ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

[...]
Ήταν νωρίς το πρωί μιας λαμπρής ανοιξιάτικης ημέρας όταν οι ισπανικές σάλπιγγες διακήρυξαν ανυπότακτο θάρρος προς τον εχθρό, ενώ τα μαυριτανικά κέρατα και τύμπανα ηχούσαν την πρόκληση στη μάχη.

Καθώς οι εμπλεκόμενοι ήρθαν εγγύτερα, οι πολεμικές κραυγές των Γότθων συναντήθηκαν με τους τσιριχτούς αλλαλάζοντες λαρυγγισμούς των μουσουλμάνων.

Αραβική κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου - 2


Η Μάχη του Γουαδαλέτε
Αρχικά η παρουσία των μουσουλμάνων δεν ανησύχησε ιδιαίτερα τους Βησιγότθους. Όταν όμως ο Γότθος μονάρχης αντιλήφθηκε ότι ο Ταρίκ δεν υποχωρούσε στην Αφρική, όπως συνέβαινε συνήθως μετά από μιιαν αραβική επιδρομή, άφησε ανολοκλήρωτη την πολιορκία της Παμπλόνα (η οποία βρισκόταν στα χέρια των υποστηρικτών του Άγιλα του Β΄) και οδήγησε τα στρατεύματά του στο νότο.

Οι θρύλοι που προκύπτουν καθώς εκπτύσσεται η Ιστορία είναι γεμάτοι από τους πυρήνες των γεγονότων. Ανέκαθεν ο φόβος της Αφρικής βρισκόταν βαθιά στην ισπανική καρδιά και παρείχε γόνιμο έδαφος στην σπορά και την άνθηση πολλών μαγικών και ρομαντικών ιστοριών. Η αφήγηση του πώς ο «θεόπνευστος» μεγάλος κατακτητής Μωάμεθ, βγήκε από τις ερήμους της Αραβίας και εξαπέστειλε τους στρατηγούς του, με το σπαθί και το Κοράνι στο χέρι, για να κατακτήσουν τον κόσμο, είχε ήδη εξαπλωθεί προς την Ανατολή και την Δύση σκορπώντας τον τρόμο όπου κι αν έφθανε. Από την Αραβία οι μουσουλμανικές ορδές είχαν σαρώσει την Αίγυπτο και εξαπλώθηκαν κατά μήκος της αφρικανικής ακτής μέχρι το άκρο του Μαρόκου. Τώρα αντιμετώπιζαν την πολυπόθητη Ισπανία εποφθαλμιώντας αυτήν την πλούσια και πολυπληθή χώρα.

Στην πλειονότητά τους εκφυλισμένοι από την καλοπέραση οι γιοι των παλαιών τρομακτικών Γότθων πολεμιστών, φοβόντουσαν τον ερχομό των μουσουλμάνων και προσπαθούσαν να τους κρατήσουν μακριά με … λειτανίες, φυλακτά και ξόρκια. Χρόνια πριν, στις ημέρες του καλού Βασιλιά Βάμπα, ένας μεγάλος μωαμεθανικός στόλος είχε ρημάξει την ανδαλουσιανή ακτή. Κατόπιν άλλοι μουσουλμάνοι επιδρομείς ήρθαν, όχι όμως για κατάκτηση, αλλά για λαφυραγωγία, αιχμαλώτους και καταστροφή. Όμως, όλη η Βόρεια Αφρική βρισκόταν υπό τον μουσουλμανικό ζυγό, και ο Στρατηγός Μούσα ιμπν Νουσαΐρ, ο κατακτητής των αφρικανικών φυλών και ομμεϋάδης Κυβερνήτης της Βόρειας Αφρικής, έριξε την άπληστη ματιά του στην Ισπανία και εξεπόνησε σχέδια για την υποταγή αυτής της εύφορης δυτικής χριστιανικής γης στην αραβική κυριαρχία.

Η Αφρική, του είπαν, ήταν πλούσια, αλλά η Ισπανία ήταν πολύ πλουσιότερη. Το έδαφός της ήταν τόσο εύφορο όσο αυτό της Συρίας, το κλίμα της ακόμη πιο ήπιο και γλυκό από το αραβικό. Τα φημισμένα ορυχεία της μακρινής Καθάϊ (Κίνας) δεν την έφθαναν σε πλούτο των ορυκτών και πολύτιμων λίθων. Πουθενά αλλού δεν υπήρχαν τέτοια λιμάνια, πουθενά τέτοια υψίπεδα και πεδιάδες. Οι οροσειρές, πανέμορφες στην όψη, περιέκλειαν κοιλάδες ανεξάντλητης γονιμότητας. Ήταν μια γη «άφθονη σε νερά, φημισμένα για τη γλυκύτητα και την καθαρότητα τους», τα «ευγενή ρυάκια» της Ανδαλουσίας. Διάσημα μνημεία κοσμούσαν τις πόλεις της: το άγαλμα του Ηρακλή στο Κάδιθ (Κάδιξ), το είδωλο της Γαλικίας, τα κυβερνητικά ερείπια της Μέριδα και της Ταρραγόνας. Ήταν ένα βασίλειο η κατάκτηση του οποίου θα έφερνε πλούτο και φήμη, καθώς και μεγάλη δόξα στους γιους του Αλλάχ και μεγάλους θησαυρούς στους διαδόχους του Προφήτη. Ο Μούσα αποφάσισε την εισβολή.

Ένας προδότης ήρθε σε βοήθεια του Μούσα. Ο Κόμης Ιουλιανός ήταν κυβερνήτης της Θέουτα, μιας ισπανικής πόλης στην ακτή της Αφρικής. Η κόρη του Φλωρίνδα ήταν «κυρία των τιμών» στην βασίλισσα του Ρόντερικ. Αλλά η κόρη απεκάλυψε στον πατέρα της ότι είχε υποστεί «σοβαρή βλάβη» στα χέρια του βασιλιά και ο Κόμης Ιουλιανός, διψασμένος για εκδίκηση κατά του Ρόντερικ, προσφέρθηκε να παραδώσει την Θέουτα στα χέρια του Άραβα πολεμιστή και να τον βοηθήσει στην κατάκτηση της Ισπανίας.

Για να δοκιμάσει την καλή πίστη του Ιουλιανού, ο Μούσα ζήτησε να εισβάλει πρώτα στην Ανδαλουσία. Αυτό και έπραξε, στέλνοντας μια μικρή δύναμη σε δύο σκάφη και περιπλέοντας την ακτή, φόνευσε πολλούς από τους κατοίκους και επέστρεψε με μια μεγάλη λεία σε σκλάβους και λάφυρα.

Το καλοκαίρι του 710 ένας Βέρβερος ονομαζόμενος Ταρίφ στάλθηκε ως προπομπός για να κατασκοπεύσει και την άνοιξη του 711 ο στρατός της εισβολής οδηγήθηκε από τον ίδιο τον Ταρίκ Ιμπν Ζεγιάντ, έναν γενναίο οπλαρχηγό, ο οποίος είχε κερδίσει μεγάλη δόξα στους πολέμους με τις βερβερικές φυλές. Δεν μπορεί να ειπωθεί με ακρίβεια ποιός ήταν ο Ταρίκ. Ήταν ταπεινής προέλευσης, πιθανώς περσικής καταγωγής και είχε ένα ιδιαίτερα τολμηρό πνεύμα που στάθηκε ικανό να του προσφέρει την υψηλότερη φήμη. Περιγράφεται ως ψηλός άνθρωπος, με κοκκινωπά μαλλιά και λευκή χροιά, τυφλός από το ένα μάτι του, με ένα μεγάλο σπίλο στο χέρι του. Οι Ισπανοί ιστορικοί τον αποκαλούν «Tarik El Tuerto», που σημαίνει είτε «μονόφθαλμος» είτε «αλλήθωρος». Αυτός ήταν ο άνθρωπος τον οποίον έστειλε ο Μούσα για να ξεκινήσει την κατάκτηση της Ισπανίας.

Ο στρατός της εισβολής αποτελείτο από επτά χιλιάδες άνδρες, μόνο μια «χούφτα» για να κατακτήσει ένα ολόκληρο βασίλειο. Ήταν σχεδόν όλοι τους Μαυριτανοί και Βέρβεροι ιππείς, ενώ ανάμεσά τους υπήρχαν μόνο τριακόσιοι καθαρόαιμοι Άραβες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αξιωματικοί. Αποβιβαζόμενοι στην Ισπανία, για κάποιο χρονικό διάστημα δεν βρήκαν κανέναν. Ο Ρόντερικ με το στρατό του ήταν απασχολημένος στα βόρεια και δεν γνώριζε γι’ αυτή την εισβολή στο βασίλειό του, οπότε επί για δύο μήνες ο Ταρίκ κατέστρφεφε τη χώρα κατά βούληση. Όμως, όταν ο Γότθος Βασιλιάς έμαθε για την απειλή ξεκίνησε αμέσως μια βιαστική πορεία προς τα νότια, στέλνοντας εντολές εκ των προτέρων σε όλα τα μέρη του βασιλείου για συνέγερση στρατευμάτων, με τόπο συγκέντρωσης την Κόρδοβα.

Έτσι συγκεντρώθηκε ένας μεγάλος στρατός έτσι, αλλά οι άνδρες ήσαν κακοεκπαιδευμένοι, απείθαρχοι και κακώς διατεθειμένοι προς τον Βασιλιά τους. Όπως μας λένε οι Άραβες ιστορικοί, υπήρχαν ενενήντα χιλιάδες Γοτθοϊσπανοί, ενώ ο Ταρίκ είχε μόνο δώδεκα χιλιάδες άνδρες και ο Μούσα του έστειλε ακόμα πέντε χιλιάδες. Αλλά ο μεγάλος χριστιανικός στρατός ήταν ένας όχλος, μισοεξοπλισμένος και στερούμενος θάρρους και πειθαρχίας. Ο μικρός μουσουλμανικός στρατός ήταν ένα συμπαγές και θαρραλέο πολεμικό σώμα, ατρόμητο και ορμητικό, συνηθισμένο στη νίκη.

Ήταν Κυριακή, 19 Ιουλίου του 711, ότι οι δύο στρατοί ήρθαν αντιμέτωποι στις όχθες του Γουαδαλέτε, ενός ποταμού του οποίου τα νερά διασχίζουν την πεδιάδα της Σιδωνίας, στην οποία διεξήχθη η μάχη. Ήταν μια από τις αποφασιστικότερες μάχες στην ιστορία του κόσμου, γιατί παρέδωσε την χερσόνησο της Ισπανίας επί οκτώ αιώνες στην αραβική κυριαρχία. Συνεπώς, η ιστορία του τρόπου με τον οποίο διεξήχθη αυτή η μάχη είναι μεταξύ των σημαντικότερων από τις ιστορικές αφηγήσεις της Ισπανίας.

Ο στρατός του Ρόντερικ απαρτίζοταν από δύο σώματα ανδρών,μια μικρότερη δύναμη Ιπποτών, (που ήσαν εξοπλισμένοι με πανοπλία και οπλισμένοι με σπαθιά και πολεμικούς πελέκεις), και το κύριο σώμα, το οποίο ήταν ένα ετερόκλητο συνοθύλευμα ανδρών χωρίς πανοπλία, που έφεραν τόξα, λόγχες, πελέκεις, ρόπαλα, δρεπάνια και σφεντόνες. Από τον μουσουλμανικό στρατό ο μεγαλύτερος αριθμός των ανδρών φορούσε αλυσωτό θώρακα, ενώ μερικοί έφεραν λόγχες και γιαταγάνια από ατσάλι της Δαμασκού.Άλλοι ήσαν οπλισμένοι με ελαφρά μακρά τόξα. Τα άλογα τους ήταν αραβικά ή βερβερίνικα άτια, όπως εκείνα που ο Βασιλιάς Ρόντερικ είχε δει μόνο στους τείχους του μυστικού βασιλικού δώματος.

Ήταν νωρίς το πρωί μιας λαμπρής ανοιξιάτικης ημέρας όταν οι ισπανικές σάλπιγγες διακήρυξαν ανυπότακτο θάρρος προς τον εχθρό, ενώ τα μαυριτανικά κέρατα και τύμπανα ηχούσαν την πρόκληση στη μάχη. Καθώς οι εμπλεκόμενοι ήρθαν εγγύτερα, οι πολεμικές κραυγές των Γότθων συναντήθηκαν με τους τσιριχτούς αλλαλάζοντες λαρυγγισμούς των μουσουλμάνων.

Αναφέρεται ότι ο Βασιλιάς Ρόντερικ είπε: «Μα την πίστη του Μεσσία, αυτοί είναι οι ίδιοι άνδρες που είδα ζωγραφισμένους στους τοίχους του μυστικού δώματος μαγείας στο Τολέδο». Από εκείνη τη στιγμή, όπως λένε οι Χρονικογράφοι «Ο φόβος εισήλθε στην καρδιά του». Κι όμως η ιστορία διηγείται ότι πολέμησε επί πολύ, με γενναιότητα και δεν έδειξε κανένα σημάδι φόβου.

Στο ταξίδι του προς Νότον ο Ρόντερικ είχε ταξιδέψει σε ένα άρμα από ελεφαντόδοντο, επενδεδυμένο με κάλυμμα από χρυσό και συρόμενο από τρία ολόλευκα λευκά μουλάρια ζεμένα πλάϊ – πλάϊ. Στην μεταξένιο τέντα του άρματος μαργαριτάρια, ρουμπίνια κι άλλα πλούσια κοσμήματα ήταν σκόρπια παντού. Ο Ρόντερικ καθόταν με ένα χρυσό στέμμα στο κεφάλι του, ντυμένος με ένα χιτώνα από χορδές μαργαριταριών συνυφασμένων με μετάξι. Αυτό το μεγαλείο της παρουσίας, ωστόσο, δεν ήταν μια κενή επιδειξιομανία, αλλά η πιστοποίηση του κύρους και της αξιοπρέπειας που ήταν συνηθισμένα στους Γότθους βασιλιάδες, σύμφωνα με την Βυζαντινή αυτοκρατορική παράδοση.

Ορθός πάνω στο άρμα του από ελεφαντόδοντο, ο Ρόντερικ πέρασε ανάμεσα από τις τάξεις των πολεμιστών του, προτρέποντας τους άνδρες να δείξουν θάρρος και λέγοντας τους ότι ο εχθρός ήταν ένα ανάξιος όχλος από ειδωλολάτρες, απεχθείς στον Θεό και στους ανθρώπους. «Θυμηθείτε», είπε, «την ανδρεία των προγόνων σας και την Αγία Χριστιανική Πίστη, για την υπεράσπιση της οποίας αγωνιζόμαστε». Στη συνέχεια, πήδησε από το άρμα του, έβαλε το κράνος του, ίππευσε το πολεμικό του άτι (την φορβάδα Ορέλια) και έλαβε την θέση του στο πεδίο, έτοιμος να πολεμήσει σαν στρατιώτης και Βασιλιάς.

Για δύο ημέρες η μάχη εξελίχθηκε ως μια σειρά από αλληλοδιάδοχες αψιμαχίες. Στο τέλος αυτού του χρόνου οι Χριστιανοί είχαν το πλεονέκτημα. Οι αριθμοί τους είχαν δράσει υπέρ τους και νέο θάρρος γεννήθηκε στις καρδιές τους. Ο Ταρίκ κατάλαβε ότι τον περίμενε η ήττα αν αυτό συνεχιζόταν και το πρωί της τρίτης ημέρας έκανε μια φλογερή έκκληση στους άνδρες του, εγείροντας τον φανατισμό τους και απεικονίζοντας τους θησαυρούς και τις απολαύσεις που θα τους φέρει η νίκη. Τελείωσε με την πολεμική του κραυγή «Ιλάα αλμάαρακα τί ! Ακολουθήστε με, πολεμιστές μου! Δεν θα σταματήσω μέχρι να φτάσω τον τύραννο στη μέση των πολεμιστών του και είτε να τον σκοτώσω είτε να με σκοτώσει!»

Επικεφαλής των ανδρών του, ο Μονόφθαλμος πολεμιστής επέπεσε με φλογερή ενέργεια πάνω στις γοτθικές γραμμές, ανοίγοντας δρόμο μέσα από τις τάξεις τους προς έναν στρατηγό του οποίου η πλούσια πανοπλία του φάνηκε πως ήταν εκείνη του βασιλιά. Η ορμητική του έφοδος τον έφερε βαθιά μέσα στην γοτθική παράταξη. Ο φαινομενικός βασιλιάς ήταν μπροστά του και μ΄ένα χτύπημα έπεσε νεκρός. Οι μουσουλμάνοι, φωνάζοντας ότι ο βασιλιάς των Γότθων σκοτώθηκε, ακολούθησαν τον ηγέτη τους με ακάματο ζήλο μέσα στις εχθρικές τάξεις. Οι Χριστιανοί άκουσαν για το συμβάν , το πίστεψαν και λιποψύχισαν καθώς ο εχθρός τους κέρδισε νέα δύναμη.

Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, ο Επίσκοπος Όππας, γαμπρός του προδότη Ιουλιανού, αποσύρθηκε και εντάχθηκε στις μουσουλμανικές τάξεις. Είτε αυτό συνέβη πράγματι είτε όχι, η έφοδος του Ταρίκ οδήγησε στη νίκη. Είχε διαπεράσει αταμάτητος το χριστιανικό κέντρο. Οι πτέρυγες αποσύρθηκαν υπό την καθοδήγηση των αρχηγών του. Η αντίσταση έπαυσε. Σε απόλυτο πανικό, οι Γότθοι στρατιώτες πέταξαν τα όπλα και έτρεξαν να σωθούν, αδιάφοροι για τους θησαυρούς του στρατοπέδου τους και σκεπτόμενοι τίποτα άλλο παρά την ασφάλεια και τη σωτηρία τους, δραπετεύοντας προς όλες τις κατευθύνσεις μέσω της χώρας, ενώ οι μουσουλμάνοι, ακολουθώντας τους πάνω στα καλπάζοντα άτια τους τους κατέκοπταν χωρίς έλεος.

Ο Βασιλιάς Ρόντερικ είχε εξαφανιστεί. Εάν σκοτώθηκε στη μάχη, το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Επίσης, τραυματισμένος και απελπισμένος, μπορεί να είχε σκοτωθεί κατά την φυγή ή να πνίγηκε στο ρεύμα του ποταμού. Στη συνέχεια ειπώθηκε πως η χρυσή σέλα του αλόγου του, πλούσια διακοσμημένη με ρουμπίνια, βρέθηκε παρατημένη στην όχθη και ότι κοντά στο βασιλικό στέμμα και τον μανδύα βρέθηκε κι ένα σανδάλι κεντημένο με μαργαριτάρια και σμαράγδια.

Αλλά το μόνο που μπορούμε να πούμε με ασφάλεια είναι ότι ο Ρόντερικ είχε εξαφανιστεί, ο στρατός του διασκορπίστηκε και η Ισπανία ήταν το βραβείο του Ταρίκ και των Μαυριτανών του, καθώς η αντίσταση έφτασε γρήγορα στο τέλος της και οι μουσουλμάνοι συνέχισαν από νίκη σε νίκη μέχρις ότου η χώρα βράθηκε σχεδόν όλη στα χέρια τους.

Ο στρατός του σε καμία περίπτωση δεν ήταν όσο πολυάριθμος ανέφεραν οι μουσουλμάνοι χρονικογράφοι για να δοξάσουν τη νίκη τους, μάλιστα δε είναι πολύ πιθανόν μερικοί από τους ευγενείς του να τέθηκαν εξ αρχής με το μέρος των μουσουλμάνων. Η σχετική απειρία των Γότθων στον «πόλεμο κινήσεων» σίγουρα δεν βοήθησε στην αντιμετώπιση ενός εμπειροπόλεμου ευκίνητου στρατεύματος, όσο μικρό και αν ήταν αυτό. Τα λάφυρα που αποκόμισαν οι Άραβες από τη μάχη πρέπει να ήσαν επίσης πολυάριθμα και πολύτιμα, καθώς, εκτός από τον Βασιλιά τους, οι Γότθοι ευγενείς συνήθιζαν να αντιγράφουν πιστά την χλιδή των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και πολεμάρχων σε κάθε τους πολεμική μετακίνηση.

Ως νέος Βασιλιάς ορίστηκε προσωρινά ο επίσκοπος Όππας, που όμως δεν έγινε δεκτός από την πλειοψηφία των εναπομεινάντων ευγενών ούτε και από τον Άγιλα τον Β΄. Με την εδραίωση του μουσουλμανικού σταθερού προγεφυρώματος - «προμαχώματος» στο νότο από τον Ταρίκ, ο κυβερνήτης της Ιφρικίγια, Μούσα ιμπν Νουσαΐρ, αποβιβάστηκε στο Κάδιθ με 18.000 άντρες. Η Σεβίλλη, παρότι αντιστάθηκε επί ένα μήνα στην πολιορκία του, έγινε η πρώτη μεγάλη πόλη που έπεσε στα χέρια των εισβολέων.

Με βάση τη Σεβίλλη, δύο ανεξάρτητοι στρατοί ξεκίνησαν την κατάκτηση του υπόλοιπου νότου. Ο πρώτος κατευθύνθηκε προς την Κόρδοβα, πρωτεύουσα της επαρχίας της Βαιτικής, και ο δεύτερος προς τη Μέριδα, πρωτεύουσα της Λουζιτανίας. Στόχος τους ήταν η παράλυση των πρωτευουσών, που λειτουργούσαν ως κέντρα συντονισμού και συγκέντρωσης των βησιγοτθικών στρατευμάτων. Επομένως, φυσιολογικά, το Τολέδο, η έδρα της βησιγοτθικής αυλής και μοναδικό σημείο συγκέντρωσης της βησιγοτθικής ελίτ για την εκλογή του μονάρχη, αποτέλεσε εξαρχής το βασικό στόχο του Μούσα. Στην ταχεία μεταφορά των στρατευμάτων του συνέβαλαν οι ρωμαϊκές οδοί που ήσαν ακόμα λειτουργικές.

Ο Ταρίκ ακολούθησε τη ροή του ποταμού Γουαδαλκιβίρ και στην Έθιχα νίκησε εκ νέου τα απομεινάρια του βησιγοτθικού στρατού, που παραδόθηκε. Την Κόρδοβα την κατέλαβε με αιφνιδιασμό και εξόντωσε όλους τους κατοίκους της ενώ οι λοιπές πόλεις της Ανδαλουσίας του παραδόθηκαν δίχως αντίσταση.

Στα δυτικά, ο Μούσα πολιόρκησε τη Μέριδα που αντιστάθηκε σθεναρά και τον ανάγκασε να την προσπεράσει συνεχίζοντας προς το Τολέδο, όπου ενώθηκε με τον Ταρίκ.

Στα τέλη του 711 το Τολέδο παραδόθηκε σχεδόν δίχως αντίσταση στον Μούσα. Η κατάληψη της πρωτεύουσας κατακερμάτισε οριστικά την υπολειπομένη οργανωτική ικανότητα του Βησιγοτθικού Βασιλείου. Εξαιρώντας την ανατολική Ιβηρική, όπου βασίλευε ο Άγιλα ο Β΄, οι λοιπές πόλεις της χερσονήσου παραδόθηκαν στους μουσουλμάνους. Επίσης, οι κατακτητές βρέθηκαν να κατέχουν τον αμύθητο βασιλικό θησαυρό, έναν από τους σημαντικότερους της εποχής στη Δύση.

Οι ελάχιστοι ευγενείς που διέφυγαν, κατέφυγαν είτε στη Γαλικία είτε στον Άγιλα. Τα στρατεύματα του Μούσα διαχείμασαν στο Τολέδο και την επόμενη άνοιξη υπέταξαν τις γύρω πόλεις της σημερινής Καστίλης-Λα Μάντσα.

Γ. Ηλιόπουλος

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ