ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

[...] Στις πράξεις και στα επίσημα έγγραφα του κράτους της Ρωσίας το δόγμα της «Τρίτης Ρώμης» ποτέ δεν αντικατοπτρίσθηκε ξεκάθαρα. Προφανώς,
οι ηγεμόνες της Μοσχοβίας προσέγγιζαν αυτή την αντίληψη με μεγάλη επιφύλαξη και με ποικίλους δισταγμούς...


Η «ΤΡΙΤΗ ΡΩΜΗ» - μέρος 2

«Η Μόσχα είναι η Τρίτη Ρώμη !». Με την κλιμακούμενη περί Ρωσίας παραφιλολογία των ημερών μας τυχαίνει συχνά να ακούμε αυτήν την φράση σε ποικίλα συμφραζόμενα.
Άλλοι μεν βλέπουν σε αυτήν την απροκάλυπτη διεκδίκηση από τη Ρωσία του καθεστώτος παγκόσμιας υπερδυνάμεως, άλλοι την προσπάθεια να θεμελιωθεί μια θέση πρωτοκαθεδρίας του Πατριαρχείου Μόσχας, άλλοι δε διαπιστώνουν κάποια ιδιαίτερη σχέση διαδοχής μεταξύ της Ρωσίας, του Βυζαντίου και του προκατόχου του, της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αν όμως, παρακολουθήσουμε λεπτομερώς την ιστορία αυτής της ρήσεως, θα διαπιστώσουμε ξεκάθαρα ότι η σημασία της είναι όντως βαθύτατη και δεν έχει καμία σχέση ούτε με την πολιτική επικυριαρχία, αλλά ούτε, πολύ περισσότερο, με κάποιες διεκδικήσεις εκ μέρους της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το νόημα της «Τρίτης Ρώμης» είναι βαθιά μαγικοθρησκευτικό, μυστικιστικό και απόκρυφο κι έχει τις καταβολές του στην αρχέγονη βιβλική εσχατολογία.

Η ιστορία των αντιλήψεων σχετικά με την ιστορία της ανθρωπότητας ως μιας τακτής εναλλαγής «Παγκοσμίων Βασιλείων» ανάγεται στο βιβλίο του Προφήτη Δανιήλ, στην Παλαιά Διαθήκη. Αυτό το βιβλίο εξιστορεί τη ζωή, τις περιπέτειες και τις προφητείες του Αγίου Δανιήλ, ενός Ιουδαίου, ο οποίος έζησε στα χρόνια της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας του λαού του και υπηρέτησε στην αυλή του βασιλιά Ναβουχοδονόσορα του Β´ (605–562 π.Χ.) και των διαδόχων του. Μεταξύ διαφόρων άλλων υποθέσεων στο βιβλίο του Δανιήλ εξιστορείται και η ερμηνεία του ονείρου του Ναβουχοδονόσορα για ένα ιδιόμορφο είδωλο από τον προφήτη (Δαν. 2.1–49). Ο βασιλιάς της Βαβυλώνας είδε ένα πολύ παράξενο όνειρο, το οποίο τον αναστάτωσε, αλλά κανείς από τους ομοεθνείς του σοφούς του δεν ήταν σε θέση να ερμηνεύσει το νόημά του. Και μόνον ο Δανιήλ, όχι μόνον απλά διηγήθηκε λεπτομερώς στον Ναβουχοδονόσορα όσα είδε, αλλά και εξήγησε το νόημά τους: Η ολόχρυση κεφαλή του ειδώλου, το ασημένιο στήθος, η χάλκινη κοιλιά και οι σιδερένιες κνήµες με μίγμα πηλού στα πόδια του συμβόλιζαν τα «εναλλασσόμενα βασίλεια» της Ιστορίας. Ενώ ένας τεράστιος βράχος, ο οποίος ξεκόλλησε από το βουνό «ἄνευ χειρῶν»
και συνέτριψε τον κολοσσό, σημαίνει την τελική βασιλεία, που θα επιφέρει και θα αναστήσει ο ίδιος ο Θεός και η οποία «εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται».

Στο 7ο κεφάλαιο του ίδιου βιβλίου εξιστορείται το όραμα του Δανιήλ (Δαν. 7.1–28). Παρουσιάσθηκαν ενώπιον τού προφήτη τέσσερα τρομερά θηρία, τα οποία βγήκαν από την ταραγμένη θάλασσα: Μια λέαινα με φτερά αετού, μια αρκούδα με τρεις κυνόδοντες, μια λεοπάρδαλη με τέσσερα πτερύγια και τέσσερα κεφάλια και ένα πολύ φοβερό ακαθόριστο θηρίο με σιδηρένια δόντια και δέκα κέρατα. Ανάμεσα σε αυτά τα κέρατα φύτρωσε ένα ακόμη, το οποίο εκρίζωσε άλλα τρία και φάνηκαν σε αυτό «ὀφθαλμοὶ ὡσεὶ ὀφθαλμοὶ ἀνθρώπου… καὶ στόμα λαλοῦν μεγάλα». Στη συνέχεια στον πύρινο θρόνο κάθησε ο «Παλαιός των Ημερών» με ένδυμα λευκό σαν χιόνι, «κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεῴχθησαν». Το τρομερό θηρίο με το λαλούν κέρατο εξοντώθηκε και κάηκε στη φωτιά, ενώ από τα λοιπά θηρία αφαιρέθηκε η εξουσία. Ο Δανιήλ είδε πως «μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἦν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη. Καὶ αὐτῷ ἐδόθη ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ βασιλεία, καὶ πάντες οἱ λαοί, φυλαί, γλῶσσαι αὐτῷ δουλεύσουσιν· ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἐξουσία αἰώνιος, ἥτις οὐ παρελεύσεται, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ οὐ διαφθαρήσεται».

Ένας εκ των παρισταμένων εξήγησε στον Δανιήλ: «Ταῦτα τὰ θηρία τὰ μεγάλα τὰ τέσσαρα, τέσσαρες βασιλεῖαι ἀναστήσονται ἐπὶ τῆς γῆς, αἳ ἀρθήσονται· καὶ παραλήψονται τὴν βασιλείαν ἅγιοι ῾Υψίστου καὶ καθέξουσιν αὐτὴν ἕως αἰῶνος τῶν αἰώνων». Οι προφητείες του Δανιήλ προκαλούσαν εξαιρετικά ζωντανό ενδιαφέρον: Άλλωστε αυτός ο προφήτης υπέδειξε επακριβώς τον χρόνο της ελεύσεως του Χριστού (Δανιήλ 9.25–26). Οι τέσσερις βασιλείες που περιέγραψε, ταίριαζαν άψογα με την παγκόσμια ιστορία: Το νέο βασίλειο της Βαβυλώνας (η χρυσή λέαινα) διαδέχθηκε η Περσία (η ασημένια άρκτος), την οποίαν απορρόφησε το μακεδονικό κράτος του Αλεξάνδρου, που διαιρέθηκε μετά τον θάνατό του (η χάλκινη λεοπάρδαλη με τα τέσσερα κεφάλια). Στην συνέχεια η πανίσχυρη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ένωσε όλη σχεδόν την Οικουμένη στην σιδερένια αγκαλιά της. Από όλες τις υπόλοιπες βασιλείες την διέκρινε η έλλειψη ενός κυρίαρχου έθνους (πράγμα που εξηγούσε και την ανομοιότητα του θηρίου που την εκπροσωπούσε, με οποιοδήποτε άλλο θηρίο), ενώ το μίγμα πηλού με τον σίδηρο εξηγείται εύκολα από τη σταδιακή ανάμειξη των φιλοπόλεμων Ρωμαίων με τους κατακτημένους από αυτούς λαούς. Τα κέρατα μπορούν να συσχετισθούν με τους Αυτοκράτορες, οι οποίοι αγωνίζονταν για την εξουσία, ενώ «το στόμα λαλοῦν μεγάλα», το οποίο καταπίεζε τον «λαό των αγίων», ήταν φυσικό να ταυτισθεί με την έλευση του Αντιχρίστου, της οποίας έπεται η «Βασιλεία του Θεού».

Με το ερμηνευτικό του σύγγραμα «Εις τον Δανιήλ» αυτήν ακριβώς την εξήγηση έδωσε στο Βιβλίο του Δανιήλ ο Άγιος Ιππόλυτος Ρώμης (3ος αιώνας, ο ελληνικής καταγωγής Ρωμαίος θεολόγος και εκκλησιαστικός συγγραφέας, που είναι άγιος της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ήταν ο τελευταίος ελληνομαθής και ελληνόφωνος χριστιανός συγγραφέας της Ρώμης). Αργότερα, αυτή η εξήγηση κατέστη πάρα πολύ δημοφιλής. Εν τω μεταξύ, ο Ιππόλυτος αφού καταμέτρησε τη διάρκεια των περασμένων βασιλειών, υπολόγισε κατά προσέγγιση και τον χρόνο της κυριαρχίας των Ρωμαίων: Πεντακόσια χρόνια. Είναι δε όντως ενδιαφέρον ότι μεταξύ της εγκαθιδρύσεως της Αυτοκρατορίας, επί Οκταβιανού Αυγούστου (30 π.Χ.) και της πτώσεώς της επί Ρωμύλου Αυγουστύλου (476) πέρασε σχεδόν ακριβώς τόσος χρόνος: 506 έτη. «Έπεσε» όμως μόνον το δυτικό ήμισυ του ρωμαϊκού κράτους. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Ελληνικού Έθνους, την οποία γνωρίζουμε ως Ρωμανία ή Βυζάντιο, όχι μόνον διασώθηκε, αλλά παρέμεινε ιστορικά παρούσα επί περίπου άλλα χίλια χρόνια.

Βεβαίως δεν συμμερίζονταν όλοι οι Χριστιανοί τις προφητικές εσχατολογικές διαθέσεις, αναμένοντας αγογγύστως την επερχόμενη συντέλεια του κόσμου. Μάλιστα, ορισμένοι ιεράρχες έστρεψαν τα βλέμματά τους στο μόνο σημείο του ορθόδοξου κόσμου, όπου η «Ουνία» της Φλωρεντίας προκάλεσε δημόσια καταδίκη από τις Αρχές και την Εκκλησία.
(Με τον όρον ουνία, εννοείται από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας το θρησκευτικό και πολιτικό σχήμα, που δημιουργήθηκε από τους ιθύνοντες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, από τον Παπισμό, για τον εκδυτικισμό της μη λατινικής Ανατολής, την πνευματικοπολιτική δηλαδή υποταγή της στην εξουσία του πάπα. Η Ουνία θεωρείται επικίνδυνη και αιρετική για τον ορθόδοξο χριστιανισμό από τους θεματοφύλακές του). Ιδού πώς περιέγραψε τα αποτελέσματα της Ουνίας της Φλωρεντίας ο βυζαντινός ιστορικός Δούκας: «Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς εὐθέως ἀπὸ τῶν τριήρεων ἀποβάντες, καὶ οἱ τῆς Κωνσταντίνου κατὰ τὸ σύνηθες ἠσπάζοντο αὐτοὺς ἐρωτῶντες· „Πῶς τὰ ἡμέτερα; πῶς τὰ τῆς συνόδου; εἰ ἄρα ἐτύχομεν τὴν νικῶσαν;”—Οἱ δὲ ἀπεκρίνοντο· „Πεπράκαμεν τὴν πίστιν ἡμῶν· ἀντηλλάξαμεν τῇ ἀσεβείᾳ τὴν εὐσέβειαν· προδόντες τὴν καθαρὰν θυσίαν ἀζυμῖται γεγόναμεν…Εἰ γὰρ πρὸς αὐτούς τις εἴρετο· „Καὶ διὰ τί ὑπεγράφετε;”—ἔλεγον· „Φοβούμενοι τοὺς Φράγγους·”—Καὶ πάλιν ἐρωτῶντες αὐτούς, εἰ ἐβασάνισαν οἱ Φράγγοι τινά, εἰ ἐμαστίγωσαν, εἰ εἰς φυλακὴν ἔβαλον;—„Οὐχί”—„Ἀλλὰ πῶς;”—„Ἡ δεξιὰ αὕτη ὑπέγραψεν,” ἔλεγον, „κοπήτω· Ἡ γλῶττα ὡμολόγησεν, ἐκριζούσθω·”—Οὐκ ἄλλο εἶχον τί λέγειν· Καὶ γὰρ ἦσάν τινες τῶν ἀρχιερέων ἐν τῷ ὑπογράφειν λέγοντες· „Οὐχ ὑπογράφωμεν, ἐὰν τὸ ἱκανὸν ἡμῖν τῆς προσόδου παράσχηται;”—Οἱ δὲ ἔδιδον καὶ ἐβάπτετο κάλαμος. Ὑπὲρ ἀριθμὸν γὰρ ἦσαν τὰ δαπανηθέντα εἰς αὐτοὺς νομίσματα καὶ τὰ ἐν χερσὶ μετρηθέντα ἑκάστου τῶν πατέρων.
Εἶτα μεταμεληθέντες οὐδὲ τὰ ἀργύρια ὑπέστρεψαν. Πρὸς τὴν φωνὴν οὖν αὐτῶν, ὅτι τὴν πίστιν αὐτῶν πέπρακαν, καὶ ἐπέκεινα τοῦ Ἰούδα ἥμαρτον τοῦ στρέψαντος τὰ ἀργύρια.
Ἀλλ' οἶδε κύριος καὶ ἀνεβάλετο· καὶ πῦρ ἀνήφθη ἐν Ἰακὼβ καὶ ὀργὴ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ».

Προς την μακρινή Μόσχα, αναχώρησε την δεκαετία του 1460 ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωακείμ, ο οποίος συνειδητοποίησε σε βάθος το εσφαλμένο των προσδοκιών περί δήθεν βοηθείας της Δύσεως κατά των Τούρκων, με αντάλλαγμα την Ουνία. Ο Ιωακείμ πέθανε στην Κριμαία, χωρίς ποτέ του να φθάσει στη Μόσχα. Αλλά ακολουθώντας εκείνον σύντομα θα ξεκινήσουν για τη χώρα των Ρως σειρές ικετών και μεσολαβητών από όλη την χριστιανική Ανατολή. Μεταξύ δε των Ρώσων στοχαστών θα αρχίσει να ενδυναμώνεται η συνειδητοποίηση του μοναδικού και ιδιαίτερου ρόλου, τον οποίον αρχίζει να διαδραματίζει το κράτος της Μοσχοβίας.

Ο Σπυρίδων – Σάββας, συντάκτης της «Επιστολής περί δωρεών του Μονομάχου» (γύρω στο 1503) τοποθετεί στα χείλη του Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου την ακόλουθη νουθεσία προς τον εγγονό του, από τον Οίκο των Ρουρικιδών, τον Ρώσο Αυτοκράτορα Βλαδίμηρο Β’ Βσεβολοντόβιτς, τον επίσης καλούμενο «Μονομάχο» (από το 1113 έως το 1125), κυβερνήτη και συγγραφέα: «Ας παραμείνουν οι Εκκλησίες του Θεού χωρίς αναστάτωση και όλη η Ορθοδοξία ας μείνει ήσυχη υπό την εξουσία της βασιλείας μας και της δικής σου αυτεξουσίου Αυτοκρατορίας της Μεγάλης Ρωσίας. Ας ονομάζεσαι εφ’ εξής θεόστεπτος βασιλεύς, που στεφανώθηκε από το βασιλικό τούτο διάδημα από το χέρι του Αγιωτάτου Μητροπολίτη Νεοφύτου μετά των Επισκόπων». Ενδεικτικό είναι ότι εδώ ο Αυτοκράτορας ουδόλως παραχωρεί τον τίτλο του και την κεντρική του θέση ως προστάτη ολόκληρης της Ορθοδοξίας, αλλά τρόπον τινα καθιστά κοινωνό της θεόσταλτης υπηρεσίας του και τον Ρώσο πρίγκιπα, ο οποίος αναγνωρίζεται ως «αυτεξούσιος και κυρίαρχος» βασιλεύς της Μεγάλης Ρωσίας. Ακριβώς αυτόν τον τίτλο «θα αποκαταστήσει» το 1547 ο Ιβάν Βασίλιεβιτς, «Γκρόζνι», (ο Τρομερός) την ώρα της περίφημης στέψεώς του ως Τσάρος.

Στις πράξεις και στα επίσημα έγγραφα του κράτους της Ρωσίας το δόγμα της «Τρίτης Ρώμης» ποτέ δεν αντικατοπτρίσθηκε ξεκάθαρα. Προφανώς, οι ηγεμόνες της Μοσχοβίας προσέγγιζαν αυτή την αντίληψη με μεγάλη επιφύλαξη και με ποικίλους δισταγμούς. Μεταφραζόμενη κακώς αυτή η αντίληψη μπορούσε εύκολα να εκληφθεί ως εύλογη διεκδίκηση της πολιτικής κληρονομιάς του Βυζαντίου, πράγμα που θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε επικίνδυνη όξυνση των σχέσεων της Ρωσίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ενώ προφανώς ο πόλεμος με τον πανίσχυρο τότε σουλτάνο κάθε άλλο παρά συγκαταλεγόταν στα σχέδια των κυβερνώντων της Ρωσίας, παρόλο που τους προέτρεπαν σε αυτόν και οι δυτικοί «χριστιανοί εταίροι», αλλά και πολλοί Έλληνες, που ονειρεύονταν την απελευθέρωση από τον επαχθή οθωμανικό ζυγό.

Όσο και αν είναι εντυπωσιακό, μάλλον για μια μόνον φορά αναπαράγεται επισήμως και επακριβώς η ρήση του μοναχού Φιλοθέου του Πσκοφ στα λόγια ενός Έλληνα ιεράρχη, δηλαδή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία του Β´, του «Τρανού», που υπήρξε τρεις φορές οικουμενικός Πατριάρχης. Κατά την τρίτη Πατριαρχία του περιόδευσε στη Ρωσία επί διετία (1588-1590) για εκκλησιαστικές υποθέσεις. Υπό την αφόρητη πίεση του Τσάρου Θεόδωρου Ιβάνοβιτς, στις 26 Ιανουαρίου 1589 αναγνώρισε με χρυσόβουλο την «Πατριαρχική αξία» στον μητροπολίτη Μόσχας Ιώβ, με βασικόν όρο ότι «πάντοτε θα αναγνωρίζει ως κεφαλή της Ορθοδοξίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο». Το νέο Πατριαρχείο Ρωσίας αναγνωρίσθηκε από ειδική προς τούτο Σύνοδο που συνήλθε στη Κωνσταντινούπολη τον Φεβρουάριο του 1591, ενώ με απόφαση άλλης Συνόδου, στις 12 Φεβρουαρίου 1593 κατατάχθηκε στα Δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως πέμπτο τη τάξει. Στον υπογραφέντα από τον Έλληνα ανώτατο ιεράρχη Ιερεμία Β’ «Καταστατικό Χάρτη» του 1589 για τη σύσταση του Πατριαρχικού θεσμού στη Ρωσία, αποδίδονται τα ακόλουθα λόγια, τα οποία απευθύνονταν στον Τσάρο Θεόδωρο Ιβάνοβιτς:

«Η Παλαιά Ρώμη έπεσε εξαιτίας της αιρέσεως του Απολλιναρίου, η Δευτέρα δε Ρώμη, που είναι η Κωνσταντινούπολις, κατέχεται υπό των εγγονών της Άγαρ, των αθέων Τούρκων, ενώ το ιδικόν σου, ω, ευλαβή ηγεμόνα, μεγάλο βασίλειο της Ρωσίας, η Τρίτη Ρώμη, με την ευλάβεια υπερέβη των πάντων και όλες οι ευλαβείς βασιλείες στην ιδική σου βασιλεία συνηνώθησαν εις μίαν και συ είσαι ο μόνος υπό τον ουρανό Χριστιανός βασιλεύς, που ονομάζεσαι σε όλη την οικουμένη και από όλους τους χριστιανούς».

Στην εποχή του Μεγάλου Πέτρου του Α΄ ή Πιότρ Α΄ Αλεξέγιεβιτς, έγινε απότομη μεταστροφή της ρωσικής κρατικής ιδεολογίας. Ο Μέγας Πέτρος δεν αγαπούσε το Βυζάντιο, το οποίο κατά την γνώμη του χάθηκε εξαιτίας της θρησκοληψίας των κυβερνώντων και της περιφρονήσεως της στρατιωτικής άμυνας. από αυτούς. Ως ιδανικό του επέλεξε όχι τη Δεύτερη, αλλά την Πρώτη Ρώμη, πράγμα που μαρτυρείται και από την υιοθέτηση από τον ίδιο του τίτλου του «Αυτοκράτορα», αλλά και από την ίδρυση της Ρωσικής Συγκλήτου. Και μολονότι η Ρωσική Αυτοκρατορία, όπως και στο παρελθόν, διεκδικούσε τον ρόλο του ηγέτη της Ορθοδοξίας, αυτή η ηγεσία απώλεσε τον απόκρυφο και μυστικιστικό χαρακτήρα της «Τελευταίας Βασιλείας». Βέβαια αυτές οι οραματικές προσδοκίες του επικείμενου Αυτοκρατορικού μεγαλείου ανακόπηκαν βάναυσα από τον Κριμαϊκό Πόλεμο, όταν η Ρωσία ηττήθηκε από τους Αγγλογάλλους, συμμάχους των Τούρκων.

Οφείλουμε, πάντως, να αναγνωρίσουμε, ότι η πολιτική που υλοποιούσε η Ρωσία ήταν πολύ ρεαλιστική. Το ζήτημα της ανακατάληψης της Κωνσταντινουπόλεως και της απόκτησης του ελέγχου των Στενών, εμφανιζόταν επανειλημμένως στην «ημερήσια διάταξη» της ρωσικής αυτοκρατορικής πολιτικής. Ωστόσο, σχεδόν πάντοτε, πίσω του βρίσκονταν αποκλειστικώς γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας των προγόνων μας, οι δεκαετίες και οι αιώνες πέρασαν… και η Δέσποινα των Ουρανών, Υπέρμαχος Στρατηγός συνέχιζε να ….λυτρώνει την Κωνσταντινούπολη από ποικίλα δεινά. Κάποτε επήλθε η εκεί σύντομη κυριαρχία των Λατίνων (1204-1261), που παρά τα φαινόμενα δεν τραυμάτισε καίρια κι αθεράπευτα την Ελληνική Ψυχή της Αυτοκρατορίας, στο τέλος δε έφθασε η διαβολική φοβερή άνοιξη του 1453. Το τεράστιο οθωμανικό στράτευμα έζωσε την Βασιλεύουσα της χριστιανοσύνης, έχοντας επικεφαλής Σουλτάνο όχι απλώς φιλόδοξο αλλά και εξαιρετικά ικανό, ο οποίος μάλιστα ήταν και εμβριθής κάτοχος μεγάλου μέρους της Ελληνικής Παιδείας.

Οι πολιορκημένοι Έλληνες όμως, εκτός από τον Αυτοκράτορά τους Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, και τους πολύ στενούς συνεργάτες του, δεν φαίνονταν …. πολύ ανήσυχοι: Η Στρατηγός Παναγία θα έκανε και πάλι το θαύμα Της ! Έτσι καθώς τελείωνε ο Μάϊος, έγινε λιτανεία με την εικόνα της Υπερμάχου Στρατηγού γύρω από ολόκληρη τη μέσα πλευρά των τειχών. Και τότε… ξέσπασε καταιγίδα απρόσμενη, ο κόσμος διαλύθηκε κι η θαυματουργή εικόνα έπεσε στο χώμα ! Πήγαν να τη σηκώσουν… αλλά τώρα αυτή ήτανε πάρα πολύ βαριά. Με μεγάλη δυσκολία την ξαναπήραν οι Χριστιανοί στα χέρια τους, η λιτανεία τέλειωσε όπως-όπως και το μήνυμα του συμβάντος υπήρξε σαφές για τους Πιστούς: «Η Πόλη έμελλε να τουρκέψει!»

Τα υπόλοιπα μας είναι γνωστά. Εκείνο που παραμένει μάλλον άγνωστο είναι ότι ο Μωάμεθ Β΄ ο «Πορθητής», μετά το τριήμερο όργιο απάνθρωπης σφαγής και λεηλασίας στο οποίο επιδόθηκαν οι πολεμιστές του, έδειξε … ιδιάζουσα ανεκτικότητα προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και γενικώς προς τους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Σημασία μάλιστα έχει ότι η ανάγλυφη εικόνα της «Οδηγήτριας των Βλαχερνών» (όπως είναι η οιονεί επίσημη ονομασία της) σώθηκε και φυλάχθηκε από καλόγριες στη Μονή του Παντοκράτορος. Κάποια στιγμή οι οθωμανικές αρχές διώξανε τις μοναχές από εκεί. Ο νέος επιστάτης του κτηρίου, Τούρκος βέβαια, ερευνώντας τους χώρους της πρώην γυναικείας μονής βρήκε τη «ζωγραφιά της Υπερμάχου» κρυμμένη σ’ ένα παραθυράκι της παλαιάς εκκλησιάς, το οποίο είχε σκεπαστεί σκοπίμως με ασβεστωμένες σανίδες.

Αφού αφαίρεσε ό,τι πολύτιμο είχε επάνω της η εικόνα (φτιαγμένη κατά την παράδοση από κηρό και στάχτες λειψάνων Αγίων Μαρτύρων), την χάρισε μετά σε μια Χριστιανή γειτόνισσά του, η οποία με τη σειρά της την πούλησε στον πρωτοσύγκελλο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων που βρισκόταν τότε στην Κωνσταντινούπολη τυχαία. Και αυτός την έστειλε τελικά στον Τσάρο της Ρωσίας Αλέξιο Μιχαήλοβιτς (1645-1676), τον πατέρα του Μεγάλου Πέτρου. Ένα Πατριαρχικό γράμμα, υπογεγραμμένο από τον Παΐσιο Α΄ (1652-1653, 1654-1655), πιστοποίησε στον Ρώσο μονάρχη την αυθεντικότητα της πολύτιμης δωρεάς. Σήμερα αυτή φυλάσσεται σε παρεκκλήσι, στις παρυφές της Μόσχας, που και αυτό ονομάζεται «Βλαχέρναι», ενώ ένα ακριβές της αντίγραφό βρίσκεται στην Πινακοθήκη Τρετιάκωφ της ρωσικής πρωτεύουσας. Η ύπαρξη και της Οδηγήτριας των Βλαχερνών στη Ρωσική Γη, κατά τους Ρώσους τουλάχιστον, συνιστά σαφές τεκμήριο της αναγωγής της Μόσχας σε Τρίτη Ρώμη των Χριστιανών.

Σημειωτέον ότι το ζήτημα της εκκλησιαστικής «πρωτοκαθεδρίας» στο εσωτερικό μιας χριστιανικής επικράτειας είναι εξόχως περίπλοκο. Από τη μία πλευρά, το πατερικό έθος επιβάλλει η εκκλησιαστική διοίκηση να ακολουθεί την πολιτική. Από την άλλη όμως είναι σύνηθες ως πρώτος μεταξύ των Επισκόπων μιας χώρας να θεωρείται εκείνος του οποίου η έδρα βρίσκεται στο μέρος που έγινε πρώτο χριστιανικό. Έτσι, στην Αγγλία «αρχηγός» της Αγγλικανικής Εκκλησίας είναι ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ και όχι του Λονδίνου και στην Ισπανία παπικός «Πριμάτος» είναι ο Αρχιεπίσκοπος του Τολέδου και όχι της Μαδρίτης. Όμως στην Ελλάδα, Αρχιεπίσκοπος είναι ο Αθηνών, δηλαδή ο Επίσκοπος της πρωτεύουσάς μας, και όχι ο Επίσκοπος της Κορίνθου, όπου σχηματίστηκε η πρώτη χριστιανική κοινότητα.

Με αυτά τα δεδομένα υπόψη κατανοεί κάποιος το πελώριο μέγεθος της πολυσύνθετης διαμάχης που ξέσπασε (ήδη από τις αρχές του Μεσαίωνα) μεταξύ της Ρώμης και της «Νέας Ρώμης»-Κωνσταντινούπολης. Αρχική πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας ήταν η (Παλαιά) Ρώμη, όπου, χάρη στο έργο κορυφαίων Αποστόλων, είχε αναφανεί μία από τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες. Κατά συνέπεια ο Πάπας (λέξη ελληνική που σημαίνει Πατέρας,) της Ρώμης ήταν ο επικεφαλής της Χριστιανοσύνης.

Όμως η μεταφορά της πρωτεύουσας στο αρχαίο Βυζάντιο, που μετονομάστηκε σε Κωνσταντίνου Πόλη, προκάλεσε ένα οξύτατο ζήτημα. Πώς ήταν τελικά δυνατόν ο «επίγειος αντιπρόσωπος του Χριστού» να βρίσκεται στην Παλαιά Ρώμη, η οποία ήδη από το έτος 800 μέσω της στέψης ως Αυτοκράτορα του Καρλομάγνου, είχε αποτινάξει, την κυριαρχία του «Γραικού Βασιλέα της Κωνσταντινουπόλεως»; Έτσι, το σχίσμα του 1054 απλώς επισφράγισε μια προϋπάρχουσα πολιτικοκοινωνική κατάσταση με θρησκευτικό προσωπείο, η οποία έγινε ακόμα πιο περίπλοκη μετά την Άλωση της Βασιλεύουσας το 1453.

Πράγματι την Χριστιανική Οικουμένη, την διείπε ένα ιδιότυπο σύστημα Τριαρχίας, δεδομένου ότι εκκλησιαστικώς επικεφαλής της ήταν οι Επίσκοποι της Ρώμης, της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας. Στη συνέχεια η Τριαρχία έγινε Πενταρχία λόγω της ίδρυσης των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως και Ιεροσολύμων. Στο τέλος όμως η όλη κατάσταση εξελίχθηκε σε «Μοναρχία» ως προς τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη με το πρωτείο του Πάπα και σε Τετραρχία (Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και Ιεροσόλυμα) όσον αφορά στα Βαλκάνια και στην Εγγύς Ανατολή.

Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων υπήρξε ένα πράγματι μέγα επίτευγμα της «Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Ελληνικού Έθνους» (όπως ο μέγας εθνικός ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος προσφυέστατα ονομάζει την Αυτοκρατορία, γνωστή συμβατικώς ως «Βυζαντινή»). Αυτό το μοναδικό επίτευγμα ολοκληρώθηκε περί τα μέσα του 10ου αιώνα, όταν η πριγκίπισσα Όλγα του Κιέβου βαπτίστηκε στην Κωνσταντινούπολη με ανάδοχό της τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Ζ΄.

Η κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους έφερε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε κατάσταση επίσης παράδοξη: Ήταν ποτέ δυνατόν ο επικεφαλής της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης να έχει ως κοσμικό του ηγεμόνα ένα Μουσουλμάνο; Έτσι, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Β΄, θέλοντας να «εκτονώσει» και να «αποφορτίσει» τη μάλλον έκρυθμη αυτή κατάσταση, ανύψωσε το 1589 τον Ορθόδοξο Αρχιερέα της Μόσχας σε «Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσιών». Συνακόλουθα, στην ψυχή του Ρωσικού Λαού ρίζωσε ο τεχνητός και προωθούμενος «χρησμός» που ήδη κυκλοφορούσε, δηλαδή ότι η Πρώτη Ρώμη εξέπεσε (λόγω του Σχίσματος από την Χριστιανοσύνη), η Δεύτερη υποδουλώθηκε στους άπιστους Τούρκους, οπότε η Τρίτη Ρώμη είναι δικαιωματικά η Μόσχα. Και αυτή η Τρίτη Ρώμη δεν θα πέσει ποτέ !

Αυτά τα δεδομένα έχουν επίσης και θεολογική τεκμηρίωση σε χωρίο της Α΄ Επιστολής του Πέτρου (2: 17) όπου γίνεται λόγος για «βασιλέα» και όχι για «βασιλείς» («πάντας τιμήσατε, τὴν ἀδελφότητα ἀγαπᾶτε, τὸν Θεὸν φοβεῖσθε, τὸν βασιλέα τιμᾶτε»). Κατά συνέπεια, η Χριστιανοσύνη δεν μπορεί να έχει πολλούς ηγεμόνες. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διευκρίνισε βέβαια στους Ρώσους πως η Αρχιεπισκοπή Μόσχας γινόταν Πατριαρχείο «κατά παραχώρηση», επειδή η Ρωμαϊκή Παποσύνη είχε «εκβληθεί» εξαιτίας του επελθόντος Σχίσματος. Συνεπώς, το νεότευκτο ρωσικό Πατριαρχείο θα έμπαινε «τελευταίο κατά την τάξη», δηλαδή μετά από το Οικουμενικό και εκείνα της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και των Ιεροσολύμων.

Όμως, οι Ρώσοι ιθύνοντες αντέτειναν ότι δεν ήταν δυνατόν ο Πατριάρχης Μόσχας που έμπαινε στη θέση του Πάπα της Ρώμης να λογίζεται ως «τελευταίος των εν Χριστώ συναδέλφων του». Και ως τεκμήριο ακαταμάχητο της θέσεώς τους προέβαλαν τον περιβόητο γάμο που είχε τελέσει κατά το 1472 η Ζωή Παλαιολογίνα, ανεψιά του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, με τον Ιβάν τον Γ΄, Μεγάλο Πρίγκηπα της Μόσχας. Η γαμήλια τελετή υπήρξε αφορμή διακήρυξης από τον Ρώσο ηγεμόνα και τον κλήρο του ότι η Μόσχα ήταν διάδοχος της Κωνσταντινούπολης: Η τελευταία είχε πέσει στους Οθωμανούς, επειδή οι Αυτοκράτορες του Οίκου των Παλαιολόγων είχαν δεχτεί την ένωση με την «αιρετική Ρώμη» του Πάπα.

Η κατάσταση παρουσίασε ακόμη μεγαλύτερη περιπλοκή. Στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα το Πατριαρχείο Μόσχας καταργήθηκε από τον Πέτρο Α΄ τον Μέγα και αντικαταστάθηκε από διουκούσα Ιερά Σύνοδο, επικεφαλής της οποίας ήταν, όχι κληρικός αλλά λαϊκός τον οποίο όριζε ο Τσάρος. Ο Τσάρος ελαχιστοποίησε κατά το δυνατόν την εμπλοκή της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαχείριση του κράτους αλλάζοντας το καταστατικό της και επίσης καταργώντας το παλαιορωσικό ημερολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η μέτρηση των χρόνων άρχιζε από κτίσεως κόσμου και το έτος ξεκινούσε το Σεπτέμβριο. Έτσι, η Τρίτη Ρώμη περιήλθε ουσιαστικώς σε μία κατάσταση ακήρυκτης «αιχμαλωσίας». Μάλιστα τα πράγματα περιεπλάκησαν ακόμη περισσότερο, το 1917, όταν ο ρωσικός κλήρος βρήκε την ευκαιρία, λόγω της κατάλυσης του μοναρχικού καθεστώτος στη Ρωσία, …. να ανασυστήσει το «Πατριαρχείο Μόσχας και Πασών των Ρωσιών». Ο Στάλιν, (που ως γνωστόν είχε φοιτήσει σε σεμινάριο ορθόδοξων κληρικών), ανέχθηκε αρχικώς την ανασύσταση του Πατριαρχείου και τελικώς προσπάθησε να την «αξιοποιήσει» προς όφελος του κομμουνιστικού καθεστώτος. Αυτό επέφερε νέα ρήγματα στο πολύπαθο σώμα της Ρωσικής Εκκλησίας.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι -όχι σπάνια- το δόγμα «Μόσχα – Τρίτη Ρώμη» εμφανιζόταν ως ένα είδος πολιτικού φόβητρου, «σκιάχτρου» με το οποίο φόβιζαν τους λαούς τους οι κυβερνώντες των ευρωπαϊκών χωρών. Μάλιστα έμοιαζε ιδιαιτέρως ενοχλητικό στα μάτια των Ελλήνων, οι οποίοι οραματίζονταν μόνοι τους την αποκατάσταση του Βυζαντίου. Οι ιδεολόγοι του ελληνικού εθνικισμού κατά τρόπο παράδοξο συνέπλεκαν τη ρήση του παλαιού Ρώσου μοναχού με τις ιδέες του «πανσλαβισμού» και διέβλεπαν σ’ αυτόν τις αξιώσεις της Ρωσίας για την εγκαθίδρυση της παγκόσμιας κυριαρχίας της, με στήριγμα στους σλαβικούς λαούς, μάλιστα δε σε βάρος των Ελλήνων, δηλαδή των αυθεντικών κληρονόμων της Νέας Ρώμης. Παρόλο που δεν υπήρχε σοβαρή θεμελίωση για παρόμοιους φόβους, στη νεώτερη ιστορία, πολλοί Έλληνες δημοσιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες έτρεφαν –όπως και σήμερα συνεχίζουν να τρέφουν – μεγάλη καχυποψία έναντι της Ρωσίας για δήθεν σκοτεινά της σχέδια «σφετερισμού» της βυζαντινής κληρονομιάς, όπως και έναντι της Ρωσικής Εκκλησίας για δήθεν απόπειρα παραμερισμού των «σεπτών και παλαίφατων» Πατριαρχείων.

Εν τω μεταξύ, το Πατριαρχείο Μόσχας ουδέποτε διεκδίκησε τον ρόλο της «κεφαλής» της παγκόσμιας Ορθοδοξίας. Ακόμη και στην εποχή του Στάλιν, κατά την διάρκεια των ευρέως γνωστών γεγονότων της περιόδου 1945-1948, τα σχέδια της σοβιετικής ηγεσίας «να αναδιαμορφώσει» την παγκόσμια Ορθοδοξία προς όφελος της Ρωσικής Εκκλησίας για σκοπιμότητες της εξωτερικής της πολιτικής, δεν αντικατοπτρίζονται σε επίσημες δηλώσεις ή σε οποιεσδήποτε ενέργειες των εκκλησιαστικών Αρχών της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, οι οποίες είχαν άριστη επίγνωση των θλιβερών επιπτώσεων αυτής της δόλιας και τυχοδιωκτικής πρωτοβουλίας για την «πανορθόδοξη ενότητα».

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το καθεστώς του Στάλιν επιχείρησε να συγκαλέσει μιαν «Όγδοη Οικουμενική Σύνοδο», πραγματοποιώντας μιαν απόπειρα για ένα «Ορθόδοξο Βατικανό», ιδέα που τελικά απέτυχε. Το 1948 έγινε εφικτή μια Πανορθόδοξη Σύνοδος των Εκκλησιών που ανήκαν στις λεγόμενες Λαϊκές Δημοκρατίες. Αυτή η Σύνοδος χρησιμοποιήθηκε για την ισχυροποίηση του Πατριαρχείου Μόσχας αλλά και του σοβιετικού καθεστώτος στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης υπό κομμουνιστικό καθεστώς. Η παραδοσιακή ιστοριογραφία θεωρεί ότι η υποστήριξη του σοβιετικούς κράτους προς την Εκκλησία οφείλεται κυρίως σε λόγους εθνικής άμυνας. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και το άνοιγμα των κρατικών αρχείων, νεότερες ιστορικές μελέτες έριξαν νέο φως σ' αυτή την περίοδο της ρωσικής εκκλησιαστικής ιστορίας. Κατά τους σύγχρονους Ρώσους ιστορικούς, μεταπολεμικά η Ρωσική Εκκλησία απλά ανέκτησε την κανονική δικαιοδοσία της σε εδάφη που της ανήκαν από αιώνες (Ουκρανία, Βαλτικές Χώρες, Ανατολική Πολωνία κ.ά.). Πιστεύεται ότι η συμφωνία του Ρώσου Πατριάρχη με τον Στάλιν έγινε προς αμοιβαίο όφελος. Ο μεν πρώτος επέκτεινε τη δικαιοδοσία του σε ενορίες και πιστούς στις προσαρτημένες χώρες στα δυτικά της ΕΣΣΔ, ο δε δεύτερος επέκτεινε επίσης την πολιτική επιρροή του.

Ισίδωρος Ιγνατιάδης 

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ