ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 

[...] Η Ορθοδοξία όμως δεν εξέπεσε ούτε αποσιωπήθηκε στην ιστορική λήθη αλλά αντίθετα παρέμεινε αγέρωχη και σθεναρή, διασφαλισμένη κι ενισχυμένη από τις ισχυρές ασφαλιστικές δικλείδες του ευλαβικού κι ευλογημένου από τον Παντοδύναμο κράτους της Μόσχας....


Η «ΤΡΙΤΗ ΡΩΜΗ» - μέρος 1

«Τρίτη Ρώμη» (Третий Рим), είναι ονομασία που δίδεται στη Μόσχα η οποία μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως είναι η υποτιθεμένη διάδοχος της κληρονομιάς της αρχαίας Ρώμης (δηλαδή της «Πρώτης Ρώμης»). Δευτέρα Ρώμη είναι η ονομασία που αναφέρεται συνήθως για την Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας του Ελληνικού Έθνους, που ονομαζόταν επισήμως «Νέα Ρώμη». Την ονομασία «Τρίτη Ρώμη» απέκτησε η Μόσχα μετά το γάμο του Τσάρου Ιβάν του Γ΄ της Ρωσίας με την ανηψιά του νεκρού υστάτου Βυζαντινού Αυτοκράτορος, την Ζωή - Σοφία Παλαιολογίνα.

Το ρωσικό κράτος επηρεάστηκε βαθύτατα από την αυτοκρατορική και ορθόδοξη βυζαντινή ιδεολογία, μετά δε την άλωση της Βασιλεύουσας οι Ρώσοι θεώρησαν και πίστεψαν βαθιά μέσα τους ότι ήσαν οι μοναδικοί κληρονόμοι της βυζαντινής πολιτικής, πνευματικής και πολιτιστικής παράδοσης. Για αυτόν τον λόγο άλλωστε προχώρησαν περί τα μέσα του 16ου αιώνα στην διατύπωση της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης», όπου τον τίτλο «Τρίτη Ρώμη» προσέλαβε η Μόσχα. Η πρωτεύουσα του ρωσικού κράτους προοριζόταν σύμφωνα με τις φιλόδοξες και μεγαλόπνοες πεποιθήσεις του ρωσικού λαού να ανασυστήσει τη υποταγμένη πλέον στους βαρβάρους Τούρκους και πάλαι ποτέ κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο τίτλος «Τρίτη Ρώμη» αποδόθηκε στη Μόσχα μετά την άλωση και πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) εν μέσω μιας συμβολικής κίνησης, που προσομοίαζε κατά πολύ την χαρακτηριστική περίπτωση όπου παλαιότερα είχε δοθεί συμβολικά στην Κωνσταντινούπολη (σε αρχαιότερη χρονική περίοδο) ο χαρακτηρισμός «Νέα Ρώμη» από τον ιδρυτή της Μέγα Κωνσταντίνο, θεωρώντας πάντα την πρεσβυτέρα Ρώμη του Λατίου ως την «Πρώτη Ρώμη».

Το 324 ο Μέγας Κωνσταντίνος, πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, συνένωσε υπό την εξουσία του τη Δύση και την Ανατολή. Σχεδόν αμέσως άρχισε την οικοδόμηση της νέας πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Κωνσταντινουπόλεως, «Νέας Ρώμης», η οποία επρόκειτο να παραλάβει τη σκυτάλη της Παλαιάς Ρώμης ως παγκόσμιο πολιτικό κέντρο. Έκτοτε η Αυτοκρατορία κατέστη χριστιανική και οι κυβερνήτες της αναγνώριζαν τον εαυτό τους μόνον ως «επίγειους επιτρόπους» του Ουρανίου Βασιλιά. Στο πεδίο της ιερότητας το κράτος παραχώρησε τη θέση του στην Εκκλησία του Χριστού, οι Προκαθήμενοι της οποίας σχημάτιζαν κατά τόπους την ιεραρχία με επικεφαλής τους πέντε επισκόπους με το μεγαλύτερο κύρος, τους «Πατριάρχες της Οικουμένης».
Κατά το παλαιό της όνομα η Κωνσταντινούπολη ονομαζόταν συχνά Βυζάντιο, εξ ου και το σύνηθες σε μας όνομα ολόκληρης της Αυτοκρατορίας. Όμως οι ίδιοι οι Βυζαντινοί ονόμαζαν τον εαυτό τους «Ρωμαίους» και ποτέ δεν αμφέβαλλαν ότι συνεχίζουν να ζουν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δηλαδή, σ᾽ εκείνη την τελευταία παγκόσμια ηγεμονία, της οποίας έπεται η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και η εγκαθίδρυση της «αιωνίου Βασιλείας¨» του Θεού. Τούτο το δεδομένο έθεσε και το «πολιτικό πρόγραμμα» της χριστιανικής Αυτοκρατορίας: Οι επίγειοι κυβερνήτες της έπρεπε να προετοιμάζουν τον λαό, τον οποίον τους είχαν εμπιστευθεί, για τη συνάντηση με τον Χριστό, ώστε στην «Φοβερά Κρίση» του Κυρίου να λογοδοτήσουν προσωπικά για την ηθική κατάσταση των υπηκόων τους. Τούτο εξηγεί γιατί στην πλειονότητά τους οι Αυτοκράτορες αντιμετώπιζαν με τόσο δέος τα ζητήματα της θρησκείας και φρόντιζαν επιμελώς την Εκκλησία. Άλλωστε, από την καθαρότητα των δογμάτων και την ευλάβεια του κλήρου εξαρτάτο η ευημερία του κράτους και όλων των υπηκόων του.

Κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα και στις πρώτες δεκαετίες του επόμενου αιώνα, εξελίχθηκαν γεγονότα και διεργασίες που θεωρούνται από την διεθνή ιστοριογραφία ως ορόσημα κεφαλαιώδους σημασίας, αφενός για τη σταθεροποίηση και αφετέρου για τη μετέπειτα πορεία και τον μετασχηματισμό του Ρωσικού κράτους. Αυτή η περίοδος της Ρωσικής Εκκλησίας προσομοιάζει με την σε σταδιακή de facto αποστασιοποίηση και ανεξαρτητοποίηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως σε πρώτη φάση και στην εκ των υστέρων εξασφάλιση της διοικητικής και οργανωτικής αυτονομίας. Στα πρώιμα στάδιά της η ανεξαρτητοποίηση αυτή, με τον τρόπο που συντελέσθηκε και εξυφάνθηκε, αναφέρεται και περιορίζεται σε αναφορές μόνο στην εκλογή του Μητροπολίτη Ρωσίας, δίχως επέκταση περί αυτονόμησης ως προς τη διοικητική θέση της Μόσχας. Όπως προέβλεπε σχετικά η συναρτημένη και σχετιζόμενη απόφαση της τοπικής συνόδου της Μόσχας (1459) αναφορικά με την εκλογή, αυτή η διαδικασία της εκλογής μπορούσε πλέον να γίνεται «υπό την ευλογία του Αγίου Πνεύματος», σε πνεύμα συμφωνίας και αλληλουχίας με το τυπικό, λαμβάνοντας υπόψη τους εκκλησιαστικούς κανόνες τους οποίους καθιερώσει οι Άγιοι Πατέρες.

Βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να υπάρχει η πρότερη έγκριση και προσυπογραφή του μεγάλου ηγεμόνα της Ρωσίας του Βασιλείου Βασίλιεβιτς. Η απόδοση ουσιαστικής εξουσίας (καθ' όλη τη διάρκεια της διεργασίας της εκλογής του μητροπολίτη) στον ηγεμόνα αν και στερείτο ηθικών ερεισμάτων επί του πρακτέου επηρέασε πολύ σημαντικά τις σχέσεις αλληλεξαρτήσεως Τσάρου και προκαθήμενου ρωσικής εκκλησίας. Πρέπει όμως να σημειωθεί πως η απόφαση αυτή συμπίπτει όχι μόνον ως προς τη διαίρεση της μητροπόλεως σε «μητρόπολη της Μόσχας» και «μητρόπολη του Κιέβου», αλλά και ως προς τον τρόπο και τον βαθμό που διαμορφώθηκε η ανάπτυξη της πολιτειακής ισχύος σε έντονο βαθμό. Με τον τρόπο αυτόν ο Ρώσος ηγεμόνας, αφού είχε πλέον διασφαλιστεί η ελευθερία από όλα τα βαρβαρικά φύλλα που σημάδεψαν με την πολύχρονη κατοχή τους τον εθνικό βίο της Ρωσίας, φάνταζε ως ο μόνος και πλέον κατάλληλος ηγέτης ο οποίος έπρεπε και θα ήταν σε θέση να διασφαλίσει τους ορθόδοξους κατοίκους όλων των περιοχών της ευρύτερης (και όχι μόνο) περιοχής.

Επιχειρώντας μιαν ιστορική αναδρομή αναφορικά με τη θέση του Ρώσου ηγεμόνα στην ρωσική επικράτεια, πρέπει ν’ αναφερθεί ότι στην περίοδο που ακολούθησε τη νίκη του Πρίγκηπα Δημητρίου Ντόνσκοϊ κατά των Μογγόλων της Χρυσής Ορδής, που διεξήχθη στην περιοχή Κουλίκοβο (περί το 1380) δίπλα στον ποταμό Ντον, οι ρώσοι ηγεμόνες εμφανίσθηκαν και προβλήθηκαν ως εκείνοι οι ξεχωριστοί ηγέτες που μπορούσαν να εγγυηθούν την ορθή και απρόσκοπτη ανάπτυξη, την εκ θεμελίων αναδιοργάνωση της πολιτείας, αλλά και την ομαλή κι απρόσκοπτη πορεία του ρωσικού έθνους. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι ηγεμόνες Ιβάν Γ΄(1462-1505) και Βασίλειος Γ΄ (1505-1533) μέσα από σκληρές μάχες και πολύνεκρες αναμετρήσεις μπόρεσαν να καθυποτάξουν τις ανεξάρτητες ηγεμονίες του Γιαροσλάβ και του Ροστώφ (μέχρι το 1475), του Νοβγκόροντ (1478), της πόλης του Τβερ (1485), του Πσκωφ και του Ριαζάν (μέχρι το 1518) και του Σταροντούμπ και άλλων πόλεων (μέχρι το 1525), ενισχύοντας συστηματικά την κρατική υπόσταση της ρωσικής επικράτειας και παρέχοντας το απαιτούμενο ηθικό και δυναμικό πλεονέκτημα κύρους, ισχύος, αποφασιστικότητας κι επιβολής.

Λίγα χρόνια πριν από αυτά τα γεγονότα που ήσαν ιδιαιτέρως σημαντικά και εξέχοντα, ο Αλέξανδρος Γ΄ αναγκάσθηκε να παραχωρήσει την κυριότητα της πόλης Σμόνενσκ αλλά και των μικρότερων Ντέσνα και Σόϊγ στον Ιβάν, τον οποίο είχε ήδη εκ προοιμίου αναγνωρίσει ως τον φερόμενο σε απόλυτη ισχύ «ηγεμόνα όλων των Ρώσων». Οι Τάταροι σε μια ύστατη προσπάθεια να επαναφέρουν στους Ρώσους φορολόγηση όμοια με το παρελθόν απέτυχαν πλήρως, γεγονός που σήμαινε και την οριστική απεξάρτηση από τις ταταρικές επιβολές κι επικυριαρχίες.

Πρέπει βεβαίως ν’ αναφερθεί και να τονιστεί ότι, η συνειδητοποίηση της ανεξαρτησίας και η παράλληλη ανάπτυξη της δομής και της υπόστασης του κράτους ταυτόχρονα με την εθνική αφύπνιση των Ρώσων υπηκόων, υπέθαλψαν στην συνέχεια έναν ιδιότυπο φανατισμό με χαρακτηριστικά κι εκφάνσεις που επέφεραν τελικά προεκτάσεις τύπου θρησκευτικών και πολιτικών επιπτώσεων, οι οποίες σφράγισαν την εξωτερική πολιτική του ρωσικού κράτους σε ζητήματα γεωπολιτικής φύσεως. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και το γεγονός της πτώσης της Κωνσταντινουπόλεως που είχε μόλις προηγηθεί, αλλά συνάμα και ο γάμος του τσάρου Ιβάν Γ΄ με τη Σοφία Παλαιολογίνα, η οποία ήταν ανεψιά του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου, το 1472. Όλα αυτά τα δρώμενα διαμόρφωσαν σταδιακά την βαθιά και πάγια πεποίθηση ότι ο Ρώσος τσάρος ήταν αυτοδικαίως ο νόμιμος διάδοχος και συνεχιστής των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων.

Ταυτόχρονα, αναφορικά με τα εκκλησιαστικά πεπραγμένα η υπογραφή από τους εκπροσώπους της βυζαντινής εκκλησίας της ενώσεως κατά τη σύνοδο Φεράρας -Φλωρεντίας (1438-1439) έδωσε το έρεισμα στην ρωσική πλευρά να επικαλεστεί το γεγονός ως τετελεσμένο παρέκκλισης της ορθόδοξης πίστης και πορείας της εκκλησίας του Βυζαντίου, κρατώντας αποστάσεις και βρίσκοντας αφορμή και αιτία για να προβληθεί η σθεναρή ρωσική εκκλησιαστική θέση με σαφήνεια, ως η εχέγγυα δύναμη καθαρότητας και γνησιότητας της ορθόδοξης πίστεως, που θα υποκαθιστούσε την παρεκκλίνουσα και παραπαίουσα κι ενδοτική βυζαντινή εκκλησιαστική θέση. Μάλιστα οι ρωσικοί με αυτή την πολυπόθητη ευκαιρία στα χέρια τους δεν περιορίστηκαν μόνο σε αυτό το γεγονός, αλλά πρόβαλαν έντονα με σαφή παγιωμένη αξίωση και θέση την άποψη ότι πλέον μόνον η Μόσχα είναι η «μοναδική ελεύθερη πρωτεύουσα του ορθοδόξου χριστιανικού κόσμου.»

Οι στρατιωτικές ήττες και οι εσωτερικές περιπέτειες αντιμετωπίζονταν από τη χριστιανική συνείδηση με μιαν εσχατολογική προοπτική: Ως δοκιμασίες, οι οποίες προορισμό έχουν να ενδυναμώσουν «τον λαό του Χριστού» στην αφοσίωσή του στον Παντοκράτορα. Όμως η θέση του κράτους επιδεινωνόταν από αιώνος σε αιώνα. Ολόκληρη η Ανατολή βρέθηκε από τον 7ο αιώνα υπό την εξουσία μιας άλλης θρησκείας, του αρειμάνιου και εδαφικά βουλιμικού Ισλάμ. Ενώ τελικά η Δύση, τέθηκε υπό την εξουσία των γερμανικών λαών, συσπειρώθηκε γύρω από τον Πάπα της Ρώμης ως τον μοναδικό νόμιμο Επίτροπο του Χριστού, αποσχίσθηκε από τον ελληνικό κόσμο και μετατράπηκε από ανήσυχο σύμμαχο σε χολερικό κι αδιάλλακτο αντίπαλο του ορθοδόξου Βυζαντίου. Η Νέα Ρώμη βρέθηκε κλιμακωτά σε ασφυκτική απομόνωση. Όταν οι Έλληνες, αφυπνισμένοι από τον αναγεννηθέντα ελληνικό εθνικισμό, απώθησαν και τους ομοδόξους γείτονές τους, δηλαδή τους Βουλγάρους και τους Σέρβους, οι ημέρες της Αυτοκρατορίας αποδείχθηκαν ανίατα μετρημένες.

Στην απελπισμένη προσπάθεια να διαφυλάξουν το κράτος οι βυζαντινοί αυτοκράτορες και οι εκκλησιαστικοί πολιτικοί δύο φορές αποφάσισαν να προσκυνήσουν τη Δύση, υιοθετώντας τους υπαγορευμένους από τη Ρώμη όρους της «Ένωσης» («Ουνίας»), της Λυών (1274) και της Φλωρεντίας (1439). Και στη μία, αλλά και στην άλλη περίπτωση οι εκκλησιαστικοί συμβιβασμοί όχι μόνον δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα πολιτικά κέρδη στις εξωτερικές σχέσεις της Αυτοκρατορίας μας, αλλά προκάλεσαν και πολύπλευρη ισχυρή διαμαρτυρία εντός της χώρας.

Το 1453 στα μάτια των συγχρόνων η Άλωση της Πόλεως υπήρξε ένα τρομερό, αλλά «νομοτελειακό» και από καιρού αναμενόμενο γεγονός. Ακόμη και μια σεβαστή μερίδα της βυζαντινής ελίτ δεχόταν ότι «Κρειτότερον ἐστίν εἰδέναι ἐν μέσῃ τῇ πόλει Φακιόλιον Βασιλεύον Τούρκων ἤ καλύπτραν λατινικήν !» («καλύτερα σαρίκι τουρκικό παρά παπική τιάρα»). Έτσι όταν τα βάραβαρα πολυπληθή στρατεύματα του Μεχμέτ του Β´ εισέβαλαν στην απελπισμένα μαχόμενη Κωνσταντινούπολη του τελευταίου Αυτοκράτορα, πάρα πολλοί αξιολόγησαν το φρικτό γεγονός ως την δέουσα τιμωρία για την «προδοσία της Ορθοδοξίας».

Ενώ σε εκκλησιαστικό διπλωματικό επίπεδο διαμορφώνονταν αυτά τα δεδομένα αναφορικά με τα θέματα εξωτερικής πολιτικής των Ρώσων, πρέπει επίσης να αναφερθεί πως η ηγεμονία της Μόσχας κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης από τον Ιβάν τον Γ’ περιελάμβανε ένα μεγάλο τμήμα εδάφους το οποίο σε κάθε σημείο της επικράτειας του συνόρευε με μικρότερες Ρωσικές ηγεμονίες. Μάλιστα στα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης του, τα όρια του κράτους είχαν επεκταθεί μέχρι την Πολωνία-Λιθουανία, αλλά και έως τη Σουηδία. Αυτή η μεγάλη διεύρυνση των ρωσικών εκτάσεων οφείλεται και κυρίως πηγάζει από τις μεγάλες πολιτικές στρατιωτικές και διπλωματικές ικανότητες τις οποίες επέδειξε ο Ρώσος ηγεμόνας. Την ανυπέρβλητη ισχύ του Ιβάν εξυμνούσε ο Ζωσιμάς από το μητροπολιτικό του θρόνο στη Ρωσία και προσφωνούσε συχνά τον Ιβάν σαν νέο αυτοκράτορα με τον τίτλο «Τσάρος» και διακήρυττε με θριαμβευτικό κι επιδεικτικό τρόπο πως ο Ιβάν ήταν πλέον ο «νέος Κωνσταντίνος της νέας βασιλεύουσας». Σύμφωνα με τις διακηρύξεις του, νέα βασιλεύουσα ήταν πλέον η Μόσχα. Οι πνευματικές και θεωρητικές ζυμώσεις μεταξύ των λόγιων και των θρησκευτικών - μοναστηριακών κύκλων της εκκλησίας της Ρωσίας ανά την ρωσική επικράτεια, κυρίως όμως στη Μόσχα, διαμορφώνονταν σύμφωνα με τις επιταγές της νέας κατάστασης, η οποία συγκροτήθηκε και σχηματοποιήθηκε με υπόστρωμα το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της βυζαντινής παράδοσης. Η βυζαντινή παράδοση προσέφερε το απαραίτητο πνευματικό και ιδεολογικό υλικό, μέσα στο οποίο είχε συντελεστεί η διάπλαση και η μορφοποίηση του πνευματικού εκκλησιαστικού βίου της σύνολης ρωσικής επικράτειας, αλλά και της νεόδμητης ρωσικής κρατικής δομής.

Η παρακμή του Βυζαντίου (με ιστορικό άξονά του τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδεολογία) και η συνακόλουθη πτώση του προκάλεσε μιαν ευρύτατη κρίση στη γενικότερη θρησκευτική πολιτική της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η υποταγή στους Τούρκους όλων σχεδόν των ορθοδόξων λαών, πλην της Ρωσίας, η οποία είχε σχεδόν μόλις αποτινάξει από πάνω της το ζυγό της μογγολικής επικυριαρχίας, της «Ταταροκρατίας», αφενός άφησε μετέωρη και ανενεργή την πολιτική θεολογία της Εκκλησίας, αφετέρου την αυτοκρατορική ρωμαϊκή ιδέα, αφού το νικηφόρο οθωμανικό κράτος, ως αλλόθρησκο, προφανώς δεν νομιμοποιούσε την οποιαδήποτε διεκδίκηση «διαδοχής» του Βυζαντίου. Κατά συνέπεια μέσα σε αυτό το θολό - τοξικό τοπίο και την ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την Ορθοδοξία στο σύνολο της, η Ρωσία μπορούσε να καλλιεργήσει ανάλογες διεκδικήσεις μόνον από απόψεως πολιτικής, διότι εντός της απουσίαζαν εκείνες οι αναγκαίες προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν την ανάκτηση του απαιτούμενου ηθικού πλεονεκτήματος ώστε να θεμελιωθεί εξ αρχής το υπόστρωμα της πολιτικής θεολογίας της αυτοκρατορικής ιδέας.

Περί το ήμισυ του 15ου αιώνα δεν έμειναν ορθόδοξα κράτη ανά τον κόσμο. Η Νέα Ρώμη βρέθηκε κάτω από τα πόδια των Τούρκων. Η Βουλγαρία, η Σερβία, η Βλαχία και η Μολδαβία είχαν προ πολλού ήδη καταληφθεί από τους ίδιους τους Οθωμανούς. Τα τελευταία κατάλοιπα του βυζαντινού κόσμου, δηλαδή η Τραπεζούντα και το πριγκηπάτο του Θεοδώρου στην Κριμαία έπεσαν το 1461 και το 1475 αντίστοιχα. Έμεναν ακόμη η Γεωργία και η γη των Ρως, αλλά και αυτές κομματιασμένες σε αρκετά τμήματα, ζούσαν ασήμαντο και πενιχρό βίο υπό τον ζυγό των μουσουλμανικών δυνάμεων. Ποιος μπορούσε να υψώσει το εκπεσόν λάβαρο της «Τελευταίας εν Θεώ Βασιλείας»; Πολλοί θεωρούσαν ότι επήλθε το φρικτό πλήρωμα του χρόνου και ο Κόσμος βρίσκται «επί θύραις» της Δευτέρας Παρουσίας, καθώς μάλιστα σύμφωνα με την καθολικώς δεκτή χρονολογία, πλησίαζε το μυστικιστικό έτος 7.000 «από κτίσεως κόσμου».

Σύντομα, το 1480, η Ρωσία της Μοσχοβίας απελευθερώθηκε τελειωτικά από το φόρο στην ταταρο-μογγολική Χρυσή Ορδή και από το 1493 ο Ιβάν ο Γ´ άρχισε να τιτλοφορείται «Ηγεμόνας πάσης Ρωσίας». Το τρομακτικό για πολλούς έτος 7000 πέρασε επιτυχώς, ενώ η έναρξη μιας νέας χιλιετίας «από κτίσεως κόσμου» αποτέλεσε μια νέα εποχή ταχείας ανάπτυξης της νέας ορθόδοξης δυνάμεως, του ρωσικού κράτους.

Σε εκκλησιαστικό επίπεδο η ρωσική εκκλησιαστική υπόσταση υπαγόταν υπό την κανονική διοικητική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, η δε ρωσική εκκλησιαστική δομή δεν διέθετε κάποιας μορφής αυτονομημένη υφή. Έτσι κατανοείται πλήρως, ότι η λεγόμενη θεωρία της Τρίτης Ρώμης υφάνθηκε με πυρήνα αναφοράς της τον Τσάρο, (καθώς έλειπε η αυτοκέφαλη δομή της εκκλησίας) και όχι την Εκκλησία της Ρωσίας, σε αντίθεση με όσα ίσχυσαν στις περιπτώσεις Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, οι οποίες εσώκλειαν εντός τους μια συντεταγμένη αλληλεπίδραση λειτουργικότητας της, πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, σε αντίθεση με την ρωσική Τρίτη Ρώμη. Αυτό που αναφέρει η θεωρία, που ζυμώθηκε εν μέσω διαλέξεων και περισυλλογών σε μοναστικούς και θεολογικούς ρωσικούς κύκλους, είναι ότι όπως η πρώτη Ρώμη, δηλαδή η ρωμαϊκή αυτοκρατορία έτσι και η δεύτερη, η «Νέα Ρώμη», η Κωνσταντινούπολη δηλαδή η βυζαντινή αυτοκρατορία περιέπεσαν στα χέρια των βαρβάρων και καταστράφηκαν από τους κατακτητές τους (η πρώτη εξαιτίας της εμμονής στην ειδωλολατρία και η δεύτερη λόγω αποστασίας από το ορθό χριστιανικό δόγμα).

Όπως διακήρυτταν αυτοί οι κύκλοι, αυτό που είχε ουσιώδη σημασία είναι ότι τελικά δεν κατέπεσε η ορθόδοξη πίστη, αλλά παρέμεινε ακλόνητη καθώς το χριστιανικό βασίλειο περιήλθε με την θεία βούληση και πρόνοια, στο «μοναδικό ελεύθερο και ορθόδοξο χριστιανικό κράτος», που σύμφωνα με τα λεγόμενα αυτών των επάλληλων κύκλων, δεν ήταν άλλο από το ρωσικό κράτος της Μόσχας. Επομένως οι διατυπώσεις και οι προσδοκίες αυτών των θεωρήσεων και απόψεων που προωθούσαν και διαλαλούσαν ενεργά οι εν λόγω κύκλοι, το μοσχοβίτικο κράτος είναι η «Τρίτη (και συνάμα τελευταία) Ρώμη», που θα υπάρχει «στον αιώνα τον άπαντα». Βεβαίως κομβικό απότοκο ζήτημα, αλλά και αναγκαία προϋπόθεση που θα ζειδωρεί αυτή την αιώνια υπόσταση, είναι η Πίστη στην Ορθοδοξία και η «μέχρις εσχάτων» υπεράσπισή της.

Το Ρωσικό Χρονικό, το οποίο εμφανίσθηκε το 1512 και είχε ως πηγή τον βυζαντινό χρονογράφο Κωνσταντίνο Μανασσή, τόνιζε χαρακτηριστικά, ότι μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) και την παράδοση στην οθωμανική αυτοκρατορία, με υποδούλωση λόγω των αμαρτιών τους, των λοιπών αυτοκρατοριών των Σέρβων, των Αλβανών, των Βουλγάρων, των Βόσνιων «…. η ευλογημένη από το Θεό γη της Ρωσίας θα είναι η μοναδική που θα αντισταθεί και η μοναδική που θα είναι ευλογημένη από το Θεό στους αιώνες των αιώνων» .

Ο μοναχός της Μονής Ελεαζάρου του Πσκωφ Φιλόθεος ήταν αυτός ο οποίος συνέδεσε άρρηκτα το όνομα του με την ανάπτυξη και την τελεσίδικη διατύπωση της θεωρίας της Τρίτης Ρώμης. Σύμφωνα με λεγόμενα του ο μοναχός παραθέτει αναφορικά με τον Τσάρο, ότι πλέον αυτός είναι ο μόνος εναπομείνας χριστιανός ηγέτης και ορθόδοξος συνεχιστής στην Οικουμένη, οπότε είναι αυτός που κρατάει στα χέρια του τα ηνία των θρόνων των απανταχού ορθοδόξων εκκλησιών.

Η επιστολή του μοναχού Φιλοθέου του Πσκοφ προς τον δημόσιο λειτουργό Μιχαήλ Μισιούρ-Μουνέχιν (η οποία συντάχθηκε το 1523) κατέστη το πλέον γνωστό κείμενο, που εμπεριέχει το δόγμα της νέας αποστολής του κράτους της Μοσχοβίας. Στην κατακλείδα της επιστολής του, που ήταν αφιερωμένη στο λίαν επίκαιρο τότε θέμα, δηλαδή τη διάψευση των προβλέψεων των δυτικών αστρολόγων, ο σοφός γέροντας ενημερώνει τον αποδέκτη του για «κάτι απόκρυφο», «για τη σημερινή υπέρλαμπρη και υψηλόθρονη ορθόδοξη βασιλεία του ηγεμόνα μας» (εννοεί τον μεγάλο δούκα Βασίλειο Γ’ του Ιωάννου-Βασίλι Ιβάνοβιτς):

«Να γνωρίζεις φιλόχριστε και θεόφιλε, ότι όλες οι χριστιανικές βασιλείες έφθασαν στο τέλος και ενώθηκαν στη μία βασιλεία του ηγεμόνα μας, σύμφωνα με τα βιβλία των προφητών, δηλαδή τη βασιλεία των Ρωμαίων. Δύο Ρώμες έπεσαν, ενώ η τρίτη στέκεται και τέταρτη δεν θα υπάρξει. Πολλάκις και ο Απόστολος Παύλος μνημονεύει τη Ρώμη στις επιστολές και στην ερμηνεία αναφέρεται: “Η Ρώμη είναι ολόκληρος ο κόσμος”… Βλέπεις άραγε, εκλεκτέ του Θεού, ότι όλες οι χριστιανικές βασιλείες βυθίσθηκαν από τους απίστους, μόνον του δικού μας ηγεμόνα η βασιλεία στέκει ακέραια με τη χάρη του Χριστού. Αρμόζει στον βασιλεύοντα να την κατέχει με μεγάλο φόβο και προσφυγή στον Θεό, να μην ελπίζει στο χρυσό και sτον πλούτο, που εκλείπει, αλλά στον Θεό, ο Οποίος χορηγεί τα πάντα».

Στα τελευταία λόγια συμπεριλαμβάνεται το ουσιώδες «πυρηνικό» νόημα της θεόπνευτης «ρήσεως του Φιλοθέου»: Το υπεράνθρωπο φορτίο της «Τρίτης Ρώμης», της τελευταίας επίγειας βασιλείας, επιβάλλει ανυπέρβλητη ηθική ευθύνη στον Ρώσο ηγεμόνα. Αυτός φέρι πλέον ακέραια την ευθύνη για όλον τον κόσμο, οπότε πρέπει να κυβερνά «με μεγάλο φόβο», προσβλέποντας όχι στα επίγεια πλούτη, αλλά στη συναντίληψη του Θεού.
Μέσα από τα λεγόμενα του μοναχού του Πσκωφ συνάγεται σαφώς, ως καταληκτικό και αδιαμφισβήτητο απαύγασμα της θεωρίας, ότι το ισχυρό έρεισμα του λαού και της πορείας του έθνος δεν είναι πλέον η εκκλησία αλλά ο ίδιος ο θεόσταλτος Τσάρος. Μάλιστα ο Φιλόθεος σε μία χαρακτηριστική επιστολή του προς τον Τσάρο Βασίλειο Ιβάνοβιτς, τονίζει χαρακτηριστικά για την Τρίτη Ρώμη ότι «η Τρίτη Ρώμη σε αντίθεση με τις προηγούμενες στέκει όρθια και θα είναι η τελευταία καθώς δε θα υπάρξει τέταρτη στο μέλλον».

Επιμυθιακά επισημαίνεται πως η θεωρία αυτή προβάλλει την αντίληψη ότι το κράτος της Μόσχας είναι ο προασπιστής της ορθόδοξης πίστης στο μέλλον για πάντα. Η πρώτη Ρώμη υπέπεσε στην ειδωλολατρία, ενώ η νέα Ρώμη, δηλαδή η Κωνσταντινούπολη, υπέστη τη θεία τιμωρία της Άλωσης από τους απίστους Τούρκους, καθώς (με τα πεπραγμένα της στη σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας και το γενικότερο βίο της), παρεξέκλινε από την ορθή πίστη. Η Ορθοδοξία όμως δεν εξέπεσε ούτε αποσιωπήθηκε στην ιστορική λήθη αλλά αντίθετα παρέμεινε αγέρωχη και σθεναρή, διασφαλισμένη κι ενισχυμένη από τις ισχυρές ασφαλιστικές δικλείδες του ευλαβικού κι ευλογημένου από τον Παντοδύναμο κράτους της Μόσχας.

Έως τον 19ο αώνα το μυστικιστικό δόγμα της Τρίτης Ρώμης με το αρχικό εσχατολογικό νόημά του φαινομενικά λησμονήθηκε. Όμως, το 1849, κατά την κορύφωση των επιτυχιών της εξωτερικής πολιτικής του Τσάρου Νικολάου Α´, ο τότε 45χρονος Ρώσος διπλωμάτης Θεόδωρος Τιούτσεφ (Теодор Тицев) γράφει το ποίημά του «Ρωσική Γεωγραφία», το οποίο περιέχει ως κατακλείδα του την βιβλική μνεία της «τελευταίας βασιλείας»:

«Επτά εσωτερικές θάλασσες κι επτά μεγάλοι ποταμοί…
Από τον Νείλο ως τον Νέβα, από τον Έλβα ως την Κίνα,
Από τον Βόλγα ως τον Ευφράτη, από τον Γάγγη ως τον Δούναβη…
Αυτό είναι το ρωσικό βασίλειο και δεν θα εκλείψει εις τον αιώνα,
Όπως προέβλεψε το Πνεύμα και προφήτευσε ο Δανιήλ !»


Παρά το ότι η ιδέα της βυζαντινής κληρονομιάς αναστάτωνε το νου πολλών Ρώσων δημοσιολόγων και μετεξελίχθηκε σε όραμα ύψωσης του σταυρού στην Αγία Σοφία,οι μυστικιστικές ιδέες της Τελευταίας Βασιλείας ήσαν εν γένει ξένες για την Αυτοκρατορία των Ρομανώφ, η οποία ήταν εντόνως προσανατολισμένη στα δυτικά πολιτισμικά πρότυπα. Μόνον επί Νικολάου Β´ παρατηρείται ορισμένη αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τη βυζαντινή πολιτική παράδοση, αλλά αυτή ήταν η τελευταία «αναλαμπή» πριν την άθεη κομμουνιστική επαναστατική καταστροφή του 1917 και την απόλυτη ριζική αλλαγή όλης της πολιτικής ιδεολογίας, η οποία επακολούθησε.

[Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι, παρά την διάχυτη γνώμη, οι Ρώσοι Μεγάλοι Δούκες και Τσάροι ουδέποτε διεκδίκησαν τη «βυζαντινή κληρονομιά» τους. Ο γάμος του Ιβάν Γ’ με τη Σοφία Παλαιολογίνα, δεν είχε καμια νομική συνέπεια, καθώς κληρονόμος εθεωρείτο ο αδελφός της Σοφίας Ανδρέας, ο οποίος όμως ….. είχε πουλήσει τα δικαιώματά του στον Γάλλο βασιλιά Κάρολο Η´ (στη συνέχεια ….. και στον Φερδινάνδο της Ισπανίας !). Επομένως, ακόμη κι αν τυπικά μπορούσε να γίνει λόγος για τη Μόσχα -διάδοχο της Δευτέρας Ρώμης, τούτο ήταν εφικτό μόνον ως προς την πνευματική κληρονομιά και το δυσβάσταχτο μυστικιστικό φορτίο της «τελευταίας βασιλείας».]

Ισίδωρος Ιγνατιάδης  

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ