ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

Πράγματι. ο μεγαλύτερος, μελλοντικός κίνδυνος για την Τουρκία -και η μεγαλύτερη, αν όχι η μοναδική ελπίδα για την Ελλάδα-έγκειται στο ενδεχόμενο της ανάδυσης Δυνάμεων ικανών να συναγωνισθούν την αμερικανοτουρκική επιρροή τόσο στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία όσο και στα Βαλκάνια. Μονάχα μια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσσία θα μπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγμό των τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια (όπου θα αναζωπυρώνονταν οι παλαιοί ρωσσικοί δεσμοί με τη Σερβία και τη Βουλγαρία)

Ο Παναγιώτης Κονδύλης για τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο – ΑΠΑΝΘΙΣΜΑΤΑ (1)

«Η ιστορική και πολιτική ανάλυση μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να διαπιστώνει ρεύματα και κινητήριες δυνάμεις・δεν είναι σε θέση να προβλέπει γεγονότα. Κανείς δεν γνωρίζει σήμερα με πλήρη βεβαιότητα αν μετά από κάμποσα χρόνια ή προσπάθεια πλείστων όσων Τούρκων διπλωματών, στρατιωτικών και επιχειρηματιών να συνδέσουν τη γεωπολιτική εκδίπλωση της χώρας τους με τους στόχους της πλανητικής στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών θα ευδοκιμήσει ή θα έχει την τύχη του καθεστώτος του σάχη στην Περσία. Κανείς δεν γνωρίζει αν οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν τη βούληση και την ισχύ να εμμείνουν στους τωρινούς στρατηγικούς τους στόχους σε πλανητικό επίπεδο.
Και κανείς δεν γνωρίζει μήπως συμβεί ο,τι σήμερα φαίνεται δύσκολο ή αδιανόητο: μήπως δηλαδή ακόμα και μια «ισλαμική» Τουρκία επιλέξει τη σύμπλευση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως την πιο συμφέρουσα λύση, αφού ή ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι η εξωτερική πολιτική έχει τη δική της λογική, που επιβιώνει των καθεστώτων και των πολιτευμάτων.

Όποια τροπή και να πάρουν τα πράγματα, σε καμία περίπτωση ή Τουρκία δεν συμπορεύεται στη παρούσα φάση, ούτε θα συμπορευθεί στο μέλλον με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως άβουλος εντολοδόχος τους. Ακόμα και αν αναλαμβάνει ρόλο περιφερειακού τοποτηρητή, το κάνει για να προωθήσει δικές της θέσεις και δικά της συμφέροντα, για να έχει πρόσβαση στην υπερσύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία και για να βρίσκεται κοντά σε κέντρα λήψεως κρίσιμων αποφάσεων.

Άλλωστε δεν θα είναι αυτή η πρώτη φορά στην ιστορία όπου μία μικρή ή μεσαία Δύναμη εργάζεται για τα δικά της σχέδια από τη θέση του τοποτηρητή μιας Μεγάλης Δύναμης - κάτω από τα φτερά της, όχι όμως δίχως δικά της φτερά. Όταν ο μόνος Έλληνας πολιτικός ολκής, ό Ελευθέριος Βενιζέλος, ζητούσε να συνταχθεί ή Ελλάδα με κάθε θυσία, ακόμα και με αντίτιμο τον εμφύλιο πόλεμο, στο πλευρό των Δυτικών Δυνάμεων, το έκανε γιατί διέβλεπε ότι ή χώρα μόνον ως τοποτηρητής τους μετά τη νίκη τους θα ήταν σε θέση να πραγματώσει τα μείζονα εθνικά της όνειρα. Και δεν δίστασε να μετατρέψει τον ελληνικό στρατό ακόμα και σε μισθοφόρους των Αγγλογάλλων (π.χ. στην Ουκρανία) προκειμένου να πάρει ως αντάλλαγμα την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.

Τέτοιες αποφάσεις δεν τις υπαγόρευε ή εθελοδουλία, αλλά η πολιτική ιδιοφυΐα και το πολιτικό μεγαλείο, το ένστικτο του μεγάλου παίκτη στο μεγάλο παιγνίδι της πολιτικής. Βεβαίως, οι ιδιότητες αυτές δεν έχουν εθνικότητα και φυλή, και η τουρκική εθνική ηγεσία θα τις χρειασθεί κι αυτή σε υψηλό βαθμό, αν μπει στον δρόμο της γεωπολιτικής εκδίπλωσης ως ιδιόβουλος τοποτηρητής του παγκόσμιου ηγεμόνα -διατρέχοντας πάντοτε τον κίνδυνο να πάθει ό,τι έπαθε και η Ελλάδα μετά το 1920.

Πράγματι. ο μεγαλύτερος, μελλοντικός κίνδυνος για την Τουρκία -και η μεγαλύτερη, αν όχι η μοναδική ελπίδα για την Ελλάδα-έγκειται στο ενδεχόμενο της ανάδυσης Δυνάμεων ικανών να συναγωνισθούν την αμερικανοτουρκική επιρροή τόσο στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία όσο και στα Βαλκάνια. Μονάχα μια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσσία θα μπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγμό των τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια (όπου θα αναζωπυρώνονταν οι παλαιοί ρωσσικοί δεσμοί με τη Σερβία και τη Βουλγαρία) και στην Ανατολή (όπου επίσης θα ενεργοποιούνταν ο παλαιός αντιτουρκικός άξονας Ρωσσίας και Ιράν). Είναι άγνωστο αν αυτό το ενδεχόμενο θα επισυμβεί ή αν η Ρωσσία θα τελματωθεί μακρόχρονα. Πάντως μια «φιλελευθεροποίησή» της με την έννοια της προσαρμογής της στα αμερικανικά πρότυπα και στις αμερικανικές επιθυμίες πιθανότατα θα σήμαινε την αποθράσυνση τής Τουρκίας και τη χαριστική βολή για την ουσιαστική, αν όχι και για την τυπική ανεξαρτησία της Ελλάδας. Όσοι σκέφτονται φιλελεύθερα και οικονομιστικά ασφαλώς θα δυσκολευθούν πολύ να το καταλάβουν αυτό, όμως είναι αλήθεια. Μια Ρωσσία πού θα έμπαινε βαθμηδόν στο πετσί τής παλιάς Σοβιετικής Ένωσης -αυτό είναι το πραγματικό φόβητρο της Τουρκίας, και όχι αντίπαλοι όπως οι δύσμοιροι Κούρδοι, που σε καμιά στιγμή δεν απείλησαν ούτε κατ’ ελάχιστο τoν τουρκικό στρατό, μάλλον του χρησιμεύουν για να κάνει τις πολεμικές του ασκήσεις και να παραμένει εμπειροπόλεμος.

Περνάμε τώρα στην τρίτη και στενότερη έννοια του γεωπολιτικού δυναμικού, η οποία είναι αμεσότερα συνδεδεμένη με γεωγραφικά δεδομένα και θα πρέπει να αναλύεται συγκριτικά, γιατί η γεωγραφία δίνει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα μονάχα σε σχέση με κάποιον άλλον, και ό,τι είναι από τη μια άποψη πλεονέκτημα μπορεί από άλλη να συνιστά μειονέκτημα ή αντίστροφα- ο ηπειρωτικός όγκος της Ρωσσίας στάθηκε μοιραίος για τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ, της στέρησε όμως τις άμεσες προσβάσεις προς τις θερμές θάλασσες.

Η συγκριτική ανάλυση του γεωπολιτικού δυναμικού τής Ελλάδας και τής Τουρκίας μ’ αυτήν τη στενότερη έννοια συνδέεται ιδιαίτερα με το πρόβλημα της πιθανής στρατηγικής φυσιογνωμίας ενός ελληνοτουρκικού πολέμου στο προσεχές ή απώτερο μέλλον.

Ας πιάσουμε το νήμα του προβλήματος φέρνοντας στον νου μας το μοιραίο δίλημμα, στο όποιο ενεπλάκη η ελληνική πλευρά κατά τη μικρασιατική εκστρατεία : για να κρατηθεί η Σμύρνη έπρεπε να καταληφθεί η Άγκυρα - και πάλι χωρίς μεγαλύτερη βεβαιότητα τελικής νίκης απ’ όσην είχε ο Ναπολέων καταλαμβάνοντας την Μόσχα. Αυτό σημαίνει: το βάθος του χώρου κατάπιε τον ελληνικό στρατό, έστω κι αν δεν πολεμούσε σε τόπο ολότελα ξένο.
Από τότε άλλαξαν φυσικά πολλά πράγματα, και θα δούμε ως προς τι・ όμως δεν άλλαξαν τόσο απόλυτα, ώστε η κατανομή και το βάθος του χώρου να μη βαραίνουν καθόλου στην πλάστιγγα, προ παντός όταν ή έκβαση του πολέμου πρόκειται να κρίνει την τύχη (και) εδαφικών διεκδικήσεων.

Το στοιχειώδες και συνάμα καθοριστικό γεωγραφικό δεδομένο είναι διττό. Αφ’ ενός η έκταση τής τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική, αφ’ ετέρου συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου (δηλαδή με εξαίρεση το μικρό ευρωπαϊκό τμήμα τής Τουρκίας) χώρο συμπαγή και ολότμητο, ενώ ό ελληνικός χώρος (και μάλιστα η κρίσιμη ως θέατρο πολέμου περιοχή ολόκληρου του Αιγαίου καθώς και η βόρεια Ελλάδα από τον Έβρο μέχρι τη Θεσσαλονίκη) αποτελείται από κατεσπαρμενα και μεμονωμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό πλεονέκτημα που δίνει η τέτοια κατανομή του χώρου στην τουρκική πλευρά είναι -προφανές.

Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τμήματα, ακόμα και πολύ μικρά- ο εχθρός δεν είναι υποχρεωμένος να εμπλακεί στην πολεμική περιπέτεια κατάληψης ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας προκειμένου ν’ αποσπάσει ένα τμήμα της, όποιο θέλει ή εν πάση περιπτώσει όποιο μπορεί- αφού καταλάβει ένα τμήμα, έχει τη δυνατότητα, εφ’ όσον υπερέχει στρατιωτικά, να εδραιώσει την καινούργια κατάσταση, δημιουργώντας σε σχετικά σύντομο διάστημα τετελεσμένα γεγονότα.

Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να περιπλακεί, mutatis mutandis, στο τραγικό δίλημμα του 1922.Εάν π.χ. για λόγους αντιπερισπασμού συγκροτούσε προγεφυρώματα στον παράκτιο μικρασιατικό χώρο, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θα μπορούσαν ακόμα και να τ’ αγνοήσουν εντελώς, στρεφόμενες εναντίον τους μόνον αφού θα είχε πια κριθεί η έκβαση στα κύρια θέατρα του πολέμου- γιατί τέτοια προγεφυρώματα έτσι κι αλλιώς θ’ αποκόπτονταν ή δεν θα κατάφερναν να εδραιωθούν μακροπρόθεσμα, αποτελώντας εφαλτήρια για περαιτέρω διείσδυση. Η κατάληψη τουρκικών εδαφών από ελληνικής πλευράς προσκρούει στο βάθος του χώρου, όχι όμως και η κατάληψη ελληνικών εδαφών από τουρκικής πλευράς.»

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ