ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

 οι Εβραίοι του Βησιγοτθικού Βασιλείου υποστήριξαν με κάθε τρόπο την μουσουλμανική κατάκτηση.

Η πλειοψηφία τους είχε προσηλυτιστεί με τη βία στο χριστιανισμό, ενώ οι υπόλοιποι υπέφεραν λόγω της μη ευνοϊκής γι'αυτούς βησιγοτθικής νομοθεσίας. Τους ήταν εξάλλου γνωστό ότι υπό τη μουσουλμανική εξουσία θα απολάμβαναν μεγαλύτερες ελευθερίες και ισοτιμία με τους μισητούς χριστιανούς. 

Αραβική κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου - 1


Με τον όρον αυτό είναι γνωστή η κατάλυση του Βησιγοτθικού Βασιλείου από μουσουλμανικά στρατεύματα Αράβων και Βερβέρων του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών μεταξύ 711 και 724.

Το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών (ή «Ομαϋαδών» ή «Ομαγιαδών», 661-750 μ.Χ.) ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα μεγάλα ισλαμικά χαλιφάτα που ιδρύθηκαν μετά το θάνατο του Μωάμεθ. Τον πυρήνα του χαλιφάτου αποτελούσε η δυναστεία των Ομεϋαδών, με καταγωγή από τη Μέκκα. Η οικογένεια των Ομεϋαδών είχε πρώτα έρθει στην εξουσία υπό τον τρίτο χαλίφη, Ουθμάν ιμπν Αφφάν (644-656), αλλά το ομεϋαδικό καθεστώς ιδρύθηκε από τον Μωαβία τον Α', επί μακρόν κυβερνήτη της Συρίας, μετά το τέλος του «Πρώτου Μουσουλμανικού Εμφύλιου Πολέμου» το 661 μ.Χ. Έκτοτε, η Συρία παρέμεινε το κύριο φρούριο των Ομεϋαδών ενώ η Δαμασκός έγινε πρωτεύουσά τους.

Οι Ομεϋάδες συνέχισαν τις μουσουλμανικές κατακτήσεις, ενσωματώνοντας την περιοχή του Καυκάσου, την Υπερωξιανή, (το τμήμα εκείνο της Κεντρικής Ασίας που ανταποκρίνεται περίπου στο σημερινό Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, νότιο Κιργιστάν και νοτιοδυτικό Καζακστάν) την Ινδική, το Μαγκρέμπ (περιοχή της Βορειοδυτικής - Βόρειας Αφρικής που περιλαμβάνει το Μαρόκο, την Αλγερία και την Τυνησία) και την Ιβηρική Χερσόνησο (αλ-Ανταλούς, Ανδαλουσία, αλλά με τον όρον αυτόν οι μουσουλμάνοι εννοούσαν γενικώς την Ιβηρική Χερσόνησο) στο μουσουλμανικό κόσμο.

Η κατάκτηση στο χρονικό διάστημα 711-724 οδήγησε στην εδραίωση της αραβικής παρουσίας στην Ιβηρική, το μουσουλμανικό κομμάτι της οποίας είναι γνωστό ως Αλ-Ανταλούς. Αντίστοιχα, στο βορρά, η σταδιακή διαμόρφωση δύο χριστιανικών πυρήνων στα Κανταβρικά όρη (δηλαδή στην δυτική συνέχεια των Πυρηναίων στην βόρεια Ισπανία, στο Βασίλειο των Αστουριών) και στα ανατολικά Πυρηναία (των καταλανικών κομητειών) οδήγησε στην διαδικασία της φημισμένης «Χριστιανικής Ανακατάκτησης» («Reconquista») της Ιβηρικής χερσονήσου. Οι Βαλεαρίδες Νήσοι (Islas Baleares, ένα σύμπλεγμα έντεκα νήσων στα ανατολικά της Ισπανίας, στη Μεσόγειο, με σημαντικότερες εξ αυτών τις εξής τέσσερις, Μαγιόρκα, Μενόρκα, Ίμπιζα και Φορμεντέρα) υπό βυζαντινό έλεγχο, πέρασαν υπό μουσουλμανικό έλεγχο κατά τον 10ο αιώνα, οπότε δεν συμπεριλαμβάνονται στο παρόν άρθρο.

Η αραβική κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου θεωρείται ένα εξόχως σημαντικό γεγονός στην ιστορία της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Η διοικητική ενότητα της Ιβηρικής, επιτευχθείσα υπό το ιδιαίτερα συγκεντρωτικό Βησιγοτθικό Βασίλειο, που διαμόρφωσε μια σαφή γοτθική ταυτότητα των κυρίαρχων ελίτ, διασπάστηκε σε τρεις, ουσιαστικά διακριτούς κόσμους, οι οποίοι αν και δεν έπαψαν ποτέ να επικοινωνούν, διέφεραν αισθητά σε πολιτισμικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Ωστόσο, παρά την ιδιάζουσα δραματικότητα με την οποία παρουσιάζεται συνήθως, η κατάκτηση δικαίως θεωρείται «καταστροφή» αποκλειστικά από την πλευρά της βησιγοτθικής ελίτ, η οποία υπήρξε το κύριο θύμα της.

Το βασίλειο ιδρύθηκε από τον Βάλια το 414 στην ρωμαϊκή επαρχία της Ακιτανίας, αρχικά ως φοϊδεράτο της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με κέντρο του την σημερινή Τουλούζη και κατόπιν ως ανεξάρτητο κράτος. Έφθασε να ελέγχει μια ευρύτατη περιοχή της Δυτικής Ευρώπης που περιελάμβανε τη σημερινή νότιο Γαλλία και τα δύο τρίτα της Ιβηρικής χερσονήσου. Μετά τη ήττα από τους Φράγκους στο Βουιγιέ το 507, το βασίλειο περιορίστηκε στην Ιβηρική χερσόνησο. Εκεί, εν μέσω ενός διαρκούς αγώνα εναντίον των εσωτερικών εριδών (αντιπαλότητα της αρειανικής βησιγοτθικής ελίτ - ισπανορωμαίων χριστιανών) και εξωτερικών του εχθρών (Βυζαντινών και Σουηβών) κατάφερε να εγκαταστήσει ένα λειτουργικό κράτος, το οποίο έμελλε να καταρεύσει το 711 από την εισβολή των μαυριτανικών και αραβικών στρατευμάτων του Χαλιφάτου της Δαμασκού.

Σε ότι αφορά στα πληθυσμιακά δεδομένα, είναι ευρέως αποδεκτή η θέση ότι κατά τη διάρκεια της κατάκτησης και κατά τους πρώτους δύο αιώνες της μουσουλμανικής παρουσίας στην Ιβηρική, υπήρξαν μόνο δύο κύματα μετεγκατάστασης βερβερικών πληθυσμών, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν άλλαξαν την εθνοτική σύσταση του εντόπιου πληθυσμού.

Το 669, το κύμα του αραβικού επεκτατισμού έφθασε στο σημερινό Μαγκρέμπ. Η κατάκτηση της βυζαντινής «Επαρχίας της Αφρικής» διήρκεσε τριάντα χρόνια. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την καθυστέρηση έπαιξαν οι αλλεπάλληλες πολυάριθμες εξεγέρσεις των Βερβέρων, καθώς και η σθεναρή άμυνα των οχυρωμένων βυζαντινών πόλεων : Οι πρώτοι υποτάχθηκαν εν μέρει με την κατάκτηση της χερσονήσου της Ταγγέρης, ενώ οι δεύτεροι, το 697, απώλεσαν την φημισμένη πρωτεύουσα της επαρχίας Καρχηδόνα. Μετά την ολοκληρωτική συστηματική καταστροφή της πόλης, ως πρωτεύουσα ορίσθηκε το Καϊρουάν. Σημειωτέον ότι, τα περισσότερα μουσουλμανικά στρατεύματα προέρχονταν από τις πρόσφατα κατακτημένες περιοχές (της σημερινής Τυνησίας και της Ταγγέρης). Η περαιτέρω επέκταση των Αράβων στο εσωτερικό του Μαρόκου και της Αλγερίας θα αργούσε επί έναν ακόμα αιώνα.

[Η ονομασία Μαγκρέμπ ή Μάγκριμπ (στην κλασική αραβική) προέρχεται από την αραβική λέξη γκαρίμπ (gharib) που σημαίνει «πηγαίνοντας προς το άγνωστο», που αποτελούσε το σύνθημα, ίσως και την ιαχή των Αράβων κατακτητών κινούμενοι δυτικά στα βόρεια παράλια της Αφρικής.

Παλαιότερα οι Άραβες θεωρούσαν ως Μαγκρέμπ μόνο τις περιοχές των χωρών που βρίσκονται μεταξύ της οροσειράς του Άτλαντα και της Μεσογείου. Κατά την περίοδο της Αραβικής και μουσουλμανικής κυριαρχίας τους, ορισμένοι συγγραφείς θεωρούσαν Μαγρέμπ επίσης και τις Ισπανία και Πορτογαλία (Ελ Ανταλούς), τη Σικελία (το εμιράτο της Σικελίας) και τη Μάλτα (όπου και σήμερα η μαλτέζικη γλώσσα προέρχεται από την αραβική).

Οι κάτοικοι της περιοχής του Μαγκρέμπ θεωρούνται Άραβες αν και υπάρχουν σημαντικά τμήματα του πληθυσμού με διαφορετική προέλευση όπως οι Βέρβεροι και πολύ λιγότεροι οι Εβραίοι. Σημειώνεται ότι οι χώρες του Μαγκρέμπ διαφέρουν μεταξύ τους ακόμα και από πόλη σε πόλη, τόσο γεωγραφικά, εθνολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά, όσο ακόμη και αρχιτεκτονικά.]

Σημειωτέον ότι οι Εβραίοι του Βησιγοτθικού Βασιλείου υποστήριξαν με κάθε τρόπο την μουσουλμανική κατάκτηση. Η πλειοψηφία τους είχε προσηλυτιστεί με τη βία στο χριστιανισμό, ενώ οι υπόλοιποι υπέφεραν λόγω της μη ευνοϊκής γι'αυτούς βησιγοτθικής νομοθεσίας. Τους ήταν εξάλλου γνωστό ότι υπό τη μουσουλμανική εξουσία θα απολάμβαναν μεγαλύτερες ελευθερίες και ισοτιμία με τους μισητούς χριστιανούς.

Το αραβικό σχέδιο για κατάκτηση της Ιβηρικής είχε ήδη γίνει φανερό από τις πρώτες αναγνωριστικές επιθέσεις στην μεσογειακή ακτή το 687 κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ερβίγιου. Μετά την κατάκτηση της Θέουτα το 710 ο Ταρίφ μπεν Μαλούκ αποβιβάστηκε στην Ταρίφα, ως ηγέτης ενός στρατεύματος 400 αντρών με σκοπό την χαρτογράφηση του χώρου. Φαίνεται επίσης πως είχαν ξεκινήσει διπλωματικές επαφές των Αράβων με τους αντιπάλους του Γότθου βασιλιά Ροδερίχου.

Στα τέλη του 710, ο Ροδερίχος, Δούκας της Βαιτικής (μιας επαρχίας αρχικά της ρωμαϊκής Ιβηρίας και στη συνέχεια του Βησιγοτθικού Βασιλείου που ιδρύθηκε το 27 π.Χ. από τον Οκταβιανό Αύγουστο και περιελάμβανε μέρος των εδαφών της πρώην «Εκείθεν Ιβηρίας», σε μια περιοχή που ταυτίζεται χονδρικά με τη σημερινή Ανδαλουσία. Πήρε το όνομά της από τον ποταμό Βαίτι, τον σημερινό Γουαδαλκιβίρ και πρωτεύουσά της ήταν η Κορδούη) ανακηρύχθηκε Βασιλιάς αφ΄ότου έριξε από τον θρόνο τον Βιτίθα. Εν τούτοις, ένα μέρος της γοτθικής ελίτ υποστήριξε τον Άγιλα τον Β΄, Δούκα της Ταρρακωνικής, ο οποίος εγκαθίδρυσε ένα ανεξάρτητο κράτος στην βορειοανατολική επικράτεια του βασιλείου. Δεν είναι γνωστό αν αυτή η δυαρχία υπήρξε ένδειξη εμφύλιας διαμάχης ή μιας συνεννοημένης συμβασιλείας, όπως είχε συμβεί συχνά στο παρελθόν. Ωστόσο το βασίλειο αναμφισβήτητα βρισκόταν διαιρεμένο. Αυτή η ισχυρή πολιτική αντιπαλότητα μεταξύ δύο μεγάλων γοτθικών οικογενειών που μάχονταν επί πολλές δεκαετίες για τον θρόνο, μαζί με την δημογραφική κρίση των τελών του 7ου αιώνα, (κατά την οποίαν απώλεσε περί το ένα τρίτο του πληθυσμού του), υπήρξαν μάλλον οι κύριες αιτίες της κατάρρευσής του.

Ο Ταρίκ ιμπν Ζιγιάντ αποβιβάστηκε στις αρχές του 711 στον κόλπο του Αλχεθίρας, ως τοποτηρητής του κυβερνήτη της «Ιφρικίγια», Μούσα ιμπν Νουσαΐρ. Επικεφαλής ενός στρατού 2.500 ανδρών, (που κατά πλειοψηφία κυριαρχείτο από Βερβέρους), εγκατέστησε τη βάση του στο Γιβραλτάρ (ονομασία η οποία προέρχεται από την αραβική φράση «Τζεμπέλ αλ Ταρίκ» (Βουνό του Ταρίκ). Από εκεί ξεκίνησε τη λαφυραγώγηση της Κοιλάδας του Γουαδαλκιβίρ εκμεταλλευόμενος την απουσία του Κόμητος της Βαιτικής, ο οποίος συμμετείχε σε μια εκστρατεία του Βασιλιά Ροδερίχου εναντίον των Βασκόνων στον βορρά.

Γ. Ηλιόπουλος 

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ