ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

[...]
Ο τέως ….φτωχός Εβραίος πρόσφυγας έγινε μια ιδιαίτερα ισχυρή φιγούρα, χάρη στην οικογένεια Ροκφέλερ που άρχισε να τον χρησιμοποιεί ως πληρεξούσιό της...
 


Η περίπτωση Κίσσινγκερ 


Μέρος 1
«Καθώς εκ των πραγμάτων η τεχνολογία εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, η διπλωματία και ο πόλεμος θα χρειαστούν διαφορετικό περιεχόμενο, και αυτό θα είναι μια πρόκληση»
Χένρυ Κίσσινγκερ


Αρκετοί φίλοι της ιστοσελίδας μας έχουν αναφερθεί στη θεματολογία που παρουσιάζουμε όσον αφορά σε ζητήματα «παραϊστορίας», τα οποία η κρατούσα και κυρίαρχη άποψη χαρακτηρίζει «συνωμοσιολογικά». Τα άρθρα αυτής της σειράς, που ασχολούνται με ξεχωριστές προσωπικότητες ή/και ιδιαίτερα γεγονότα, επιδιώκουν να ρίξουν φως σε ορισμένες λιγότερο γνωστές πτυχές της ιστορίας, σε μια προσπάθεια να προκαλέσουν σκέψεις πέρα από την τωρινή φευγαλέα χρονική στιγμή, πέρα από τις «καθεστωτικά ενσωματωμένες» δημοσιογραφικές εντυπώσεις της πραγματικότητας ή από περιληπτικές εκδόσεις της πραγματικότητας των μεγάλων μέσων ενημέρωσης, για να ενθαρρύνουμε τους απλούς πολίτες να αναλογιστούν τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του τι προξενούν οι κυβερνήσεις που εμείς επιλέγουμε. Εάν τα κείμενα αυτά οδηγήσουν σε κάποια κρίσιμα ερωτήματα τότε, ο στόχος τους θα έχει επιτευχθεί.

Ο Χάϊντς Άλφρεντ Κίσσινγκερ γεννήθηκε στις 27 Μαΐου 1923 στο Φυρθ της κεντρικής Γερμανίας και ήταν γιος ενός ραβίνου (βλέπε «Washington Observer», 15 Απριλίου 1971). Οι γονείς του μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1938 και ο Χάϊντς έγινε Χένρυ. Από το 1943 έως το 1945, ως κληρωτός του αμερικανικού στρατού, εργάστηκε για τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ. Αργότερα δίδαξε πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Ο ίδιος ο Κίσσινγκερ εκπαιδεύτηκε από τον καθηγητή Γουίλιαμ Γιάντελ Έλιοτ, ο οποίος ακολουθούσε τις «τρελές ιδέες» του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς.
[Τα εκτεταμένα γραπτά του Γουέλς για την ισότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, κυρίως το έργο του με τη μεγαλύτερη επιρροή, «Τα Δικαιώματα του Ανθρώπου» (1940), έθεσαν τις βάσεις για την «Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» του 1948, η οποία υιοθετήθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη λίγο μετά τον θάνατό του.]

Μέσω του καθηγητή Έλιοτ, ο οποίος ήταν Διευθυντής του «Θερινού Σχολείου» του Χάρβαρντ, ο Κίσσινγκερ μπήκε στο κρατικά αφειδώς επιδοτούμενο μισθολόγιο. Διηύθυνε ολόκληρη την εκεί εκπαίδευση, οργανώνοντας τα προγράμματα «σχεδόν μόνος». Κάθε καλοκαίρι αποστέλλονταν 40 ή 45 προσκλήσεις σε ανερχόμενους νέους ακαδημαϊκούς, κυβερνητικούς αξιωματούχους, δημοσιογράφους και καλλιτέχνες (με σαφή έμφαση στη νεολαία). Στην αρχή ο Κίσσινγκερ επέλεγε τα άτομα που θα προσκαλούνταν μέσω των επαφών του Έλιοτ και μετά όλο και περισσότερο μόνος του. Ένας άλλος καθηγητής σημείωσε ότι ο Κίσσινγκερ είχε «ένα ένστικτο να προσκαλεί κάποιον που θα μπορούσε να γίνει ο οικοδεσπότης του χρόνια αργότερα» σε κάποια ξένη χώρα. Ένας πρώην συνάδελφός του δήλωσε: «Μου φαινόταν ότι ο Χένρυ δημιουργούσε ένα δίκτυο επαφών, προσέλκυε αυτούς τους πολύ φιλόδοξους, πολύ ικανούς ανθρώπους που κάποια μέρα θα μπορούσε να τους καλέσει ως αρχηγούς μιας κυβέρνησης». Το 1954 ένας από τους μαθητές του ήταν και ο Βαλερύ Ζισκάρ ντ’ Εσταίν, τότε 28χρονος αξιωματούχος του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών και μετέπειτα Πρόεδρος της Γαλλίας. Τα σεμινάρια χρηματοδοτήθηκαν από το Ίδρυμα Φορντ, το Ίδρυμα της Ασίας που υποστηρίζεται από τον Ροκφέλερ και από τους «Φίλους της Μέσης Ανατολής», που αναγνωρίστηκαν το 1967 ως παράγωγο της CIA.

Το 1952 ο Κίσσινγκερ ίδρυσε το καλοφτιαγμένο και περιεκτικό περιοδικό «Συμβολή» ως παράγωγο των σεμιναρίων με τη βοήθεια επιχορηγήσεων 26.000$ από το Ίδρυμα των Αδελφών Ροκφέλερ. Η «Συμβολή» επέζησε μόνο επί δώδεκα τεύχη, που έληξαν όταν ο Κίσσινγκερ πήρε την πρώτη του άδεια.

Το 1955 ανέπτυξε μιαν εξόχως προσωπική σχέση με τον Νέλσον Ροκφέλερ (βλέπε Φρανκ Κάπελ, «Χένρυ Κίσσινγκερ: Σοβιετικός πράκτορας», Σινσινάτι, 1992, σελίδα 29). Ο τέως ….φτωχός Εβραίος πρόσφυγας έγινε μια ιδιαίτερα ισχυρή φιγούρα, χάρη στην οικογένεια Ροκφέλερ που άρχισε να τον χρησιμοποιεί ως πληρεξούσιό της. Το 1956 διορίστηκε συντάκτης του περιοδικού «Foreign Affairs». Ο Χένρυ Κίσσινγκερ είναι υψηλόβαθμος αξιωματούχος της περιβόητης εβραϊκής μασονικής οργάνωσης «B'nai B'rith» («Παιδιά της Διαθήκης»). Είναι επίσης μέλος της ομάδας Bilderberg και της Τριμερούς Επιτροπής. Ανήκει στην ελβετική Μεγάλη Στοά Alpina, στο ελιτίστικο «Bohemian Club» και είναι μέλος των «ΦΒΚ Club», Cosmos Club, Federal City Club και Century Club.

[Η «Εταιρεία ΦΒΚ» - Phi Beta Kappa Society είναι η παλαιότερη ακαδημαϊκή τιμητική εταιρεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και η πιο διάσημη, εν μέρει λόγω της μακράς ιστορίας της και εν μέρει λόγω της ακαδημαϊκής της επιλεκτικότητας. Η ΦΒΚ στοχεύει να προωθήσει και να υποστηρίξει την αριστεία στις φυσικές, ανθρωπιστικές, κοινωνικές τέχνες και επιστήμες και να εισαγάγει τους πιο εξαιρετικούς φοιτητές, τεχνών και επιστημών, μόνο σε επιλεγμένα αμερικανικά κολέγια και πανεπιστήμια. Ιδρύθηκε στο «Κολλέγιο του Γουίλιαμ και της Μαρίας» στις 5 Δεκεμβρίου 1776, ως η πρώτη συλλογική ελληνογράμματη αδελφότητα και ήταν από τις πρώτες συλλογικές αδελφικές εταιρείες. Από την έναρξή της, 17 Πρόεδροι των ΗΠΑ, 40 δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου και 136 βραβευμένοι με Νόμπελ ήσαν πλήρη και εγκεκριμμένα μέλη της Το αρκτικόλεξο «ΦΒΚ» σημαίνει «Φιλοσοφία Βίου Κυβερνήτης» δηλαδή «Η αγάπη για τη γνώση είναι ο οδηγός της ζωής»

Το Cosmos Club είναι μια ιδιωτική κοινωνική λέσχη στην πρωτεύουσα Ουάσιγκτον, που ιδρύθηκε από τον John Wesley Powell το 1878 ως «μία λέσχη κυρίων, για όσους ενδιαφέρονται για την επιστήμη». Μεταξύ των δηλωμένων στόχων του είναι, «Η πρόοδος των μελών του στην επιστήμη, τη λογοτεχνία και την τέχνη, καθώς και η αμοιβαία βελτίωσή τους μέσω της κοινωνικής συναναστροφής». Επιχειρηματίες, κυβερνητικοί αξιωματούχοι, δημοσιογράφοι, επιστήμονες και πρόεδροι πανεπιστημίων, 36 νικητές του βραβείου Νόμπελ, 61 νικητές του βραβείου Πούλιτζερ και 55 αποδέκτες του «Προεδρικού Μεταλλίου της Ελευθερίας» ήσαν μέλη του. Το 1988, η Λέσχη άνοιξε και για τις γυναίκες.]

Ο Κίσσινγκερ ήταν σύμβουλος του Προέδρων Ρίτσαρντ Νίξον και του «πρεσβύτερου» Τζορτζ Μπους. Κατά τα έτη 1961, 1969 και 1973 πέρασε τις δοκιμασίες του ελέγχου εσωτερικής ασφάλειας των διαβαθμισμένων κυβερνητικών υπηρεσιών (πολυγράφο, συνέντευξη, ψυχολογική αξιολόγηση). Οι πληροφορίες για αυτόν δόθηκαν από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και όχι από το FBI. Στην αρχή της καριέρας του ως σύμβουλος του Νίξον, απέκτησε και τον έλεγχο των υπηρεσιών πληροφοριών στις Ηνωμένες Πολιτείες (Φρανκ Κάπελ, «Χένρυ Κίσσινγκερ: Σοβιετικός πράκτορας», Σινσινάτι, 1992, σ. 9).

Τον Νοέμβριο του 1971 ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι οι δραστηριότητες πληροφοριών «αναδιαρθρώνονταν» για να βελτιώσουν την «επιδραστικότητα και αποτελεσματικότητά τους». Ο Κίσσινγκερ τοποθετήθηκε επικεφαλής μιας υποεπιτροπής του «Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας» για την επανεξέταση της δομής και λειτουργίας των επιχειρήσεων πληροφοριών. Ακόμη και φιλελεύθεροι, όπως οι γερουσιαστές Στιούαρτ Σύμινγκτον και Γούίλιαμ Φουλμπράϊτ, διαμαρτυρήθηκαν, δηλώνοντας ότι ο Πρόεδρος Νίξον είχε αναδιαμορφώσει τις επιχειρήσεις πληροφοριών χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, για να δοθεί περισσότερος έλεγχος στα χέρια του Κίσσινγκερ ! Η θέση του επιβαρύνθηκε επειδή οι αναφορές της CIA δεν πήγαιναν πλέον στον Λευκό Οίκο και στον Πρόεδρο Νίξον, αλλά απευθείας στον υπουργό Εξωτερικών Χένρυ Κίσσινγκερ !

Τον Απρίλιο του 1946, ο Κίσσινγκερ άρχισε να διδάσκει σε μια σχολή για ανώτερους πράκτορες πληροφοριών. Κατά την περίοδο αυτή στρατολογήθηκε ως σοβιετικός πράκτορας από την KGB, με την κωδική ονομασία Bor (βλέπε Gary Allen, «Kissinger: The Secret Side of the Secretary of State», Seal Beach, Καλιφόρνια, 1976, σελ. 18). Ο Κίσσινγκερ ήταν ο πραγματικός αρχιτέκτονας των χριστουγεννιάτικων βομβαρδισμών του Ανόι και της Χάι-Φονγκ το 1972.

Έγινε Υπουργός Εξωτερικών υπό τον Πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ το 1973. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο Κίσσινγκερ βοήθησε παράνομα τον Πίτερ Βάλενμπεργκ στη Σουηδία να εξάγει υψηλή τεχνολογία στην κομμουνιστική Ανατολική Ευρώπη! Εξωτερικά ο Κίσσινγκερ ήταν ένας Δυτικός φιλελεύθερος καπιταλιστής. Ο ακαδημαϊκός του φιλελευθερισμός, ωστόσο, υπήρξε κατά βάση μια αριστερή ιδεολογία στην διανόηση και το πανεπιστημιακό κατεστημένο των ΗΠΑ. Ήδη από τις 27 Μαρτίου 1970 η εφημερίδα Salt Lake City-Deseret News ανέφερε ότι, πίσω από τον διορισμό του Κίσσινγκερ ως Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Προέδρου Νίξον βρισκόταν ο Νέλσον Ροκφέλερ.

Το Βιετνάμ υπήρξε τόπος διεξαγωγής ενός από τους τόσους εμφυλίους πολέμους που ο Ψυχρός Πόλεμος προκάλεσε πέρα από κάθε αναλογία, ανάμεσα στα έθνη του πλανήτη. Από στρατιωτική άποψη, ο πόλεμος αυτός δεν ήταν διόλου αδύνατο να κερδηθεί από τις ΗΠΑ, αλλά από πολιτική άποψη ήταν ήδη χαμένος πριν καν αναλάβει καθήκοντα ο Νίξον, λόγω της ραγδαίας μείωσης της λαϊκής υποστήριξης στους σκοπούς του. Ο οξυδερκής και παμπόνηρος Νίξον ήξερε ότι έπρεπε τερματίσει τον πόλεμο. Από νωρίς, αυτό υπήρξε το σύνθημα - κλειδί της εκστρατείας του για την επανεκλογή του, το 1972. Αλλά όμως δεν ήθελε να τον τερματίσει με τους όρους των Βορειοβιετναμέζων.

Υιοθέτησε λοιπόν μια πολύπλοκη πολιτική «καρότου και μαστίγιου». Το καρότο ήταν οι μειώσεις του αριθμού των Αμερικανών στρατιωτών που βρίσκονταν στο Νότιο Βιετνάμ. Το μαστίγιο ήταν οι στρατηγικοί βομβαρδισμοί του Βιετνάμ από την αμερικανική αεροπορία, σε μια γιγαντιαία κλίμακα που τελικά ξεπέρασε το σύνολο των προσπαθειών όλων των αεροπορικών δυνάμεων του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Δυστυχώς, όσο περισσότερα «καρότα» πρόσφερε ο Νίξον, τόσο οι Βορειοβιετναμέζοι πείθονταν ότι άξιζε να επιμείνουν μέχρις εσχάτων, ανεξάρτητα από τα «εκρηκτικά μαστίγια» με τα οποία τους έπληττε. Συνεπώς ήταν καιρός ν’ αλλάξει η τακτική του Ψυχρού Πολέμου. Να εγκαταλειφθεί η στρατηγική του «πολέμου δι’ αντιπροσώπων», υπέρ της διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων.

Οι Βορειοβιετναμέζοι μάχονταν παθιασμένα για να μη γίνει και το Βόρειο Βιετνάμ ένα απέραντο πορνείο και χώρος εμπορίας ναρκωτικών, όπως το Νότιο. Μάχονταν ακόμα για την εθνική τους αξιοπρέπεια και για να ενωθούν σε ένα ενιαίο κράτος, μετά την ήττα των Γάλλων το 1954, οπότε η διάσκεψη της Γενεύης, οδήγησε στον διαχωρισμό του Βιετνάμ, σε Βόρειο με την ονομασία «Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ» και στο Νότιο Βιετνάμ. Το 1972, οι Αμερικανοί εξαπέλυσαν ένα σφοδρότατο κύμα βομβαρδισμών, γνωρίζοντας πως …. τα «ψωμιά τους τελείωναν», οπότε έπρεπε σύντομα να καταναλώσουν τα πολεμικά προϊόντα των βιομηχανιών τους σπέρνοντας χιλιάδες τόνους εκρηκτικών βομβών και εμπρηστικών βομβών ναπάλμ, εξαφανίζοντας χωριά, με χιλιάδες νεκρούς, (όπως αδίστακτα έπραξαν στην κτηνώδη σφαγή του Μάι Λάι), αφήνοντας παντού ματωμένη και καμένη γη. Σύμφωνα με τον γνωστό μας Τζον Κέρι, βετεράνο από τότε και κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, (που υπηρέτησε ως Yπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών από το 2013 έως το 2017), οι «Αμερικανοί στρατιώτες βίασαν, έκοψαν αυτιά, αποκεφάλισαν, τύλιξαν καλώδια σε γεννητικά όργανα».

Οι βομβαρδισμοί ήταν μια καθαρά πολιτική επιλογή του Νίξον, μετά από αδιάκοπη συμβουλευτική του Κίσσινγερ, ώστε να πιέσει την κομμουνιστική ηγεσία του Βιετνάμ να έλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με αντίληψη της ανυπέρβλητης ισχύος που κατείχαν οι ΗΠΑ. Τους προηγούμενους μήνες, η ηγεσία του Βορείου Βιετνάμ είχε εισβάλει στο Νότο με ισχυρές δυνάμεις, ανατρέποντας την χερσαία άμυνα των Νοτίων, δραστηριότητα που αναχαιτίστηκε με τη χρήση εκτεταμένων προσβολών στρατηγικών βομβαρδιστικών Β-52 σε τακτικό ρόλο, με συμβατικές βόμβες. Η επιχείρηση «Linebacker» («Αμυντικός παίκτης», «Οπισθοφύλακας») είχε σκοπό να επαναλάβει αυτήν την επιτυχία με πολύ μεγαλύτερη ισχύ και αρτιότερη οργάνωση.

Ενώ, όμως, το 1972 κανείς δεν αμφέβαλε για την ισχύ που μετέφερε ένα Β-52, η λειτουργία του σε τακτικό ρόλο αφαιρούσε τα όποια πλεονεκτήματά του. Όπως και στην Κορέα, πριν 20 χρόνια, όπου τα Β-29 κυριολεκτικά αποδεκατίστηκαν, πετώντας σε χαμηλά ύψη για αποστολές τακτικού βομβαρδισμού σε περιβάλλον με ισχυρή αντιαεροπορική άμυνα, έτσι και τώρα η αποστολή φαινόταν πράγματι αυτοκτονική στα 300 πληρώματα των 209 Β-52 που μαζεύτηκαν για να ακούσουν την λεπτομερή ενημέρωση για την επιχείρηση. Οι περισσότεροι όμως πίστεψαν τον Yπουργό Eξωτερικών Κίσσινγκερ που υποσχόταν λίγες μέρες πριν πως … «η ειρηνευτική διαδικασία βρίσκεται καθ’οδόν» και δεν περίμεναν το μέγεθος της κινητοποίησης της Διοίκησης Στρατηγικού Βομβαρδισμού, το οποίο ξεπερνούσε σε μαζικότητα ακόμα και τα επίπεδα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Επιχείρηση Linebacker II ήταν μια εκστρατεία εναέριου βομβαρδισμού που διεξήχθη από την Έβδομη Διοίκηση Μάχης της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ, τη Στρατηγική Αεροπορική Διοίκηση και την «Ειδική Ομάδα 77» του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ εναντίον στόχων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ (Βόρειο Βιετνάμ) κατά την τελευταία περίοδο της εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Η επιχείρηση διεξήχθη από τις 18 έως τις 29 Δεκεμβρίου 1972, οδηγώντας σε πολλά άτυπα ονόματα όπως «Οι επιδρομές του Δεκεμβρίου» («The December Raids») και «Οι Βομβαρδισμοί των Χριστουγέννων» («The Christmas Bombings»). Στο Βιετνάμ, ονομάζεται απλώς «12 ημέρες και νύχτες» και «Επιχείρηση Dien Bien Phu στον αέρα» ή απλώς «Dien Bien Phu στον αέρα». Σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις «αεροπορικής απαγόρευσης» Rolling Thunder και Linebacker Ι, η Linebacker II σχεδιάστηκε αποκλειστικά ως μια εκστρατεία βομβαρδισμού «μέγιστης προσπάθειας» για την «καταστροφή μεγάλων συγκροτημάτων στόχων στις περιοχές του Ανόι και του Χάι Φονγκ, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με B-52». Υπήρξε η μεγαλύτερη επιχείρηση βαρέων βομβαρδιστικών που εξαπέλυσε η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ μετά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τόσο η Σοβιετική Ένωση όσο και η Κίνα κατήγγειλαν τον βομβαρδισμό, ενώ επίσης ορισμένες δυτικές χώρες επέκριναν την επιχείρηση των ΗΠΑ. Σε μια διάσημη ομιλία του, ο Ούλοφ Πάλμε, ο πρωθυπουργός της Σουηδίας, συνέκρινε τους βομβαρδισμούς με μια σειρά ιστορικών εγκλημάτων, όπως ο βομβαρδισμός της Γκουέρνικα, οι σφαγές του Οραντούρ – συρ -γκλάν, του Μπάμπι Γιάρ, του Κατύν, του Νίντιτσε και την εξόντωση των Εβραίων και άλλων ομάδων στην Τρεμπλίνκα. Είπε ότι «τώρα μπορεί να προστεθεί ένα άλλο όνομα σε αυτή τη λίστα: Ανόι, Χριστούγεννα 1972». Σε απάντηση στις διαμαρτυρίες του, οι ΗΠΑ απέσυραν τον πρεσβευτή τους από τη Σουηδία και είπαν στη Στοκχόλμη να μην στείλει νέο πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον.

Ο νέος Πρωθυπουργός της Αυστραλίας, Γκάφ Γουίτλαμ (Gough Whitlam), η χώρα του οποίου είχε εξωθήσει την Αμερική να επεκτείνει τον πόλεμο, εξόργισε την κυβέρνηση Νίξον επικρίνοντας τους βομβαρδισμούς σε μια επιστολή του προς τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, παγώνοντας τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών-Αυστραλίας μέχρι την απόλυση του το 1975. Στις ΗΠΑ, ο Νίξον επικρίθηκε ως «τρελός» και μερικοί από τους ανθρώπους που υποστήριξαν την Επιχείρηση Linebacker I, αμφισβήτησαν την αναγκαιότητα και την ασυνήθιστη ένταση της Επιχείρησης Linebacker II.

Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων περιελάμβαναν τίτλους όπως: «Γενοκτονία», «Βαρβαρότητα της λίθινης εποχής» και «Άγριος και παράλογος». Η «Στρατηγική Αεροπορική Διοίκηση» -SAC (Strategic Air Command) της USAF έκανε σοβαρά λάθη, υπέστη σοβαρές απώλειες και η εκστρατεία της έφτασε κοντά στην αποτυχία, ωστόσο μετά τον πόλεμο ξεκίνησαν μία τεράστια εκστρατεία μέσων και δημοσίων σχέσεων (καθώς και εσωτερικό «κυνήγι μαγισσών» αντιφρονούντων) για να αποδείξουν ότι η Linebacker II ήταν ανεπιφύλακτη επιτυχία που εξελίχθηκε όπως είχε προγραμματιστεί. Αμερικανοί αξιωματούχοι ισχυρίστηκαν ότι η επιχείρηση πέτυχε να εξαναγκάσει το Πολιτικό Γραφείο του Βορείου Βιετνάμ να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις, επικαλούμενοι τις Ειρηνευτικές Συμφωνίες του Παρισιού που υπογράφηκαν λίγο μετά την επιχείρηση. Μεγάλο μέρος του αμερικανικού κοινού είχε την βλακώδη εντύπωση ότι το Βόρειο Βιετνάμ είχε απλώς «βομβαρδιστεί για να υποταγεί».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Ισίδωρος Ιγνατιάδης 

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ