρίστηκε από τον παράφορα οργισμένο όχλο.

Στο Χάρκοβο, ήταν συνηθισμένο το γδάρσιμο του τριχωτού της κεφαλής και των χεριών.
Στο Βορονέζ η Τσεκά περιέφερε γυμνούς ανθρώπους κυλιόμενους μέσα σε βαρέλια, εσωτερικά γεμάτα με καρφιά. Άλλους πριν τους εκτελέσουν έκαιγαν στο μέτωπό τους ένα πεντάκτινο αστέρι, ενώ τα μέλη του κλήρου τα «στεφάνωναν» με συρματοπλέγματα χλευάζοντας τον ακάνθινο στέφανο του Κυρίου. Άλλα θύματα στο Ντνιπροπετρόφσκ σταυρώθηκαν ή λιθοβολήθηκαν. Η Τσεκά στο Κρεμεντσούκ και στην Πολτάβα ανασκολόπησε κληρικούς (18 μοναχούς σε μιαν ημέρα !) και έθαψε ζωντανούς πολυάριθμους εξεγερμένους. Στο Οριόλ (ή Ορέλ), έριχναν νερό πάνω σε δεμένους γυμνούς κρατούμενους κατά τον παγερό χειμώνα στις άκρες των δρόμων, μέχρι να γίνουν παγωμένα αγάλματα - κολώνες πάγου. Στο Κίεβο, το κινεζικό απόσπασμα της Τσεκά, πολύπειρο σε φρικώδη βασανιστήρια, τοποθετούσε αρουραίους σε σιδερένιους σωλήνες που ήταν φραγμένοι στο ένα άκρο με συρματόπλεγμα. Το άλλο, ελεύθερο, άκρο το τοποθετούσαν επάνω στο σώμα των φυλακισμένων. Οι σωλήνες θερμαίνονταν μέχρι οι αρουραίοι να ροκανίζουν προς τα μέσα το σώμα του θύματος σε μια προσπάθειά τους να διαφύγουν. Επίσης στο Κίεβο, έθαβαν ζωντανό το θύμα τους επί ένα ημίωρο, μέσα σε ένα φέρετρο μαζί με ένα σάπιο πτώμα.

Στο Αικατερίνοσλαβ πολλά θύματα πέθαναν σταυρωμένα ή λιθοβολημένα, ενώ στο Τσαρίτσυν τα οστά τους ήταν πριονισμένα. Στο Αρμαβίρ, χρησιμοποιήθηκε το «στεφάνι θανάτου» για να εφαρμόζει αυξανόμενη συστολή και συμπίεση στα κεφάλια των θυμάτων, μέχρι να σπάσουν.

Οι γυναίκες εκτελέστριες μπορούσαν να είναι κτηνωδέστερες από τους άνδρες :
Στην Οδησσό, η «διάσημη» Βέρα Γκρεμπενιούκοβα, γνωστή ως «Ντόρα», μια όμορφη νεαρή κοπέλα που ήταν κόρη ενός θανόντος Λευκού Συνταγματάρχη και ερωμένη ενός Τσεκίτη, εφημολογείτο πως είχε εκτελέσει με το πιστόλι της 700 κρατούμενους κατά τη διάρκεια των δυόμιση μηνών της εκεί υπηρεσίας της.

Η Τσεκά δεν φείσθηκε των γυναικών και των παιδιών. Υπάρχουν μαρτυρίες για την τραγωδία γυναικών που βασανίστηκαν και βιάστηκαν πριν πυροβοληθούν. Οι σύζυγοι των κρατουμένων πολλές φορές εκβιάστηκαν να υποκύψουν στις σεξουαλικές ορέξεις των τσεκιτών. Υπήρχαν επίσης πολλές περιπτώσεις φυλακισμένων παιδιών ηλικίας μεταξύ 8 και 16, μερικά των οποίων εκτελέστηκαν. Η Τσεκά ήταν περιστασιακά ειλικρινής ώστε να παραδεχτεί ότι το προσωπικό της εφήρμοζε βασανιστήρια : Τον Φεβρουάριο του 1920, μια τέτοια δήλωση έγινε από την επαρχιακή Τσεκά του Σαράτοφ σε μια συνάντηση του εκεί Σοβιέτ και μάλιστα παρουσιάστηκε στον Τύπο.

Οι εκτελέσεις πραγματοποιούνταν σε υπόγεια ή σε αυλές φυλακών, ή και στα περίχωρα των πόλεων, κατά τη διάρκεια του Ερυθρού Τρόμου και του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου.
Αφού αφαιρούσαν από τους καταδικασμένους τα ρούχα και άλλα αντικείμενα, τα οποία μοιράζονταν μεταξύ των εκτελεστών της Τσεκά, τους εκτελούσαν με πολυβόλα ή περίστροφα. Εκείνοι που σκοτώνονταν στη φυλακή συνήθως πυροβολούνταν στον αυχένα, καθώς εισέρχονταν στο υπόγειο της εκτέλεσης, το οποίο ήταν γεμάτο με πτώματα και ποτισμένο με αίμα. Τα θύματα που σκοτώνονταν έξω από την πόλη μεταφέρονταν εκεί με φορτηγό, όπου τις περισσότερες φορές έπρεπε … να σκάψουν τους τάφους τους.

Τονίζεται και πάλι ότι, τα μέλη του κλήρου υπέστησαν ιδιαίτερα βάναυση κακοποίηση. Σύμφωνα με έγγραφα που ανέφερε ο Αλεξάντερ Νικολάγεβιτς Γιάκοβλεφ, τότε επικεφαλής της «Προεδρικής Επιτροπής για την Αποκατάσταση των Θυμάτων Πολιτικής Καταπίεσης», ιερείς, μοναχοί και μοναχές σταυρώθηκαν, ρίχτηκαν σε καζάνια με βραστή πίσσα, γδάρθηκαν, στραγγαλίστηκαν, τους δόθηκε Θεία Κοινωνία με λιωμένο μόλυβδο ή ρίχτηκαν να πνιγούν σε τρύπες στον πάγο. Υπολογίζεται ότι 3.000 δολοφονήθηκαν μόνο το 1918.

[Ο Αλεξάντερ Νικολάγεβιτς Γιάκοβλεφ (1923–2005) ήταν Σοβιετικός και Ρώσος πολιτικός, διπλωμάτης και ιστορικός. Κατά τη δεκαετία του 1980 ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου και της Γραμματείας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης.
Ονομάστηκε «νονός της Διαφάνειας / Glasnost», καθώς θεωρήθηκε πως είναι η πνευματική δύναμη πίσω από το πρόγραμμα μεταρρύθμισης του Μιχαήλ Σεργέγιεβιτς Γκορμπατσώφ με την Διαφάνεια/Glasnost και την Ανοικοδόμηση/Perestroika]

Γ. Φουντάς
(συνεχίζεται)

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ