ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Στην αρχή της μεταπολεμικής περιόδου η αμερικανική τέχνη υπήρξε πολύ δυναμικότερη από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή καλλιτεχνική εκδήλωση. Το γεγονός αυτό λειτουργούσε ορισμένες φορές με ανασταλτικό τρόπο για τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες
 

H ΤΕΧΝΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Β’ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΛΕΜΟ

Το 1945, που σηματοδότησε το τέλος του Β' Μεγάλου Πολέμου, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτέλεσε και ένα σταθμό για τη μελέτη της τέχνης του 20ου αιώνα, διότι, (φαινομενικά τουλάχιστον), από τότε ξεκίνησε μια εντελώς καινούργια εποχή με ολότελα νέα χαρακτηριστικά, τα οποία είχαν σε μεγάλο βαθμό ισχυρό αντίκτυπο στην καλλιτεχνική δημιουργία.

Το γεγονός που απέβη καθοριστικό για το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ήταν η μεγάλη μετανάστευση σημαντικών καλλιτεχνών από την Ευρώπη προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δημιουργοί αυτοί ήθελαν να απομακρυνθούν από την απειλή του πολέμου, αλλά και από τις κοινωνικές διώξεις του Ναζισμού και του Φασισμού, που εξαπλώνονταν τότε ραγδαία με πολιτική άνοδο στις ευρωπαϊκές χώρες. Έτσι, το 1933 ήρθαν στη Νέα Υόρκη οι δάσκαλοι του Bauhaus (Μπαουχάους ήταν η καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική σχολή που ιδρύθηκε από τον Gropius και λειτούργησε κατά την περίοδο 1919-1933 στη Γερμανία, η οποία έγινε διάσημη για την προσέγγιση του σχεδιασμού που δημοσιοποίησε και δίδασκε), οι ζωγράφοι Lyonel Charles Feininger (εξπρεσιονιστής), László Weisz - Moholy Nagy (κονστρουκτιβιστής) και Joseph Albers, ο γλύπτης Naum Gabo - Naum Neemia Pevsner, οι αρχιτέκτονες Walter Gropius και Mies Van der Rohe. Το 1938 ήρθε ο κυβιστής ζωγράφος και συγγραφέας Amedee Ozenfant και το 1939 οι σουρεαλιστές Yves Tanguy και Roberto Matta. Με την έναρξη του πολέμου ήρθαν επίσης οι ζωγράφοι Piet Mondrian, Max Ernst, Andre Masson και ο μεγαλοφυής εκκεντρικός Salvador Dali.

Πρέπει βεβαίως να τονιστεί εδώ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν από καιρό αποδεχτεί εμφανώς την καλλιτεχνική πρωτοπορία της Ευρώπης. Ειδικότερα στη Νέα Υόρκη, πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο, ο διάσημος Αμερικανός φωτογράφος Alfred Stieglitz παρουσίασε μια σειρά εκθέσεων από Ευρωπαίους καλλιτέχνες, όπως τον Rodin, τον Matisse, τον Brancusi, τον Henri Rousseau, τον Picasso και τον Francis Picabia, σε μια μικρή αίθουσα στην Πέμπτη Λεωφόρο («The Intimate Gallery» γνωστή και ως «The Room»).

Το 1913 οργανώθηκε στη Νέα Υόρκη η περίφημη «Έκθεση του Οπλοστασίου», που έγινε στην αποθήκη εφοδιασμού του 69ου Συντάγματος Πεζικού. Η έκθεση περιλάμβανε περίπου 1600 έργα ζωγραφικής, πλαστικής και γραφικών τεχνών, τα οποία αντιπροσώπευαν όλες τις ευρωπαϊκές πρωτοποριακές τάσεις. Κατά τη διάρκεια του A' Μεγάλου Πολέμου πολέμου υπήρχε στη Νέα Υόρκη και μια ομάδα Ντανταϊστών, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Marcel Duchamp, ο Francis Picabia και ο φωτογράφος Man Ray- Emmanuel Radnitzky.

Η παρουσία των Ευρωπαίων καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη συνεχίστηκε και κυριάρχησε κατά τη διάρκεια του Β' Μεγάλου Πολέμου. Από αυτή τη συνύπαρξη Ευρωπαίων και Αμερικανών δημιουργήθηκαν οι νέες τάσεις στις εικαστικές τέχνες, οι οποίες μεταπολεμικά απέκτησαν παγκόσμιο χαρακτήρα. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι πολλοί από τους πιο σημαντικούς νέους Αμερικανούς δημιουργούς, όπως ο Willem de Kooning, ο Mark Rothko - Markus Yakovlevich Rothkowitz, ο Andy Warhol - Andrew Warhola Jr, ο Claes Oldenburg και άλλοι, ήσαν παιδιά Ευρωπαίων μεταναστών που ήρθαν με τις οικογένειές τους στην Αμερική.

Στην αρχή της μεταπολεμικής περιόδου η αμερικανική τέχνη υπήρξε πολύ δυναμικότερη από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή καλλιτεχνική εκδήλωση. Το γεγονός αυτό λειτουργούσε ορισμένες φορές με ανασταλτικό τρόπο για τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες, και αφ’ ετέρου λόγω του ότι οι Αμερικανοί δε βίωσαν τόσο έντονα τις τραγικές συνέπειες του Β' Μεγάλου Πολέμου, όπως τις βίωσαν οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί τους. Όμως θα ήταν υπερβολικό εάν υποστήριζε κανείς ότι η μεταπολεμική τέχνη αντιπροσωπεύει κάτι εντελώς καινοφανές, κάτι που δεν είχε ποτέ ξαναγίνει.

Αναλύοντας προσεκτικά, τουλάχιστον, όλες τις γνωστές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, ο μελετητής μπορεί να συμπεράνει ότι οι ρίζες της μεταπολεμικής τέχνης βρίσκονται βαθιά μέσα στην ευρύτερη περίοδο της μοντέρνας τέχνης η οποία αρχίζει ήδη με τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα. Σε αυτή τη φάση, αναδείχθηκαν τάσεις που υπήρχαν ήδη λανθάνουσες στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, αλλά καλλιεργήθηκαν σε σημείο υπερβολής και ζυμώθηκαν με ιδέες που στηρίζονταν σε μια ευρύτερη και λογικά δομημένη βάση.

Αντίθετα, ελάχιστα μπορεί κανείς να πει για πράγματι νέες ανακαλύψεις. Μετά από το 1945 ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της τέχνης είναι η υπέρβαση των διαχωριστικών ορίων ανάμεσα στις διάφορες μορφές της καλλιτεχνικής δημιουργίας, γεγονός που είχε ξεκινήσει από το πρωτο μισό του 20ου αιώνα. Έτσι, πολύ συχνά πλέον σε ένα καλλιτεχνικό έργο συναντώνται ή συνδυάζονται στοιχεία ζωγραφικής, γλυπτικής, αρχιτεκτονικής, στοιχεία από τις γραφικές τέχνες, αλλά χρησιμοποιούνται και τύποι από την τέχνη του λόγου, της κίνησης, τη μουσική, την επιστήμη, την τεχνολογία κ.λπ.

Ένα άλλο πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της τέχνης αυτής της εποχής είναι μια όλο και πιο σαφής προσπάθεια για την άμεση σύνδεσή της με τη ζωή. Σε όλα σχεδόν τα ρεύματα που απέκτησαν ιδιαίτερο ρόλο τα μεταπολεμικά χρόνια, ο καλλιτέχνης προσπαθεί να ελαττώσει την απόσταση που τον χωρίζει από το ευρύτερο «κοινωνικό γίγνεσθαι», όπως και το έργο του από το κοινό. Όμως, οπωσδήποτε και αυτή η προσπάθεια για ένταξη της τέχνης στην πραγματική ζωή καθώς και για ενεργητική συμμετοχή του θεατή στην ολοκλήρωση του έργου, συνέβαλε στην πραγματοποίηση του προαναφερόμενου χαρακτηριστικού, δηλαδή στην υπέρβαση των διαχωριστικών ορίων ανάμεσα στις καλλιτεχνικές εκφράσεις.

Επίσης κάτι το οποίο σημειώθηκε από τις αρχές του 20ου αιώνα και υπερτονίστηκε ιδίως από το 1950 και έπειτα, είναι η έμφαση που δόθηκε στην «ιερότητα» της ίδιας της προσωπικότητας του καλλιτέχνη. Σε πολλές περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια, αυτή η ίδια η προσωπικότητα έγινε το θέμα του έργου τέχνης. Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο καλλιτέχνης ασχολείται και με την τεχνολογία, μιμείται τις μεθόδους της επιστήμης και κάνει μάλλον πειράματα παρά έργα τέχνης. Ακόμη, η θέση του καλλιτέχνη ως ενός περιθωριακού αλλά τελικά …. ευνοημένου (!) από την κοινωνία δημιουργού, θέτει πολλές δυσκολίες στην προσπάθεια του μελετητή να προσδιορίσει το ρόλο του. Ίσως σωστότερος τρόπος είναι να υιοθετήσει κανείς την υπαρξιακή θέση και να τον αντιμετωπίσει ως έναν άνθρωπο που κάνει τέχνη για να προκαλέσει την υπόλοιπη κοινωνία, στοιχηματίζοντας ταυτόχρονα με την ίδια του την ύπαρξη.

Ο Υπαρξισμός, που άλλωστε αμέσως μετά τον πόλεμο ήταν και το πλέον δημοφιλές από τα φιλοσοφικά ρεύματα, δημιούργησε το γενικό αίσθημα ότι ο άνθρωπος ήταν μόνος στον κόσμο, αποσπασμένος από όλα τα συστήματα πίστεως. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η έμφαση που δόθηκε αφ’ ενός στην πρωτοτυπία της καλλιτεχνικής έκφρασης και αφ΄ετέρου στην εσωτερικότητα του ίδιου του γνωστικού πεδίου και με περιοχές του υποσυνείδητου και του βαθιά ψυχικού.

Οι καλλιτέχνες δεν περιορίζονται στην περιγραφή, αλλά χρησιμοποιούν την επιφάνεια για να προχωρήσουν βαθύτερα, να φθάσουν πιο μακριά. Έτσι το έργο τέχνης συχνά καθίσταται δυσνόητο, ενώ ο θεατής χρειάζεται βοήθεια για να το ερμηνεύσει.

Ένα άλλο θέμα που πρέπει να θιγεί είναι και η αντιμετώπιση της τέχνης από το κοινό. Πριν από τον πόλεμο είναι γεγονός ότι η πρωτοπορία ήταν ένα είδος τέχνης κατανοητό και αποδεκτό από λίγους και εκλεκτούς ανθρώπους, από την φερομένη ως πνευματική elite, ως πρωτοπορία της εποχής. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην μετά τον πόλεμο: Η σύγχρονη τέχνη διαφημίζεται ευρέως, έχει φανερή και αφανή πολύμορφη επίσημη υποστήριξη και γίνεται γνωστή πλατιές μάζες κόσμου. Παρατηρείται, μάλιστα, μια σιωπηρή συμφωνία, ακόμη και ανάμεσα σ’ αυτούς που δεν την αποδέχονται ή δεν την κατανοούν, ότι εδώ πρόκειται για την αντιπροσωπευτική τέχνη της εποχής μας, είτε το θέλουμε είτε όχι, οπότε προωθείται.

Η σύγχρονη τέχνη απευθύνεται ειδικότερα στους νέους, δηλαδή σ’ αυτή τη μερίδα της κοινωνίας που από τη φύση της είναι έτοιμη να δεχτεί και την πιο ακραία, μεθοριακή και «τρελή» ιδέα. Τέλος, για τη διάδοση της τέχνης σημαντικό ρόλο παίζουν τώρα και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Εκτός από τους μεγάλους καλλιτέχνες, πολλοί μικρότεροι και σαφώς πιο άσημοι δίνουν συνεντεύξεις στην τηλεόραση. Πολλά βιβλία εκδίδονται με υποστηρικτές -«σπόνσορες» και, σταδιακά, το ίδιο το κράτος γίνεται ένας από τους κύριους «Μαικήνες» της τέχνης. Η Biennale της Βενετίας, η Biennale des Jeunes στο Παρίσι, η Biennale του Σάο Πάολο και οι εκθέσεις «Dokumenta» στο Κάσελ πολύ σύντομα φιλοξενούν τα έργα των πιο πρωτοποριακών καλλιτεχνών.

Η ιστορία της τέχνης μετά το 1945 περιλαμβάνει μια σειρά από κινήματα που είτε ακολουθούν, είτε επικαλύπτουν το ένα το άλλο σε έναν πολύ ταχύ ρυθμό: παραδείγματος χάρη, ο Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός ακολουθήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα από τη Μεταζωγραφική Αφαίρεση, λίγο αργότερα από την Pop Art, το Μινιμαλισμό, την Εννοιολογική Τέχνη και στη συνέχεια από το Νεοεξπρεσιονισμό, καθώς και από ρεύματα που σχετίζονται με την ταυτότητα ή και το φύλο, όπως π.χ. η Φεμινιστική Τέχνη, αλλά και από πολλά άλλα.

Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι οι καλλιτέχνες σε μια ατομική τους έκθεση παρουσιάζουν συνήθως μια ομάδα από έργα με κοινά χαρακτηριστικά και στην επόμενη έκθεση, μια άλλη ομάδα έργων τους με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Έτσι εξηγείται και η διαπίστωση ότι πλέον δεν υπάρχει ενότητα στο στιλ, ούτε, βεβαίως, για την εποχή, αλλά ούτε για κάθε καλλιτέχνη ατομικά.

Frank Thorne 

Share This !

2022 ALL RIGHTS RESERVED COPYRIGHT ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΊ ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ