ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

Αναγκάστηκαν να κατέβουν, τους διέταξαν να περπατήσουν στους συλλογικούς τάφους – τάφρους, προετοιμασμένους εκ των προτέρων. Μόλις βρέθηκαν στην άκρη των τάφρων, μια ομάδα σαράντα πολιτοφυλάκων άνοιξε πυρ εναντίον των αιχμαλώτων και μετά τους δόθηκε η χαριστική βολή. 


Η γενοκτονία του Παρακουέγιος Ντελ Χαράμα


Για το Παρακουέγιος ντελ Χαράμα

Όταν άρχισε ο εμφύλιος, ο πληθυσμός αυτής της πόλης στην επαρχία της Μαδρίτης είχε περίπου 1.600 κατοίκους, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων εργαζόταν στην ύπαιθρο. Ο δήμαρχος του Παρακουέγιος εκείνη την εποχή ήταν ο Εουσέβιο Αρέστε Φερνάντεζ, ένα πολύ μετριοπαθές αριστερό άτομο.

Ο γιος του Ρικάρντο ήταν τότε 19 ετών. Ο νεαρός άνδρας, γύρω στις οκτώ στο το πρωί της 7ης Νοεμβρίου 1936 βγήκε από το σπίτι του για να πάει στον Λαϊκό Συνεταιρισμό του Παρακουέγιος, όπου εργαζόταν. Καθώς περπατούσε άκουσε ήχο συριγμών και εκρήξεων. Έσκυψε στην άκρη της πλαγιάς, βλέποντας στον κάμπο τρία δυόροφα λεωφορεία από αυτά που χρησιμοποιούνται στη Μαδρίτη για τις δημόσιες συγκοινωνίες. Ήταν περικυκλωμένα από φορτηγά γεμάτα πολιτοφύλακες. Αντελήφθη επίσης μεγάλη κίνηση από αυτοκίνητα όλων των ειδών. Πολλοί κρατούμενοι κατέβαιναν από τα λεωφορεία, με τα χέρια δεμένα, και εκεί, στην ύπαιθρο, τους σκότωσαν, με αυτόματα όπλα.

Το 1983, σε συνομιλία του με τον Ιρλανδό σοσιαλιστή ιστορικό Ίαν Γκίμπσον, ο Ρικάρντο Αρέστε του είπε: «Δεν μπορώ να ξεχάσω αυτό το θέαμα. Ήταν για μένα κάτι που εξακολουθώ να επικρίνω. Πάντα έλεγα ότι αυτό δεν πρόκειται να παράγει οτιδήποτε. Αυτό με οδήγησε σε έναν προβληματισμό με την μεγάλη επιρροή του οποίου έχω ζήσει όλα μου τα χρόνια. Και σήμερα ακόμα
το λέω : Αυτό δεν έπρεπε να συμβεί». (Από το βιβλίοτου Ίαν Γκίμπσον «Παρακουέγιος: Πως ήταν», - Ian Gibson «Paracuellos cómo fue», εκδόσεις Plaza & Janés. 1987).

Από τον Αύγουστο του 1936 τα ΜΜΕ των δυνάμεων του Λαϊκού Μετώπου , έδειξαν ξεκάθαρα την ιδέα και την επιθυμία να εξοντώσουν όλους τους πολιτικούς αντιπάλους τους. Έτσι, στο περιοδικό «Οκτώβρης» μπορούσε κανείς να διαβάσει: «Αυτή την εποχή δεν πρέπει να υπάρχει ούτε ένας κρατούμενος, ούτε ένας κρατούμενος! Δεν είναι ώρα για έλεος. Το αίμα που πρέπει να χρεωθούν οι σύντροφοί μας είναι περισσότερο από αρκετό». Ο εκπρόσωπος τύπου του 5ου κομμουνιστικού Συντάγματος, που ονομάζεται «Λαϊκή Πολιτοφυλακή», δήλωσε: «Στη Μαδρίτη υπάρχουν περισσότεροι από χίλιοι φυλακισμένοι φασίστες, μεταξύ των οποίων ιερείς, αριστοκράτες, στρατιωτικοί, πλουτοκράτες και υπάλληλοι. Πότε θα πυροβοληθούν;» Μέρες αργότερα προέτρεψε να σβήσουν και να καταστείλουν τον εχθρό με τα εξής λόγια: «Ο εχθρός πυροβολεί μαζικά. Σκοτώστε, δολοφονήστε, λεηλατήστε και κάψτε... Σ’ αυτήν την κατάσταση, η καταστροφή μιας χούφτας απατεώνων είναι ένα ανθρωπιστικό έργο, ναι, πολύ ανθρωπιστικό. Δεν ζητάμε λοιπόν έλεος, αλλά σκληρότητα !».

Το έντυπο «Εργατικός Κόσμος» δημοσίευσε ένα «Κατάλογο εκτελέσιμων προσώπων», όπου την τιμητική θέση κατείχαν άνθρωποι με έκδηλες θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Ο αριστερός Ισπανο-Κουβανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Εντουάρντο Σαμακόις υ Κουιντάνα, (1873 –1971) ένας πραγματικός «ενθουσιώδης» απολογητής της εξόντωσης, εκφράστηκε με αυτούς τους … ποιητικούς όρους: «Η Μαδρίτη χρειαζόταν να εξαγνιστεί και για τους “παγιδευμένους” δεν υπήρξε χάρη. Αλλά αυτά τα κλαδέματα δεν ήταν αρκετά. ο καρκίνος που ροκάνιζε την εθνική ζωή χειροτέρευε και η ζημιά θα αμβλυνόταν μόνο όταν δικαίως το νυστέρι θα εισέδυε πολύ βαθιά. Η θεραπεία για τον ίδιο λόγο είχε δραματικούς χαρακτήρες. Όταν ήρθε η νύχτα, η επιτήρηση εντάθηκε και κάθε σκιά, οποιαδήποτε χειρονομία, προσέλαβαν ανησυχητικές αποχρώσεις. Μόλις ο δημόσιος φωτισμός έσβησε τα φώτα του, οι πολιτοφύλακες που φύλαγαν τις γωνίες δεν άφησαν κανέναν να περάσει χωρίς να αποκριθεί στο “Στάσου! ”. Κι αυτή η κραυγή και η λάμψη των τουφεκιών κάτω από το ζωηρό αστρικό φως, διεύρυνε ένα τρομακτικό συναίσθημα στην απόλυτη σιωπή της σκοτεινής πόλης.»

Τον Σεπτέμβριο του 1936 η …. δημοκρατική κυβέρνηση, η οποία μέχρι τώρα αποτελούταν από δημοκρατικές δυνάμεις, έγινε μια συνθετική επιτομή όλων των κομμάτων και των συνδικάτων του Λαϊκού Μετώπου, με συμπερίληψη και των αναρχικών να περιλαμβάνονται. Μετά την εξέγερση της 18ης Ιουλίου, οι δολοφονίες που διέπραξαν οι ομάδες (που με απόλυτη υποκρισία έφτασαν να τις αποκαλούν «ανεξέλεγκτες», όνομα που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν έως σήμερα οι κάθε λογής αριστεροί όταν οι εξαρτημένοι τους εγκληματίες βγαίνουν εκτός ελέγχου), ήταν στην ημερήσια διάταξη Καθώς κυλούσε ο Σεπτέμβριος η πρακτική των εξοντώσεων είχε πλέον μετατραπεί σε εκτεταμένες μαζικές δολοφονίες και έτσι τον επόμενο μήνα, τον Οκτώβριο, ήδη καταμετρήθηκαν δύο μεγάλα σύνολα θυμάτων, το πρώτο με κρατούμενους από τη φυλακή Βέντας και ο δεύτερος στα τέλη εκείνου του μήνα, έγινε με κρατούμενους σε κελιά από διάφορα κρατητήρια.

Αρχίζει η εξόντωση

Τον Νοέμβριο του 1936, η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου αποφάσισε να προχωρήσει στη μαζική εξόντωση των «εχθρών» της. Αυτός ο όρος περιλάμβανε αδιάκριτα κάθε καθολικό, κάθε στρατιωτικό, κάθε ιερέα, κάθε φαλαγγίτη, κάθε μοναχή, κάθε μαθητής, κάθε επιχειρηματία, κάθε ενοικιαστής διαμερίσματος που ήταν ….. σε αντίθεση με τον θυρωρό, κάθε καλλιτέχνη που καταγγέλθηκε από τους «προοδευτικούς» του γείτονες, κάθε οικογένεια που προδόθηκε από την «επαναστατικά αφυπνισμένη» υπηρέτρια κ.λπ.

Στις 6 Νοεμβρίου 1936, η γνωστή βαθύπλουτη διανοούμενη φεμινίστρια και σοσιαλίστρια βουλευτής Μαργαρίτα Νέλκεν, γερμανοεβραϊκής καταγωγής (1894–1968) είχε μία συζήτηση με τον Γενικό Διευθυντή Ασφάλειας, Μανουέλ Μουνιόζ Μαρτίνεζ, που ανήκε στην στη Ρεπουμπλικανική Αριστερά, προτρέποντάς τον να δώσει εντολή παράδοσης των κρατουμένων που επρόκειτο να εκτελεστούν σε αυτήν. Ο Μανουέλ Μουνιόζ παρέδωσε επιστολή του στην βουλευτίνα του «Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος» - ΙΣΕΚ (Partido Socialista Obrero Español -PSOE) και μετέπειτα ανοικτά κομμουνίστρια, για τον διευθυντή των φυλακών Μοντέλο, διατάζοντας τον να παραδώσει τους κρατούμενους που ήθελε σε ποσοστό τους που έκρινε ως κατάλληλο. Αυτή η πράξη είχε τεράστια βαρύτητα, καθώς ολόκληρος διευθυντής της Κρατικής Ασφάλειας, παραχώρησε σε μια βουλευτίνα, κάποιους από τους συλληφθέντες «αντιδραστικούς» για να τους οδηγήσει ανενδοίαστα στο ολοκαύτωμα.

Στις αρχές Νοεμβρίου τα εθνικά στρατεύματα βρίσκονταν κοντά στη Μαδρίτη. Ο Ιταλός κομμουνιστής από την Τεργέστη, Βιτόριο Βιδάλι – Γιάκομπο Χούρβιτς, (συνιδρυτής του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και στέλεχος της Κομιντέρν) που συμμετείχε στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο με τα ονόματα «Κάρλος Κοντρέρας» και «Κομαντάντε Κάρλος», πρώτα ως πολιτικός επίτροπος του 5ου Συντάγματος, και αργότερα καταλαμβάνοντας διάφορες σημαντικές θέσεις στην Πολιτική Επιτροπεία του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος απέκτησε την φήμη ότι «πυροβολούσε δειλούς» και διεξήγαγε μια «επιχείρηση καθαρισμού» στις οπισθοφυλακές (διότι δεν βρισκόταν ποτέ στην εμπροσθοφυλακή) δήλωσε: «Ο ανόητος πανικός, η αδικαιολόγητη αποθάρρυνση, η δυσπιστία
προς το λαό είναι οι αιτίες της σημερινής κατάστασης. Είναι βέβαιο ότι για την εξάλειψη αυτών των αιτιών πρέπει να εξαλειφθούν άνδρες. Πρέπει να πυροβολούμε χωρίς έλεος αυτούς που απλώς προφέρουν φράσεις όπως αυτές: “Η αεροπορία μας δεν μας υπερασπίζεται”, “Πηγαίνω στη Μαδρίτη για να ενημερώσω”, “Οι άλλοι σύντροφοι μας έχουν εγκαταλείψει” ».

Ο προικισμένος νεαρός Καρίγιο...

Κάτι πραγματικό υπήρχε σ΄αυτόν τον «πανικό», αφού η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου πήρε το απόφαση να φύγει από τη Μαδρίτη για να μετακομίσει στη Βαλένθια. Η υπεράσπιση της πρωτεύουσας της Ισπανίας αφέθηκε στον στρατηγό Μιάχα, με μεγάλη σοβιετική υποστήριξη. Άλλη
θεμελιώδης ανησυχία των κρατούντων ήταν να εξοντωθούν οι άνθρωποι που δεν επηρεάζονταν θετικά από το Λαϊκό Μέτωπο. Γι αυτό θα φρόντιζε ένας νεαρός σοσιαλιστής, ήδη στενά συνδεδεμένος εκείνη την εποχή με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας. Το όνομά του ήταν Σαντιάγκο Χοσέ Καρίγιο Σολάρες.
Ο Σαντιάγο Καρίγιο (1915-2012) ήταν ο μετέπειτα ιστορικός Ισπανός ηγέτης του ισπανικού ΚΚ, ένας από τους τελευταίους επιζώντες του Ισπανικού Εμφυλίου και από τους πρωτεργάτες της «μετάβασης» στη δημοκρατία. Αν και έζησε πολύ μεγάλο τμήμα της ζωής του στο εξωτερικό (ιδίως στη Γαλλία) ο Καρίγιο είχε πάντοτε κεντρικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ισπανίας στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, (ήταν γενικός γραμματέας του Κόμματος από το 1960 έως το 1982) ενώ κατόπιν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη γέννηση και ανάπτυξη του ευρωκομουνισμού. Μεγάλη υπήρξε κι η συνεισφορά του στη δύσκολη για τη χώρα του περίοδο της μετάβασης προς τη δημοκρατία μετά το θάνατο του Στρατάρχη Φράνκο.
Αρχικά, από το 1928, ο Καρίγιο εντάχθηκε στην Σοσιαλιστική Νεολαία, όπου παρέμεινε έως την συνένωσή της με την Κομμουνιστική Νεολαία το 1936, οπότε και εξελέγη πρώτος γραμματέας της νεοπαγούς οργάνωσης. Τον Ιούλιο του ιδίου έτους πέρασε στο Κομμουνιστικό Κόμμα (PCE). Παρά το νεαρό της ηλικίας του, ο Καρίγιο διαδραμάτισε καίριο ρόλο στην πολιτική σκηνή της Μαδρίτης μετά το κίνημα της 18ης Ιουλίου 1936, ενώ αναρριχήθηκε τάχιστα στα ανώτατα κομματικά αξιώματα. Ως αντιπρόσωπος της Δημόσιας Τάξης και μέλος της Επιτροπής Αμύνης της Μαδρίτης από τις 6 Νοεμβρίου 1936, ο Καρίγιο θεωρήθηκε απόλυτα υπεύθυνος για την κατακρεούργηση των κρατουμένων στο Παρακουέλιος της Μαδρίτης στις 7 και 8 Νοεμβρίου, αν και πάντοτε υποστήριζε πως αυτή η πράξη υπήρξε «έργο ανεξέλεγκτων στοιχείων των Δημοκρατών» οπότε αυτός δεν είχε καμία ευθύνη.
Γεννήθηκε στη Χιχόν (Αστούριες) το 1915. Ο πατέρας του Βενσεσλάο υπήρξε σημαντικός ηγέτης του PSOE και της «Γενικής Ερτγατικής Ένωσης»- «Unión General de Trabajadores» (UGT). Η φιλία του Βενσεσλάο με τον αρχισοσιαληστή Φρανσίσκο Λάργκο Καμπαγιέρο, επέτρεψε στον Σαντιάγο να μπει στο τυπογραφείο της εφημερίδα του κόμματος «Ο Σοσιαλιστής» - «El Socialista». Το καλοκαίρι του 1933, οδήγησε μια επίθεση από τη Σοσιαλιστική Νεολαία με σκοπό δυσφήμησης μετριοπαθών μελών του PSOE επιβάλλοντας στη θέση του στον Καμπαγιέρο, με το παρατσούκλι «Ισπανός Λένιν». Το 1934 φυλακίστηκε στις 7 Οκτωβρίου, για τη συμμετοχή του στην επανάσταση των Αστούριας. Στη φυλακή ενίσχυσε τους δεσμούς με τον Καμπαγιέρο, καθώς και με τους Λοίς Αρσκουιστάιν και Χούλιο Αλβάρεζ ντελ Βάγιο, που τον κατεύθυναν προς τον σταλινισμό. Με την έλευση του Λαϊκού Μετώπου στην εξουσία αφέθηκε ελεύθερος. Στις 4 Απριλίου 1936 στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Πλάθα ντε λας Βέντας στη Μαδρίτη, πέτυχε την προαναφερθείσα συγχώνευση της νεολαίας σοσιαλιστών και κομμουνιστών, με παράγωγο αποτέλεσμα την JSU - «Ενωμένη Σοσιαλιστική Νεολαία», κομμουνιστικής τάσης.

Όταν έλαβε χώρα η Εξέγερση των Εθνικιστών, ο Καρίγιο βρισκόταν στο Παρίσι και χρειάστηκε ένα μήνα για την επιστροφή του στην Ισπανία, χωρίς αμφιβολία με μεγάλη προσοχή ώστε να μην διατρέξει κανέναν κίνδυνο. Φαίνεται ότι δεν σπατάλησε ποτέ την … μεγάλη αξία του, αφού αν και προβλήθηκε επανειλημμένα ότι ήταν στο μέτωπο, δεν υπάρχει καμία πηγή των χρόνων του εμφυλίου που να το επιβεβαιώνει. Αντίθετα, η «El Socialista» από τις σελίδες της τον κατηγόρησε για δειλία, τόσο το καλοκαίρι του 1936 όσο και κατά τη διάρκεια της επανάστασης τον Οκτώβριο του 1934, έως σημείου «να αδειάζει το έντερο του, εκτός του χώρου που προορίζεται για τέτοιες ανάγκες, γεγονός που συνέβη στο στούντιο ενός καλλιτέχνη, φοβισμένος από τον κίνδυνο της σύλληψης».

Στις 3 Νοεμβρίου 1936, η κυβερνητική εφημερίδα «Η Φωνή» («La Voz») έκανε την εξής έκκληση: «Περισσότεροι από εκατό χιλιάδες καμουφλαρισμένοι φασίστες πρέπει να πυροβοληθούν στη Μαδρίτη, κάποιοι βρίσκονται στην οπισθοφυλακή, άλλοι στη φυλακή. Ούτε μια “πέμπτη φάλαγγα” δεν πρέπει να μείνει ζωντανή. Αποτρέψτε τους να μας επιτεθούν από πίσω. Πρέπει να τους δώσουμε τη χαριστική βολή πριν μας την δώσουν αυτοί».

Την 4η, αφού συνέστησε λαϊκό δικαστήριο στις φυλακές του Πορλιέ, οι στρατιωτικοί που βρίσκονταν στη φυλακή έλαβαν εντολή να βγουν στο δρόμο και να ενταχθούν στον Κόκκινο Στρατό. Μόνο τέσσερις το δέχτηκαν ανάμεσα σε εκατό κρατούμενους, τριάντα επτά από τους οποίους ήταν στρατιωτικοί. Οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με φορτηγά στην Τσιντσίλα όπου εξοντώθηκαν με πυροβολισμούς από μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος το επόμενο πρωί δίπλα στο Νεκροταφείο Ρίβας – Βασιαμδρίδ. Οι κομμουνιστές ήταν αυτοί που ήλεγχαν την άμυνα της Μαδρίτης, ζητώντας από την Φυλακή Μοντάλο καταλόγους των φυλακισμένων στρατιωτικών. Προχώρησαν έτσι στην πρώτη συγκομιδή της ομάδας του Σαν Αντόν, με αποτέλεσμα σαράντα δολοφονηθέντες στρατιωτικούς.

Ο Καρίγιο διορίστηκε Υπουργός Δημόσιας Τάξης

Στις 6 Νοεμβρίου 1936, ο Ενρλικε Κάστρο Ντελγκάδο, αρχηγός του κομμουνιστικού 5ου Συντάγματος, δέχτηκε τον Καρίγιο, ο οποίος είχε ήδη ζητήσει να ενταχθεί στο ΚΚ, ονομάζοντάς τον
Σύμβουλο Δημόσιας Τάξης. Την ίδια μέρα, ο Μιχάλι Κολτσόβ, πράκτορας της Cominterm στην
Ισπανία, διέταξε την εκτέλεση όλων των κρατουμένων που βρίσκονταν στις φυλακές της Μαδρίτης.
Ο Ενρίκε Κάστρο τηλεφώνησε στον Επίτροπο Κάρλος Κοντρέρας για να του πει: «Προβετε στη σφαγή. Ανηλεώς. Η πέμπτη φάλαγγα για την οποία μίλησε ο Μόλα πρέπει να καταστραφεί πριν
να αρχίσει να κινείται. Μην σε πειράζει αν κάνεις λάθος! Υπάρχουν φορές που κάποιος
στέκεται μπροστά σε είκοσι άτομα. Ξέρει ότι ο προδότης είναι ανάμεσά τους, αλλά δεν ξέρει ποιος είναι. Τότε προκύπτει πρόβλημα συνείδησης και κομματικό πρόβλημα. Με καταλαβαίνεις;». Ο Κοντρέρας τον κατάλβε τέλεια…..

Αντιμέτωποι με την επικείμενη πτώση της πρωτεύουσας στα χέρια των Εθνικιστών, των οποίων ο στρατός ήταν στα περίχωρα της πόλης, άρχισε να λειτουργεί το Διοικητικό Συμβούλιο Άμυνας της Μαδρίτης, ως Υπουργείο Δημόσιας Τάξης που ανέλαβε ο Σαντιάγο Καρίγιο με τον Χοσέ Καζόρλα Μάουρε (πρώην οδηγό) να ενεργεί ως αναπληρωματικός.
Στις 7 Νοεμβρίου 1936, άρχισε η μαζική εξόντωση, με τον Καρίγιο να αναλαμβάνει, σύμφωνα με όσα επισημαίνει στα «Απομνημονεύματα» του, «την καταπολέμηση της πέμπτης φάλαγγας». Και έτσι, μεταξύ εννέα και δέκα το πρωί εκείνης της ημέρας,
διώροφα λεωφορεία έφτασαν στη φυλακή Μοντέλο. Εξήχθησαν περισσότεροι από εξήντα κρατούμενοι και οδηγήθηκαν στο Παρακουέγιος ντελ Χαράμα. Από τα θύματα αφαιρέθηκε κάθε αποσκευή και τα έδεναν με σχοινί ανά δύο ή με τα χέρια πίσω από την πλάτη. Αναγκάστηκαν να κατέβουν, τους διέταξαν να περπατήσουν στους συλλογικούς τάφους – τάφρους, προετοιμασμένους εκ των προτέρων. Μόλις βρέθηκαν στην άκρη των τάφρων, μια ομάδα σαράντα πολιτοφυλάκων άνοιξε πυρ εναντίον των αιχμαλώτων και μετά τους δόθηκε η χαριστική βολή. Περίπου διακόσιοι νεκροθάφτες στρατολογήθηκαν από τους «φασίστες», από τις κοντινές πόλεις, πέταξαν τα πτώματα στα χαντάκια και στη συνέχεια τα σκέπασαν με χώμα.

Συναθροίσεις και εκτελέσεις στο Παρακουέγιος ντελ Χαράμα

Οι εκτελέσεις διαδέχονταν η μία την άλλη με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Η πρώτη, όπως αναφέρθηκε, πραγματοποιήθηκε στις 7 Νοεμβρίου. Το δεύτερο κύμα ακολούθησε από 8 έως 17 Νοεμβρίου και από εδώ και πέρα πραγματοποιήθηκαν αληθινά κύματα μαζικών δολοφονιών. Όλα αυτά, υπό την εντολή και την ευθύνη του γενοκτόνου Καρίγιο, όσο διαρκούσαν αυτές οι δολοφονίες μέχρι που διορίστηκε Διευθυντής Φυλακών, ο αναρχικός Μελτσόρ Ροντρίγκεζ, ο οποίος απαγόρευσε αυστηρά τις αθροιστικές εκκενώσεις των κρατουμένων, εκδιώκοντας από τις φυλακές τους … γεναίους και πιστούς δημοκράτες πολιτοφύλακες της οπισθοφυλακής.

Η τελευταία μαζική εκκένωση φυλακής και εκτέλεση πραγματοποιήθηκε υπό τον Ζεγούντο Σεράνο Πονσέλα, άμεσο υφιστάμενο του Καρίγιο , έγινε στις 3 Δεκεμβρίου 1936. Με την άφιξη του Μελτσόρ Ροντρίγκεζ η «κατασταλτική» καριέρα του υποκριτή Σαντιάγο Καρίγιο και των συνεργατών του υπέστη θανατηφόρο πλήγμα. Ο Καρίγιο περιορισμένος στην άσκηση των κατασταλτικών λειτουργιών του, αποχώρησε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Άμυνας στα τέλη Δεκεμβρίου 1936. Την 1η Μαρτίου 1937, ο αναρχικός Μελτσόρ Ροντρίγκεζ, αποκληθείς από τους κρατουμένους «κόκκινος άγγελος» αποπέμφθηκε από τη θέση του ως γενικός επόπτης των Φυλακών της Μαδρίτης.

Ανέξοδη τόλμη και θρασύτατη αναίδεια του … μεγάλου Καρίγιο

Σε μια συνέντευξη του ελεεινού Καρίγιο στον ιστορικό Ίαν Γκίμπσον το έτος 1983, ο σήμερα τιμώμενος υπερδημοκράτης «δον» Σαντιάγο …. αρνήθηκε τη συμμετοχή του στη σφαγή, λέγοντας ότι: «Το Παρακουέγιος για μένα είναι ένα όνομα, ένα όνομα που δεν ήξερα μέχρι... Ειλικρινά δεν ήξερα ότι υπήρχε το Παρακουέγιος. Μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά ζώντας στη Μαδρίτη, ήξερα ότι υπήρχε το Βαγιέκας, ότι υπήρχε το Λας Βέντας, το Τετουάν, ότι υπήρχε το Τσαμαρτίν, αλλά το Παρακουέγιος ντελ Χαράμα .. ούτε το όνομα ήξερα, ούτε το όνομα...»

Οι σφαγές που διέπραξε ο δειλός και «ξεχασιάρης» γενοκτόνος Καρίγιο, συνέβησαν μεταξύ 7 Νοεμβρίου και 4 Δεκεμβρίου του 1936, υπολογίζονται δε από τον ιστορικό Ραμόν Σάλας Λαραθάμπαλ (που για την αντικειμενικότητά του έχει κερδίσει την τιμώμενη θέση μεταξύ των ιστορικών του ισπανικού εμφυλίου πολέμου) ως εξής: «Από τους 8.000 νεκρούς τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο, περίπου 15 τοις εκατό απομειώθηκαν πριν από τις 8 του Νοεμβρίου, εκ των οποίων 1.000 σε στρογγυλούς αριθμούς την 7η και περίπου 400 μεταξύ 1 και 6. Αυτό σημαίνει ότι κατά την περίοδο ευθύνης του Καρίγιο ήταν περίπου 7.000 άνθρωποι από τη Μαδρίτη που εκτελέστηκαν χωρίς καμία δίκη μπροστά στα τείχη οποιουδήποτε νεκροταφείου στα περίχωρα της Μαδρίτης και με προτίμηση στο Παρακουέγιος ντελ Χαράμα. Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός που κανείς δεν μπορεί ποτέ να αμφισβητήσει». Αυτές οι εγκληματικές πράξεις, μαζί με τη σφαγή πολιτικών κρατουμένων που έλαβε χώρα στη φυλακή Μοντέλο στη Μαδρίτη τον Αύγουστο του 1936, είναι γεγονότα που συνέβησαν, δεν εφευρέθηκαν από τη «φασιστική προπαγάνδα», αλλά θα μπορούσε αν επαληθευτούν να βλάπτουν σοβαρά το κύρος και την εικόνα της Δημοκρατίας, τόσο στην Ισπανία όσο και στο εξωτερικό, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις περίφημες και διακηρυγμένες αρχές της ελευθερίας, δημοκρατίας και δικαιοσύνης.

Επιθεώρηση «Στρατάρχης Φράνκο»
Εντουάρντο Παλομάρ Μπαρό



Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ