ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

Το 1992 ο Ρώσος πρόεδρος Γέλτσιν, παραδίδει στον Πολωνό ομόλογό του, Λεχ Βαλέσα, τρία έγγραφα που αποδείκνυαν, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η απόφαση για την εκτέλεση των Πολωνών αξιωματικών ελήφθη στο ανώτατο επίπεδο της σοβιετικής εξουσίας.

Το πρώτο έγγραφο αφορούσε την έκθεση του Μπέρια προς τον Στάλιν στην οποία εισηγούνταν την εκτέλεση 25.700 Πολωνών αξιωματικών.
Η έκθεση έφερε την υπογραφή και του Στάλιν.

Η σφαγή του Κατύν - 2

Ως Σφαγή του Κατύν έμεινε στην ιστορία η μαζική εκτέλεση χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών από τους Σοβιετικούς που διεξήχθη τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1940, έπειτα από διαταγή που εκδόθηκε στις 5 Μαρτίου 1940. Το αποτρόπαιο αυτό γεγονός έλαβε χώρα την άνοιξη του 1941, στο δάσος Κατύν κοντά στην πόλη Σμολένσκ της τότε Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ρωσίας. Η ανακάλυψη της σφαγής από τα κατοχικά γερμανικά στρατεύματα, τον Απρίλιο του 1943, προκάλεσε τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης, που ήταν σύμμαχοι στο αγώνα κατά του Ναζισμού.

Οι Σοβιετικοί επέρριψαν την ευθύνη στους Γερμανούς, αλλά η μετακομμουνιστική Ρωσία παραδέχτηκε τη Σφαγή του Κατύν, με τη δημοσίευση σειράς ντοκουμέντων. Αν και οι δολοφονίες πραγματοποιήθηκαν σε αρκετές διαφορετικές τοποθεσίες, η σφαγή πήρε το όνομά της από το Δάσος του Κατύν, όπου ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά μερικοί από τους μαζικούς τάφους. Ο αριθμός των θυμάτων εκτιμάται σε περίπου 22.000. Η σφαγή εγκρίθηκε από το σοβιετικό «Πολιτμπιρό» και τον ίδιο τον Στάλιν και εκτελέστηκε από την μυστική αστυνομία (NKVD).

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη Σφαγή του Κατύν άρχισαν να εκτυλίσσονται με την υπογραφή του Συμφώνου Μη Επιθέσεως μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, γνωστού και ως Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ (23 Αυγούστου 1939). Ένα από τα μυστικά του πρωτόκολλα περιλάμβανε τον διαμελισμό της Πολωνίας μεταξύ των δύο πρόσκαιρων συμμάχων. Πράγματι, η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939, στην εναρκτήρια στρατιωτική επιχείρηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και ακολούθησαν λίγες ημέρες αργότερα οι Σοβιετικοί (17 Σεπτεμβρίου), με την κατάληψη εδαφών της χώρας ανατολικά της Γραμμής Κώρζον. Το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ παρέμεινε σε ισχύ για σχεδόν δύο χρόνια, έως ότου η γερμανική κυβέρνηση του Αδόλφου Χίτλερ τερμάτισε το σύμφωνο, ξεκινώντας επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης στην Ανατολική Πολωνία κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Barbarossa στις 22 Ιουνίου 1941.
Την εποχή της σφαγής (1940), το Κατύν βρισκόταν στον σοβιετικό τομέα της Πολωνίας.

Το 1943 η κυβέρνηση της ναζιστικής Γερμανίας ανακοίνωσε την ανακάλυψη μαζικών τάφων στο Δάσος του Κατύν. Όταν η πολωνική εξόριστη κυβέρνηση με έδρα το Λονδίνο ζήτησε διερεύνηση από τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, στις 25 Απριλίου 1943, η σοβιετική κυβέρνηση διέκοψε αιφνιδίως τις διπλωματικές σχέσεις με την πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου και εγκατέστησε δική της εξόριστη κυβέρνηση, αποτελούμενη από πολωνούς κομμουνιστές. Οι έρευνες που ακολούθησαν, τόσο από τους Γερμανούς, όσο από τον Ερυθρό Σταυρό, έδειξαν ότι η σφαγή έγινε την άνοιξη του 1940, όταν την περιοχή κατείχαν οι Σοβιετικοί.

Η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων κύριο μέλημα το 1940 ήταν η συντριβή της Γερμανίας, ενοχλήθηκαν με τη στάση της πολωνικής εξόριστης κυβέρνησης, που αρνιόταν να δεχθεί τις σοβιετικές θέσεις για την αποκατάσταση των πολωνο-σοβιετικών σχέσεων (που στην πραγματικότητα σήμαιναν αναγνώριση της Γραμμής Κώρζον ως ανατολικών συνόρων της Πολωνίας). Κατά συνέπεια, στη Διάσκεψη της Τεχεράνης (28 Νοεμβρίου - 1 Δεκεμβρίου 1943) η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ, ελπίζοντας να ελαττώσουν την ένταση που προκάλεσε η υπόθεση Κατύν και να διαφυλάξουν τη συμμαχία τους με τη Σοβιετική Ένωση, αγνόησαν τις πολωνικές διαμαρτυρίες και συμφώνησαν να ορίσουν τα μεταπολεμικά πολωνο-σοβιετικά σύνορα στη Γραμμή Κώρζον.

Η ΕΣΣΔ ισχυρίστηκε ότι τα θύματα είχαν δολοφονηθεί από τους Ναζί το 1941 και συνέχισε να αρνείται την ευθύνη για τις σφαγές έως το 1989, όταν αναγνωρίστηκε επίσημα και καταδικάστηκε η διάπραξη των δολοφονιών από την NKVD, καθώς και την επακόλουθη κάλυψη από τις σοβιετικές κυβερνήσεις.

Η σφαγή προέκυψε έπειτα από τη πρόταση του αρχηγού της NKVD, Λαβρέντι Μπέρια, να εκτελέσει όλα τα αιχμάλωτα μέλη του πολωνικού σώματος αξιωματικών, με ημερομηνία 5 Μαρτίου 1940, που εγκρίθηκε από το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του ηγέτη του, Ιωσήφ Στάλιν.

Στις 5 Μαρτίου 1940, αποφασίζεται από τον Μπέρια και γνωστοποιείται στο Στάλιν (ο οποιος προσυπογράφει), η απόφαση για την εκτέλεση των Πολωνών κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Οστασκόφ, Σταρομπέλσκ και Κοζέλσκ. Μαζί με αιχμαλώτους πολέμου και από άλλα στρατόπεδα, οι εκτελέσεις έλαβαν χώρα στις αρχές Απριλίου με τέλη Μαΐου 1940.
Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες, περιλαμβάνονται δυο στρατηγοί, ένας ναύαρχος, 24 συνταγματάρχες, 79 αντισυνταγματάρχες, 258 ταγματάρχες, 654 λοχαγοί, 17 πλοίαρχοι, 200 πιλότοι, 3.420 υπαξιωματικοί, 300 γιατροί, 20 ακαδημαϊκοί και εκατοντάδες δικηγόροι, δημοσιογράφοι, δάσκαλοι, συγγραφείς, κυβερνητικοί αξιωματούχοι κτλ.

Στις 11 Απριλίου 1943, οι ναζιστικές αρχές της Πολωνίας κάνουν τη πρώτη δημόσια αναφορά για τις σφαγές του Κατύν. Η ΕΣΣΔ με τη σειρά της, απέδωσε τις γερμανικές αναφορές σε προπαγάνδα και επέρριψε τις ευθύνες στους Ναζί και συνέχισε να αρνείται κάθε εμπλοκή μέχρι το 1989. Μετά τη ανακατάληψη του Σμολένσκ και του Κατύν από τους Σοβιετικούς το φθινόπωρο του 1943, η NKVD επιδόθηκε σε συστηματική προσπάθεια απόκρυψης των ιχνών της Σφαγής και απόδοσης της ευθύνης στους Ναζί.

Μια πρωτογενής πηγή της Σφαγής στο Κατύν, ήταν η μαρτυρία του Ντιμίτρι Τοκάρεφ, επικεφαλής του γραφείου της NKVD στο Καλίνιν. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε το 1991, οι εκτελέσεις ξεκινούσαν το σούρουπο και τελείωναν την αυγή. Η πρώτη μεταγωγή κρατουμένων αφορούσε 390 άτομα και οι εκτελεστές δυσκολεύτηκαν να επιτελέσουν το έργο μέσα σε μια μόνο νύχτα. Οι επόμενες μεταγωγές δεν θα ξεπερνούσαν τα 250 άτομα.
Οι εκτελέσεις γίνονταν με γερμανικά πιστόλια Walther, μικρού διαμετρήματος (0,25 ACP) που είχαν χορηγηθεί από τη Μόσχα, αλλά και σοβιετικά περίστροφα Nagant M1895.
Οι γερμανικές σφαίρες που βρέθηκαν στις σωρούς των εκτελεσθέντων, ήταν το μεγαλύτερο αντεπιχείρημα των Σοβιετικών που συνέχισαν να αρνούνται τη Σφαγή έως το 1989 (αν και αναφορές για εγκλήματα του Στάλιν αρχίζουν ήδη να εμφανίζονται κατά τις πρώτες φάσεις της αποσταλινοποίησης από τον Νικίτα Κρουστόφ, συμπεριλαμβανομένης της εκτέλεσης, των βασανιστηρίων και της φυλάκισης πολλών πιστών μελών του κόμματος με ψευδείς κατηγορίες !). Επιπλέον, η γερμανοσοβιετική συνεργασία σε στρατιωτικό επίπεδο, ανάγεται ήδη από το 1922 και τη Συνθήκη του Ραπάλλο και με διακυμάνσεις, κράτησε μέχρι το 1941, με ναζιστικό εξοπλισμό να φτάνει στα χέρια των Σοβιετικών.

Ο Τοκάρεφ μίλησε επίσης και για τη μεθοδολογία των εκτελέσεων. Ο προς εκτέλεση αιχμάλωτος καταγραφόταν και κατόπιν οδηγούταν σε δωμάτιο με υποτυπώδη μόνωση, όπου αναγκαζόταν να γονατίσει δεμένος πισθάγκωνα. Ο εκτελεστής θα χρησιμοποιούσε μια σφαίρα στη βάση του κρανίου ή το σβέρκο. Η σωρός έβγαινε από διαφορετική έξοδο και τοποθετούταν σε φορτηγά, ενώ ο επόμενος αιχμάλωτος εισερχόταν στο δωμάτιο εκτέλεσης. Ο πιο διάβόητος εκτελεστής της σφαγής, ήταν ο Βασίλι Μπλοκχιν, στον οποίο αποδόθηκαν 7.000 δολοφονίες αιχμαλώτων, που προέρχονταν από το στρατόπεδο Οστασκόφ.

Μια ακόμη πηγή που επιβεβαιώνει τη σοβιετική ευθύνη για τη Σφαγή του Κατύν, είναι το έγγραφο του επικεφαλής της KGB Αλεξάντερ Σελέπιν προς τον Νικίτα Κρουστόφ, με ημερομηνία 3 Μαρτίου 1959, όπου τον συμβουλεύει για τη καταστροφή των προσωπικών αρχείων 21.857 Πολωνών που εκτελέστηκαν στο Κατύν.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Σφαγή του Κατύν βρισκόταν, κατά περιόδους, στο πεδίο της αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο ιδεολογικών στρατοπέδων. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η ρωσική κυβέρνηση ζήτησε επισήμως συγγνώμη (13 Απριλίου 1990) και παραδέχεται αυτό που αρνιόταν για 50 χρόνια: Το συσχετισμό της με αυτό το έγκλημα πολέμου. Το 1992 ο Ρώσος πρόεδρος, Μπόρις Γέλτσιν, παραδίδει στον Πολωνό ομόλογό του, Λεχ Βαλέσα, τρία έγγραφα που αποδείκνυαν, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η απόφαση για την εκτέλεση των Πολωνών αξιωματικών ελήφθη στο ανώτατο επίπεδο της σοβιετικής εξουσίας. Το πρώτο έγγραφο αφορούσε την έκθεση του Μπέρια προς τον Στάλιν στην οποία εισηγούνταν την εκτέλεση 25.700 Πολωνών αξιωματικών. Η έκθεση έφερε την υπογραφή και του Στάλιν.

Το δεύτερο έγγραφο, που ήταν και το σημαντικότερο, αφορούσε την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου της 5ης Μαρτίου 1940 για την εκτέλεση της απόφασης που υπέγραψε ο ίδιος ο Στάλιν. Τέλος το τρίτο, μεταγενέστερο έγγραφο, το οποίο υπέγραφε ο αρχηγός της KGB Σελέπιν απευθυνόταν προς τον Ν. Χρουτσόφ, μετά τον θάνατο του Στάλιν και τον ενημέρωνε ότι τελικά εκτελέστηκαν 21.857 Πολωνοί αξιωματικοί.

Το 2000 αναγέρθηκε στο Κατύν μνημείο για τα περίπου 20.000 θύματα της σφαγής (στρατιωτικοί και πολίτες). Τον Νοέμβριο του 2010 η Δούμα (η κάτω Βουλή της Ρωσικής Ομοσπονδίας) διακήρυξε επίσημα ότι ο Ιωσήφ Στάλιν και τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΣΕ (Μολότοφ, Μικογιάν, Μπέρια, Ζντάνοφ κ.ά.) ήταν υπεύθυνα για τη Σφαγή του Κατύν.
Την σοβιετική ευθύνη για αυτήν την μαζική δολοφονία παραδέχθηκαν και οι Πούτιν και Μεντβέντεφ.

Το 2012 έγινε γνωστό πως οι ΗΠΑ γνώριζαν από τη πρώτη στιγμή πως υπεύθυνοι για τη Σφαγή ήταν η ΕΣΣΔ, αλλά ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ, απαίτησε να μη γνωστοποιηθούν οι σχετικές αναφορές για να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με το Στάλιν ! Επρόκειτο για 1.000 αποχαρακτηρισμένα έγγραφα. Η πρώτη αναφορά ήταν του αντιπλοιάρχου George Earle που απέδιδε καθαρά την ευθύνη στους Σοβιετικούς, η δημοσιοποιηση της οποίας απαγορεύτηκε από τον ίδιο το Ρούσβελτ. Η δεύτερη αναφορά που κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ήταν αυτή του συνταγματάρχη John H. Van Vliet και του λοχαγού Donald B. Stewart, που ως αιχμάλωτοι πολέμου από τους Γερμανούς, είχαν υποχρεωθεί (για λόγους προπαγάνδας) να μεταβούν στο Κατύν, για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι, τα σοβιετικά εγκλήματα.

Γ.Φουντάς.
(συνεχίζεται) 

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ