ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

Σήμερα, δεν υπάρχει πλέον Μοναρχία στη Ρωσική Γη.
Αυτό όμως δεν έχει μεγάλη σημασία.
Οι Ρώσοι, σε κραυγαλέα πράγματι αντίθεση με τους Αμερικανούς και τους Δυτικοευρωπαίους, δεν επιζητούν την «Ελευθερία» (Liberty) αλλά την «Αλήθεια» (Правда).
Με αυτό το ψυχοπνευματικό δεδομένο, μέσα στις σημερινές πολύμορφες ζυμώσεις και ανακατατάξεις, θα αναχθεί τελικώς η Μόσχα σε Τρίτη Ρώμη της Χριστιανικής Οικουμένης;


Η «ΤΡΙΤΗ ΡΩΜΗ» - μέρος 3

Στις ημέρες μας δεν υπάρχει ούτε ένα πρακτικό, ένα έγγραφο ή μια καταγεγραμμένη ομιλία εκπροσώπων της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με την έκφραση έστω και ελαχίστου υπαινιγμού περί δήθεν επιθυμίας των Ρώσων να καθυποταχθούν οι άλλες αδελφές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και να «ανυψωθεί η Ρωσική Ορθόδοξος Εκκλησία υπεράνω αυτών». Αυτό το γεγονός, όπως και το εξόχως ανεπίκαιρο της ιδέας «Μόσχα – Τρίτη Ρώμη» στην τρέχουσα σύγχρονη διεθνοπολιτική αλλά και εκκλησιαστική κατάσταση το έχει υποδείξει επανειλημμένως ο προκαθήμενος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Κύριλλος (κατά κόσμον Βλαντίμηρ Μιχάϊλοβιτς Γκουντιάγιεφ), Πατριάρχης Μόσχας και Πασών των Ρωσιών.

Την τελευταία δεκαετία η μεθοδικά προωθούμενη από τους δυτικοαμερικανούς οφθαλμαπάτη της νέας «ρωσοσλαβικής απειλής» κατέστη τόσον ισχυρή, ώστε επηρέασε ακόμη και τους Έλληνες επιστήμονες, οι οποίοι μάλιστα αποφεύγουν να χρησιμοποιούν την ιστορική ονομασία («Ῥωσικόν») «ρωσική» για την Αγιορείτικη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Ενώ στη σημερινή καταστροφική αντιπαράθεση με το Πατριαρχείο Μόσχας εξαιτίας της Ουκρανίας, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος (Δημήτριος Αρχοντώνης, έφεδρος λοχαγός του τουρκικού στρατού) και οι ομόφρονες ακόλουθοί του, επιδιώκουν παθιασμένα να «παίξουν το χαρτί» μιας όψιμης, δήθεν εθνικής «ελληνικής αλληλεγγύης», καλώντας διαρκώς και επιμόνως τους Έλληνες ιεράρχες των άλλων κατά τόπους Εκκλησιών να συνταχθούν με την προφανώς αντικανονική και υποκινούμενη πλευρά τους.

Στη βάση αυτής της φοβικής καχυποψίας και δόλιας υποκριτικής, η οποία καθορίζει την εκκλησιαστική πολιτική της Κωνσταντινουπόλεως, καθιστώντας την όλως καταστροφική για την Ορθοδοξία, βρίσκεται σαφέστατα η σκόπιμη και ποικιλότροπα προωθούμενη πλήρης παρερμηνεία της ουσίας της ιδέας «Μόσχα – Τρίτη Ρώμη», την οποίαν ορισμένοι Έλληνες ιεράρχες χαρακτηρίζουν «ὕβριν» καί «βλασφημία», αποκαλώντας την ανερυθρίαστα έως και «σατανική και ιμπεριαλιστική θεωρία» !

Ο Γέροντας Φιλόθεος, ο οποίος διατύπωσε την Περί Τρίτης Ρώμης ρήση του πριν από 500 χρόνια, διαπίστωσε απλώς την ιστορική πραγματικότητα εκείνης της εποχής: Την εξάλειψη από τον χάρτη του κόσμου όλων των ορθοδόξων κρατών, πλην της Ρωσίας της Μοσχοβίας και την καθυπόταξη όλων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών (συμπεριλαμβανομένου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως) στην εξουσία αλλοθρήσκων κυβερνητών. Όμως το σπουδαιότερο είναι, ότι το δόγμα της Τελευταίας Βασιλείας, ούτε τότε, αλλά ούτε και μεταγενέστερα δεν υποδήλωσε κάποιαν αξίωση της Ρωσίας, ούτε επί της πολιτικής κληρονομιάς του Βυζαντίου, ούτε, πολύ περισσότερο, επί της παγκόσμιας κυριαρχίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο: Η «Τρίτη Ρώμη» είναι πρωτίστως μια μυστικιστική απεικόνιση του «Τελευταίου Κράτους» στην παγκόσμια ιστορία, του οποίου οι κυβερνώντες επωμίζονται την ύψιστη ηθική ευθύνη για τις τύχες ολόκληρης της ανθρωπότητας και οφείλουν να προσβλέπουν όχι σε πρόσκαιρα πλούτη, στην ισχύ και στη δόξα «του κόσμου τούτου», αλλά αποκλειστικά και μόνο στον Παντοδύναμο Θεό.

Υπενθυμίζεται ότι δεν είναι λίγες οι ευρωπαϊκές χώρες που υιοθέτησαν την Ορθοδοξία από το Βυζάντιο και έτσι δέχτηκαν ως θεμέλιο της φιλολογικής και πνευματικής τους πολιτιστικής παράδοσης ολόκληρη τη βυζαντινή λειτουργία μεταφρασμένη, καθώς και την ιδέα μιας Χριστιανικής Οικουμενικής Αυτοκρατορίας που μεριμνούσε για την ενότητα της Χριστιανοσύνης. Όμως απ' όλες αυτές τις χώρες, μόνον η Ρωσία έμεινε τελικά απρόσβλητη από την τουρκική κατάκτηση. Επομένως, από ιστορική σκοπιά, το πρόβλημα της Ρωσίας ως ενός «Βυζαντίου μετά το Βυζάντιο» [«Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο» είναι έργο του Ρουμάνου συγγραφέα και πολιτικού Νικολάε Γιόργκα, που δημοσιεύθηκε αρχικά στα γαλλικά το 1935. Έχει μεγάλη επικαιρότητα καθώς συμβάλλει στην κατανόηση των πολιτικών, κοινωνικών, πολιτιστικών συνθηκών, και αποκαλύπτει το πνευματικό υπόβαθρο της ιστορίας της πολυτάραχης περιοχής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης], είναι ολότελα διαφορετικό για τη Ρωσία σε σχέση με τα βαλκανικά κράτη. Το Βυζάντιο, αγαπημένο ή μισούμενο, διαδραμάτισε εξόχως αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της Ρωσίας, από τη γέννησή της ως τη στιγμή που μετατράπηκε σε μιαν αυτοκρατορική υπερδύναμη, σε έναν κρίσιμο γεωπολιτικό παράγοντα παγκόσμιας βαρύτητας.

Ο εκχριστιανισμός της πριγκίπισσας Όλγας (957), και αργότερα του εγγονού της Βλαδίμηρου (988-989), στάθηκε η δραστική απαρχή ώστε, η «γη των Ρως », που εκτεινόταν από τα Καρπάθια όρη μέχρι τον Βόλγα και από το Νοβγκορόντ μέχρι τις στέπες που κατοικούνταν από τους Μογγολογενείς Χαζάρους και Πετσενέγους, να γίνει μέρος της «Βυζαντινής Κοινοπολιτείας», χωρίς όμως να καταστεί ποτέ και τμήμα της Αυτοκρατορίας.

Οι Ρώσοι πρίγκιπες αναγνώριζαν απόλυτα την οικουμενική και ηθική υπεροχή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα της Ανατολής, όχι όμως και την πολιτική του ανωτερότητα. Παρ' όλα αυτά, η Εκκλησία της Ρωσίας ήταν διοικητικά εξαρτημένη από το Βυζάντιο επί αιώνες, (από το 988 μέχρι το 1448). Ο μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ρωσίας (κατά κανόνα Έλληνας) ήταν και πάντοτε διοριζόταν από την Κωνσταντινούπολη. Μόνο κατά την ύστερη περίοδο (δηλαδή στον 13ο και 14ο αιώνα) υπήρξε πλέον μια ομαλή εναλλαγή Ελλήνων και Ρώσων στην κεφαλή της ρωσικής Εκκλησίας. Οι Ρώσοι υποψήφιοι μάλιστα έπρεπε να ταξιδέψουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να ενθρονιστούν ως Μητροπολίτες !

Η Εκκλησία είχε τεράστια αίγλη και επιρροή, καθώς παριστούσε το μόνο διοικητικό οικοδόμημα που υπερέβαινε τα όρια της μεγάλης χώρας. Πράγματι, η Ρωσία του Κιέβου ήταν διοικητικά διαμελισμένη σε αντιμαχόμενες εμπόλεμες ηγεμονίες. Αργότερα, μετά την ολέθρια κατάκτηση των Μογγόλων (1237-1240), οι νοτιοανατολικές ηγεμονίες έγιναν τμήμα της Μογγολικής Αυτοκρατορίας με κέντρο το Πεκίνο (!), ενώ τα τμήματα που αργότερα έγιναν γνωστά ως Ουκρανία και Λευκορωσία περιήλθαν υπό λιθουανική και πολωνική κατοχή. Η ισχνή και αναιμική Βυζαντινή Αυτοκρατορία των Παλαιολόγων (1261-1453) δεν ήταν ικανή από μόνη της να επηρεάσει τις εξελίξεις στη Ρωσία, αλλά ασκούσε σαφώς έμμεση επιρροή μέσω των διπλωματικών δεσμών που είχε με τους Μογγόλους χαγάνους (τίτλος στη μογγολική γλώσσα συνώνυμος με τον τίτλο του αυτοκράτορα) οι οποίοι ήσαν εχθροί των συγγενών τους Τούρκων, αλλά και μέσω της συμμαχίας της με τους τολμηρούς Γενοβέζους, που ήλεγχαν το εμπόριο με την Άπω Ανατολή μέσω του Ευξείνου Πόντου.

Ο ιδιότυπος «άξονας» Μογγόλων – Γενουατών - Βυζαντινών εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, τα διπλωματικά προνόμια που παραχώρησε το Βυζάντιο μέσω της Εκκλησίας στη μεγάλη ηγεμονία της Μόσχας, η οποία και ξεκίνησε την πολιτική της άνοδο …. ως σύμμαχος των εχθρών της Μογγόλων ! Οι θρησκευτικοί παράγοντες έπαιξαν κι αυτοί τον ρόλο τους στην διαμόρφωση των πολιτικών επιλογών: Οι δυτικές ηγεμονίες, που βρίσκονταν υπό πολωνική και λιθουανική κατοχή, ήσαν περισσότερο επιρρεπείς στην πνευματική σαγήνη της λατινικής Χριστιανοσύνης. Παραμένει γεγονός ότι το 1386 Πολωνία και Λιθουανία, με τον πράγματι πολυάριθμο ορθόδοξο πληθυσμό τους, ενώθηκαν υπό το στέμμα ενός ρωμαιοκαθολικού βασιλιά. Όμως, νωρίτερα από αυτήν τη χρονολογία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε θεωρήσει πως η Ορθοδοξία ήταν πολύ πιο ασφαλής υπό την εξουσία των Μογγόλων (!), είχε δε υποστηρίξει τη μεταφορά της μητροπολιτικής έδρας από το Κίεβο στη Μόσχα.Κατά παράδοξο τρόπο, ενώ η Αυτοκρατορία συρρικνωνόταν ολοένα και περισσότερο, οι δεσμοί μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Ρωσικού Μητροπολιτικού Θρόνου γίνονταν ολοένα και πιο στενοί.

Αυτό το δρώμενο οφειλόταν στην πολύπλευρη δραστηριότητα δυναμικών Μητροπολιτών, όπως ο Κυπριανός (1375-1406), που ήταν Βούλγαρος και μαθητής και στενός φίλος του Ησυχαστή Πατριάρχη Φιλόθεου Κόκκινου, και ο Άγιος Φώτιος (1408-1431), που ήταν Έλληνας από τη Μονεμβασία και το Λείψανο του βρίσκεται αδιάφθορο στον Καθεδρικό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου του Κρεμλίνου. Ο περίφημος κεντητός «σάκκος» του Φωτίου, (ένα άμφιο που φορούσαν οι ορθόδοξοι και οι ελληνοκαθολικοί Επίσκοποι αντί για το φαήλιον του ιερέα. Το ένδυμα είναι χιτώνας με φαρδιά μανίκια, και διακριτικό μοτίβο τελειώματος. Φτάνει κάτω από τα γόνατα και δένεται στα πλαϊνά. Ομοιάζει με τη δυτική δαλματική , η οποία ομοίως παράγεται από την αρχοντική βυζαντινή ενδυμασία. Σάκκο φορούσε αρχικά ο Αυτοκράτορας, ως αυτοκρατορικό ένδυμα που συμβολίζει τον χιτώνα της ντροπής που φορούσε ο Χριστός κατά τη διάρκεια της δίκης του). Αυτή η περίτεχνη επισκοπική «δαλματική» του Φωτίου, η οποία έφερε περίοπτες τις εικόνες του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ιωάννη Η' και του Μεγάλου Πρίγκιπα Βασιλείου Α' της Μόσχας με τις συζύγους τους, αντιπροσωπεύει και κυριολεκτικά απεικονίζει σαφώς, το πολιτικό και θρησκευτικό πρόγραμμα το όποιο είχε αποστολή να εκπληρώσει ο Άγιος Φώτιος ως Μητροπολίτης Μόσχας: Να εξασφαλίσει τη συνεχή παρουσία της Ρωσίας ως προσφιλούς μέλους της Βυζαντινής Κοινοπολιτείας.

Η αποστολή αυτή αποσαφηνίζεται αρκετά καθαρά στη συχνά μνημονευόμενη επιστολή του Πατριάρχη Αντωνίου στον Βασίλειο Α', που γράφτηκε το 1393, λίγα χρόνια πριν από το διορισμό του Φωτίου: Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας είναι Αυτοκράτορας «των Ρωμαίων, δηλαδή όλων των χριστιανών, γιατί για τους χριστιανούς δεν είναι δυνατό να έχουν Εκκλησία και να μην έχουν Αυτοκράτορα». Αλλά όπως πρόσθεσε ο Πατριάρχης: «Οι χριστιανοί απορρίπτουν μόνον τους αιρετικούς Αυτοκράτορας, αυτούς που εμαίνοντο κατά της Εκκλησίας και εισήγαγον δόγματα διεφθαρμένα και ξένα προς την διδασκαλίαν των Αποστόλων και των Πατέρων». Όταν πέθανε ο Άγιος Μητροπολίτης Φώτιος (1431), οι βυζαντινές αρχές ήσαν βαθέως απασχολημένες με την προετοιμασία μιας ενωτικής Συνόδου, που είχε σκοπό να εξασφαλίσει άμεση σωτήρια δυτική βοήθεια για την αντιμετώπιση της τουρκικής προέλασης.

Για να εξασφαλίσει τη ρωσική υποστήριξη και δέσμευση, ένας καλοεκπαιδευμένος διπλωμάτης, ο Ισίδωρος, διορίστηκε μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ρωσίας, ενώ ο υποψήφιος του Μεγάλου Πρίγκιπα, ο επίσκοπος Ιωνάς του Ρυαζάν (που είχε έρθει κιόλας στην Κωνσταντινούπολη για να παραλάβει το διορισμό του) απορρίφθηκε ταπεινωτικά (1437-1438). Όμως η νομιμοφροσύνη της Ρωσίας απέναντι στο Βυζάντιο ούτε τότε κλονίστηκε. Ο Ισίδωρος έλαβε χρήματα, καθώς και μια μεγάλη ακολουθία από τον Μεγάλο Πρίγκηπα Βασίλειο Β', τον «Τυφλό», και ταξίδεψε μέχρι την Φλωρεντία για την εκεί Σύνοδο, ως εκπρόσωπος του Ρωσικού Μητροπολιτικού Θρόνου. Διαβάζοντας κάποιους ιστορικούς σύγχρονους της περιόδου, αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι ο Μοσχοβίτης Μέγας Πρίγκιπας περίμενε ανυπόμονα την ευκαιρία να υποσκελίσει το Βυζάντιο και να αναλάβει τη θέση του Αυτοκράτορα μιας «Τρίτης Ρώμης». Όμως τα προαναφερόμενα γεγονότα διόλου δεν συνηγορούν υπέρ αυτής της προκατειλημμένης άποψης.

Εξ άλλου η μεγάλη μοσχοβίτικη ηγεμονία του οίκου των Ρουρικιδών βρισκόταν ακόμη υπό ταταρομογγολική επικυριαρχία. Μόλις είχε ξεπεράσει μια μακρά και αιματηρή δυναστική διαμάχη, κατά τη διάρκεια της όποιας ο Βασίλειος Βασίλιεβιτς ο Β' τυφλώθηκε στον εμφύλιο πόλεμο από έναν ανταγωνιστή του προτού να αναλάβει εκ νέου το θρόνο του. Πέντε έτη πριν το 1453 που έγινε η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, ο Πατριάρχης της είχε πιεστεί στη Σύνοδο της Φλωρεντίας να αναγνωρίσει την κυριαρχία του Πάπα. Ο Βασίλειος Β΄ αμέσως το απέρριψε αυτό, κάνοντας τον αρχιεπίσκοπο Μόσχας Ιωνά, Πατριάρχη. Κατέστησε έτσι ανεξάρτητη την Εκκλησία της Ρωσίας από αυτήν της Κωνσταντινούπολης, πράγμα που ενίσχυσε τη χώρα. Έτσι επήλθε, σχεδόν «αποκαλυπτικά», η εθνική, αυτοεπιβεβαίωση της Ρωσίας. Προέκυψε ως αντίδραση στη Φλωρεντία και στην κατοπινή Άλωση της Κωνσταντινούπολης, μάλιστα δε επήλθε με αργό ρυθμό, χωρίς να λάβει ποτέ τη μορφή μιας επίσημης και τυπικής «translatio imperii» από την Κωνσταντινούπολη στη Μόσχα. [Η «Translatio imperii» / Μεταφορά Διακυβέρνησης είναι μια ιστοριογραφική έννοια που προήλθε από τον Μεσαίωνα, στην οποία η ιστορία θεωρείται ως μια γραμμική διαδοχή μεταβιβάσεων μιας αυτοκρατορίας, με την οποία επενδύεται η υπέρτατη δύναμη σε έναν μοναδικό κυβερνήτη, έναν «Αυτοκράτορα»].

Ο Ισίδωρος επέστρεψε στη Μόσχα από τη Φλωρεντία το 1441, ως …. καρδινάλιος της Ρωμαϊκής Εκκλησίας (!), αφού ταξίδεψε μέσω Ιταλίας, Ουγγαρίας και Πολωνίας. Οι Ρώσοι είχαν πληροφορηθεί και από τους αντιπροσώπους τους στη Φλωρεντία και από κύκλους της Κωνσταντινούπολης τα σχετικά με την αντίσταση του Μάρκου του Ευγενικού στις συνοδικές αποφάσεις και την αποκήρυξη μιας πλειοψηφίας Ελλήνων συμμετασχόντων η οποία επακολούθησε. Έτσι η απόφαση του Μεγάλου Πρίγκιπα να απορρίψει τον Ισίδωρο δεν εσήμαινε κάποιαν εξέγερση εναντίον του Βυζαντίου. Μάλλον βασιζόταν στην (μάταιη) προσμονή μιας ορθόδοξης ανασυγκρότησης - αναγέννησης στο Βυζάντιο.

[Ο Μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός (1393-1445), υπήρξε και μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές και θεολογικές προσωπικότητες της εποχής του. Θεωρείται ο κύριος παράγοντας της αποτυχίας της ένωσης της Δυτικής και της Ανατολικής Εκκλησίας στη σύνοδο της Φλωρεντίας, όπου ήταν και ο μόνος που αρνήθηκε εμφατικά να υπογράψει. Υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος των ανθενωτικών, προτείνοντας ακραίες λύσεις για την αποφυγή της ένωσης των δύο εκκλησιών («καλύτερα σκλαβωμένα σώματα στους Τούρκους, παρά σκλαβωμένο πνεύμα στον αιρετικό πάπα»). Για τον λόγο αυτόν εκδιώχτηκε από την αυτοκρατορική αυλή, που επεδίωκε μιαν άμεση συμβιβαστική λύση του ζητήματος για την αντιμετώπιση του οθωμανικού κινδύνου. Μετά τον θάνατο του τελευταίου εθνομάρτυρα Βυζαντινού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και την άνοδο από τον Μεχμέτ στον πατριαρχικό θρόνο του φιλότουρκου ανθενωτικού Πατριάρχη Γεννάδιου Σχολάριου ο οποίος υπήρξε μαθητής του Μάρκου, ανακηρύχθηκε σε Άγιο.]

Σε μιαν επιστολή ενδεικτική του μεγάλου σεβασμού του προς τον πρόσφατα εκλεγμένο Πατριάρχη Μητροφάνη (που υποστήριξε κατ' αρχήν τη Φλωρεντία, αλλά δεν ήταν σε θέση να διακηρύξει επίσημα την Ένωση των Εκκλησιών) ο Μέγας Πρίγκιπας ζήτησε την άδεια να εκλέξει Μητροπολίτη σε ρωσικό έδαφος: «Ικετεύουμε την πανιερότατη μακαριότητα σας να εξετάσει τους ιερούς και θείους κανόνες της Ελληνικής Εκκλησίας [...] και να εγκρίνει ώστε να πραγματοποιηθεί ορισμός μητροπολίτη στην ίδια του τη χώρα». Καμία απάντηση δεν ήρθε, και οι Ρώσοι περίμεναν επτά χρόνια προτού να προβούν, το 1448, στον ανεξάρτητο διορισμό του Ιωνά του Ρυαζάν ως Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ρωσίας, δηλαδή του …. αρχικού ίδιου υποψηφίου που είχε προηγουμένως απορριφθεί !

Μετά την επίσημη απονομή του μητροπολιτικού τίτλου στον Ιωνά από τον Πολωνό βασιλιά Κάζιμιρ τον Δ', ο διορισμός του Ιωνά αναγνωρίστηκε ως νόμιμος όχι μόνον από τη Μοσχοβία, αλλά και από τις Επισκοπές που βρίσκονταν στην πολωνολιθουανική επικράτεια.Σε μιαν άλλη επιστολή που απευθύνθηκε το 1451 στον νέο Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνο Παλαιολόγο (καθώς δεν υπήρχε Πατριάρχης τη χρονιά εκείνη στην Κωνσταντινούπολη, επειδή ο Ουνίτης κάτοχος του πατριαρχικού τίτλου, Γρηγόριος Μάμμας, …είχε καταφύγει στη Ρώμη !), ο Μέγας Πρίγκιπας υποσχέθηκε ότι, από τη στιγμή που θα υπάρξει ορθόδοξος Πατριάρχης, «θα είναι καθήκον μας να του γράψουμε [...] και να του ζητήσουμε την ευλογία του σε όλα τα ζητήματα».

Τα τραθματικά γεγονότα της Κωνσταντινούπολης που ακολούθησαν είναι πολύ γνωστά: Η Ένωση κηρύχθηκε επίσημα στην Αγία Σοφία τον Δεκέμβριο του 1452 και η Πόλη έπεσε τον Μάιο του 1453.

Συνεπώς, τα χαρακτηριστικά της επίσημης στάσης των Ρώσων για τα έτη 1439-1453 υπήρξαν η κατηγορηματική απόρριψη της Φλωρεντίας, αλλά συνάμα και λεπτότητα και επιφυλακτικότητα απέναντι στις απελπισμένες και κλονιζόμενες αρχές της Κωνσταντινούπολης. Οι ανεπίσημες ωστόσο αντιδράσεις συχνά έπαιρναν διαφορετική τροπή. Προέρχονταν κυρίως από τους Ρώσους κληρικούς που είχαν συνοδέψει τον Ισίδωρο στην Ιταλία και είχαν ακολουθήσει τον αρχηγό τους στην αναγνώριση της Ένωσης. Ο Ρώσος Επίσκοπος του Σουζντάλ Αβραάμιος είχε πράγματι υπογράψει την απόφαση. Οι Έλληνες, που επίσης είχαν υπογράψει, αλλά τελικά είχαν υπαναχωρήσει, επικαλέστηκαν τις ψυχολογικές και υλικές πιέσεις που δέχθηκαν από τους Λατίνους. Οι Ρώσοι απέδωσαν τις αιτιάσεις στα «πλάγια μέσα» του Ισιδώρου, καθώς και στην «προδοσία» των αβαθών και δειλών Ελλήνων. Τονίζεται ότι ήδη το 1393 ο Πατριάρχης Αντώνιος είχε καλέσει τους Ρώσους να επιδείξουν νομιμοφροσύνη απέναντι στο ορθόδοξο Βυζάντιο, αλλά είχε εξίσου αναγνωρίσει και την ανάγκη να «απορριφθούν οι αιρετικοί Αυτοκράτορες».

Το επιχείρημα αυτό φαινόταν τώρα να βρίσκει την πλήρη έκφραση του στην τραγική κατάσταση μετά το 1439 : Ένας πολέμιος της Ένωσης, απευθυνόμενος στον Ιωάννη Η' Παλαιολόγο που την είχε υπογράψει του έγραφε : «Ω μεγάλε κυρίαρχε Αυτοκράτωρ, γιατί πήγες μαζί τους; [...] Αντάλλαξες φως με σκοτάδι. Aντί για τoν Θείο Νόμο, δέχτηκες την πίστη των Λατίνων [...]. Εσύ που πριν ήσουν ο εκφραστής της ευσέβειας, τώρα γίνεσαι o σπορέας των σπόρων του κακού». Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν υπήρχε άλλος εκτός από τον Μεγάλο Πρίγκιπα της Μόσχας για να θεωρηθεί αναγκαστικά ως ο «νέος Κωνσταντίνος», ο σωτήρας της Ορθοδοξίας .

Όμως το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε για να εξυψώσει όχι μόνο τη Μόσχα αλλά και άλλα ρωσικά εκκλησιαστικά κέντρα, όπως για παράδειγμα το Τβερ : Εκεί ο πρίγκιπας Μπόρις Αλεξάντροβιτς είχε επίσης στείλει εκκλησιαστικό αντιπρόσωπο στη Σύνοδο και μετά την απόρριψη της πίστης των Λατίνων, είχε θεωρηθεί από έναν πολέμιο της Ένωσης άξιος του Αυτοκρατορικού διαδήματος .

Στα χρόνια του αρχιεπισκόπου Γενναδίου (1484-1509), εμφανίστηκε στο Νόβγκοροντ μια περίεργη ρωσική και ρωσοκεντρική παραλλαγή της «Δωρεάς του Κωνσταντίνου», ο θρύλος του «λευκού επικαλύμμαυκου». Σύμφωνα με τον θρύλο, ένα λευκό επικαλύμμαυκο («κλομπούκ») είχε δωρηθεί από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο στον πάπα Συλβέστρο, ύστερα από το βάπτισμα του Αυτοκράτορα. Ο τελευταίος ορθόδοξος Πάπας, προβλέποντας την πτώση της Ρώμης στην αίρεση, έστειλε το επικαλύμμαυκο για ασφαλή φύλαξη στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεο, ο οποίος τελικά (προβλέποντας με τη σειρά του την «προδοσία» της φλωρεντινής Συνόδου) έστειλε το πολύτιμο κειμήλιο στον αρχιεπίσκοπο του Νόβγκοροντ. Έτσι, όχι μόνον η Μόσχα, αλλά και το Τβερ και το Νόβγκοροντ διεκδικούσαν πλέον σε κάποιον βαθμό το δικαίωμα να είναι κληρονόμοι της «Ρώμης» και κέντρα της αληθινής χριστιανικής πίστης.

[Η Δωρεά του Κωνσταντίνου (Constitutum Donatio Constantini) είναι ένα πλαστό ρωμαϊκό διάταγμα (έδικτο), το οποίο υποτίθεται ότι εξέδωσε ο Αυτοκράτορας και Άγιος Κωνσταντίνος Α' το 324 μ.Χ., με το οποίο …. δώριζε στον Πάπα της Ρώμης Συλβέστρο Α' και τους διαδόχους του την κυριαρχική και πνευματική εξουσία της Ρώμης, της Ιταλίας και όλης της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σε συνάρτηση με τη θρυλούμενη ψευδή «Δωρεά» αναφέρεται και η παράδοση πως ο Κωνσταντίνος βαπτίστηκε από τον Πάπα Συλβέστρο στο Λατερανό, παράδοση καθ' όλα ψευδής !]

Όπως έδειξαν ο Πρωθιερέας Καθηγητής Γεώργιος Βασίλιεβιτς Φλορόφσκι και άλλοι Ορθόδοξοι Θεολόγοι και Ιστορικοί, η θεωρία της Μόσχας ως «Τρίτης Ρώμης» διαμορφώθηκε μέσα σε ένα ιδιάζον «αποκαλυπτικό» πλαίσιο: Για τον Φιλόθεο η Μόσχα δεν ήταν μόνο η «Tρίτη» αλλά, ακόμη πιο σημαντικά, η «Έσχατη» Ρώμη, γι αυτό και καλούσε τον Μεγάλο Πρίγκιπα σε μετάνοια και χριστιανική αρετή, προβάλλοντας ως κίνητρο των εκκλήσεων του την επικείμενη έλευση της Δευτέρας Παρουσίας. Βεβαίως από πολιτική σκοπιά, οι εκκλήσεις του πολύ μικρή ανταπόκριση βρήκαν στην πράξη.

Οι Μοσχοβίτες ηγεμόνες είχαν ήδη εισέλθει στη διαδικασία οικοδόμησης και συγκρότησης μιας εθνικής Αυτοκρατορίας, διαπνεόμενοι ευρύτατα από πρότυπα και ιδέες της Δυτικής Αναγέννησης, άρα συνεπώς μη αποδίδοντες μεγάλη προσοχή στις ποικίλες αποκαλυπτικές θεωρίες. Η θεωρία της «Τρίτης Ρώμης», ή εκείνη της μεταφοράς αυτοκρατορικής διακυβέρνησης από την Κωνσταντινούπολη στη Μόσχα, ποτέ δεν είχαν γίνει αποδεκτές ως κάποια επίσημη κρατική θεωρία.

Όπως προαναφέρθηκε, το 1472 ο Τσάρος (το σλαβικό αντίστοιχο του «καίσαρα») Ιβάν ο Γ' νυμφεύθηκε την πολύ καλλιεργημένη ανιψιά του τελευταίου Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, που είχε ζήσει στην Ιταλία και είχε γίνει μέτοχος της δυτικής παιδείας. Παρόλο που ο γάμος αναμφίβολα ενίσχυσε την αίγλη του, δεν εσήμανε παράλληλα και την ανάληψη του Αυτοκρατορικού τίτλου. Το πρακτικό αποτέλεσμα του γάμου αφορούσε στην εμφανή ουσιαστική αύξηση της ιταλικής επίδρασης στη Μοσχοβία. Τότε ξανακτίσθηκε το Κρεμλίνο από Ιταλούς αρχιτέκτονες Πιέτρο Αντόνιο Σολάρι και Μάρκο Ρούφο.Το 1547 ο Ιβάν Δ', εγγονός του Ιβάν Γ', στέφθηκε Τσάρος, σύμφωνα με ένα παραλλαγμένο βυζαντινό τελετουργικό, αλλά δεν έλαβε τον τίτλο του «Αυτοκράτορα των Ρωμαίων», όπως θα απαιτούσαν η μεταφορά της αυτοκρατορικής διακυβέρνησης και η θεωρία της «Τρίτης Ρώμης», αλλά τον τίτλο του «Τσάρου πάντων των Ρώσων». Επιπλέον, ζήτησε την επίσημη αναγνώριση του τίτλου του από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, στέλνοντας πλούσια δώρα στον Οικουμενικό θρόνο.

Η απάντηση ήλθε με τη μορφή δύο επιστολών του Πατριάρχη Ιωάσαφ (1555-1565). Στην πρώτη, ο Πατριάρχης εξέφραζε τις επιφυλάξεις του: Μόνον ο Πάπας της Ρώμης και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, όπως έγραφε, έχουν το δικαίωμα να στέφουν νόμιμα Αυτοκράτορες. Γι' αυτό και ο Τσάρος θα έπρεπε να στεφθεί εκ νέου από τον εκπρόσωπο του Πατριάρχη, το μητροπολίτη Ευρίπου και κομιστή της επιστολής. Το δεύτερο έγγραφο είχε τη μορφή συνοδικής πράξης που θα επικύρωνε τη στέψη, από τη στιγμή της τέλεσης της, και θα πρότεινε τη χάραξη ενός πρωτότυπου διαγράμματος το οποίο θα αποδείκνυε τη νομιμότητα του Ιβάν : Δεν ήταν παρά απόγονος της πριγκίπισσας Άννας, συζύγου του Αγίου Βλαδίμηρου και αδελφής του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Βασιλείου Β'. Η δεύτερη στέψη του Ιβάν δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Όμως το επεισόδιο αυτό αποτυπώνει τον διαρκή σεβασμό των αρχών της Μόσχας απέναντι στους παραδοσιακούς δεσμούς που υπήρχαν ανάμεσα στη Ρωσία και στη μητέρα - Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, σε πείσμα της οδυνηρής ρήξης του 1448-1453.

Ακριβώς η ίδια νομιμότητα επιδείχθηκε ανεπιφύλακτα στις διαδικασίες τις σχετιζόμενες με την ίδρυση του Πατριαρχείου της Μόσχας το 1589. Εμπρός στην απελπιστική ανάγκη άμεσης υλικής υποστήριξης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β' ταξίδεψε το 1588 μέχρι τη Μόσχα. Για τις ρωσικές αρχές αυτή ήταν μια απρόσμενη μεγάλη ευκαιρία για να εξετάσουν την πιθανότητα να διακηρύξουν την εγκαθίδρυση μιας «Τρίτης Ρώμης». Πράγματι, πρόσφεραν στον Ιερεμία μόνιμη εγκατάσταση στη Ρωσία, με έδρα την αρχαία πόλη του Βλαντιμήρ, η οποία κατ' αυτόν τον τρόπο θα γινόταν το κέντρο του ορθόδοξου κόσμου. Έτσι η απόρριψη αυτής της προσφοράς από τον Ιερεμία οδήγησε στην εύρεση μιας εναλλακτικής λύσης: Την ίδρυση ενός νέου Πατριαρχείου στη Μόσχα, όπως προαναφέραμε. Η πράξη υπογράφηκε από τον Ιερεμία κι επικυρώθηκε αργότερα από Συνόδους του 1590 και 1593, όπου έλαβαν μέρος και οι άλλοι Πατριάρχες, ιδιαίτερα ο ευφυής και δυναμικός Άγιος Μελέτιος Πηγάς Πατριάρχης Αλεξανδρείας (μία μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα του 16ου αιώνα, που διετέλεσε Πατριάρχης Αλεξανδρείας και τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου. Έχει ανακηρυχθεί άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία και η μνήμη του τιμάται στις 13 Σεπτεμβρίου.) Το ακριβές γράμμα αυτών των κειμένων προϋποθέτει σαφώς την παλινόρθωση μιας «πενταρχίας» Πατριαρχών, η όποια είχε αντικειμενικά μειωθεί σε «τετραρχία», λόγω της αποστασίας του επισκόπου της Ρώμης.

Το νέο Πατριαρχείο της Μόσχας δεν προοριζόταν να γίνει κάτι αντίστοιχο του μακρινού Πατριαρχείου της Γεωργίας ή της Οχρίδας ή του Πετς, ή ακόμη της Αρχιεπισκοπής Κύπρου (Εκκλησιών οι οποίες στο σύνολο τους, τουλάχιστον κατ' όνομα, ήσαν πάντα υπαρκτές, αλλά ούτε η γνώμη τους ζητιόταν ούτε μνημονεύονταν στα πρακτικά). Μαζί με την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια και την Ιερουσαλήμ, η Μόσχα επρόκειτο να γίνει μία από τις πέντε έδρες, οι οποίες στην ιουστινιάνειο νομοθεσία είχαν αναγνωρισθεί ως οι «πέντε αισθήσεις» της παγκόσμιας Ορθοδοξίας.

Ο Πατριάρχης Ιώβ, με τον τίτλο του «Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών και των υπερβορείων μερών», έμελλε να γίνει ο «πέμπτος Πατριάρχης», «συναριθμούμενος» με τους άλλους τέσσερις και κρατώντας ισακριβές μερίδιο της αξίας τους. Έμελλε να αναγνωρίσει «και κεφαλήν και πρώτον έχειν και νομίζειν τον αποστολικόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως, ως και οι λοιποί έχουσι Πατριάρχαι ». Διακηρύχθηκε επίσης ότι η Κωνσταντινούπολη και τα άλλα Πατριαρχεία είχαν τις τάξεις και τα δικαιώματα όπως αυτά ορίζονταν από Συνόδους «ουδέ [...] δι ' άλλον τινά λόγον [...], ειμή προς τα των βασιλειών αξιώματα».

Αφετηρία για την υποστήριξη των δικαιωμάτων της Μόσχας στάθηκε, συνεπώς, η ύπαρξη της Ρωσικής «Αυτοκρατορίας», έτσι ώστε το όνομα του «ευσεβέστατου βασιλέως Μοσκόβου και Αυτοκράτορος πάσης Ρωσίας και των υπερβορείων μερών» επρόκειτο τώρα να περιληφθεί στις καθιερωμένες περιπτώσεις δεήσεων υπέρ Αυτοκρατόρων στα απανταχού λειτουργικά βιβλία. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία ότι και η ίδρυση του Πατριαρχείου της Μόσχας ήταν, αυτή καθεαυτή, μια σοβαρότατη επαναβεβαίωση των βυζαντινών παραδόσεων. Συνεπώς το βυζαντινό «πνεύμα» παρέμενε ζωντανό ακόμη και στο γεγονός ότι στο νέο Πατριαρχείο είχε εκχωρηθεί η πέμπτη και όχι η πρώτη θέση μεταξύ των Πατριαρχείων. Μήπως αυτό δεν ήταν αναμφισβήτητα και ολοφάνερα η ίδια αίσθηση μιας καθιερωμένης παράδοσης και ενός εθίμου που διατηρήθηκε από τότε που η Κωνσταντινούπολη, η «Νέα Ρώμη», απέφυγε (μέχρι το Σχίσμα των Εκκλησιών) να διεκδικήσει την πρώτη θέση πάνω από την «πρεσβυτέρα Αυτοκρατορική Ρώμη»;

Έτσι, η «Τρίτη Ρώμη» δεν ξεπέρασε ουσιαστικά την «Δεύτερη» ή «Νέα Ρώμη» - Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, υπήρχε ακόμη μια εξωπραγματική ατμόσφαιρα γύρω από τα γεγονότα του 1589, όχι βεβαίως επειδή οι Ρώσοι ή οι Έλληνες δεν ήθελαν να διατηρήσουν την βυζαντινή παράδοση στη Ρωσία, αλλά επειδή, στα τέλη του 16ου αιώνα, είχαν προκύψει πάμπολλλες, σημαντικές ιστορικές και πολιτιστικές μεταβολές, ώστε ποικίλες πολιτικές και νομικές πτυχές της βυζαντινής παράδοσης να έχουν ευρύτατα υπερκερασθεί από τις τότε τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις.

Ήδη από τον 15ο αιώνα, η μεγάλη ηγεμονία της Μόσχας είχε αρχίσει να οικοδομεί μιαν εθνική Αυτοκρατορία. Ο Τσάρος Ιβάν Δ' ο Τρομερός (1533-1584) -η λαϊκή του ονομασία, Γκρόζνυ , μεταφράζεται καλύτερα «δεινός» (αυτός που εμπνέει δέος)- ήταν ένας αχόρταγος αναγνώστης του Μακιαβέλλι. Εστία των πολιτιστικών και πολιτικών του ενδιαφερόντων ήταν η Ευρώπη, όχι το Βυζάντιο. Όμως κατά τον 17ο αιώνα, με τις πολωνικές και σουηδικές εισβολές κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «περιόδου των αναταραχών» (1598-1613), και επιπλέον μια ολοένα αυξανόμενη πολιτιστική και ιδεολογική επιρροή που ερχόταν από τη Δύση, η «Ευρώπη» συνέβαλε βαθμιαία στη διαμόρφωση της μοσχοβίτικης εθνοπολιτιστικής συνείδησης. Όλα αυτά προκάλεσαν μια πραγματική οξεία «κρίση» βυζαντινισμού στη Ρωσία, η οποία μπορεί μεν να προέκυψε τον 17ο αιώνα, βρισκόταν όμως ήδη σε εκκόλαψη από πολύ νωρίτερα.

Ας μην είμαστε βεβιασμένα ψύχραιμοι, «πονηρεμένοι» κι επίμονα ορθολογιστές. Εξ άλλου ακόμη και στις ξέπνοες κι ευτελείς ημέρες μας, σ’ εμάς τους Έλληνες οι μνήμες της Άλωσης παραμένουν ζωντανές στη λαϊκή ψυχή:

«Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ Άγια./Παπάδες, πάρτε τα ιερά και σεις κεριά σβηστήτε,/γιατ’ είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη». Αυτό το μήνυμα ήρθε από τα πάνω, καθώς γινόταν λειτουργία μέσα στην Αγιά-Σοφιά, το μέγα μοναστήρι. Και τότε… η εικόνα της Παναγιάς δάκρυσε, αλλά η απάντηση του Γένους κατέφθασε και πάλι ακαριαία: «Σώπασε, Κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζης./Πάλι με χρόνους με καιρούς,/πάλι δικά μας θα ’ναι..!»

Ποια ήταν όμως η εικόνα της Παναγιάς που δάκρυσε; Εκείνη που έσωσε την Κωνσταντινούπολη από τους Αβάρους κατά τον 7ο αιώνα. Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος πολεμούσε τους Πέρσες στις άκρες της Μικράς Ασίας… και οι Άβαροι επωφελούμενοι της απουσίας του πολιόρκησαν την Βασιλεύουσα ασφυκτικά. Την οργάνωση της άμυνας, που προϋπέθετε ενθάρρυνση του καταφοβισμένου πληθυσμού, ανέλαβαν ο Πατριάρχης Σέργιος και ο Μάγιστρος (ο ανώτατος κρατικός αξιωματούχος -Πρωθυπουργός ) Βώνος. Και πάλι όμως η κατάσταση παρέμενε απελπιστική: «Μόνο αν βγάλετε φτερά, θα μπορέσετε να σωθήτε», διαμηνούσε με αλαζονεία στους πολιορκημένους ο Χαγάνος των Αβάρων. Όμως, τελικά η Πόλη σώθηκε… περίπου σαν από θαύμα. Και με άπειρη ευγνωμοσύνη οι Έλληνες του Μεσαίωνα απέδωσαν τη σωτηρία της πρωτεύουσάς τους στη Θεομήτορα, εικόνα της οποίας υπήρχε σε «εκκλησία κτισμένη στις Βλαχέρνες». Έτσι, η Παναγία θεωρήθηκε Υπέρμαχος Στρατηγός, στην οποία και σήμερα αναπέμπονται τα «ευχαριστήρια» του έθνους.

Σήμερα, δεν υπάρχει πλέον Μοναρχία στη Ρωσική Γη. Αυτό όμως δεν έχει μεγάλη σημασία. Οι Ρώσοι, σε κραυγαλέα πράγματι αντίθεση με τους Αμερικανούς και τους Δυτικοευρωπαίους, δεν επιζητούν την «Ελευθερία» (Liberty) αλλά την «Αλήθεια» (Правда). Με αυτό το ψυχοπνευματικό δεδομένο, μέσα στις σημερινές πολύμορφες ζυμώσεις και ανακατατάξεις, θα αναχθεί τελικώς η Μόσχα σε Τρίτη Ρώμη της Χριστιανικής Οικουμένης;

Το ότι η εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας των Βλαχερνών, της Υπερμάχου Στρατηγού των Χριστιανών, βγήκε αλώβητη από τη σηπτική «θύελλα του Κομμουνισμού», ωθεί τους Ρώσους να δώσουν εμφατικά και περήφανα μια καταφατική απάντηση σε αυτό το ερώτημα.

Το μέλλον θα δείξει αν έχουν δίκιο– και μάλιστα πολύ σύντομα…

Ισίδωρος Ιγνατιάδης

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ