ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

[...] Ένας μελετητής των θρησκειών πρέπει να διακρίνει προσεκτικά τους μύθους και το είδος των συνθέσεων που μπορούμε να ονομάσουμε ευαγγέλια... 


ΣΑΜΑΝΟΙ

Κεφάλαιο έκτο του βιβλίου «Οι καταβολές του Χριστιανισμού», του Ρηβάϊλο Όλιβερ 

Μέρος 2

Πρέπει συχνά να διατηρούμε αμφιβολίες και για εξέχουσες προσωπικότητες στην ιστορία των θρησκειών, ακόμη και στους πρόσφατους χρόνους. Ο Σουηδός Εμάνουελ Σβέντενμποργκ (Emanuel Swedenborg, 1688–1772) ήταν ένας άνθρωπος με τις υψηλότερες πνευματικές ικανότητες, επιφανής ως ένας από τους μεγαλύτερους και πιο ευέλικτους ανθρώπους του δέκατου όγδοου αιώνα: Έγραψε λατινικούς στίχους εξαιρετικής αξίας, ήταν ένας αξιόλογος μαθηματικός, ήταν επίσης λαμπρός ως πολιτικός και στρατιωτικός μηχανικός. Υπήρξε μέλος του «Σουηδικού Οίκου των Ευγενών» με μεγάλη επιρροή και διακρίθηκε για τις σπουδές του στην πολιτική οικονομία και στην εμπορική θεωρία. Ήταν επίσης ειδικός στη μεταλλουργία και στην εξόρυξη. Έκανε ανακαλύψεις στην παλαιοντολογία, στην οπτική, στη φυσική, στη χημεία, ανακαλύψεις που προηγήθηκαν από άλλες ανακαλύψεις οι οποίες έγιναν έναν αιώνα αφότου το έργο του σε αυτούς τους τομείς είχε συγκαλυφθεί από τις μετέπειτα δραστηριότητές του. Επίσης ήταν πρωτοπόρος στη μελέτη της δομής και της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Δεν υπήρχε πιο διακεκριμένος επιστήμονας στην Ευρώπη της εποχής του. Είναι αλήθεια ότι είχε θρησκευτικά ενδιαφέροντα και προσπαθούσε να εξακριβώσει πώς ο εγκέφαλος ελέγχεται από την ψυχή, αλλά αυτό δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί, το 1745, όταν ήταν πενήντα επτά ετών, ξαφνικά τον προσέγγισαν διάφοροι άγγελοι, οι οποίοι του παρείχαν ένα ταξείδι τύπου «Μαγειρικής περιοδείας» («Cook’s tour» ήταν μια αμερικανική μακρόβια επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά τουρισμού και μαγειρικής στην δεκαετία του 2000) στον Παράδεισο και την Κόλαση. Οι άγγελοι τον σύστησαν στον «Θεό, τον Κύριο, Δημιουργό και Λυτρωτή του Κόσμου», ο οποίος του έδωσε εντολή να σώσει την ανθρωπότητα από την αιματηρή ευσέβεια των διαφόρων χριστιανικών αιρέσεων που τότε εξακολουθούσαν να εμπλέκονται σε διαρκή πόλεμο για την εξάλειψη …. της αίρεσης. Όποιος διαβάσει τους εννέα τόμους του έργου του «Ουράνια Μυστήρια» («Arcana coelestia») και την κολασμένη συνέχειά του, θα εντυπωσιαστεί από την ευρηματικότητα με την οποία ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη θεολογική τεχνική της αλληγορικής ερμηνείας, όχι λιγότερο από την άγρια φαντασμαγορία των ψευδαισθήσεών του.

Τώρα, προφανώς ο Σβέντενμποργκ, ο οποίος είχε επάξια υψηλή φήμη για την προσωπική του ακεραιότητα, ήταν δε πολύ διάσημος για να επιδιώκει φήμη, ενώ ούτε επεδίωκε ούτε είχε κέρδος. Παραμένουμε συνεπώς μετέωροι ανάμεσα σε τρεις πιθανές εξηγήσεις: (α) Διέπραξε μια υπολογισμένη και λαμπρή φάρσα με την ελπίδα να βάλει τέλος στους θρησκευτικούς ανταγωνισμούς που εξακολουθούσαν να σπαταλούν το αίμα και την ενέργεια της Ευρώπης. (β) Ίσως κατά λάθος κατάπιε κάποιο εκχύλισμα του ιερού μανιταριού ή ενός παρόμοιου ναρκωτικού που του προκάλεσε παραισθήσεις τις οποίες παρεξήγησε για πραγματικές εμπειρίες. (γ) Ο νους του, υπερθερμασμένος από εικασίες ή εξασθενημένος από την πρόωρη γήρανση, περιέπεσε σε μια μορφή παραφροσύνης.

Για άνδρες όπως ο Σβέντενμποργκ, αρχαίους ή σύγχρονους, πρέπει κανείς να νιώθει συμπάθεια και κάποιο σεβασμό, ωστόσο εξηγούμε τις υπόλοιπες δραστηριότητές τους, αλλά δεν υπάρχουν πολλές. Σε όλη την ιστορία, με μια μελαγχολική συνέπεια, οι άγιοι άνθρωποι υπήρξαν αγύρτες και απατεώνες, διαφέροντας μόνο, όπως φαίνεται, σε επιδεξιότητα και επιτήδευση. Αλλά οι σύγχρονοί μας φαίνεται να θεωρούν την αναφορά αυτού του γεγονότος ως κοινωνικά ανάρμοστη, αν όχι χυδαία.

Ίσως κανένα αρχαιολογικό εύρημα στο δυτικό ημισφαίριο δεν είναι πιο διάσημο από τα κολοσσιαία κεφάλια, ύψους τριών μέτρων, επιδέξια γλυπτά σε σκληρό βασάλτη, που ανακαλύφθηκαν στο Λα Βέντα στο Ταμπάσκο του Μεξικού (προκολομβιανός αρχαιολογικός χώρος του πολιτισμού των Ολμέκων). Συνήθως τοποθετούνται σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 800 π.Χ. και 350 π.Χ., αναφέρονται ιδιαιτέρως σε κάθε συζήτηση για την πρώιμη ναυσιπλοΐα από τη Μεσόγειο προς τον Κόλπο του Μεξικού και αποτελούν πρωταρχικό δεδομένο σε κάθε θεωρία σχετικά με τη φυλή τέτοιων επισκεπτών στο Δυτικό Ημισφαίριο και την αιτία του ερχομού τους. Φυσικά, ακόμη και εκτός από τέτοιες αντιπαραθέσεις, τα κεφάλια αυτά διεγείρουν την περιέργεια από μόνα τους. Ωστόσο, οι περισσότερες αναφορές σε αυτά, παραλείπουν το δεδομένο ότι στο κεντρικό κεφάλι παρατηρείται ένας μικρός σωλήνας που τρυπήθηκε υπομονετικά μέσω του βασάλτη από το στόμα σε ένα σημείο πίσω από το αυτί, ως σωλήνας ομιλίας για τη διευκόλυνση ενός ιερέα, ο οποίος έτσι επικοινωνούσε τον Λόγο του Θεού στους Αληθινούς Πιστούς του, όποιοι κι αν ήσαν αυτοί.

Η προώθηση της αγιότητας απαιτούσε συχνά συσκευές πιο έξυπνες από τους σωλήνες ομιλίας και ενέπνευσε μια μεγάλη ποικιλία μηχανικών, ακουστικών και χημικών επινοήσεων. Ακόμη και οι πενιχρές πηγές μας για τη θαυματουργική τεχνολογία στον αρχαίο κόσμο περιγράφουν μερικές από αυτές. Ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς, στο περίφημο δοκίμιό του για τη μηχανική, δείχνει την κατασκευή μιας σειράς θαυματουργών μηχανών, αλλά γνωρίζουμε ότι σε διάφορους ναούς χρησιμοποιήθηκαν ακόμη πιο περίτεχνες για να δείξουν στον άνθρωπο τους τρόπους του θεού. Δυστυχώς, δεν έχουμε περιγραφή της συσκευής που χρησιμοποιήθηκε για να κάνει θεούς και άλλα υπερφυσικά όντα να εμφανίζονται σε ένα φαρδύ παραπέτασμα καπνού ή ατμού, αλλά πρέπει να χρησιμοποιήθηκε ένας οπτικός φακός.

Οι εκδηλώσεις της θεότητας δεν περιορίζονταν στους ναούς. Μια συνηθισμένη διαδικασία ήταν να πηγαίνουν έναν ευσεβή άνθρωπο στη μέση ενός ανοιχτού χωραφιού μιαν ασέληνη νύχτα χωρίς φεγγάρι, όταν κάποια θεότητα, όπως η Εκάτη, ήταν προγραμματισμένο να περάσει από εκεί. Το κορόιδο προειδοποιόταν να κρατήσει το κεφάλι του καλυμμένο και να μην κοιτάξει τη θεότητα, αλλά, φυσικά, διακινδύνευε πάντα να ρίξει μια ματιά όταν ο κρυφός συνεργός του αγίου έβαζε φωτιά σε ένα γεράκι ή ένα ρυμουλκούμενο γεράκι που είχε καλυφθεί με πίσα και στουπί ή ήταν λουσμένο στο πετρέλαιο: Η αγωνιώδης κραυγή του φλεγόμενου πουλιού καθώς πετούσε μακριά μανιωδώς, βοηθούσε πάντα να ενσταλαχθεί ο φόβος του θεού και η κατάλληλη γενναιοδωρία στον προσκυνητή.

Θα ήταν χάσιμο χρόνου να αναφέρουμε πολλαπλάσια παραδείγματα θρησκευτικών τεχνικών στον Κλασικό κόσμο εν μέσω του πρώτου μεγάλου πολιτισμού της φυλής μας, αλλά μπορούμε να αναφέρουμε ένα μέτρο της παρακμής του. Ο Λίβιος γνώριζε από τις πηγές του το μυστικό των θαυματουργών πυρσών που μεταφέρονταν από υστερικές γυναίκες κατά τη διάρκεια της τρέλας των Βακχαναλίων, ενθουσιασμένες από έναν ελληνόφωνο ευαγγελιστή το 186 π.Χ., αλλά τον δεύτερο αιώνα, ο Σουητώνιος, ο Δίων ο Κάσσιος και ο Παυσανίας αναφέρουν παρόμοια χημικά θαύματα. χωρίς να δηλώνουν ότι δεν πίστευαν πως ήσαν υπερφυσικής προέλευσης. Ελπίζει κανείς ότι αυτοί οι συγγραφείς δεν ήσαν τόσον εύπιστοι, αλλά έζησαν σε έναν αιώνα στον οποίο τόσον η λογική όσο και η φυλή μας πλησίαζαν στο τέλος τους στη μπασταρδεμένη Αυτοκρατορία που ακόμα ονομαζόταν Ρωμαϊκή.

Όπου λείπει η ικανότητα να κάνεις θαύματα, η οπτική επίδειξη πρέπει να αντικατασταθεί από εκκλήσεις στη φαντασία. Οι τέχνες της ρητορικής και της δημιουργικής γραφής, με ρητορική όμορφα προσαρμοσμένη στην κατανόηση και στις προκαταλήψεις του κοινού, μπορούν να παράγουν ένα αποτέλεσμα σχεδόν εξίσου ισχυρό και έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα ότι μπορούν να ενσαρκώσουν στο μυαλό του ακροατή ή του αναγνώστη θαύματα που θα μπορούσαν να μην παρουσιαστούν ακόμη και στην πιο περίτεχνα εξοπλισμένη σκηνή. Τίποτα δεν είναι πιο πειστικό από τις αφηγήσεις που υποτίθεται ότι γίνονται από αυτόπτες μάρτυρες θαυμάτων, που υποστηρίζονται κατά προτίμηση από θεολογικές δηλώσεις οι οποίες γίνονται από έναν θεόπνευστο προφήτη ή από τον ίδιο τον θεό.

Ένας μελετητής των θρησκειών πρέπει να διακρίνει προσεκτικά τους μύθους και το είδος των συνθέσεων που μπορούμε να ονομάσουμε ευαγγέλια. Μεταξύ των Αρίων, οι μύθοι δεν θεωρούνται ιστορία, δεν θεωρούνται έτσι από τους ευφυείς ενήλικες, ενώ τα ευαγγέλια θεωρούνται ότι είναι αληθείς και ακριβείς αναφορές γεγονότων που πραγματικά συνέβησαν, καθώς και λέξεων που πραγματικά ειπώθηκαν.

Τα ομηρικά έπη αποκαλούνται μερικές φορές «η Βίβλος» των Ελλήνων. Το επίθετο είναι κατάφωρα παραπλανητικό. Τα δύο έπη ήταν πράγματι τα γραπτά που διάβαζε κάθε εγγράμματος Έλληνας, αλλά δεν φανταζόταν ότι ήταν ιστορία. Ήξερε ότι ήταν ποίηση. Ήξερε ότι είχε γίνει ο Τρωικός πόλεμος και πίστευε –λίγο πολύ– στην ύπαρξη των θεών που αναφέρει ο Όμηρος και ήταν πρόθυμος να πιστέψει ότι οι Έλληνες θεοί είχαν ενεργήσει, άλλοι από την ελληνική πλευρά και άλλοι από την Τρωική πλευρά, γιατί δεν είχε τον παράλογο φανατισμό να υποθέσει ότι ο πόλεμος ήταν μια διαμάχη ανάμεσα στο σωστό και το λάθος ή ότι υπήρχαν κακοί θεοί. Όμως ήξερε ότι ο Όμηρος δεν ήταν παρών στην Τροία και δεν είχε γνωρίσει ποτέ κανέναν που να ήταν. Ο ποιητής είχε δουλέψει από αβέβαιες και συχνά αντικρουόμενες παραδόσεις, από τις οποίες είχε επιλέξει αυτές που ταίριαζαν στο σκοπό του, και αυτές τις είχε τακτοποιήσει και επεξεργαστεί με λεπτομέρειες που ήταν τόσο δική του εφεύρεση όσο ήταν και τα ίδια τα εξάμετρα. Τα έπη ήταν όμορφες και αξέχαστες περιγραφές του τι μπορεί να είχε συμβεί, αλλά κανείς δεν ήταν υποχρεωμένος να πιστέψει ότι ήταν αληθινά. Ένας ευφυής Έλληνας πίστευε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια όπως εμείς πιστεύουμε τον Άμλετ ή τον Βασιλιά Ληρ ή την Τρικυμία του Σαίξπηρ. Ήταν λογοτεχνία.

Οι Έλληνες κατάλαβαν έξυπνα ότι όλες οι ιστορίες για τους θεούς τους ήσαν μύθοι. Κανείς δεν ήξερε - κανείς δεν μπορούσε να μάθει τι είχε συμβεί στην πραγματικότητα. Οι θεοί πιθανώς υπήρχαν, και ορισμένες παραδοσιακές τελετουργίες και τελετές πιστεύεται ότι τους εξευμενίζουν ή τους ευχαριστούν, και οι προθέσεις τους μπορεί να μαθεύονται από ορισμένους χρησμούς. Επιπλέον, άτομα με εξαιρετικές ικανότητες και επιτεύγματα απολάμβαναν αναμφίβολα τη θεϊκή εύνοια και θα μπορούσαν να εντοπίζουν τη γενεαλογία τους στους ήρωες, δηλαδή στα παιδιά των θεών από θνητούς. Αλλά κανείς δεν μπορούσε να ξέρει αν ο Δίας είχε απαγάγει την Ευρώπη ή ο Περσέας είχε σκοτώσει τη Γοργόνα και έσωσε την Ανδρομέδα ή ο Ηρακλής είχε σώσει την Άλκηστη από τον Θανάτο. Και αφού κανείς δεν μπορούσε να μάθει τι είχε συμβεί (αν μη τι άλλο!), κάθε ποιητής, κάθε αφηγητής ήταν ελεύθερος να αναδιαμορφώσει την ιστορία σύμφωνα με τα δικά του καλλιτεχνικά ένστικτα και το σκοπό του στη συγγραφή.

Η ίδια λογική στάση εμφανίζεται και στους σκανδιναβικούς μύθους. Οι θεοί πιθανώς υπάρχουν και κάποιος θα πρέπει να εκτελεί τις παραδοσιακές τελετές προς τιμήν τους, εκτός εάν κάποιος είναι διατεθειμένος να αναλάβει τις πιθανές συνέπειες αν δεν το κάνει. Η «Βελουσπά» (Völuspá) - «Η προφητεία της μάντισσας»- μπορεί κάλλιστα να έχει δίκιο και να αντικατοπτρίζει την κοσμοθεώρηση και τον ουσιαστικό μας πεσιμισμό (την απαισιοδοξία), αλλά, τελικά, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι η σίβυλλα είχε δίκιο ή ότι έχει αναφερθεί σωστά. Όσο για την «Ριγκσθούλα» (Rígsþula) – «Η κυρά του (θεού) Ριγκ», θα έπρεπε κανείς να είναι ελαφρόμυαλος για να υποθέσει ότι η ιστορία του Ρίγκ (ή Χάϊμνταλ – Heimdall, φρουρού της Μπίφροστ γέφυρας του Ουράνιου Τόξου που οδηγεί στην κατοικία των θεών Άσγκαρντ) προοριζόταν να γίνει πιστευτή:* είναι, εκ πρώτης όψεως, μια φαντασίωση πάνω στο θέμα, (πιθανώς ιστορικό) ότι οι πρωτόγονοι κάτοικοι της Σκανδιναβίας ήσαν Λάπωνες, οι οποίοι υποτάχθηκαν από μια μετανάστευση καστανόμαλλων Αρίων, οι οποίοι με τη σειρά τους αναγκάστηκαν να δεχτούν την ήπια επικυριαρχία μιας σπείρας ξανθών Νορδικών. Όταν οι σκάλδοι (βάρδοι πολεμιστές) απήγγειλαν τους στίχους τους ενώπιον ενός Σκανδιναβού αρχηγού και μιας ακολουθίας πολεμιστών, οι ακροατές, που πρέπει να είχαν υψηλή εγγενή νοημοσύνη, ήξεραν ότι ο σκάλδος εφευρίσκει ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του για τους θεούς και τους ήρωες και, ακόμη περισσότερο, πολλά από τα επεισόδια ήσαν σχεδιασμένα ευθυμογραφικά και είχαν σκοπό να προκαλέσουν γέλιο.**

Τουλάχιστον, για τον Άριο νου, οι μύθοι διαφέρουν ολόκληρον ουρανό από τα ευαγγέλια : Οι πρώτοι είναι ασκήσεις της φαντασίας. Το τελευταία παριστάνουν πως είναι ιστορία.

* Ποιος θα μπορούσε να πιστέψει σοβαρά ότι ένας θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα επισκεπτόμενος υπάρχοντα νοικοκυριά και κατά κάποιο επηρεάζοντας τρόπο τους απογόνους του οικοδεσπότη και της οικοδέσποινας του; Οι ακροατές των μύθων, οι περισσότεροι από αυτούς αναλφάβητοι, πρέπει να είχαν και τις δύο αναμνήσεις που υποστήριζαν μια τεράστια προφορική λογοτεχνία και μιαν εξαιρετική διανοητική ευελιξία για να κατανοήσουν τα κενά του βάρδου, δηλαδή τον προσδιορισμό κοινών πραγμάτων με ελλειπτικούς υπαινιγμούς, πολλοί από τους οποίους επινοήθηκαν από τον σκάλδο ως μέρος της ποιητικής του τεχνικής. Ένας σύγχρονος αναγνώστης, ακόμα κι αν έχει διαβάσει αρκετό όγκο της σκανδιναβικής λογοτεχνίας, είναι πιθανό να μην συνεπαρθεί από εκφράσεις όπως «ο κραδαίνων το Γκουνγκνίρ (το αλάμθαστο ιριδικό δόρυ» (=Όντιν), «ο φόρτος της αγχόνης» (=Όντιν), «το αίμα του Κβάσιρ» (=η τέχνη της ποίησης), «το αίμα του Υμίρ» (=ο ωκεανός), «ο λόγος των γιγάντων» (=χρυσός), «το κόστος της βίδρας» (=χρυσός), και εκατοντάδες παρόμοιες εκφράσεις, Χωρίς την περιγραφή της τέχνης από τον Στούρλουσον και τα σύγχρονα σχόλια που βασίζονται στα δικά του, θα έπρεπε να είμαστε απελπιστικά χαμένοι σε βαθειά πνευματική θάλασσα, αλλά το κοινό του σκάλδου ενθουσιάστηκε από το πνεύμα του.

** Περιστασιακά λέγεται ειλικρινά ότι οι συγκεκριμένες ιστορίες ήσαν «καλή ψυχαγωγία» (góð skemmtan) ή απαγγέλλονταν «για διασκέδαση» (til gamans). Το ερώτημα είναι πόσα από τα επεισόδια στις περιπέτειες των θεών που μας φαίνονται τόσο γκροτέσκα λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη από το κοινό και πόσα ήταν αυτό που λέμε «κωμική ανακούφιση»;



Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ