ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

Η Κομιντέρν όριζε
ως στόχο την απόλυτη και ακώλυτη κομμουνιστική ηγεμονία


Ο ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ


Μέρος 1
Η ματωμένη σκιά της δολοφονικής NKVD επάνω στην Ισπανία

 Τον Μάϊο του 1934, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας-ΚΚΙ κάλεσε τις «δημοκρατικές» πολιτικές δυνάμεις» σε «αντιφασιστική ενότητα» και τον Οκτώβριο ανακοινώθηκε η συνεργασία του ΚΚΙ με το «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ισπανίας» / ΣΕΚΙ- «Partido Socialista Obrero Españo» / PSOE. σΤο ίδιο διάστημα, η είσοδος στην κυβέρνηση της «Ισπανικής Συνομοσπονδίας Αυτόνομων Δεξιών» - CEDA-«Confederación Española de Derechas Autónomas» οδήγησε την «Γενική Εργατική Ένωση» - UGT- «Unión General de Trabajadores» στην κήρυξη γενικής απεργίας, η οποία σημείωσε επιτυχία μόνο στις Αστούριες. Μάλιστα εκεί μετεξελίχθηκε σε ένοπλη εξέγερση των ανθρακωρύχων, με συμμετοχή των «Εργατικών και Αγροτικών Αντιφασιστικών Εθνοφρουρών» – MAOC – «Milicias Antifascistas Obreras y Campesinas», και της «Ενωσης των Αδελφών Προλετάριων» - UHP – «Unión de Hermanos Proletarios», που καθοδηγούνταν από το ΚΚΙ και τη Σοσιαλιστική Νεολαία αντίστοιχα. Την καταστολή της εξέγερσης ανέλαβαν τα στρατεύματα του Μαρόκου (τότε ισπανικής αποικίας), με επικεφαλής τον Στρατηγό Φρανθίσκο Φράνκο Μπααμόντε, που στάλθηκε στις Αστούριες από το Υπουργείο Πολέμου για να καθοδηγήσει τις επιχειρήσεις καταστολής της εξέγερσης, συμβουλεύοντας τον Υπουργό, Διέγο Ιδάλγο, αν και αρχηγός του Επιτελείου ήταν ο Στρατηγός Μασκελέτ.

Στις 15 Ιανουαρίου του 1936 συγκροτήθηκε το «Λαϊκό Μέτωπο» - FP - Frente Popular, με τη συμμετοχή του ΚΚΙ, του ΣΕΚΙ, της «Δημοκρατικής Αριστεράς» - ID - Izquierda Democrática, της «Καταλανικής Δημοκρατικής Ενωσης» - UDC - Unión Democrática de Cataluña, του, «Εργατικού Κόμματος της Μαρξιστικής Ένωσης» - POUM – «Partido Obrero de Unificación Marxista» και με τη στήριξη αυτονομιστικών κομμάτων από Καταλονία και Γαλικία, καθώς και της «Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας» – CNT - «Confederación Nacional del Trabajo» και της UGT. Στις εκλογές (16 Φεβρουαρίου και 4 Μαρτίου) το Λαϊκό Μέτωπο κέρδισε οριακά την πλειοψηφία έναντι του Εθνικού Μετώπου (47,03% έναντι 46,48%). Οι υπόλοιπες ψήφοι μοιράσθηκαν ανάμεσα σε κεντρώα κόμματα, ενώ η Εθνικιστική «Φάλαγγα», παρά το ότι στηριζόταν πλέον οικονομικά από τον ιταλικό φασισμό, έλαβε μόλις 44.000 ψήφους και 0,7% του συνόλου των ψήφων. Τα αποτελέσματα φανέρωσαν τις οξύτατες αντιθέσεις στους κόλπους της ισπανικής αστικής τάξεως, αλλά σχηματοποίσησαν επαρκώς και τις δυναμικές ιδεολογικοπολιτικές διαφορές εντός των δύο στρατοπέδων.

Περιέργως, στο εσωτερικό του κυβερνώντος Λαϊκού Μετώπου συνυπήρχαν οι ηγέτες του εργατικού – λαϊκού κινήματος με τους διώκτες του. Για παράδειγμα, ο ηγέτης του «Δημοκρατικού Ριζοσπαστικού Κόμματος» - PRR – «Partido Republicano Radical» Αλεχάντρο Λερού Γκαρθία, είχε διατελέσει πρωθυπουργός την περίοδο 1933 – 1935 και είχε πρωτοστατήσει στην συντριβή της εργατικής εξέγερσης που καθοδηγούσε η CNT. Στις διώξεις της CNT είχε αντιτεθεί ο Λιουίς Κονπάνς υ Χοβέρ (Lluís Companys i Jover), o πρόεδρος της αυτόνομης καταλανικής κυβέρνησης, που συμμετείχε στο Λαϊκό Μέτωπο, διαφωνώντας με τη φιλοφασιστική εξωτερική πολιτική του Εθνικού Μετώπου. (Ο Κονπάνς φυλακίστηκε στη συνέχεια, επειδή στήριξε εμμέσως την εξέγερση των Αστουριών, αλλά απελευθερώθηκε με τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Μετά την επικράτηση του Φράνκο αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία, όπου συνελήφθη από την Γκεστάπο το 1940, απελάθηκε στην Ισπανία, καταδικάστηκε και εκτελέστηκε). Το ίδιο συνέβαινε με τους Βάσκους εθνικιστές, που επίσης είχαν συμβάλει στην καταστολή της αστουριανής εξέγερσης.

Η συγκρότηση της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου συνοδεύτηκε από ραγδαία όξυνση των πολιτικοκοινωνικών αντιπαραθέσεων. Οι αντίπαλοί του αναφέρονταν στον εμφανή «κίνδυνο του μπολσεβικισμού», προκειμένου να συσπειρώσουν τα μεσαία στρώματα αλλά και τις εν πολλοίς μορφωτικά καθυστερημένες εργατικές – λαϊκές μάζες. Χαρακτηριστικά, ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, επικεφαλής της μοναρχικής «Ισπανικής Αναγέννησης» Χοσέ Κάλβο Σοτέλο (η κτηνώδης και αδίστακτη δολοφονία του από την δημοκρατική «Φρουρά Εφόδου» της αστυνομίας αποτέλεσε την προσχηματική αφορμή της Εξέγερσης) διακήρυττε εύστοχα ότι
η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου ήταν ο «πνευματικός κληρονόμος της Οκτωβριανής Επανάστασης». Εύλογα, ο κομμουνιστικός κίνδυνος προβλήθηκε για να δικαιολογήσει και την Εξέγερση (17 – 18 Ιουλίου 1936). Στην Ισπανία και στην Ευρώπη κυκλοφόρησαν εκατοντάδες αποκαλυπτικά κείμενα, που προέρχονταν από το ΚΚΙ και την Κομμουνιστική Διεθνή και αφορούσαν έναν ευρύ σχεδιασμό για ανατροπή της δημοκρατικής κυβέρνησης και την εγκαθίδρυση Σοβιέτ, σε συνεργασία με το ΚΚ Γαλλίας και με μία «μυημένη» μερίδα των σοσιαλδημοκρατών.

Η πολιτική κατεύθυνση των κομμουνιστών
Η ασταθής πολιτική κατάσταση στην Ισπανία απασχολούσε ελάχιστα την Κομιντέρν και δεν τράβηξε την προσοχή της παρά μόνον μετά την πτώση της μοναρχίας το 1931, κυρίως δε μετά την αιματηρή εργατική εξέγερση στις Αστούριες το 1934. Το σοβιετικό κράτος δεν έδινε περισσότερη σημασία στο ζήτημα επειδή η αμοιβαία αναγνώριση των δύο χωρών έγινε τον Αύγουστο του 1936, ύστερα από την κήρυξη του εμφυλίου πολέμου, τότε που η ΕΣΣΔ είχε μόλις υπογράψει το σύμφωνο «μη επέμβασης», το οποίο είχε υιοθετηθεί από την Αγγλία και τη Γαλλία ήδη από τον Ιούλιο, με την ελπίδα να εμποδιστεί η διεθνοποίηση του ισπανικού εμφυλίου. Στις 27 Αυγούστου, ο πρώτος Σοβιετικός πρέσβης Μαρσέλ Ισραήλεβιτς Ρόζενμπεργκ (1896 —1938) αναλάμβανε τα καθήκοντά του. (Ο Ρόζενμπεργκ γεννήθηκε στην οικογένεια ενός Εβραίου εμπόρου, που μετανάστευσε το 1906 από την Πολωνία στο Καίνιξμπεργκ της Πρωσίας και αργότερα στο Βερολίνο. Ο Ρόζενμπεργκ υπηρέτησε ως πρεσβευτής της ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Ανακλήθηκε στη Σοβιετική Ένωση το 1937 και σύντομα εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εκκαθάρισης.)


Για να ενισχύσουν την επιρροή τους, οι κομμουνιστές είχαν προτείνει τη συγχώνευση του κόμματός τους με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ωστόσο, αυτή η τακτική μόνο στο επίπεδο των οργανώσεων της νεολαίας γνώρισε μια πρώτη επιτυχία, με τη συγκρότηση της «Ενιαίας Σοσιαλιστικής Νεολαίας» την 1η Απριλίου 1936, και στη συνέχεια μια δεύτερη με τη δημιουργία του «Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Καταλονίας» στις 26 του ακόλουθου Ιουνίου.


Στην κυβέρνηση του Φρανθίσκο Λάργκο Καμπαγιέρο η οποία ανέλαβε τη διακυβέρνηση τον Σεπτέμβριο του 1936, το IKK δεν διέθετε παρά μόνο δύο Υπουργούς: Τον Χεσούς Ερνάντες στη Δημόσια Εκπαίδευση και τον Βινσέντε Ουρίμπε στη Γεωργία. Αλλά, πολύ γρήγορα, οι Σοβιετικοί απέκτησαν μεγάλη επιρροή επάνω της. Χάρις στις συμπάθειες που κατάκτησε μεταξύ των μελών της κυβέρνησης (Αλβάρες ντελ Βάγιο, Χουάν Νεγκρίν), ο πρέσβης Ρόζενμπεργκ επιβλήθηκε ως ένα είδος ανεπίσημου αναπληρωτή πρωθυπουργού και συμμετείχε στα Υπουργικά συμβούλια (!) Διέθετε εξαρχής ένα κρίσιμο «ατού» επειδή η ΕΣΣΔ ήταν διατεθειμένη και ικανή να προμηθεύσει όπλα στους δημοκρατικούς.


[Ο Χεσούς Ερνάντεζ Τομάς (1907–1971) ήταν Ισπανός κομμουνιστής ηγέτης. Κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936–1939) διετέλεσε Υπουργός Παιδείας και Καλών Τεχνών, ενώ στη συνέχεια Υπουργός Παιδείας και Υγείας της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Μετά τον πόλεμο εξορίστηκε στο Οράν, στη Μόσχα και μετά στο Μεξικό. Διαγράφηκε από το κόμμα το 1944 για «απιστία στην ηγεσία» και απομακρύνθηκε από την επίσημη ιστορία του κόμματος, αφού το 1953 έγραψε ένα βιβλίο όπου επικρίνει τον σταλινικό ρόλο στον Εμφύλιο Πόλεμο.


Ο Βιθέντε Ουρίμπε Γκαλντεάνο (1902 – 1961) ήταν Ισπανός μεταλλουργός και πολιτικός που έγινε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ισπανίας. Υπηρέτησε ως υπουργός Γεωργίας κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936–1939) για τη «δημοκρατική» παράταξη. Εξορίστηκε στο Μεξικό κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945), ενώ στη συνέχεια έζησε στη Γαλλία και στην Τσεχοσλοβακία μετά τον πόλεμο. Εξευτελίστηκε πολλαπλά το 1956 κατά τη διάρκεια της μετασταλινικής πάλης για την εξουσία, ως πειθήνιος σταλινικός χειροκροτητής.

Ο Χούλιο Αλβάρεζ ντελ Βάγιο (1890 - 1975) ήταν σοσιαλιστής πολιτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Έγραψε για τις εφημερίδες La Nación της Αργεντινής, El Liberal και El Sol της Ισπανίας και The Guardian της Βρετανίας. Επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα ευρωπαϊκά μέτωπα κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Σοβιετική Ένωση ως δημοσιογράφος. Το 1930 συνωμότησε για ένοπλη εξέγερση κατά της Μοναρχίας. Όταν ανακηρύχθηκε η Δεύτερη Δημοκρατία διορίστηκε πρεσβευτής στο Μεξικό και στη Σοβιετική Ένωση, ενώ αργότερα εξελέγη μέλος του κοινοβουλίου. Ακολούθησε την επαναστατική πτέρυγα του PSOE με επικεφαλής τον Λάργκο Καμπαγιέρο. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου κατείχε πολλά πολιτικά αξιώματα από την πλευρά των Δημοκρατικών: Διετέλεσε δύο φορές Υπουργός Εξωτερικών, εκπρόσωπος στην Κοινωνία των Εθνών και κομισάριος και Στρατηγός του Στρατού. Ήταν μέλος της ειρηνευτικής επιτροπής που παρακολούθησε τη διαμάχη μεταξύ Βολιβίας και Παραγουάης το 1933. Μετά την κατάκτηση της Καταλονίας από τους Φρανκιστές και ενώ η πλειοψηφία των Δημοκρατικών ηγετών αποφάσισε να παραμείνει στη Γαλλία, επέστρεψε στη δημοκρατική ζώνη και ηγήθηκε των τελευταίων επιθέσεων κατά των φρανκιστικών στρατευμάτων. Διέφυγε με αεροπλάνο από τη βάση στο Μονόβερ του Αλικάντε λίγο πριν την ανακωχή. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1940 και του 1950 έζησε εξόριστος στο Μεξικό, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ελβετία. Ριζοσπαστικοποίησε τις πολιτικές του θέσεις και διαγράφηκε από το PSOE. Στη συνέχεια ίδρυσε την «Σοσιαλιστική Ισπανική Ένωση» (Unión Socialista Española), η οποία ήταν πολύ κοντά στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας. Το 1963, μετά την εγκατάλειψη της ένοπλης πάλης από το Κομμουνιστικό Κόμμα και την εξασθένιση της δραστηριότητας των Ισπανών «Μακί», ο ντελ Βάγιο ένιωσε την ανάγκη για ένα δημοκρατικό κίνημα που θα διεξήγαγε τον ένοπλο αγώνα στην Ισπανία και ίδρυσε το «Ισπανικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» - FELN – «Frente Español de Liberación Nacional». Ωστόσο, το FELN ως ομάδα παρέμεινε μικρό και η δραστηριότητά του ήταν πολύ περιορισμένη λόγω της αποτελεσματικότητας και της σκληρότητας του ισπανικού αστυνομικού δικτύου. Τελικά το 1971 το FELN ενσωματώθηκε στο «Επαναστατικό Αντιφασιστικό Πατριωτικό Μέτωπο» - FRAP – «Frente Revolucionario Antifascista y Patriota». Ο ντελ Βάγιο ήταν ο εν ενεργεία πρόεδρος του FRAP τη στιγμή του θανάτου του, ο οποίος συνέβη το 1975 μετά από καρδιακή ανεπάρκεια.

Ο Χουάν Νεγρίν Λόπεζ (1892 – 1956) ήταν πολιτικός και γιατρός. Ήταν ηγέτης του PSOE και υπηρέτησε ως υπουργός Οικονομικών και Πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Ήταν ο τελευταίος πιστός στο καθεστώς πρωθυπουργός της Ισπανίας (1937-1939), ηγούμενος των δημοκρατικών δυνάμεων που ηττήθηκαν από τους Εθνικιστές υπό τον Στρατηγό Φράνκο. Διετέλεσε Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας και της εξόριστης ισπανικής δημοκρατικής κυβέρνησης μεταξύ 1937 και 1945. Πέθανε εξόριστος στο Παρίσι της Γαλλίας. Κανένας από τους ηγέτες της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας δεν έχει περιφρονηθεί τόσο όσο ο Νεγρίν, όχι μόνο από τους φρανκιστές ιστορικούς, αλλά και από σημαντικά τμήματα της εξόριστης Ισπανικής Αριστεράς, (συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας του δικού του Σοσιαλιστικού Κόμματος), όπως και από τον φίλο του που έγινε εχθρός και κριτής του, Ινταλέθιο Πριέτο Τουέρο, Υπουργό Άμυνας.
Ο Νεγρίν έχει παρουσιαστεί ως ο κύριος υπεύθυνος για την ήττα του εμφυλίου πολέμου και κατηγορήθηκε για ένα δικτατορικό στυλ ηγεσίας, με το οποίο ξεπουλούσε την Ισπανία στους κομμουνιστές ληστεύοντας παράλληλα το ισπανικό θησαυροφυλάκιο. Σύμφωνα με τον παγκοσμίως γνωστό αντιφασίστα ιστορικό Στάνλεϊ Πέιν, «μετά το τέλος του εμφυλίου δεν υπήρχε πιο μισητό πρόσωπο από τον Νεγρίν». Το PSOE τον διέγραψε το 1946, αλλά μετά θάνατον αποκαταστάθηκε το 2008.]

Η δραστική επέμβαση του σοβιετικού κόμματος-κράτους εκτός του συνήθους πεδίου του αποκτά μιαν ιδιαίτερη σημασία, καθώς επισυμβαίνει σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι του χρόνου, σχεδόν είκοσι χρόνια ύστερα από την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, σε ένα ευρύτατο διεθνές πλαίσιο το οποίο θα επιτρέψει στην Σοβιετική Ένωση να επεκτείνει σε δύο διαδοχικές φάσεις (1939-1941 και 1944-1945) την εξουσία της στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Στην Ισπανία, ο συνδυασμός ενός μεγάλου κοινωνικού κινήματος, (που θυμίζει τα κοινωνικά κινήματα τα οποία προέκυψαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο) και του ρωσικού εμφυλίου, προσέφερε στους Σοβιετικούς μπολσεβίκους ένα ανέλπιστο πεδίο καρποφόρας επέμβασης. Η Ισπανία των ετών 1936-1939 παρουσιάστηκε ως πειραματικό εργαστήριο για τους Σοβιετικούς, οι οποίοι, ισχυροί από τη συσσωρευμένη εμπειρία τους, ξεδίπλωσαν εκεί όλο τον πολύλευρο πολιτικό εξοπλισμό που διαθέτουν και δοκίμασαν τεχνικές που θα επαναληφθούν στην αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ στη συνέχεια θα γενικευτούν περί το τέλος του. Οι αντικειμενικοί τους σκοποί ήσαν πολλοί και διάφοροι, αλλά ο πλέον επείγων ήταν να φροντίσουν ώστε το IKK (κυριολεκτικά υπό τον απόλυτο έλεγχο των υπηρεσιών της Κομιντέρν και της NKVD) να αποκτήσει τον πλήρη και ανενόχλητο έλεγχο της κρατικής εξουσίας, οπότε έτσι η Ισπανική Δημοκρατία να προσδεθεί στενότερα στο άρμα της Μόσχας. Ένας τέτοιος στόχος προϋποθέτει προφανώς την εφαρμογή των πλέον αδίστακτων σοβιετικών μεθόδων, δηλαδή πάνω απ’ όλα την πανταχού παρουσία του αστυνομικού συστήματος και την συστηματική εξόντωση όλων των μη κομμουνιστικών δυνάμεων.


Κατά τη διάρκεια του 1936, ο «Έρκολι» -δηλαδή ο Ιταλός κομμουνιστής Παλμίρο Τολιάττι-, ένα από τα μέλη της ηγεσίας της Κομιντέρν, προσδιορίζει περιγραφικά τα χαρακτηριστικά του ισπανικού εμφυλίου, τον οποίο χαρακτηρίζει ως «εθνικό (!) επαναστατικό πόλεμο». Σύμφωνα με αυτόν τον διεθνιστή μπολσεβίκο, «η ισπανική επανάσταση, λαϊκή, εθνική και αντιφασιστική», επέβαλλε νέα καθήκοντα στους κομμουνιστές: «Ο ισπανικός λαός επιλύει τα καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης με νέο τρόπο». Αμέσως μετά, περιέγραφε τους εχθρούς αυτής της αντίληψης της ισπανικής επανάστασης: Οι ηγέτες των Δημοκρατικών και «εκείνοι του Σοσιαλιστικού Κόμματος», τα «στοιχεία που, με το πρόσχημα των αρχών του αναρχισμού, εξασθενίζουν τη συνοχή και την ενότητα του Λαϊκού Μετώπου με άκαιρα σχέδια αναγκαστικής κολεκτιβοποίησης»...

[Ο Παλμίρο Μικέλε Νικόλα Τολιάτι (1893 – 1964) ήταν Ιταλός πολιτικός και ηγέτης του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1927 μέχρι το θάνατό του. Είχε το παρατσούκλι «Il Migliore» («Ο Καλύτερος») από τους υποστηρικτές του. Το 1930 έγινε πολίτης της Σοβιετικής Ένωσης και αργότερα υπήρξε μια πόλη στη χώρα αυτή που πήρε το όνομά του: «Tolyatti», παλαιότερα (1737–1964) γνωστή ως Σταυρούπολη

Ο Τολιάτι ήταν ιδρυτικό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (Partito Comunista d'Italia - PCI) και από το 1927 μέχρι το θάνατό του, ήταν Γραμματέας και αδιαμφισβήτητος ηγέτης του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, εκτός από την περίοδο από το 1934 έως το 1938 , κατά την οποία υπηρέτησε ως εκπρόσωπος στην Κομιντέρν, στη διεθνή οργάνωση των κομμουνιστικών κομμάτων. Μετά τη διάλυση της Κομιντέρν το 1943 και το σχηματισμό της Κομινφόρμ το 1947, αρνήθηκε τη θέση του Γενικού Γραμματέα της, που του προσφέρθηκε απευθείας από τον Στάλιν το 1951, προτιμώντας να παραμείνει επικεφαλής του PCI.

Από το 1944 έως το 1945 ο Τολιάτι κατείχε τη θέση του Αναπληρωτή Πρωθυπουργού και από το 1945 έως το 1946 διορίστηκε Υπουργός Δικαιοσύνης στις κυβερνήσεις που κυβέρνησαν την Ιταλία μετά την πτώση του φασισμού. Υπήρξε επίσης μέλος της Συντακτικής Συνέλευσης της Ιταλίας. Ο Τολιάτι επέζησε από απόπειρα δολοφονίας το 1948 και πέθανε το 1964, κατά τη διάρκεια διακοπών στην Κριμαία στη Μαύρη Θάλασσα].

Η Κομιντέρν όριζε ως στόχο την απόλυτη και ακώλυτη κομμουνιστική ηγεμονία, η οποία ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί χάρη σε «ένα μοναδικό μέτωπο του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος, τη δημιουργία μίας και μοναδικής οργάνωσης της εργαζόμενης νεολαίας, τη δημιουργία ενός και μόνον κόμματος του προλεταριάτου στην Καταλονία [του PSUC], το μετασχηματισμό του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος σε μεγάλο μαζικό κόμμα». Τον Ιούνιο του 1937, η διαβόητη Ντολόρες Ιμπαρρούρι – η φανατική Ισπανίδα κομμουνίστρια, πιο γνωστή ως Πασιονάρια, η οποία έγινε διάσημη από τις μεγαλόστομες παροτρύνσεις της για αντιφασιστική αντίσταση-πρότεινε έναν νέο στόχο: «μια κοινοβουλευτική Δημοκρατία νέου τύπου», δηλαδή μια κομμουνιστική λαϊκή «δημοκρατία».


Αμέσως μετά την φρανκική επαναστατική «διακήρυξη» (προνουντσιαμέντο), ο Στάλιν έδωσε δείγματα μιας σχετικής αδιαφορίας ως προς την κατάσταση στην Ισπανία, όπως ανέφερε ο Τζεφ Λαστ, ο οποίος συνόδευε τον φίλο του Αντρέ Ζιντ στη Μόσχα κατά τη διάρκεια του θέρους του 1936: «Νιώσαμε μεγάλη αγανάκτηση γιατί συναντήσαμε μια απόλυτη απουσία ενδιαφέροντος για τα γεγονότα. Δεν αποτέλεσε θέμα καμιάς συνάντησης και, όταν κατά τη διάρκεια μιας ιδιωτικής συζήτησης το θέσαμε, μας δόθηκε η εντύπωση ότι απέφευγαν επιμελώς να εκφέρουν μια προσωπική γνώμη».

[Ο Γιοζέφους Κάρελ Φρανσίσκους (Τζεφ) Λαστ (1898–1972) ήταν Ολλανδός ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής και κοσμοπολίτης. Ο Τζεφ Λαστ είχε καθολικό υπόβαθρο.
Άφησε τη ρεβιζιονιστική σοσιαλδημοκρατία για να γίνει μέλος του «Επαναστατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος» - RSP – «Revolutionair Socialistische Partij». Με τον επαναστάτη Γάλλο φίλο του Αντρέ Πωλ Γκυγιώμ Ζιντ (1869-1951), μυθιστοριογράφο, δοκιμιογράφο και θεατρικό συγγραφέα, ταξίδεψε το καλοκαίρι του 1936 στη Σοβιετική Ένωση, καθώς στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Ζιντ προσέγγισε τον κομμουνισμό και το 1936 δέχθηκε πρόσκληση των σοβιετικών αρχών να επισκεφθεί τη Σοβιετική Ένωση. Το λογοτεχνικό δίδυμο έτυχε καλής υποδοχής, αλλά είδε το οργανωμένο αφιέρωμα στην παρουσία τους και επέστρεψε στη Δύση απογοητευμένο. Πολύ αργότερα (1966) ο Λαστ έγραψε ένα βιβλίο που πραγματεύεται τη φιλία του με τον Gide («Ο Φίλος μου Αντρέ Ζιντ»). Πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, διαβόητες υποστηρίκτριες της Ισπανικής Δημοκρατίας.Ως αποτέλεσμα, έχασε την ολλανδική του υπηκοότητα «λόγω στρατιωτικής θητείας σε ξένη δύναμη». Λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, του επιστράφηκε η υπηκοότητα. Από το 1950 έως το 1953, έζησε στην Ινδονησία, ιδιαίτερα στο Μπαλί, όπου εργάστηκε ως δάσκαλος σε σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτός ο … διεθνιστής ήταν φίλος με τους Ινδονήσιους εθνικιστές, τους προέδρους Σουκάρνο και Μοχάμαντ Χάτα !]

Εντούτοις, σε δύο μήνες, και εξαιτίας της μεταστροφής των γεγονότων, ο Στάλιν συνειδητοποίησε όλο το όφελος που μπορούσε να αντλήσει τόσο σε επίπεδο διπλωματίας όσο και προπαγάνδας. Συμμεριζόμενη την πολιτική της «μη επέμβασης», η ΕΣΣΔ ενσωματωνόταν περισσότερο στη διεθνή κοινότητα και έτσι της ήταν δυνατόν να ευνοήσει μια μεγαλύτερη αυτονομία της Γαλλίας απέναντι στη Μεγάλη Βρετανία.
Παράλληλα, η ΕΣΣΔ αναλάμβανε κρυφά να δώσει όπλα στην Ισπανική Δημοκρατία και να τη βοηθήσει στρατιωτικά και έτσι υπολόγιζε να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες που πρόσφερε η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία, η οποία ήταν διατεθειμένη να συνεργαστεί με τις σοβιετικές υπηρεσίες για την οργάνωση της υλικής βοήθειας προς τους Ισπανούς δημοκράτες. Με την υπόδειξη του Λεόν Μπλουμ, ο Γκαστόν Κυζέν, υποδιευθυντής της γραμματείας του Υπουργείου Οικονομικών, συνάντησε τους σοβιετικούς αξιωματούχους και απεσταλμένους οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στο Παρίσι, απ’ όπου οργάνωναν τη μεταφορά των όπλων και τη στρατολόγηση εθελοντών για την Ισπανία. Και ενώ το σοβιετικό κράτος προσποιούνταν ότι έμενε εκτός παιχνιδιού, η Κομιντέρν κινητοποίησε σε βάθος όλους τους τομείς της προς όφελος της δημοκρατικής Ισπανίας, τον αγώνα της οποίας μετασχημάτισε σε τρομερό φορέα αντιφασιστικής προπαγάνδας, ιδιαιτέρως επωφελή για το κομμουνιστικό κίνημα.

Ο Γκαστόν Κυζέν (1903-1993), ήταν τελωνιακός υπάλληλος και ανέλαβε κρατικό αξίωμα τον Μάιο του 1936, ως Αναπληρωτής Προσωπάρχης του Υφυπουργείου Δημοσίων Έργων. Έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο της πρώτης πρωθυπουργίας του Λεόν Μπλουμ (Ιούνιος 1936-Ιούνιος 1937) ως Αναπληρωτής Προσωπάρχης του Υπουργείου Οικονομικών, υπό τον Βενσαν Ζυλ Ωριόλ. Ανέλαβε αμέσως την ευθύνη της οργάνωσης της εθνικοποίησης της «Τράπεζας της Γαλλίας» της διαιτησίας κοινωνικών συγκρούσεων στις τράπεζες, επωφελούμενος από την υποστήριξη της «Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας» CGT – «Confédération Générale du Travail» . Τα γεγονότα στην Ισπανία μετατρέπουν τον πρώην τελωνιακό σε λαθρέμπορο για κρατικούς λόγους. Ο Μπλουμ τον επέλεξε ως εκπρόσωπο για τις διυπουργικές σχέσεις με την Ισπανική Δημοκρατία. Διατήρησε αυτή τη λειτουργία σε όλες τις κυβερνήσεις μέχρι το 1939.

Στις 13 Αυγούστου 1936, συνάντησε κρυφά τον Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας Μωρίς Τορές και τον στενό του συνεργάτη «εξ απορρήτων» Ζακ Ντυκλό: «Τους ενημέρωσα ότι για οτιδήποτε αφορά τη λαθραία βοήθεια προς την Ισπανία, θα ήμουν εγώ υπεύθυνος στον κρατικό μηχανισμό, και ο μόνος που θα ήταν πλέον ανοιχτός προς αυτούς για να απευθυνθούν». Ορισμένος συνομιλητής του από την κομμουνιστική πλευρά ήταν ο Τζούλιο Τσερέτι (Αλάρ), ο οποίος αναγνώρισε στον Κυζέν τον κατάλληλο άνθρωπο για την δουλειά αυτή: «Όταν ο Κυζέν απαντούσε ναι σε μια ερώτηση, κανένας υπουργός δεν θα μπορούσε να τον αναγκάσει να επανεξετάσει την απόφασή του».
Ο Μπλουμ έθετε πάντα ως προϋπόθεση για τη σοσιαλιστική υποστήριξη στα διάφορα υπουργεία που κινούνται ριζοσπαστικά, την απόλυτη ελευθερία του Κυζέν, όποιες κι αν είναι οι επίσημες αποφάσεις σχετικά με το κλείσιμο των συνόρων και η πολιτική του Υπουργείου Εξωτερικών. Χρησιμοποιώντας τη συνενοχή των φίλων του στην τελωνειακή ένωση και τις πληροφορίες που του παρείχαν οι Εξωτερικές Υποθέσεις του Υπουργείο Πολέμου και Εθνικής Ασφάλειας, μπόρεσε να περάσει στους Δημοκρατικούς μέσω Γαλλίας το περιεχόμενο σχεδόν τετρακοσίων πλοίων φορτωμένων με σοβιετικό στρατιωτικό εξοπλισμό. Για αυτό χρησιμοποίσε πολλούς συνεργάτες του στο Μπορντό, ειδικά στην δύναμη του τελωνείου και της διοίκησης του λιμανιού. Τα επίσημα καθήκοντά του, τα οποία χρησίμευαν κυρίως για την κάλυψη των δραστηριοτήτων του υπέρ της δημοκρατικής Ισπανίας, ήταν διαδοχικά: Διευθυντής του γραφείου του Υφυπουργού Οικονομικών (Ιούλιος 1937), Αναπληρωτής Διευθυντής του γραφείου του Υπουργού Εμπορίου (Ιανουάριος 1938, όταν Διευθυντής είναι ο Ζαν Πιέρ Μουλέν, διάσημος κρυπτοκομμουνιστής αντιστασιακός πο εξόντωσαν το 1943 οι Γερμανοί), κατόπιν Διευθυντής Προωπικού στο Υπουργείο Προεδρίας τον Μάρτιο του 1938 και Διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου στις 2 Ιουλίου 1938.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Γ. Ηλιόπουλος 

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ