ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

[...]
Ένας αρχαίος Έλληνας θα ένοιωθε άνετα σε ένα σύγχρονο ελληνικό πανηγύρι, που γίνεται συνήθως προς τιμήν ένός αγίου...
 


H αρχαία Ελληνική λαϊκή θρησκεία

“Πρέπει να φθάσωμε σ' αυτά που πιστεύει ο λαός στην σύγχρονη Ελλάδα, για να βρούμε τι εχει άπομείνει άπό την αρχαία θρησκεία.
[Curt Wachsmuth, «Das alte Griechenland im neuen», 1864
Bernhardt Schmidt, «Das Volksleben der Neugriechen und das klassischeAltertum», 1871
John Cuthbert Lawson, «Modern Greek Folklore and Ancient Greek Religion», 1910
George Frederick Abbot, «Macedonian Folklore», 1903]


Οι ειδωλολατρικοί θεοί μεταμφιέσθηκαν με χριστιανικά ενδύματα. Αντί για τον Δία, ο Προφήτης Ήλίας ζη στις κορφές των βουνών, ο Κοσμάς και ο Δαμιανός διαδέχθηκαν τους Διόσκουρους. Οι παλαιοί τύποι φάνηκαν έπικρατέστεροι άπό το περιεχόμενό τους. Ένας αρχαίος Έλληνας θα ένοιωθε άνετα σε ένα σύγχρονο ελληνικό πανηγύρι, που γίνεται συνήθως προς τιμήν ένός αγίου. Στην Τήνο γίνονται θαυματουργικες θεραπείες, όπως παλαιά στην Επίδαυρο. Οι Ανθρωποι κοιμούνται μέσα στην έκκλησία, για να θεραπευθοϋν Από κάποιο όραμα, που θα δουν στο όνειρό τους. Τέτοιες μαρτυρίες, που είναι συχνά σκοτεινές και αμφίβολες, δεν είναι οι μοναδικές. Υπάρχουν έθιμα και ιδέες, που, χωρίς καμιά διάθεση να κρυφτούν, έχουν διασωθή έως σήμερα. Στην Κύπρο φυτεύουν ακόμα κήπους του Άδωνι σε γλάστρες και καλάθια, τους ποτίζουν και τους αφήνουν να μαραίνωνται. Είναι άλήθεια πως τους φέρνουν στην έκκλησία για να τους εύλογήση όπως παπάς, αυτό όμως είναι μονάχα μια εξωτερική προσαρμογή του εθίμου στην καινούργια λατρεία. Στη Μακεδονία τα άγόρια τριγυρνούν ακόμα και σήμερα στους δρόμους, στην άρχή της ανοίξεως, κρατώντας την εικόνα ένός χελιδονιού, που Αναγγέλλει την έποχή, ενώ τραγουδουν ένα τραγούδι και μαζεύουν δώρα. Όμοια έθιμα παρατηρήθηκαν κατά την Αρχαιότητα στη Ρόδο και στην Κολοφώνα.

Η πανσπερμία, ένα μίγμα άπό διάφορους καρπούς, βρισκόταν συχνά στην αρχαία Ελληνική λατρεία, είτε στην λατρεία των νεκρών, στην μεγάλη Γιορτή των Ψυχών, η στις γιορτές που γίνονταν, για να προφυλάξουν τα νεαρά στάχυα και τον καρπό που ώρίμαζε. Στη σύγχρονη Ελλάδα η πανσπερμία είναι το ίδιο συνηθισμένη, και μάλιστα στις ίδιες περιπτώσεις. Έχει διάφορα ονόματα. Ορισμένες φορές σώθηκε η παλαιά ονομασία, συχνότερα όμως την λένε κόλλυβα, που γίνονται από βρασμένα σπειριά σιτάρι, που αποτελούν ένα άπό τα κύρια υλικά. Τα κόλλυβα είναι καθιερωμένα στη λατρεία των νεκρών και συνηθίζονται στα δείπνα που δίνουν την τρίτη, την ένατη και την τεσσαρακοστή ήμέρα μετά την κηδεία η στο έτήσιο μνημόσυνό, όπως και στους κλασσικούς χρόνους. Ένα μέρος από αυτά φέρνονται ως τον τάφο, ένώ γίνονται σπονδές με νερό, και άλλοτε με κρασί. Τα βρίσκομε έπίσης στη μεγάλη Γιορτή των Ψυχών, το Ψυχοσάββατο, που είναι το Σάββατο πριν από την Πεντηκοστή.

Στη γιορτή του θερισμού φέρνουν στην έκκλησία όλων των ειδών τους καρπούς, που τους εύλογεί ο παπάς κατά την λειτουργία: όρισμένα άπό αυτά τα σκορπάνε μπροστά στο ιερό, ένώ τα υπόλοιπα μοιράζονται στο έκκλησίασμα με ευχές. Στην Αράχωβα, κοντά στους Δελφούς, όπου η πανσπερμία κράτησε το παλιό της όνομα, οι γυναίκες σιγοβράζουν καρπούς κάθε λογής σε ένα καζάνι, στο τέλος του φθινοπώρου. Τα μέλη της οικογένειας τους τρώνε. Λένε ότι αυτό γίνεται, για να βοηθήσουν την ευφορία της επόμενης χρονιάς. Στη μυστηριακή λατρεία τοποθετούσαν την πανσπερμία , που συμπεριλάβαινε έπίσης κρασί και λάδι, μέσα σ’ ένα ειδικό σκεύος (κέρνος), που αποτελούσαν μικρότερα αγγεία κολλημένα επάνω σε μια κοινή βάση και στο οποίο άναβαν φώτα. Αυτό το περίεργο σκεύος το βρίσκομε στους προιστορικούς χρόνους και κάτι ανάλογο χρησιμοποιείται ακόμα σε ορισμένες περιπτώσεις στην Ελληνική έκκλησία. [Stephanos Xanthoudides, «Cretan Kernoi», BSA, xii, 1906. σελίς 20 και ένθεν],

Οι πρώτοι, που έξαφανίστηκαν μπροστά στις νέες θεωρίες, ήταν οι Αρχαίοι θεοί, τα ίχνη τους όμως δεν έσβησαν τελείως. Όταν ο Έλληνας χωρικός λέη: «ο θεός βρέχει», «ο θεός κοσκινίζει» (όταν πέφτη χαλάζι) η «ο θεός πεταλώνει το αλογό του» (όταν πέφτη κεραυνός) , η αντίληψη, ότι ο θεός είναι η άμεση αίτια των καιρικών φαινομένων, θυμίζει όπωσδήποτε τον αρχαίο θεό του καιρού, τον Δία. Ακόμα καθαρώτερα ίχνη βρίσκονται στη λαογραφία. Ο Charles-François Lenormant κατέγραψε στην Ελευσίνα μια ιστορία, που διηγείται με το ύφος του σύγχρονου παραμυθιού τη λύπη της Δήμητρας, που ψάχνει να βρη την χαμένη της κόρη. Υπάρχουν διάφορες έκδοχές του θρύλου του Αγίου Διονυσίου, που πηγαίνοντας στην Νάξο βρήκε το τρυφερό κλήμα. Το έκρυψε πρώτα στο πόδι ένός πουλιού, ύστερα, όταν μεγάλωσε, σ’ ένα πόδι λιονταριού και τελικά στο πόδι ένός γαιδάρου. Υπάρχει όμως η δυνατότητα αύτοί οι θρύλοι να διαδόθηκαν εκ νέου στο λαό, σαν αποτέλεσμα μιας λόγιας παραδόσεως, που δεν διακόπηκε ποτέ ολότελα στην Ελλάδα.

Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι πρόκειται γιά γνήσια λαϊκά παραμύθια, και ιδιαίτερα, δυστυχώς, γιά το πρώτο παραμύθι που αναφέραμε.

Οι μικρότερες άγροτικές θεότητες άποδείχτηκαν άξερρίζωτες. Οι νύμφες είναι ακριβώς τόσο διαδεδομένες στην σύγχρονη Ελλάδα, όσο ήταν και στους κλασσικούς χρόνους, με τη διαφορά ότι όνομάζονται όλες Νεράιδες, δηλαδή νύμφες του νερού. Καμιά φορά τις άποκαλούν απλώς «κόρες» η κυράδες. Τις περιγράφουν σαν λεπτές και εκτυφλωτικά ωραίες κοπέλλες, που έχουν όμως καμιά φορά πόδια ζώου. Δεν ζουν μόνο στο νερό, Αλλά παντού, στα βουνά και στους κάμπους, στα δάση και στις κοιλάδες. Τοπωνύμια, όπως η «Σπηλιά των Νεραιδών», η «Πηγή των Νεραιδών» είναι συχνά. Όπως οι νύμφες της Καλυψώς, ξέρουν να υφαίνουν, πάνω άπό όλα όμως τρελλαίνονται για τη μουσική και το χορό. ’'Εχουν μια βασίλισσα, τη «Μεγάλη Κυρά» ή την «Κυρά των Βουνών». Στην Αιτωλία λένε ότι κυνηγάει ή ότι ζη στα βουνά. Το θέμα βρίσκεται στο στάδιο άναπτύξεως, στο όποιο η Άρτεμη πρωτοεμφανίστηκε σαν κυρά των νυμφών. Άλλοτε άκούμε για μια βασίλισσα του γιαλού, που στέκεται μέχρι τη μέση στο νερό και που, όπως οι Σειρήνες, τραγουδάει παθητικά έρωτικά τραγούδια στούς περαστικούς. Πρόκειται για έκείνην που δνομάζουν Λάμια της θάλασσας. Η Λάμια
κράτησε το παλιό της ονομα, σκοτώνει τα μωρά, όπως η Εμπουσα η η Ονοσκελίς των κλασσικών χρόνων, έχει ένα χάλκινο πόδι ή ένα πόδι ζώου. Οι νεράιδες είναι συχνά πονηρές και σκληρές.

Ο τρελλός προκάλεσε τον θυμό των νεραϊδών, είναι νεραϊδοπαρμένος, ακριβώς όπως στην άρχαιότητα. Οι λαϊκοί θρύλοι μιλούν για ανθρώπους που παντρεύτηκαν μια νεράιδα. Την πήραν όμως με τη βία και την κρατούν, παρ’ όλο που, όπως η Θέτις, μεταμορφώνεται σε λιοντάρι, φίδι η φωτιά. Ο γάμος δεν διαρκεί για πολύ. Ο σύζυγος κάνει κάποια άδιακρισία, και η νεράιδα χάνεται. Πριν από ενα αιώνα, λέγεται ότι έβαζαν δώρα στα σταυροδρόμια για τις νεράιδες. Στην Αθήνα έφερναν τα δώρα σε μια σπηλιά στους πρόποδες του λόφου των Μουσών.

Οι Μοίρες είναι ζωντανές μορφές στη λαϊκή πίστη της σύγχρονης Ελλάδος. Είναι παρούσες στην κούνια του νεογέννητου, την τρίτη νύχτα μετά την γέννηση, και κανονίζουν την τύχη του στη ζωή. Πότε - πότε ακούμε για μια καλή και για μια κακή Μοίρα. Η Μοίρα, η Τύχη και ο Χάρος αναφέρονται καμιά φορά σαν εκείνοι που κανονίζουν την ανθρώπινη μοίρα. Ο Χάρος αντιπροσωπεύει αυτό που ο Όμηρος άποκαλεί την μοίρα του θανάτου. Οι Μοίρες δέχονται δώρα. Στη Μακεδονία βάζουν ένα τραπέζι με ψωμί, αλάτι και λίγα κέρματα μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου τις
τρεις πρώτες νύχτες ύστερα από την γέννηση ενός παιδιού. Την τρίτη νύχτα, όταν περιμένουν τις Μοίρες, βάζουν ένα τραπέζι δίπλα στο προσκέφαλο του παιδιού με ένα καθρέφτη και μια μελόπιττα, που έψησε μια κοπέλλα, της οποίας ζούν και οι δύο γονείς.

Παλαιότερα οι κοπέλλες, που ήθελαν να παντρευθούν, πρόσφεραν στις Μοίρες γλυκά και μέλι. Εδώ οι Μοίρες αντικατέστησαν τις νύμφες, που λατρεύονταν στις σπηλιές.

Ο θεός του θανάτου, ο Χάρος η Χάροντας, έχει ένα παλαιό όνομα, άλλα ο χαρακτήρας του έχει τελείως αλλάξει. Σπάνια μαθαίνομε ότι βάζουν ένα νόμισμα στο στόμα του νεκρού. Ο Χάρος είναι ο δυνατός και σκληρός κουρσάρος, που αλύπητα αρπάζει τους ανθρώπους από τη ζωή, στο φως της ημέρας. Δαμάζει τα θύματά του με τη βία, παλεύει με τους δυνατούς και τρέχει με τους γρήγορους. Τις πιό πολλές φορές τον παριστάνουν καβάλλα σε ένα μαύρο άλογο, άρματωμένον με ένα σπαθί η δρεπάνι. Λένε ότι σπρώχνει τους νέους μπροστά του, σέρνει τους γέρους πίσω του και δένει, τα μωρά στη σέλλα του. Ο θάνατος θεωρείται συχνά σαν γάμος με τον Χάροντα. Το βασίλειο των νεκρών είναι ο κάτω κόσμος, ο τόπος από οπού κανείς δεν γυρίζει. Ο θρύλος μιλάει για πολλούς που προσπάθησαν να μπουν με τη βία μέσα στον Άδη, αλλά που έπεσαν στα χέρια του. Μια σειρά άπό σκαλοπάτια οδηγεί στον κάτω κόσμο. Είναι ένας σκοτεινός άσχημος και αραχνιασμένος τόπος, όπου ποτέ δεν φέγγει η ημέρα, όπου ποτέ δεν λαλούν κοκόρια, όπου δεν τρέχει νερό και δεν φυτρώνει χλόη. Οι πεινασμένοι δεν μπορούν να φάνε, οι διψασμένοι να πιούν, οι νέοι είναι άοπλοι, οι κοπέλλες χάνουν τα κοσμήματα τους και τα παιδιά ακόμα και τα ρούχα τους. Κάποτε όμως τον παρουσιάζουν λιγώτερο τρομερό. Μιλούν για τους κήπους του Χάροντα, όπου χορεύουν κοπέλλες και νέοι τραγουδούν και παίζουν. Αλλά το βασίλειο των νεκρών για τους Νεοέλληνες μοιάζει στην ερημιά και στο σκοτάδι με το βασίλειο των νεκρών του Ομήρου. Η χριστιανική διδασκαλία του Ουρανού και της Κόλασης είναι γνωστή.

Είναι όμως χαρακτηριστικό, ότι η ιδέα, που έχει ο Όμηρος για τον κάτω κόσμο, έχει τόσο βαθειά επηρεάσει την λαϊκή αντίληψη, ώστε ούτε η μυθολογία ούτε ο Χριστιανισμός μπόρεσαν να την ξερριζώσουν.”

Μάρτιν Πέρσον Νίλσον - «Den Grekiska Religionens Historia» 1922

Ο Μάρτιν Πέρσον Νίλσον (Martin Persson Nilsson 1874–1967) ήταν Σουηδός φιλόλογος, μυθογράφος και μελετητής των ελληνικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών θρησκευτικών συστημάτων. Στις σπουδές του συνεδύασε λογοτεχνικά στοιχεία με αρχαιολογικά στοιχεία, συνδέοντας ιστορικά και προϊστορικά στοιχεία για την εξέλιξη των ελληνικών μυθολογικών κύκλων.
  

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ