ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

[...] ο Λένιν έδωσε σαφείς οδηγίες:

«Είναι απαραίτητο - κρυφά και επειγόντως να προετοιμαστεί ο τρόμος!»

Με άμεση απόκριση στις δύο επιθέσεις,
η Τσεκά εξόντωσε περίπου 1.300 «αστούς ομήρους» που κρατούνταν στις φυλακές της Πετρούπολης και της Κρονστάνδης

ΚΟΚΚΙΝΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ - 2


Στις 17 Αυγούστου 1918, ο Λιθουανοεβραίος ηγέτης της Τσεκά της Πετρούπολης Μοϊσέι Σολομώνοβιτς Ουρίτσκυ δολοφονήθηκε από τον αντικομμουνιστή Ρωσοεβραίο εύελπι της «Σχολής Πυροβολικού Μιχαήλοφ» Λεονίντ Ιωακείμοβιτς Κανεγγίσερ. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 30 Αυγούστου, η Ουκρανοεβραία Φάνια Καπλάν (Φάνυ Αφίμοβα Καπλάν, με αληθινό όνομα Φέϊγκα Χαΐμοβα Ρόϋτμπλατ) προσπάθησε ανεπιτυχώς να δολοφονήσει τον Λένιν. Όταν έγινε σαφές ότι η Καπλάν δεν θα αποκαλύψει συνεργάτες της, εκτελέστηκε στους «Κήπους του Αλεξάνδρου». Η διαταγή διεκπεραιώθηκε από τον διοικητή του Κρεμλίνου, τον διαβόητο πρώην ναύτη του στόλου της Βαλτικής Πάβελ Ντμητρίεβιτς Μαλκώφ και μιαν ομάδα Λετονών Μπολσεβίκων στις 3 Σεπτεμβρίου 1918, με μια σφαίρα στον αυχένα. Ο Διοικητής του Κρεμλίνου Μαλκώφ, οδήγησε την Καπλάν έξω στην αυλή και την πυροβόλησε από πίσω στον αυχένα, με τον Μπολσεβίκο ποιητή, φίλο του Στάλιν, Γιεφίμ Αλεξέεβιτς Πριντβόρωφ (Ντέμιαν Μπιέντνυ) παριστάμενο ως …. ενδιαφερόμενο θεατή. Το πτώμα της διπλώθηκε μέσα σ ένα βαρέλι και πυρπολύθηκε. Η διαταγή εξόντωσης προήλθε από τον Ιακώβ-Ααρών Μιχαήλοβιτς Σβερντλώφ, ο οποίος μόλις πριν έξι εβδομάδες είχε διατάξει την εκτέλεση του Τσάρου και της οικογένειάς του.

[Ο Πάβελ Ντμητρίεβιτς Μαλκώφ (1887-1965) ήταν ένας σοβιετικός στρατιωτικός που κατείχε τις θέσεις του Διοικητή του ανακτόρου Σμόλνυ και κατόπιν του Διοικητή του Κρεμλίνου κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση και στον εμφύλιο πόλεμο.
Ο Πάβελ Ντμητρίεβιτς έχει γράψει την εξόχως ενημερωτική ιστορική βιογραφία του «Αναπολήσεις ενός Διοικητή του Κρεμλίνου». Λίγες μέρες μετά τη νίκη του Οκτωβρίου, διορίστηκε ως διοικητής του Σμόλνυ, έδρας των Μπολσεβίκων και κατοικίας του Λένιν στην Πετρούπολη και όταν, τον Μάρτιο του 1918, η σοβιετική κυβέρνηση μεταφέρθηκε στη Μόσχα, έγινε Διοικήτής στο Κρεμλίνο της Μόσχας. Διατήρησε αυτήν την τιμητική θέση μέχρι το καλοκαίρι του 1920, όταν ανέλαβε σημαντικό ερευνητικό κρατικό έργο οικονομικής και κοινωνικής φύσης.

Ο Μαλκώφ συμμετείχε, ή ήταν μάρτυρας σε πολλά ιστορικά γεγονότα κατά τις ημέρες του Οκτωβρίου και στα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας. Το καθήκον του ως Διοικητή του Κρεμλίνου της Μόσχας του έδωσε ευκαιρίες συχνών συναντήσεων με τον Λένιν και άλλους εξέχοντες ηγέτες του Σοβιετικού κράτους. Ορισμένα χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες, τα οποία μερικές φορές δεν φαινόταν άμεσα να έχουν ιδιαίτερη σημασία, βοήθησαν τον συγγραφέα να συστήσει μια ζωντανή εικόνα του Λένιν και ως ηγέτη και ως ανθρώπου.
Τα καθήκοντα του Μαλκώφ τον έφεραν επίσης σε επαφή με τον Ιακώβ-Ααρών Μιχαήλοβιτς Σβερντλώφ, τον Φέλιξ Εντμούντοβιτς Ντζερζίνσκι – Ρούφιν και τον Βαρλάμ Αλεξάντροβιτς Αβανέσωφ (Σουρέν Καρπόβιτς Μαρτυροσιάν), Μπολσεβίκους άμεσα συνδεδεμένους με την Κόκκινη Τρομοκρατία, για τους οποίους πραγματοποίησε πολλές εργασίες και αποστολές.
Το βιβλίο του αφηγείται πολλά για αυτούς τους παθιασμένους Μπολσεβίκους και την ακούραστη δουλειά τους κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσης της σοβιετικής εξουσίας.
Οι προσωπικές αναμνήσεις του Μαλκώφ αποτελούν τη βάση του βιβλίου. Έχει κάνει εκτενή χρήση αρχειακών υλικών και εγγράφων, (μερικά από τα οποία είναι από την προσωπική του συλλογή), καθώς και εφημερίδων και περιοδικών που δημοσιεύθηκαν την περίοδο 1917-1919.]

Οι τολμηρές δολοφονικές επιθέσεις κατά του Ουρίτσκυ και του Λένιν, θα πείσουν τελικά την κυβέρνηση να προσέξει και να υποστηρίξει περισσότερο το ιδιάζον ανθρωποκτόνο «λόμπι» του λεπτολόγου και επίμονου Φελίξ Ντζερζίνσκι, ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερη εσωτερική ασφάλεια στο σοβιετικό κράτος. Στη συνέχεια η εκστρατεία μαζικής καταστολής θα ξεκινήσει και επισήμως ως «διατεταγμένα αντίποινα».

Αναρρώνοντας από τις πληγές του, ο Λένιν έδωσε σαφείς οδηγίες: «Είναι απαραίτητο - κρυφά και επειγόντως να προετοιμαστεί ο τρόμος!» Με άμεση απόκριση στις δύο επιθέσεις, η Τσεκά εξόντωσε περίπου 1.300 «αστούς ομήρους» που κρατούνταν στις φυλακές της Πετρούπολης και της Κρονστάνδης

Οι εφημερίδες των Μπολσεβίκων ήσαν ιδιαίτερα συνδεδεμένες με την υποκίνηση της κρατικής βίας : στις 31 Αυγούστου, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης ξεκίνησαν την κατασταλτική εκστρατεία μέσω μιας έξυπνα κλιμακούμενης υποκίνησης βίας.
Ένα άρθρο που εμφανίζεται στην «Πράβντα» («Αλήθεια») διακήρυξε : «Ήρθε η ώρα να συντρίψουμε την αστική τάξη ή να μας συντρίψει. … Ο ύμνος της εργατικής τάξης θα είναι ένα τραγούδι μίσους και εκδίκησης! » Την επόμενη μέρα, η εφημερίδα της Πετρούπολης «Ερυθρά Εφημερίδα» («Κράσναγια Γκαζέτα») δήλωσε ότι «μόνο ποταμοί αίματος μπορούν να ξεπλύνουν το αίμα του Λένιν και του Ουρίτσκι».

Η πρώτη επίσημη ανακοίνωση του κόκκινου τρόμου δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα νέα» («Ιζβέστια») στις 3 Σεπτεμβρίου, με τίτλο «Έκκληση στην εργατική τάξη», καλώντας τους εργαζόμενους να «συντρίψουν τη Λερναία Ύδρα της αντεπανάστασης με μαζική τρομοκρατία!». Επίσης καταστήθηκε σαφές ότι «όποιος τολμά να διαδώσει την παραμικρή φήμη εναντίον του σοβιετικού καθεστώτος θα συλληφθεί αμέσως και θα σταλεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης». Ακόμη, η Ιζβέστια ανέφερε ότι, εντός 4 ημερών από την απόπειρα εναντίον του Λένιν, μόνο στην Πετρούπολη είχαν εκτελεστεί πάνω από 500 όμηροι.

Ο Τρότσκυ πραγματοποίησε μια φλογερή ομιλία σχετικά με την ανάγκη ανελέητης τιμωρίας των αντιπάλων και στις 2 Σεπτεμβρίου, μετά από μια θυελλώδη συζήτηση στην Κεντρική Επιτροπή, οι Μπολσεβίκοι ξεκίνησαν συστηματικά την εκστρατεία τους με την Κόκκινη Τρομοκρατία.

Στις 5 Σεπτεμβρίου, η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων εξέδωσε διάταγμα «Περί Ερυθρού Τρόμου», το οποίο προέβλεπε «μαζικές εκτελέσεις χωρίς δισταγμό».
Με αυτό διέτασε την Τσεκά «…να εξασφαλίσει τη Σοβιετική Δημοκρατία από τους ταξικούς εχθρούς με την απομόνωσή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης», και δήλωνε ότι οι αντεπαναστάτες «πρέπει να εκτελούνται με πυροβολισμούς και τα ονόματα των εκτελεσθέντων και οι λόγοι της εκτέλεσης πρέπει να δημοσιοποιούνται.»

Η κυβέρνηση εκτέλεσε 500 «εκπροσώπους των ανατραπεισών τάξεων» αμέσως μετά τη δολοφονία του Ουρίτσκυ. Στην Κρονστάνδη, τετρακόσιοι απόστρατοι αξιωματικοί παρατάχθηκαν δέσμιοι εμπρός από τρία βαθιά χαρακώματα και εκτελέστηκαν.
Ο Σοβιετικός επίτροπος Γκριγκόρι Iβάνοβιτς Πετρόφσκι ζήτησε … επέκταση της τρομοκρατίας και «άμεσο τέλος της χαλαρότητας και της τρυφερότητας».

[Ο Πετρόφσκι υπήρξε Λαϊκός Επίτροπος για τις Εσωτερικές Υποθέσεις (αντίστοιχος του Υπουργού Εσωτερικών) μεταξύ 30 Νοεμβρίου 1917 και 1 Μαρτίου 1919. Σε αυτή τη θέση επέβλεπε τις δραστηριότητες της Τσεκά και ήταν ένας από τους υποστηρικτές της κόκκινης τρομοκρατίας. Έγραψε στην διαταγή του: «Ένας τεράστιος αριθμός ομήρων πρέπει να συλληφθεί από την αστική τάξη, σε περιπτώσεις αντίστασης αυτοί οι όμηροι πρέπει να εκτελεστούν μαζικά (....). Κανένας δισταγμός στην εφαρμογή της τρομοκρατίας !»]

Τον Οκτώβριο του 1918, ο διοικητής της ουκρανικής Τσεκά Μάρτιν Λάτσις παρομοίασε τον Κόκκινο Τρόμο με έναν γενικευμένο ταξικό πόλεμο, εξηγώντας ότι «καταστρέφουμε τη μπουρζουαζία ως τάξη».

Στις 15 Οκτωβρίου, το κορυφαίο στέλεχος της Τσεκά Γκλεμπ Ιβάνοβιτς Μπόκυ, συνοψίζοντας την επίσημη λήξη της αρχικής φάσης της Ερυθράς Τρομοκρατίας, ανέφερε ότι, στην Πετρούπολη εκτελέστηκαν 800 φερόμενοι εχθροί και άλλοι 6.229 φυλακίστηκαν. Οι απώλειες κατά τους πρώτους δύο μήνες κυμαίνονται μεταξύ 10.000 και 15.000 βάσει των καταλόγων των ατόμων τα οποία εκτελέστηκαν συνοπτικά και τα ονόματά τους δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Εβδομαδιαία της Τσεκά» («Γεζενεντέλνι Ου-Τσεκά») και σε άλλα επίσημα έντυπα.

Στην Κριμαία, με την έγκριση του Λένιν, η συνεργάτιδα του Στάλιν στο Μπακού Ροζαλία Σαμοΐλοβνα Ζεμλυάτσκα και ο εραστής της Μπέλα Κουν (μετέπειτα δικτάτορας της Κομμουνιστικής Ουγγαρίας), εξετέλεσαν με συνοπτικές διαδικασίες περισσότερους από 50.000 Λευκούς αιχμαλώτους πολέμου, μετά την ήττα του Λευκού Στρατηγού Βαρώνου Πιότρ Νικολάγιεβιτς Βράνγκελ στα τέλη του 1920. Οι άτιμοι Μπολσεβίκοι τους είχαν υποσχεθεί … αμνηστία αν παραδοθούν.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1920 ο Λένιν, ο Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Καλίνιν, ο Τρότσκι, ο Σεργκέι Σεργκέγιεβιτς Καμένεφ και ο διάσημος τέως Λευκός Στρατηγός Αλεξέϊ Αλεξέγεβιτς Μπρουσίλοφ («χρήσιμος ηλίθιος» πατριώτης που προσχώρησε στους Μπολσεβίκους) υπέγραψαν μια προκήρυξη - έκκληση «σε όλους τους αξιωματικούς της Στρατιάς του Βαρώνου Βράνγκελ», στην οποία κάλεσαν τους λευκούς αξιωματικούς να περάσουν στην πλευρά της Σοβιετικής Ρωσίας, κατηγορώντας τον Βράνγκελ ότι ενεργεί προς το συμφέρον της πολωνικής αριστοκρατίας και των Αγγλο-Γάλλων καπιταλιστών, οι οποίοι χρησιμοποιούν επίσης την στρατιά του Βράνγκελ για να υποδουλώσουν τον ρωσικό λαό, όπως και το Σώμα των Τσεχοσλοβάκων και τις «σκουρόχρωμες μεραρχίες».

Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες σφαγές στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο, καθώς μαζί με τους αφελείς και μωρόπιστους Λευκούς πολεμιστές σφαγιάσθηκαν και άφθονοι άμαχοι αντικομμουνιστές πολίτες, «ων ουκ έστι αριθμός»..

Η Ζεμλυάτσκα διορίστηκε Γραμματέας της Επιτροπής του Κόμματος στην Κριμαία τον Νοέμβριο του 1920, όταν ο τελευταίος Λευκός Στρατός που παρέμενε στον πόλεμο, η Στρατιά του Βαρώνου Βράνγκελ διατάχθηκε να εκκενώσει την κριμαϊκή χερσόνησο.
Τα φυλλάδια της …ανθρωπιστικής προκήρυξης έπεσαν από αεροπλάνα στη Σεβαστούπολη, την τελευταία πόλη που κατείχαν οι Λευκοί και προσέφεραν αμνηστία σε όσους παραδοθούν στον Κόκκινο Στρατό. Όπως προαναφέρθηκε τα υπέγραφε και ο ένδοξος πρώην Στρατηγός του αυτοκρατορικού στρατού Μπρουσίλοφ, ο οποίος πείσθηκε από τον Αναπληρωτή Λαϊκό Επίτροπο του Πολέμου, τον Εφραίμ Μάρκοβιτς Σκυλάνσκυ, να πάει στην Κριμαία για να εποπτεύει την παράδοση των τέως συντρόφων του. Όμως, πριν καν ξεκινήσει ο Μπρουσίλοφ, ελήφθη τοπικά μια απόφαση για τη σφαγή όσων είχαν παραδοθεί.
Η εντολή να τους εξοντώσουν υπογράφηκε από τον Μπέλα Κουν, επικεφαλής της κομματικής Περιφερειακής Επιτροπής της Κριμαίας, την … ξακουστή και καλλιεργημένη Ζεμλυάτσκα (είχε σπουδάσει φιλολογία στο Σχολείο Γραμματικής του Κιέβου και στη Σορβόννη) και τον Σεμιόν Σεμιόνοβιτς Ντουκέλσκυ, επικεφαλής της Τσεκά της Κριμαίας. Σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Ντόναλντ Πάτρικ Ρέϊφηλντ, (ακαδημαϊκό, ομότιμο καθηγητή Ρωσικής και Γεωργιανής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου και συγγραφέα βιβλίων για τη ρωσική και τη γεωργιανή λογοτεχνία, τον Στάλιν και τη μυστική αστυνομία του), ο Κουν και η Ζεμλυάτσκα ήσαν εραστές, ενώ εκείνη ήταν «μία σαδίστρια που έδεσε από τους αξιωματικούς σε ζευγάρια σε σανίδες και τους έκαψαν ζωντανούς σε φούρνους ή τους έπνιξε δεμένους σε παράκτιες φορτηγίδες που βύθιζε γελώντας».
Υπάρχει σχετική ασάφεια για τον αριθμό των θυμάτων, που μπορεί να ήταν έως και 70.000.

Καταδικασμένοι εγκληματίες και πιστοποιημένοι ψυχοπαθείς αυτοδιορίστηκαν αξιωματικοί της Τσεκά και τρομοκρατούσαν, βίαζαν και δολοφονούσαν …. όποιον τους άρεσε !
Οι αξιωματικοί του Λευκού Στρατού που παραδίνονταν, επειδή τους είχε … παρασχεθεί «ασφαλής διέλευση» κλήθηκαν να «εγγραφούν» και στη συνέχεια πυροβολήθηκαν, κάηκαν σε φούρνους, πνίγηκαν δεμένοι σε φορτηγίδες ή κομματιάστηκαν με τσεκούρια.
Άλλες εκτελέσεις στόχευαν στη «βελτίωση» και τον εξωραϊσμό των αποτελεσμάτων περί «απωλειών στο πεδίο της μάχης», αποδεκατίζοντας (κυριολεκτικά) τους λιποτάκτες του Κόκκινου Στρατού και τις υποχωρούσες μονάδες του, μια κομματική πολιτική που επέβαλαν στο μέτωπο ο Τρότσκι, ο Στάλιν, και άλλοι περιφερόμενοι κομματικοί απεσταλμένοι. Στατιστικές υπάρχουν μόνο για το 1921, ένα ήπιο έτος και το τελευταίο του εμφυλίου πολέμου, όταν μόνο στον στρατό εκτελέστηκαν 4.337.

Μερικές φορές μια ολόκληρη εθνοτική ομάδα «ανακηρύχθηκε» Λευκή και της επιβλήθηκε, γενοκτονία. Ο Ιόνα Εμμανουήλοβιτς Γιακίρ, ένας διάσημος Ρουμανοεβραίος Στρατηγός του Κόκκινου Στρατού, είχε εξολοθρεύσει το 50 τοις εκατό των αρρένων Κοζάκων του Ντον, ενώ χρησιμοποίησε … ευρηματικά πυροβολικό, φλογοβόλα και πολυβόλα για να εξοντώσει τις γυναίκες και τα παιδιά. (Αργότερα, τον Ιούνιο του 1937, εκτελέστηκε με άλλους επτά ανώτατους διοικητές του Κόκκινου Στρατού, ως … κατάσκοπος των Γερμανών Ναζί !).
Επίσης οι κόκκινοι Κοζάκοι ανακήρυξαν ως «Λευκούς» τους γείτονές τους και σφαγίασαν τους Κιρκάσιους χωρικούς και τους Καλμούκους αγελαδοτρόφους.

Ο Μαξ Αλεξαντρόβιτς Κιριλένκο – Βολόσιν, ένας σπουδαίος συμβολιστής ποιητής και ζωγράφος, του οποίου η φήμη ως αποκρυφιστή και μάγου υπερέβαινε και τους κόκκινους και τους λευκούς, που επιβίωσε από τις ακατάπαυστες φρικαλεότητες των αντιπάλων, (καθώς η Κριμαία κατακτήθηκε και χάθηκε και από τις δύο πλευρές), περιέγραψε εύγλωττα το 1921 τι μεγαλουργήματα είχαν κάνει ο παρανοϊκός ηγέτης των ουγγρικών Σοβιέτ Μπέλα Κουν και η διεστραμμένη ερωμένη του Ροζαλία Ζεμλυάτσκα:

«Τρόμος! Συγκεντρώθηκαν για να εργαστούν τη νύχτα. Διάβασαν καταγγελίες, πιστοποιητικά, περιπτώσεις. Υπέγραψαν βιαστικά τις ποινές. Χασμουριόντουσαν.
Έπιναν κρασί. [. . . ] Τη νύχτα κυνηγούσαν ξυπόλητους, γυμνούς ανθρώπους.
Πάνω στις καλυμμένες από πάγο πέτρες. Ενάντια σε έναν βορειοανατολικό άνεμο, στις ερημιές έξω από την πόλη. [. . . ] Τους έριξαν, ενώ ακόμα δεν είχαν πεθάνει όλοι, σε ένα λάκκο. Τους κάλυψαν βιαστικά με χώμα. Και στη συνέχεια μ’ ένα διαχυτικό ρωσικό τραγούδι επέστρεψαν στο σπίτι τους στην πόλη».

Ο Μπέλα Κουν με σαδιστική έμπνευση είχε καλέσει τον Βολόσιν να διαβάσει το επιδεικτικά διαγραμμένο όνομά του στους καταλόγους των καταδικασμένων και στη συνέχεια τον προσκάλεσε να εκτελέσει μια πράξη αφόρητης συνενοχής για να σωθεί: Να διαγράφει το όνομα ενός άνδρα ανά δέκα άνδρες σε όλους τους καταλόγους, κατά την κρίση του.

Στις 16 Μαρτίου 1919, όλα τα στρατιωτικά αποσπάσματα της Τσεκά ενώθηκαν σε ένα ενιαίο σώμα, τα «Στρατεύματα Εσωτερικής Άμυνας της Δημοκρατίας», τα οποία το 1921 αριθμούσαν 200.000 άτομα. Αυτά τα στρατεύματα αστυνόμευαν στρατόπεδα εργασίας, διοικούσαν την υπηρεσία του συστήματος «Γκουλάγκ», διεξήγαγαν επιτάξεις σιτηρών, και κατέστειλαν εξεγέρσεις αγροτών, διαδηλώσεις από εργάτες και ανταρσίες στον Ερυθρό Στρατό (που μαστιζόταν από μαζικές λιποταξίες).

Η ονομασία Γκουλάγκ, ή και Γκούλαγκ, (ГУЛАГ, ГУЛаг) είναι το αρκτικόλεξο της σοβιετικής υπηρεσίας Гла́вное управле́ние лагере́й, Γκλάβνοϊε Ουπραβλένιε Λαγκερέϊ, «Κύρια Διαχείριση των Στρατοπέδων») που επόπτευε τα «στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., όπου εξορίζονταν οι πάσης φύσεως αντιφρονούντες πολιτικοί κρατούμενοι, ύποπτοι κ.λπ». Στην κυριολεξία «γκουλάγκ» δεν λέγονταν τα φρικιαστικά στρατόπεδα εξόντωσης, αλλά η κρατική υπηρεσία που ήταν υπεύθυνη για τη διαχείρισή τους.

[Αργότερα δημιουργήθηκε και μία άλλη συναφής υπηρεσία, η Ντάλστροϊ, που ήταν υπεύθυνη για την εμπορική εκμετάλλευση των ορυκτών προϊόντων που παρήγαγε η καταναγκαστική εργασία των πολιτικών κρατουμένων].

Τα στρατόπεδα της Γκουλάγκ κατέστησαν διαβόητα, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που κρατούνταν στις φυλακές αυτές εξαφανίζονταν και έχαναν κάθε επαφή με τις οικογένειες τους, βασανίζονταν και έμεναν φυλακισμένοι σε φρικώδεις συνθήκες διαβίωσης επί πολλά χρόνια, συχνά χωρίς καν νόμιμες δικαστικές διαδικασίες. Στη Δύση έγιναν γνωστά το …. 1973 μέσω της δημοσίευσης του έργου «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ 1918-1956» του σπουδαίου Ρώσου νομπελίστα συγγραφέα Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν.

Τα πρώτα στρατόπεδα ιδρύθηκαν το 1918 και νομιμοποιήθηκαν με την απόφαση
«Για τη δημιουργία στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας» της 15 Απριλίου 1919.
Αυτό το τρομοκρατικό και ληστρικό δουλοκτητικό σύστημα χρησιμοθηρικής αξάλειψης των αντιφρονούντων εξαπλώθηκε γρήγορα, φτάνοντας στη δεκαετία του 1920 σε πληθυσμό κρατουμένων τις 100.000, με πολύ υψηλή θνησιμότητα.

Γ. Φουντάς
(συνεχίζεται)


Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ